Εορτή της Μεσοπεντηκοστής. Υπομνηματισμός της Ευαγγελικης περικοπής [Ιω. 7,37-52 και 8,12].

«Ἐν δὲ τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς εἱστήκει ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔκραξε λέγων· ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω. ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ῥεύσουσιν ὕδατος ζῶντος. (Κατά την τελευταία και επισημότερη από τις άλλες ημέρες της εορτής [της Σκηνοπηγίας] στάθηκε όρθιος ο Ιησούς και με δυνατή φωνή είπε: ’’Εάν κανείς αισθάνεται δίψα, ας έλθει κοντά μου και ας πίνει. Εκείνος που πιστεύει σε εμένα, σύμφωνα με τους λόγους της Γραφής, θα γίνει αστείρευτη πνευματική πηγή· και από την καρδιά του θα αναβλύζουν ποταμοί από ολόδροσο τρεχούμενο νερό.’’)» [Ιω.7,37-38].

Read more

Ἐπιστολὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου του Χρυσοστόμου

«Ἔλα, ὢ ἀδελφὲ Κυριακέ, νὰ μαλακώσω τὴν πληγὴ τῆς δικῆς σου λύπης καὶ νὰ διασκεδάσω τοῦ λογισμοῦ σου τὸ σύννεφο. Τί πράγμα εἶναι, ποὺ σὲ κάνει, ἀδελφέ, νὰ λυπᾶσαι καὶ νὰ ἀγωνιᾶς; διότι ὁ χειμώνας εἶναι μεγάλος καὶ ἡ φουρτούνα αὐτή, ποὺ πλάκωσε τὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, εἶναι πικρὴ καὶ βαρειά; ναί, καὶ ἐγὼ τὸ γνωρίζω καὶ κανένας σὲ αὐτὸ δὲν ἀντιλέγει. Ἀλλά, ἐὰν ἐπιθυμῆς, ἐγὼ νὰ σοὺ παρουσιάσω μία παρομοίωσι τῶν τωρινῶν ταραχῶν. Πολλὲς φορὲς βλέπουμε τὴν αἰσθητὴ θάλασσα, ποὺ ἀναταράσσεται ὅλη κάτω ἀπὸ τὴν ἄβυσσο. Βλέπουμε ἀκόμη καὶ τοὺς ναῦτες, οἱ ὁποῖοι, μὴ ἔχοντας τί νὰ κάνουν ἀπὸ τὴν ὑπερβολὴ τῆς φουρτούνας, δένουν τὰ χέρια στὰ γόνατά τους καὶ κάθονται μὲ ἀπορία, ἐπειδὴ δὲν βλέπουν οὔτε οὐρανό, οὔτε πέλαγος, οὔτε γῆ, ἀλλὰ βρίσκονται ἐπάνω στὸ κατάστρωμα τοῦ καϊκιοῦ καὶ ἐκεῖ κλαῖνε καὶ ὀδύρονται. Ὅπως λοιπὸν παρόμοια φουρτούνα γίνεται στὴν ὁρατὴ θάλασσα, ἔτσι καὶ τώρα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ συμβαίνει χειρότερη φουρτούνα καὶ περισσότερα κύματα. Read more

Ἀναγινώσκω ὅτι πάσαν τὴν κρίσιν ἔδωκεν ὁ Πατὴρ τῷ Υἱῷ (Ἰωάν. Ἐ’ 22). Βλέπω δὲ ἐξ ἄλλου ὅτι ὁ Υἱὸς τὴν κρίσιν ταύτην ἐνεχείρισεν ὁλόκληρον εἰς τοὺς ἱερεῖς… Χωρὶς ἱερωσύνην, οὔτε τὴν ψυχικήν μας σωτηρίαν δυνάμεθα νὰ κατορθώσωμεν, οὔτε τὰ αἰώνια ἀγαθὰ νὰ ἀποκτήσωμεν! Δὲν ἐλέχθη ὅτι κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἰσέλθη εἰς τὴν βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν, ἐὰν δὲν ἀναγεννηθῆ μὲ τὸ βάπτισμα τοῦ ὕδατος καὶ τοῦ πνεύματος; (Ἰωάν. Γ’ 5). Δὲν ἐγράφη ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις δὲν ἤθελε τρώγει τὴν σάρκα τοῦ Κυρίου καὶ δὲν ἤθελε πίνει τὸ αἷμα του, χάνει τὴν αἰώνιον ζωήν; (Ἰωάν, ΣΤ’ 54).

