Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Εἰς την Πεντηκοστή.
Θ΄. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα πάντοτε ὑπῆρχε, ὑπάρχει καὶ θὰ ὑπάρχει, δὲν ἔχει οὔτε ἀρχὴ οὔτε τέλος, ἀλλὰ εἶναι πάντοτε ἑνωμένο καὶ ἀριθμεῖται μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό. Διότι δὲν θὰ ἅρμοζε ποτὲ νὰ ἐλλείπει ὁ Υἱὸς ἀπὸ τὸν Πατέρα ἢ τὸ Πνεῦμα ἀπὸ τὸν Υἱό, ἐπειδὴ θὰ ἦταν σὲ μέγιστο βαθμὸ ἄδοξη ἡ θεότητα, σὰν ἀπὸ μεταμέλεια ἀκριβῶς νὰ ἦλθε σὲ συμπλήρωση γιὰ νὰ γίνει τέλεια.
[Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα] λοιπὸν πάντοτε καὶ αἰώνια μεταλαμβάνεται [μὲ τὶς θεῖες ἐνέργειές του], δὲν μεταλαμβάνει• ὁδηγεῖ στὴν τελείωση [τοὺς ἀνθρώπους], δὲν τελειώνεται• παρέχει τὴν πνευματικὴ πλήρωση, δὲν ἔχει ἀνάγκη πληρώσεως• ἁγιάζει, δὲν ἁγιάζεται• κάνει [τοὺς ἀνθρώπους] θεούς, δὲν θεώνεται.
Αὐτὸ πρὸς Ἑαυτό, καὶ πρὸς ἐκείνους μὲ τοὺς ὁποίους εἶναι ἑνωμένο, εἶναι πάντοτε τὸ ἴδιο καὶ ἀπαράλλακτο• ἀόρατο, ἄχρονο, ἀχώρητο, ἀναλλοίωτο, ὑπεράνω ἀπὸ κάθε ἔννοια ποιότητας, ποσότητας καὶ μορφῆς, ἀψηλάφητο, κινούμενο ἀφ’ Ἑαυτοῦ, κινούμενο συνεχῶς, ἔχοντας ἀφ’ Ἑαυτοῦ ἐξουσία, ἔχοντας ἀφ’ Ἑαυτοῦ δύναμη, παντοδύναμο (ἂν καὶ ὡς πρὸς τὴν πρώτη ἀρχή, ὅπως ἀκριβῶς ὅλα τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὸν Μονογενῆ Υἱό, ἔτσι καὶ τοῦ Πνεύματος ἀνάγεται [στὸν Θεὸ Πατέρα]).

Read more

ΜΕΛΕΤΗ ΠΡΩΤΗ
Α΄. Συλλογισμὸς. Τί ἔκαμεν ὁ Θεὸς διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου.
Β΄. Τί ἔπαθεν ὁ Ἰησοῦς δι’ αὐτήν.
Γ΄. Τί πρέπει νὰ κάμνη καὶ νὰ παθαίνῃ ὁ ἄνθρωπος δι’ αὐτήν.

ΜΕΛΕΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ
Α΄. Ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐπλάσθη ἀπὸ τὸν Θεόν.
Β΄. Ὅτι ἐπλάσθη διὰ τὸν Θεόν.
Γ΄. Ὅτι ἐπλάσθη διὰ νὰ ἀπολαμβάνῃ αἰωνίως τὸν Θεόν.

Read more

ςὉ ᾿Αββᾶς Δανιὴλ διηγήϑη ὅτι κάποτε ζούσε εἰς τὴν Βαθυλῶνα μία νέα, ϑυγάτηρ ἑνὸς ἄρχοντος τοῦ τόπου, ἡ ὁποία εἶχε μέσα της δαιμόνιον. Ο πατὴρ τῆς κόρης αὐτῆς ἐγνώριζε κάποιον Μοναχόν, τὸν ὁποῖον ἠγάπα καὶ ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐζήτει ἐπιμόνως νὰ ϑεραπεύσῃ τὴν κόρην του. Ὁ Μοναχὸς τοῦ ἀπήντησε:

-Κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ϑεραπεύσῃ τὴν κόρην σου, παρὰ μόνον κάποιοι ἀναχωρηταί, τοὺς ὁποίους γνωρίζω· ἐὰν ὅμως τοὺς παρακαλέσωμεν, δὲν ϑὰ δεχϑοῦν, ἀπὸ μετριοφροσύνην, ἕνα τέτοιο πρᾶγμα. Αὐτὸ εἶναι προτιμότερον νὰ κάνωμεν· ὅταν ϑὰ ἔλθουν εἰς τὴν ἀγορὰν διὰ γὰ πωλήσουν τὰ ἐργόχειρά των, νὰ προσποιηϑῆτε, ὅτι, δῆϑεν, ϑέλετε γὰ ἀγοράσετε ἐργόχειρα καὶ νὰ τοὺς φωνάξετε εἰς τὸ σπίτι σας, διὰ νὰ τοὺς δώσετε τὰ χρήματα. Ὅταν δὲ ἔλθουν, νὰ ἀπαιτήσητε νὰ κάνουν προσευχὴν διὰ τὴν ϑεραπείαν τῆς κόρης, ὁπόταν ἐλπίζω, ὅτι ϑὰ ϑεραπευϑῇ ἡ ϑυγάτηρ σου.

 

Πράγματι λοιπὸν ἐξῆλϑον εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ εὗρον τὸν μαϑητὴν ἑνὸς Γέροντος, ὁ ὁποῖος ἐκάϑητο, διὰ νὰ πωλήσῃ τὰ ἐργόχειρά του. Τὸν ἐπῆραν ἀμέσως οἱ ἄνϑρωποι τοῦ ἄρχοντος, μαζὶ μὲ τὰ ζεμπίλια του καὶ τὸν ὡδήγησαν εἰς τὸ σπίτι του, διὰ νὰ παραλάβῃ τὰ χρήματα τῆς ἀξίας τῶν ἐργοχείρων.

 

Μόλις ὅμως εἰσήργετο, τὸν συνάντησεν ἡ δαιμονιζομένη καὶ τὸν ἐρράπισεν. Ὁ Μοναχὸς τότε ἐγύρισε καὶ τὴν ἄλλην σιαγόνα, ἐφαρμόζων τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου, ποὺ λέγει· «ἐὰν κάποιος σὲ κτυπήσῃ εἰς τὸ ἕνα μάγουλο, νὰ γυρίσῃς πρὸς αὐτὸν καὶ τὸ ἄλλο». Ἡ συμπεριφορὰ αὐτὴ ἐβασάνισε τὸν δαίμονα, ὁ ὁποῖος εἶπε μὲ ἀπαισίας κραυγάς· «Ὦ βία! ἡ ἐντολὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ μὲ ἐκδιώκει», ἀμέσως δὲ ἔφυγεν ἀπὸ τὴν γυναῖκα, ἡ ὁποία ἀπὸ τὴν στιγμὴν ἐκείνην κατέστη ὑγιὴς καὶ ἐσωφρονίσϑη.

Τὸ περιστατικὸν αὐτὸ τὸ ἐγνωστοποίησαν εἰς τοὺς Γέροντας, οἱ ὁποῖοι ἐδόξασαν τὸν Θεὸν καὶ εἶπαν, ὅτι τίποτε ἄλλο δὲν ἐκμηδενίζει τόσον τὴν ὑπερηφάνειαν τοῦ διαβόλον, ὅσον ἡ ταπείνωσις, τὴν ὁποίαν ἐμπνέει ἡ ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ.

Γεροντικόν

ΔΥΟ ΑΔΕΛΦΟΙ, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσαν χωριστά, ἐπεσκέφθησαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Καἱ λέγει ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν εἰς τὸν ἄλλον:

– Θέλω νὰ ὑπάγω πρὸς τὸν ᾿Αββᾶν Ζήνωνα, νὰ τοῦ ἔμπιστευθῶ κάποιον λογισμόν µου.

-Καὶ ἐγὼ τὸ ἴδιον θέλω: ἀπήντησεν ὁ ἕτερος.

Ὁ καθένας δὲ ἰδιαιτέρως ἐξωμολογήθησαν εἰς τὸν ᾿Αββᾶν Ζήνωνα τοὺς λογισμούς των.

Ὁ πρῶτος, καθὼς ἐξωμολογεῖτο, ἔπεσεν εἰς τὰ πόδια τοῦ Γέροντος καὶ μὲ πολλὰ δάκρυα τὸν παρεκάλει νὰ προσευχηθῇ εἰς τὸν Θεὸν δι’ αὐτόν,

Ὁ Γέρων εἶπεν εἰς αὐτόν:

-Πήγαινε, μὴ προδώσις τὸν ἑαυτόν σου, καὶ μὴ κατηγορήσῃς κανένα καὶ μὴ παραµελήσῃς τὴν εὐχήν σου.
᾿Αναχωρήσας ἀπὸ τὸν ᾿Αββᾶν Ζήνωνα ὁ ἀδελφὸς αὐτὸς ἐθεραπεύθη.

Ὁ ἄλλος ἀδελφός, ἀφοῦ εἶπε τὸν λογισµόν του εἰς τὸν Γέροντα, προσέθεσε μὲ ἀδιαφορίαν καὶ χωρὶς ὄρεξιν διορθώσεως· εὐχήσου, πάτερ δι ἐμένα, δὲν τὸ ἐζήτησεν ὅμως μὲ ἐπιμονὴν καὶ ψυχικὴν ἀγωνίαν,

Read more

Ἕνας Γέρων ἀπὸ τὴν Θηβαΐδα διηγεῖτο τὰ ἑξῆς, “ἐγὼ ἤμουν παιδὶ ἑνὸς ἱερέως τῶν εἰδώλων. Ὅταν λοιπὸν ἀκόμη ἤμουν μικρός, καϑὼς εἶδον μίαν ἡμέραν τὸν πατέρα μου νὰ εἰσέρχεται εἰς τὸν εἰδωλολατρικὸν ναόν, διὰ νὰ τελέσῃ ϑυσίαν, εἰσῆλθον καὶ ἐγὼ μετὰ ἀπὸ αὐτόν. Καὶ εἶδον νὰ κάϑεται ὁ Σατανᾶς καὶ ὁλόγυρά του νὰ στέκεται ὁλόκληρη ἡ στρατιά του. Εἰς μίαν στιγμὴν προχωρεῖ κοντά του ἕνας ἀπὸ τοὺς ἄρχοντάς του καὶ τὸν προσκυνοῦσε. Ὁ Σατανᾶς τοῦ λέγει:

-Απὸ ποῦ ἔρχεσαι σύ;

-Ἤμουν εἰς αὐτὴν τὴν χώραν – ἀπήντησε – καὶ ἐξήγειρα μεταξὺ τῶν κατοίκων πολέμους καὶ προεκάλεσα πολλὴν αἱματοχυσίαν, καὶ τώρα ἦλϑα νὰ σοῦ τὸ ἀναφέρω.

-Εἰς πόσον χρόνον τὸ ἐπέτυχες αὐτό; ἐρωτᾷ πάλιν ὁ Σατανᾶς.

-Εἰς διάστημα τριάκοντα ἡμερῶν.