Ἀλλὰ καὶ τὰ δυὸ αὐτά, τὸ μυστήριον τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καὶ τὸ μυστήριόν της θείας κοινωνίας δὲν ἠμποροῦν νὰ τελεσθοῦν παρὰ μόνον μὲ τὰ χέρια τοῦ ἱερέως, πῶς, λοιπόν, χωρὶς αὐτὰ θὰ ἠμπορέση κανεὶς ν’ ἀποφύγη τὴν κόλασιν ἢ νὰ λάβη τοὺς προωρισμένους διὰ τὴν τήρησιν τῶν θείων ἐντολῶν στεφάνους; Αὐτοὶ οἱ Ἱερεῖς εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιστατοῦν εἰς τὸν πνευματικόν μας τοκετὸν διὰ τοῦ βαπτίσματος. Δι’ αὐτῶν – τῶν ἱερέων – , μὲ τᾶς τρεῖς καταδύσεις καὶ τᾶς τρεῖς ἀναδύσεις, ἐνδυόμεθα τὸν Χριστὸν καὶ γινόμεθα μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία Ἐκεῖνον ἔχει κεφαλήν. Οἱ Ἱερεῖς, λοιπόν, εὐλόγως πρέπει νὰ μᾶς εἶναι σεβαστότεροι ἀπὸ κάθε ἄλλον ἄρχοντα καὶ τιμιώτεροι καὶ ἂπ’ αὐτοὺς τοὺς γονεῖς μας, διότι αὐτοὶ μέν μας ἐγέννησαν σωματικῶς, εἰς δὲ τοὺς ἱερεῖς ὀφείλομεν τὴν γέννησίν μας ἐκ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν διὰ τῆς θείας χάριτος υἱοθεσίαν.

Read more

Εἶναι καλό νά ζητᾶς καί νά ἔχεις τήν προσευχή τῶν ἁγίων, ἀλλά ὅταν κι ἐσύ κάνεις κάτι γιά τήν κατάσταση πού βρίσκεσαι. Βέβαια θά πεῖς, τότε τί μοῦ χρειάζεται ἡ προσευχή τῶν ἄλλων; …Αὐτό ὅμως δέν τό εἶπε οὔτε ὁ Παῦλος (κι ἄς ἦταν κατώτεροί του αὐτοί τῶν ὁποίων ζητοῦσε τήν προσευχή), οὔτε ὁ Πέτρος (ὅταν ἡ Ἐκκλησία προσευχόταν ἐκτενῶς γιά αὐτόν), καί τό λές ἐσύ; Γι’ αὐτό ἀκριβῶς σοῦ χρειάζεται, διότι νομίζεις ὅτι δέν τήν ἔχεις ἀνάγκη. Κι ἄν γίνεις Παῦλος ἔχεις ἀνάγκη προσευχῆς. Μήν ὑψώνεις τόν ἑαυτό σου γιά νά μήν ταπεινωθεῖς. Ἀλλά πρόσεξε αὐτό πού εἶπα προηγουμένως: Θά ὠφελήσει ἡ προσευχή τῶν ἄλλων γιά μᾶς, ἄν δραστηριοποιηθοῦμε κι ἐμεῖς… Ἄν μένουμε ἀδρανεῖς, κανείς δέν μπορεῖ νά μᾶς ὠφελήσει. Τί ὠφέλησε ὁ Ἰερεμίας τούς Ἰουδαίους, πού γιά χάρη τους προσευχήθηκε τρεῖς φορές στόν Θεό καί τήν τρίτη ἄκουσε: «Μήν προσεύχεσαι καί μή ζητᾶς τίποτα γιά αὐτόν τό λαό, διότι δέν θά σ’ ἀκούσω»; Κι ὁ Σαμουήλ τί μπόρεσε νά κάνει στόν Σαούλ; Κι ἄς πενθοῦσε μέχρι τήν τελευταία μέρα γι’ αὐτόν καί ὄχι μόνο προσευχόταν… Ἄρα δέν ὠφελοῦν οἱ προσευχές; θ᾿ ἀναρωτηθεῖς. Καί πολύ μάλιστα, ἀλλά ὅταν κι ἐμεῖς κάνουμε κάτι… Διότι, ἐάν εἶχαν τή δύναμη οἱ προσευχές, ἐνῶ ἐμεῖς δέν ἐργαζόμαστε γιά τή σωτηρία μας, νά μᾶς βάλουν στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ, γιατί δέν γίνονται χριστιανοί ὅλοι οἱ εἰδωλολάτρες; Δέν προσευχόμαστε γιά τή σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου; Κι ὁ Παῦλος τό ἴδιο δέν ἔκανε; Δέν ζητοῦμε νά ἐπιστρέψουν ὅλοι στόν Θεό; Γιατί δέν γίνονται οἱ κακοί καλοί χωρίς νά καταβάλουν καμία προσπάθεια; Πολύ, λοιπόν, ὠφελοῦν οἱ προσευχές, ἄν καί μεῖς προσφέρουμε τήν κατά δύναμιν προσπάθειά μας.