Μόλις ἤκουσε τὴν ἀπάντησιν αὐτὴν ὁ Σατανᾶς διέταξε νὰ μαστιγωϑῇ λέγων συγχρόνως:

-Εἰς τόσον χρόνον αὐτὸ μόνον κατώρϑωσες;

Μετὰ ἀπὸ αὐτὸν ἐπλησίασε μὲ τὸν ἴδιον τρόπον τὸν Σατανᾶν καὶ ἄλλος καὶ τοῦ εἶπεν:

– Ἐγὼ εὑρισκόμουν εἰς τὴν ϑάλασσαν καὶ ἐσήκωσα ἀνέμους, κατεπόντισα πλοῖα καὶ ἐθανάτωσα πολλοὺς ἀνθρώπους, ἦλϑα λοιπὸν νὰ σοῦ τὸ ἀναφέρω.

Ὅταν τὸν ἠρώτησεν εις πόσον χρόνον ἐπέτυχεν αὐτὸ καὶ ἔμαϑεν ὅτι τὸ ἐπέτυχεν εἰς εἴκοσιν ἡμέρας, διέταξε νὰ μαστιγωϑῇ καὶ αὐτός, ὅπως καὶ ὁ πρῶτος, διότι τίποτε ἄλλο δὲν κατώρϑωσεν εἰς τόσον διάστήμα,

Ἔν συνεχείᾳ προσῆλϑε καὶ ἄλλος, ὅστις ἀνέφερεν, ὅτι εἰς μίαν πόλιν, ἐνῷ ἐγίνετο γάμος, προεκάλεσε μάχην μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, μὲ πολλὴν αἱματοχυσίαν, ἐπιτυχὼν μάλιστα νὰ φονευϑοῦν καὶ ὁ γαμπρός μὲ τὴν νύμφην. ἔλεγε δὲ ὅτι αὐτὸ τὸ κατώρϑωσεν εἰς δέκα ἡμέρας. Καὶ αὐτὸς ὅμως, ὅπως καὶ οἱ προηγούμενοι, εὑρέϑη ἔνοχος διὰ χρονοτριβὴν καὶ ἐμαστιγώϑη.

Ἔπειτα ἀπὸ αὐτούς, ποὺ ἐμαστιγώϑησαν, προσῆλϑεν εἰς τὸ μέσον καὶ ἕνας ἄλλος διάβολος. Τὸν ἐρωτᾷ τότε ὁ Σατανᾶς”

-Καὶ σὺ ἀπὸ ποῦ μᾶς ἔρχεσαι;

-᾽ Ἐγὼ εὑρισκόμουν εἰς τὴν ἔρημον -ἀπήντησεν ἐκεῖνος – καὶ σαράντα ὁλόκληρα χρόνια ἐπολέμουν ἕνα Μοναχόν, μόλις δὲ αὐτὴν τὴν νύχτα τὸν ἐνίκησα καὶ ἔπεσεν εἰς τὴν ἁμαρτίαν τῆς πορνείας.

Μόλις ὁ Σατανᾶς ἤκουσεν αὐτὸ τὸ κατόρϑωμα, ἐσηκώϑη, τὸν κατεφίλησεν, ἀφήρεσε τὸ στεφάνι ἀπὸ τὸ κεφάλι του καὶ τὸ ἐφόρεσεν εἰς τὸν νικητὴν τοῦ Μοναχοῦ, ἀφοῦ δὲ ἔφεραν ἕνα ϑρόνον καὶ τὸν ἐτοποϑέτησαν πλησίον του, τὸν ἔβαλε νὰ καϑήσῃ δίπλα του καὶ τοῦ ἔλεγεν εὐχαριστημένος:

-Μπράβο! πῶς τόσον μεγάλο ἔργον ἠμπόρεσες νὰ κάμῃς;

Ὅταν ἐγὼ εἶδον ὅλα αὐτὰ – εἶπεν ὁ Γέρων ἀπὸ τὴν Θηθαΐδα – ἀντελήφϑην πόσον μεγάλο εἶναι, εἰς ἀξίαν, τὸ τάγμα τῶν Μοναχῶν καὶ πόσον φοβίζει τοὺς δαίμονας.

 

Read more

Τρεις φίλοι, αγαπούσαν πολύ την πνευματική εργασία, με αποτέλεσμα να γίνουν και οι τρεις μοναχοί. Απ’ αυτούς, ο πρώτος, διάλεξε γιά μόνιμο έργο του, να ειρηνεύει όσους έχουν διαμάχη μεταξύ τους. Ο δεύτερος διάλεξε γιά έργο του, να επισκέπτεται τους αρρώστους και ο τρίτος έφυγε στην έρημο, για να βρει την πραγματική ησυχία.

Read more

Κάποτε πού ὁ ἅγιος Βενέδικτος ἡσύχαζε στό κελλί του, ὁ μαθητής του Πλάκιδος πῆγε στόν λεγόμενο Λάκκο γιά νά πάρει νερό. Ἡ στάμνα ὅμως, μέ τήν ὁποία πῆγε νά πάρει νερό, τοῦ ἔπεσε ἀπό τό χέρι, καί τήν πῆρε τό ρεῦμα. Θέλοντας ὁ ἀδελφός νά ἁρπάξει τή στάμνα ἀπό τό νερό, γλίστρησε καί ἔπεσε καί ὁ ἴδιος στά νερά, καί παρασύρθηκε ἀπό τό δυνατό ρεῦμα στό ἐσωτερικό τοῦ Λάκκου σέ ἀπόσταση περίπου ὅσο πάει ἕνα βέλος.

Τό γεγονός αὐτό φανερώθηκε στόν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ πού ἡσύχαζε, ὅπως εἴπαμε,στό κελλί του.Φώναξε τότε τόν μαθητή του Μαῦρο καί τοῦ εἶπε:«Ἀδελφέ Μαῦρε,τρέξε,γιατί ὁ ἀδελφός Πλάκιδος ἔπεσε μέσα στό Λάκκο καί τό ρεῦμα τόν παρέσυρε σέ ἀρκετή ἀπόσταση». Ὁ Μαῦρος, ἀκούγοντας τήν προσταγή τοῦ πατέρα, ἔφυγε τρέχοντας, καί ὅταν ἔφτασε στόν τόπο, εἴδε τόν Πλάκιδο νά ἔχει παρασυρθεῖ ἀπό τό ρεῦμα μακριά. Μέ ἀδίστακτη πίστη λοιπόν, ἔχοντας τό θάρρος του στίς εὐχές τοῦ πατέρα, πάτησε στά νερά καί βάδιζε ἐπάνω τους σάν στή στεριά, ὥσπου ἔφτασε τόν Πλάκιδο πού παρασυρόταν ἀπό τό ρεῦμα. Τόν ἄρπαξε τότε ἀπό τά μαλλιά καί τόν τραβοῦσε βαδίζοντας πάλι ἐπάνω στά νερά, ὥσπου ἔφτασαν στή στεριά.

Συνῆλθε λοιπόν τότε ὁ Μαῦρος καί κατάλαβε ὅτι περπάτησε ἐπάνω στά νερά καί ὅτι αὐτό ὁπωσδήποτε θά ἦταν ἀδύνατο, ἄν δέν τόν εἶχε ἐνισχήσει ἡ εὐχή τοῦ θαυματουργοῦ πατέρα. Θαύμασε καί τρόμαξε γιά τό γεγονός καί, ἀφοῦ γύρισε στόν πατέρα, τοῦ διηγήθηκε τό θεϊκό θαῦμα πού ἔγινε. Ὁ ἅγιος ὅμως ἀπέδιδε τό θαῦμα αὐτό ὄχι στή δική του ἁγιότητα, ἀλλά στήν ὑπακοή τοῦ Μαύρου. Ἐκεῖνος πάλι ἔλεγε ὅτι ἡ ἐντολή τοῦ ἁγίου ἦταν πού τό ἔκανε, καί πρόσθετε ὅτι δέν ἔνιωθε πλέον τόν ἑαυτό του σέ ἐκείνη τή δύναμη πού ἦταν ὅταν περπάτησε στά νερά.

Read more

[5 Ὀκτωβρίου]

Πενθῶ κολάσεις τᾶς ξένας ὧδε βλέπων.
Χαίρω δὲ αὔθις τᾶς ἀναπαύσεις βλέπων.

Κατὰ τὸν δέκατον τρίτον χρόνον τῆς βασιλείας Ρωμανοῦ τοῦ Λεκαπηνοῦ, ἤτοι ἐν ἔτει [932], ἦτον εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν ἕνας ἄνθρωπος, ὁ πλέον οἰκειότερος ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτας ὀποῦ ἐπαράστεκαν εἰς τὸν βασιλικὸν κοιτώνα τοῦ Ἀλεξάνδρου, ὅστις ἐβασίλευσεν ὀλίγον προτίτερα ἀπὸ τὸν Ρωμανόν. Ἤτοι ὁ υἱὸς μὲν Βασιλείου τοῦ Μακεδόνος, ἀδελφὸς δὲ Λέοντος τοῦ Σοφοῦ. Οὗτος λοιπὸν ὁ τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος ἀφήσας τὸν κόσμον καὶ τὰ ἐν κόσμῳ, ἠγάπησε τὴν μοναχικὴν πολιτείαν.

Κατὰ τὸν δέκατον τρίτον χρόνον τῆς βασιλείας Ρωμανοῦ τοῦ Λεκαπηνοῦ, ἤτοι ἐν ἔτει ?λβ’ [932], ἦτον εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν ἕνας ἄνθρωπος, ὁ πλέον οἰκειότερος ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτας ὀποῦ ἐπαράστεκαν εἰς τὸν βασιλικὸν κοιτώνα τοῦ Ἀλεξάνδρου, ὅστις ἐβασίλευσεν ὀλίγον προτίτερα ἀπὸ τὸν Ρωμανόν. Ἤτοι ὁ υἱὸς μὲν Βασιλείου τοῦ Μακεδόνος, ἀδελφὸς δὲ Λέοντος τοῦ Σοφοῦ. Οὗτος λοιπὸν ὁ τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος ἀφήσας τὸν κόσμον καὶ τὰ ἐν κόσμῳ, ἠγάπησε τὴν μοναχικὴν πολιτείαν. Καὶ μετονομασθεῖς Κοσμᾶς διὰ τοῦ Ἀγγελικοῦ σχήματος, κατεστάθη ὕστερον καὶ Ἡγούμενος τοῦ σεβασμίου Μοναστηρῖου τοῦ εὐρισκομένου κατὰ τὸν ποταμὸν Σάγαριν. Ἀφ’ οὐ δὲ ἐπέρασαν μερικοὶ χρόνοι, ἠκολούθησε νὰ περιπέση ὁ θεῖος οὗτος Κοσμᾶς εἰς δεινὴν καὶ βαρυτάτην ἀσθένειαν, καὶ νὰ διαρκέση εἰς αὐτὴν καιρὸν πολύν. Ὅταν δὲ ἐπέρασαν πέντε μῆνες, ἀνέλαβεν ὁ Ὅσιος κάποιον τί ἀπὸ τὴν ἀσθένειαν, καὶ σηκωθεῖς ὀλίγον ἀπὸ τὴν κλίνην του, ἐκάθισε, βασταζόμενος ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο, παρὰ τῶν ὑπηρετούντων αὐτὸν ἀδελφῶν. Εὐθὺς λοιπὸν ἔγινεν ἔξω ἑαυτοῦ του, καὶ ἔμεινεν εἰς τὴν ἔκστασιν ταύτην, ἀπὸ τὴν τρίτην ὥραν τῆς ἡμέρας ἕως τὴν ἐνάτην. Καὶ τὰ μὲν ὀμμάτιά του εἶχεν ἀνοικτά, καὶ προσέχοντα εἰς τὴν στέγην τοῦ οἴκου του. Τὸ δὲ στόμα του, ἐκρυφομίλει κάποια τινὰ λόγια, πάντη ἄναρθρα καὶ ἀκατανόητα. Ἐλθῶν λοιπὸν εἰς τὸν ἑαυτὸν τοῦ ὀλίγον, ἔλεγεν εἰς τοὺς ἐκεῖ παρόντας. Δότε μοὶ τᾶς δύω μερίδας τοῦ ἄρτου, τᾶς ὁποίας ἔλαβον τώρα πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τὸν τίμιον Γέροντα. Λέγωντας δὲ ταῦτα, ἔβαλεν εἰς τὸν κόλπον τοῦ τᾶς χείρας του, ἐρευνώντας διὰ νὰ εὕρη τὰ ζητούμενα. Μερικοὶ δὲ ἀπὸ τοὺς ἐκεῖ παρόντας, στοχαζόμενοι ὅτι θεία ἔκστασις ἠκολούθησεν εἰς τὸν Γέροντα, παρεκάλουν αὐτὸν νὰ φανερώση εἰς αὐτοὺς τὸ μέγα τοῦτο μυστήριον, εἰπέ, λέγοντες, ὢ Πάτερ. Εἰπὲ χωρὶς νὰ φθονήσης ἠμᾶς, διὰ τὴν μεγάλην ὠφέλειαν, ὀποῦ ἔχομεν ἐκ τούτου νὰ λάβωμεν. Εἰπὲ καὶ διηγήσου, ποῦ εἴσουν εἰς τᾶς τόσας ὥρας; καὶ εἰς ποὶαν θεωρίαν ἀνεβίβαζες τὴν διάνοιάν σου; μὲ ποῖον δὲ ἐσυνωμίλεις, κινῶν τὰ χείλη σου; Ὁ δὲ Ὅσιος βλέπωντας αὐτοὺς θρηνούντας πολλὰ καὶ παρακαλοῦντας, παύσατε, ἔλεγεν, ὢ τέκνα, παύσατε. Καὶ ὅταν ὁ Κύριος θελήση, καὶ ἔλθω εἰς τὸν ἑαυτόν μου, τότε βέβαια θέλω τελειώσω τὴν δέησίν σας.