Ἁγ.Ἰω. Χρυσοστόμου,
Εἰς Α΄ Θεσσαλονικεῖς 1,4·ΕΠΕ 22,366-368.
Ἀπόδοση Β.Σ.

πηγή

Ματθ. στ΄. 14-21

Ὑπόμνημα εἰς τὸν Ἅγιον Εὐαγγελιστὴν Ματθαῖον, ὁμιλία Κ΄

α. Ἁρμοζει νὰ στενάξωμε ἐδῶ πολὺ καὶ νὰ θρηνήσωμε πικρά. Ὄχι μόνο μιμούμαστε τοὺς ὑποκριτές ἀλλὰ καὶ τοὺς ἔχομε ξεπεράσει. Γνωρίζω, γνωρίζω πολλοὺς ποὺ ὄχι μόνο νηστεύουν καὶ κάνουν ἐπίδειξη ἀλλὰ καὶ πολλοὺς ἄλλους ποὺ δέ νηστεύουν κι ὡστόσο παίρνουν τὸ ὕφος ἀνθρώπων ποὺ νηστεύουν καὶ κάνουν ἔτσι ἀπολογία χειρότερη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία.Γιὰ νὰ μὴ σκανδαλίσωμε –λένε- τοὺς πολλούς, τὸ κάνωμε αὐτό.Εἶναι ὁ νόμος τοῦ θεοῦ που τὰ ὁρίζει αὐτὰ καὶ ὁμιλεῖ γιὰ σκάνδαλο; Καὶ νομίζεις ὅτι σκανδαλίζεις, ὅταν τὸν τηρῆς κι ὅταν τὸν παραβαίνης ὅτι ἀποσοβῆς τὸ σκάνδαλο; Δὲν μπορεῖ νὰ γίνη χειρότερη ἀνοησία; Δὲ θὰ σταματήσης νὰ γίνεσαι κι ἀπὸ τοὺς ὑποκριτὲς χειρότερος, καὶ νὰ διπλασιάζης τὴν ὑποκρισία;  Read more

Αριθμός Παραγγελίας: 91811Εὐαγγέλιο Κυριακῆς ΙΖ Λουκᾶ – Ἀσώτου (Λουκ. ιε΄ 11-32)

«Εἶπε δέ· ἄνθρωπος τὶς εἶχε δύο υἱούς. Καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δὸς μοὶ τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. Καὶ μὲτ  οὐ πολλᾶς ἡμέρας συναγαγῶν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χῶραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. Read more

«Ἀγαθὸν» λέει, «εἰσελθεῖν εἰς οἰκίαν πένθους ἤ εἰς οἰκίαν γέλωτος»(1). Ἀπὸ ἐκεῖ ἡ ψυχὴ μολύνεται. Γιατί, ἂν ἔχεις τὴ δυνατότητα ὅμοια μὲ αὐτοὺς νὰ ζεῖς τρυφηλά, παρακινεῖσαι σὲ σπατάλη. Ἂν δὲν ἔχεις τὴ δυνατότητα, δέχτηκες ἀφορμὴ λύπης. Στὸ σπίτι ὅμως ποὺ πενθεῖ τίποτα τέτοιο δὲ συμβαίνει, ἄλλα καὶ ἂν ἀκόμα δὲν μπορεῖς νὰ ζεῖς τρυφηλά, δὲν πόνεσες, ἀλλὰ καὶ ἂν ἔχεις τὴ δυνατότητα, περιορίζεσαι. Πραγματικὰ σπίτια πένθους εἶναι τὰ μοναστήρια, ὅπου ὑπάρχει σάκκος καὶ σποδός, ὅπου μόνωση, ὅπου καθόλου γέλιο, οὔτε πλῆθος βιωτικῶν πραγμάτων, ὅπου κυριαρχεῖ νηστεία, ὅπου ὕπνος κάτω στὸ χῶμα, ὅπου ὅλα εἶναι καθαρὰ ἀπὸ κνίσσα, αἵματα, ἀπὸ θόρυβο, ἀπὸ ταραχή, ἀπὸ πολυκοσμία. Read more

Λόγος εἰς τὴν Ὑπαπαντὴν τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ εἰς τὴν Θεοτόκον καὶ εἰς τὸν Συμεὼν