Read more

ΤΑ 7 ΘΑΝΑΣΙΜΑ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΑ- ΟΙ 12 ΒΑΘΜΟΙ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ – ΟΙ 3 ΒΑΘΜΟΙ ΤΩΝ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΩΝ

ΤΑ 7 ΚΑΚΑ ΤΗΣ ΘΑΝΑΣΙΜΟΥ ΑΜΑΡΤΙΑΣ – ΟΙ 7 ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ – 6 ΠΡΟΦΥΛΑΚΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ

ΟΙ 3 ΠΑΙΔΕΙΕΣ ΟΠΟΥ ΕΛΑΒΕ Η ΑΜΑΡΤΙΑ

ΤΑ 7 ΘΑΝΑΣΙΜΑ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΑ

ΥΠΕΡΗΦΑΝΙΑ Ἀνυποταξία, Καταγέλασις, Ὑποκρισία, Πεῖσμα, Φιλοτιμία, Οἴησις, Καύχησις, Κενοδοξία.

ΦΘΟΝΟΣ Καταλαλιὰ, Λύπη ἐπὶ τῶν καλῶν τοῦ φθονουμένου, Χαιρεκακία, Ἐπιβουλὴ, Ἀπάτη, Προδοσία, Ἔχθρα, Φιλονικεία, Ἀχαριστία, Φόνος.

ΘΥΜΟΣ Φιλονικεία – Ὕβρις – Βλασφημία – Ἐπιορκία – Κατάρα – Μῖσος – Μνησικακία – Ἐκδίκησις – Διαπληκτισμὸς – Μάχη – Φόνος.

ΦΙΛΑΡΓΥΡΙΑ Πλεονεξία – Ἀνελεημοσύνη – Σκληρότης – Κλεψιὰ – Ἁρπαγὴ – Ἀδικία – Τοκογλυφία – Ψεῦδος – Ἐπιορκία – Δολιότις – Σιμωνία – Ἱεροσυλία – Ἀπιστία.

ΑΣΕΛΓΕΙΑ Ἀναίδεια – Αὐνανισμὸς – Συγκυλισμὸς – Παρθενοφθορία – Πορνεία – Μοιχεία – Παιδοφθορία – Ἀρσενοκοιτία – Αἱμομιξία -Κτηνοβατία – Τύφλωσις τοῦ νόος – Αθεοφοβία.

ΑΚΗΔΙΑ Θηλυπρέπεια – Μικροψυχία – Προφάσεις ἐν ἁμαρτίες – Νοθρώτις – Ἔλλειψις καλῶν ἔργων – Ἀπόγνωσις – Ἀπιστία.

ΓΑΣΤΡΙΜΑΡΓΙΑ Λαιμαργία – Μέθη – Καρηβαρία – Ἀκηδία – Ἀσωτία – Λαγνεία. Ἐξομολογητάριον Ἁγίου Νικοδήμου σελ. 15

Read more

Εἰς τὴν πόλιν τῆς Ρώμης ἦτον εἶς ἄνθρωπος ὀνόματι ᾿Ιωάννης, κατὰ πολλὰ εὐλαβὴς καὶ πλούσιος ἀμὴ εἶχε τὸν νοῦν δύσκολον τόσον, ὁποῦ δὲν ἐδύνετὸ νὰ μάθῃ γράμματα, οὔτε κἂν μίαν Προσευχήν, νὰ τὴν λέγη κατὰ τὴν τάξιν τῶν Χριστιανῶν. Διὰ τοῦτο ἀπῆλθεν εἰς Μοναστήριον, καὶ ἀφιερώσας εἰς αὐτὸ ὅλα του τὰ ὑπάρχοντα ἐκουρεύθη, διὰ νὰ τὸν μανθάνουν οἱ ᾿Αδελφοὶ γράμματα· οἱ ὁποῖοι τὸν ὑποδέχθησαν ἀσπασίως διὰ τὸν πολὺν πλοῦτον, ὁποῦ τούς ἔδωκε καὶ ὅλοι τοῦ ἑρμήνευσαν Ψαλμούς, καὶ Εὐχάς ἀλλά δὲν ἐδύνετο νὰ μάθῃ τίποτα.

Read more

Λόγος εγκωμιαστικός του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, εις την ανακομιδή και κατάθεση του τιμίου σώματος του Αγίου ενδόξου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρο εν τω εις την Λύδδα αυτού ναό εορταζομένη την 3η Νοεμβρίου.

Read more

Κάθε θανάσιμο ἁμάρτημα ποὺ διαπράττει ὁ ὀρθόδοξος χριστιανός, ἂν δὲν θεραπευθεῖ μὲ τὴν πρέπουσα μετάνοια, γίνεται αἰτία αἰώνιου κολασμοῦ του. Θανάσιμα ἁμαρτήματα γιὰ τὸν χριστιανὸ εἶναι ἡ αἵρεση, τὸ σχίσμα, ἡ βλασφημία, ἡ ἐξωμοσία, ἡ ἀπόγνωση, ἡ αὐτοκτονία, ἡ μοιχεία, κάθε παρὰ φύση σαρκικὴ ἁμαρτία, ἡ αἱμομειξία, ἡ μέθη, ἡ ἱεροσυλία, ὁ φόνος, ἡ ληστεία καὶ κάθε μεγάλη, σκληρὴ καὶ ἀπάνθρωπη ἀδικία. Ἀπ’ αὐτὲς μόνο μία, ἡ αὐτοκτονία, δὲν μπορεῖ νὰ θεραπευθεῖ μὲ τὴ μετάνοια.
Ὅλες, πάντως, θανατώνουν τὴν ψυχή, καθιστώντας τὴν ἀνίκανη νὰ κληρονομήσει τὴν αἰώνια μακαριότητα, ὡς τὴν κάθαρσή της μὲ εἰλικρινῆ μετάνοια. Καὶ μία φορᾶ μόνο νὰ πέσει ὁ ἄνθρωπος σὲ κάποια θανάσιμη ἁμαρτία, πεθαίνει ψυχικά. «Γιατί ὅποιος τηρήσει ὅλες τὶς διατάξεις τοῦ θείου νόμου καὶ παραβεῖ μία, θεωρεῖται παραβάτης ὄλου τοῦ νόμου. Ἐκεῖνος, βλέπετε, ποὺ εἶπε «Μὴ μοιχεύσεις», εἶπε καὶ «Μὴ φονεύσεις». Ἄν, λοιπόν, δὲν μοιχεύσεις, ἀλλὰ φονεύσεις, εἶσαι παραβάτης τοῦ νόμου» (Ἰακ. 2:10-11).
Ὅποιος ἁμάρτησε θανάσιμα, ἂς μὴν ἀπελπίζεται. Ἂς καταφύγει στὴ θεραπευτικὴ μετάνοια. Σ’ αὐτὴν τὸν καλεῖ ὡς τὴν τελευταία στιγμὴ τῆς ζωῆς τοῦ ὁ Σωτήρας, ποὺ διακηρύσσει μέσ’ ἀπὸ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο: «Ἐκεῖνος ποὺ πιστεύει σ’ ἐμένα, καὶ ἂν πεθάνει θὰ ζήσει» (Ἰω. 11:26).

Read more

«Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται»

Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς λέει: «Παντὶ τῷ αἰτοῦντι σοι δίδου». Αὐτὸ σημαίνει πὼς πρέπει νὰ εὐεργετοῦμε καὶ νὰ ἐλεοῦμε ὅλους, χωρὶς νὰ διακρίνουμε τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν κατάστασή τους, τὸ κοινωνικὸ παρελθόν τους ἢ τὴ θρησκεία τους. Πρέπει νὰ δίνουμε τὴν ἐλεημοσύνη μας στὸν καθένα ποὺ τὴν ἔχει πραγματικὰ ἀνάγκη.

Read more

(Λουκ. ιγ΄ 10- 17)

Ἠλία Μηνιάτη Ἐπισκόπου Κερνίκης καὶ Καλαβρύτων, τοῦ Κεφαλλῆνος

Μία ἀθλία γυναῖκα, ἀπὸ συνεργίας τοῦ δαίμονος, δέκα καὶ ὀκτὼ χρόνους ἐπειράζετο ἀπὸ ἕνα πάθος τόσον βαρύ, ὅπου δὲν ἠδύνατο παντελῶς νὰ σηκώσῃ τὴν κεφαλήν· ὅθεν ἔπρεπε νὰ πηγαίνῃ πάντα συγκύπτουσα κάτω, μὲ πολὺν ἀγῶνα, καὶ ἦταν θέαμα ἐλεεινὸν νὰ τὴν βλέπωσιν. Ἐδίδασκεν ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς τὴν Συναγωγήν, μίαν ἡμέραν Σαββάτου· τὴν εἶδε, τὴν ἐλυπήθη, τὴν προσκάλεσε, τὴν ἕγγιξε μὲ τὴν παντοδύναμον ἰαματικὴν δεξιάν Του καὶ τὴν ἰάτρευσε· ἡ γυναίκα, ὅλο χαρά, ἐδόξαζε τὸν Θεόν, πὼς ἰατρεύθη, «παραχρῆμα ἀνωρθώθη καὶ ἐδόξαζε τὸν Θεόν».

Read more

Οἱ ἀμυντικοὶ πόλεμοι εἶναι οἱ μόνοι δίκαιοι καὶ νόμιμοι καὶ μόνο σ’ αὐτοὺς μπορεῖ νὰ ἐπιτραπεῖ στὸν στρατιώτη νὰ σκοτώσει, ὅταν δὲν μπορεῖ διαφορετικὰ νὰ προστατέψει τὴν πατρίδα του καὶ τὰ ἀδέρφια του. (Ἱερὸς Αὐγουστίνος)
Δὲν ἀναζητᾶμε τὴν εἰρήνη γιὰ νὰ βρισκόμαστε σὲ πόλεμο, ἀλλὰ πολεμᾶμε γιὰ νὰ ἔχουμε εἰρήνη. Γι’ αὐτό, νὰ εἶστε φιλειρηνικοὶ ἀκόμα καὶ ὅταν πολεμᾶτε, ὥστε νὰ νικήσετε τοὺς ἀντιπάλους καὶ νὰ τοὺς προσφέρετε τὴν εὐημερία τῆς εἰρήνης. (Ἱερὸς Αὐγουστίνος)
Εἶναι προτιμότερος ὁ ἀξιέπαινος πόλεμος, ἀπὸ τὴν εἰρήνη πού μας χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ πλεονεξία εἶναι ἡ μητέρα τῶν πολέμων. (Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος)

Read more

“ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ ΣΩΤΗΡΙΑ”

ΠΟΡΝΕΙΑ: Λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: Δὲν ξέρετε πὼς εἶστε ναὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κατοικεῖ ἀνάμεσά σας; Ἂν κάποιος, λοιπόν, καταστρέφει τὸ ναὸ
Ὅταν ἡ γενετήσια πράξη ἔχει σκοπὸ τὴν αὔξηση τοῦ ἀνθρώπινου γένους, σύμφωνα μὲ τὴ θεϊκὴ προσταγὴ καὶ εὐλογία (Γέν. 1:28), καὶ ὅταν γίνεται μὲ ἐκκλησιαστικὲς προϋποθέσεις, ὅπως δηλαδὴ ὁρίζουν τὸ Εὐαγγέλιο, οἱ ἱεροὶ κανόνες καὶ οἱ ὑποθῆκες τῶν Ἁγίων Πατέρων, δὲν ἀποτελεῖ παράπτωμα. Ἀλλιῶς εἶναι ἁμάρτημα θανάσιμο, ἀλλὰ κι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἄγρια, τὰ πιὸ δυσκολοπολέμητα πάθη.

Read more

Ἡ ἁμαρτία, μετά τήν πτώση τοῦ πρωτόπλαστου ἀνθρώπου, κυρίεψε καί τό σῶμα καί τήν ψυχή καί τίς δυνάμεις του ὅλες. Αὐτήν ὀνόμασε ὁ Θεός θάνατο, ὅταν, ἀπαγορεύοντας στόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα νά φᾶνε από τό δένδρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ, τοὺς εἶπε: «Τῇ μέρα πού θά φᾶτε ἀπ’ αὐτό, θά βρεῖτε τόν θάνατο» Γεν. 2:17. Μά ἐκεῖνοι γεύτηκαν τόν ἀπαγορευμένο καρπό. Τή γεύσῃ του ἀκολούθησε ἀμέσως ἡ αἴσθηση τοῦ αἰώνιου θανάτου. Οἱ πρωτόπλαστοι ἀπέκτησαν αἴσθηση τῆς σάρκας καί εἶδαν πώς ἦταν γυμνοί. Ἀντανακλαστική συνέπεια τῆς γνώσεως τῆς σωματικῆς γυμνότητας ἦταν ἡ γύμνωση τῆς ψυχῆς. Ἔχασε ἡ ψυχή τήν ὀμορφιά τῆς ἁγνότητας, στήν ὁποία ἀναπαυὁταν τό Ἅγιο Πνεῦμα.

Read more

Ἐπιστολή πρός τόν μοναχό κληρικό

Ἀξιώθηκες νά γίνεις διάκονος Χριστοῦ καί λειτουργός καί θεωρός τῶν μυστηρίων καί κοινωνός καί κῆρυξ τοῦ Εὐαγγελίου. Τώρα ἀνεμπόδιστα καί ἄμεσα βλέπεις τό θεῖο φῶς καί μεταλαμβάνεις, ὄχι διά μέσου Σεραφείμ, δηλ. ἱερέως, ἀλλά σύ ὁ ἴδιος εἶσαι Σεραφείμ διά τῆς ἱερωσύνης, καί εἶσαι ὁδός καί ὁδηγός τῶν ἄλλων πρός τό φῶς. Εἶσαι Χερουβείμ καί βλέπεις διά τῶν μυστηρίων Αὐτόν πού βλέπει τά πάντα. Εἶσαι Σεραφείμ πυρφόρος κρατώντας τόν ζωντανό ἄνθρακα (Βλ. Ἠσ. 6, 6). Εἶσαι θρόνος, γιατί ἀναπαύεται σέ σένα ὁ πανταχοῦ παρών. Εἶσαι ἄγγελος, ὡς ὑπηρέτης τοῦ Θεοῦ καί λειτουργός. Καί ὅ,τι κάνουν οἱ ἄγγελοι στόν οὐρανό, τοῦτο τελεῖς καί σύ κάτω στήν γῆ, γιατί ἔτσι θέλησε ὁ τεχνίτης τῶν ὅλων· νά τελεῖται μία καί ἡ αὐτή λειτουργία ἄνω καί κάτω.

Αὐτό πού ἔκανε ὁ Κύριος διά τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του ἅπαξ, γίνεται συνεχῶς διά τῆς ἱερωσύνης. «Ὡράθη οὖν, καὶ πάλιν ὡς εὐδόκησε, καθορᾶται. Καὶ ἑαυτὸν δέδωκεν ἡμῖν, καὶ ὑπὲρ ἡμῶν καὶ τὰ νῦν αὖθις δίδωσι. Καί τοῦ ἔργου αὐτοῦ λειτουργοί καί ὑπηρέται καί μύσται εἶναι οἱ ἱερεῖς. Τί ἀνώτερο καί ὑψηλότερο ἀπ᾿ αὐτό; Ὡς ὑπηρέται τῶν μυστηρίων οἱ ἱερεῖς ἔλαβαν ἀξία ὑψηλότερη καί ἀπό τούς ἀγγέλους. Ὢ τῆς χρηστότητος τοῦ Δεσπότου! ὃς πάντα περιέχει, καὶ ἀπερίληπτος, ἐν τόπῳ δι᾿ ἡμᾶς· ὁ ἀναφής, κατεχόμενος· ὁ ἀόρατος, ἐν αἰσθήσει· ὁ νοῒ ἀκατάληπτος τοῖς θνητοῖς, μετεχόμενος δι᾿ ἡμῶν τε τῶν τῆς ταπεινῆς καὶ παραπεπτωκυίας φύσεως, διὰ τῆς δεδομένης ἡμῖν ἱερωσύνης. Ὢ τοῦ θαύματος! τοῖς μυστηρίοις γινόμενος καὶ φαινόμενος καὶ διδόμενος καὶ φερόμενος καὶ χορηγούμενος καὶ οἰκιζόμενος καὶ ἐνδυόμενος καὶ ὀργιζόμενος καὶ καταλλαττόμενος καὶ ἱλεούμενος καὶ μεταλαμβανόμενος. Τί καινότερον τῶν τοιούτων; Τί μεῖζον ἀγαθὸν πρὸς ἀνθρώπους; Τίς δύναμις ὑπερτέρα; Τίς ἐξουσία μείζους πλουτοῦσα χάριτας; Ἰδοὺ ὁ χοῦς ἡμεῖς καὶ πηλός τε καὶ σκώληξ, ἐξουσίαι καὶ δυνάμεις ὁρώμεθα· μᾶλλον δὲ καὶ πλείω τούτων δυνάμενοι τῇ τῆς ἱερωσύνης δυνάμει. Καὶ πλάσται γὰρ τῆς κρείττονος πλάσεως τῷ βαπτίσματι καὶ τοῖς λοιποῖς μυστηρίοις· καὶ Θεοῦ υἱῶν πατέρες, καὶ θέσει θεῶν ἐνεργοί, καὶ ἁμαρτίας ἀναιρέται, καὶ ἐλευθερωταὶ ψυχῶν, καὶ λύται δεσμῶν αἰωνίων, καὶ παραδείσου κλειδοῦχοι, καὶ τὰ Θεοῦ δυνάμενοι· καὶ Αὐτοῦ δεικνύμεθα συνεργοὶ πρὸς σωτηρίαν ἀνθρώποις». Read more

• Μηδεὶς τὸ ἑαυτοῦ ζητείτω, ἀλλὰ τὸ τοῦ ἑτέρου ἕκαστος.[Κανείς, παρασυρόμενος ἀπὸ τὴν φιλαυτία του, νὰ μὴν ἐπιζητεῖ ὅ,τι τοῦ ἀρέσει ἢ ὅ,τι τὸν ἐξυπηρετί, ἀλλὰ ἂς ἐπιδιώκει καὶ ἂς ἐνδιαφέρεται ὁ καθένας καὶ γιὰ τὸ καλό του ἄλλου.] (Πρὸς Κορινθίους Α’ 10,24) • Φιλαυτία εἶναι ἡ πρὸς τὸ σῶμα ἐμπαθὴς καὶ παράλογος φιλία, στὴν […]

Ἐπιστολὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου του Χρυσοστόμου

«Ἔλα, ὢ ἀδελφὲ Κυριακέ, νὰ μαλακώσω τὴν πληγὴ τῆς δικῆς σου λύπης καὶ νὰ διασκεδάσω τοῦ λογισμοῦ σου τὸ σύννεφο. Τί πράγμα εἶναι, ποὺ σὲ κάνει, ἀδελφέ, νὰ λυπᾶσαι καὶ νὰ ἀγωνιᾶς; διότι ὁ χειμώνας εἶναι μεγάλος καὶ ἡ φουρτούνα αὐτή, ποὺ πλάκωσε τὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, εἶναι πικρὴ καὶ βαρειά; ναί, καὶ ἐγὼ τὸ γνωρίζω καὶ κανένας σὲ αὐτὸ δὲν ἀντιλέγει. Ἀλλά, ἐὰν ἐπιθυμῆς, ἐγὼ νὰ σοὺ παρουσιάσω μία παρομοίωσι τῶν τωρινῶν ταραχῶν. Πολλὲς φορὲς βλέπουμε τὴν αἰσθητὴ θάλασσα, ποὺ ἀναταράσσεται ὅλη κάτω ἀπὸ τὴν ἄβυσσο. Βλέπουμε ἀκόμη καὶ τοὺς ναῦτες, οἱ ὁποῖοι, μὴ ἔχοντας τί νὰ κάνουν ἀπὸ τὴν ὑπερβολὴ τῆς φουρτούνας, δένουν τὰ χέρια στὰ γόνατά τους καὶ κάθονται μὲ ἀπορία, ἐπειδὴ δὲν βλέπουν οὔτε οὐρανό, οὔτε πέλαγος, οὔτε γῆ, ἀλλὰ βρίσκονται ἐπάνω στὸ κατάστρωμα τοῦ καϊκιοῦ καὶ ἐκεῖ κλαῖνε καὶ ὀδύρονται. Ὅπως λοιπὸν παρόμοια φουρτούνα γίνεται στὴν ὁρατὴ θάλασσα, ἔτσι καὶ τώρα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ συμβαίνει χειρότερη φουρτούνα καὶ περισσότερα κύματα. Read more