Δὲν φορεῖ μόνο σάρκα ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός, ἀλλὰ καὶ περιτέμνεται σύμφωνα μὲ τὸν Μωσαϊκὸ νόμο, γιὰ νὰ μὴν ἔχη πρόφασι ἡ ἀπιστία τῶν Ἰουδαίων. Γιατί ἔρχεται πρὸς τὸν νόμο γιὰ χάρι τοῦ ἴδιου του νόμου, γιὰ νὰ ἐλευθερώση τοὺς μαθητὲς τοῦ μέσω τῆς πίστεως ποὺ βασιζόταν στὸν νόμο. Καὶ παίρνει σάρκα καὶ περιτέμνεται κι αὐτὸς μαζὶ μὲ τοὺς Ἰουδαίους. Πῆρε τὸ ἴδιο μὲ αὐτοὺς σῶμα, πῆρε καὶ τὴν ἴδια περιτομή. Ἔκανε ἀναντίρρητη τὴν συγγένειά Του μὲ αὐτούς, ὥστε νὰ μὴ τὸν ἀρνηθοῦν, Αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἦταν ὁ Χριστὸς ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὴν γενιὰ τοῦ Δαυίδ, καὶ ποὺ αὐτοὶ προσδοκοῦσαν. Ἔδειξε τὸ γνώρισμα τῆς συγγενείας Του μὲ αὐτούς. Γιατί, ἂν ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν περιτομὴ Τοῦ ἔλεγαν «δὲν ξέρουμε ἀπὸ ποῦ εἶναι»[1], ἐὰν δὲν εἶχε περιτμηθῆ κατὰ σάρκα, ἡ ἄρνησίς τους θὰ εἶχε κάποια εὔλογη πρόφασι. Read more

(Ματθ. κε΄31-46)

Ὑπόμνημα εἰς τόν Ἅγιον Εὐαγγελιστὴν Ματθαῖο, ὁμιλία ΟΘ΄

Read more

Εὔαγγελιο Κυριακῆς: Λουκ. (ιθ. 1 – 10).

χχΤῷ καιρῶ ἐκείνω διήρχετο ὁ Ἰησοῦς τὴν Ἱεριχῶ· 2 καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἣν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἣν πλούσιος, 3 καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν  Ἰησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τὴ ἡλικία μικρὸς ἥν. καὶ προδραμῶν ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἴνα ἴδη αὐτόν, ὅτι ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι. 5 καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἀναβλέψας ὁ  Ἰησοῦς εἶδεν αὐτὸν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας καταβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκω σου δεῖ μὲ μεῖναι. 6 καὶ σπεύσας κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων.7 καὶ ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῶ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλύσαι. 8 σταθεῖς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· ἰδοὺ τὰ ἡμίση των ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἰ τινὸς τί ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν. 9 εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ  Ἰησοῦς ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκω τούτω ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς  Ἀβραὰμ ἐστιν. 10 ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός. Read more

 

Τὸ ὅτι δηλαδὴ ἡ σημερινὴ ἑορτὴ ὀνομάζεται Ἐπιφάνεια, εἶναι γνωστὸ σ’ ὅλους. Ποιὰ ὅμως παρουσία εἶναι αὐτὴ καὶ ποιὰ ἀπὸ τὰ δύο συμβαίνει, εἶναι μία αὐτὴ ἢ δύο; Αὐτὸ δὲν τὸ γνωρίζουν, πράγμα ποὺ ἀποτελεῖ τὴν πιὸ χειρότερη ντροπὴ καὶ εἶναι ἄξιο γιὰ πολλὰ γέλια, διότι, ἐνῶ κάθε χρόνο ἑορτάζουν τὴν ἑορτὴ αὐτή, ὅμως ἀγνοοῦν τὴν ὑπόθεσή της. Read more

ΓΕΝΝΗΣΗ-ΚΥΡΙΟΥἜρχεται ἡ ἑορτή, ἡ πιό σεβάσμια καί ἡ πιό φρικτή ἀπό ὅλες τίς ἑορτές, πού δέ θά κάνει κανείς λάθος ἄν τήν ὀνομάσει μητρόπολη ὅλων τῶν ἑορτῶν.

   Ποιά εἶναι αὐτή ἡ ἑορτή; Ἡ γέννηση, κατά σάρκα, τοῦ Χριστοῦ. Ἀπό αὐτή τήν ἑορτή ἀρχίζουν οἱ μεγάλες ἑορτές τῶν Θεοφανείων, καί τοῦ ἱεροῦ Πάσχα καί τῆς Ἀναλήψεως καί τῆς Πεντηκοστῆς. Ἔτσι, πού σάν νά ξεχύθηκαν ἀπό κάποια πηγή διάφορα ποτάμια καί νά γέννησαν αὐτές τίς ἑορτές… Read more

Βλέπω παράξενο καὶ παράδοξο μυστήριο, ποιμένες, ἀντὶ νὰ παίζουν μὲ τὶς φλογέρες τους κάποιο μελωδικὸ σκοπό, ψάλλουν οὐράνιο ὕμνο καὶ γεμίζουν μὲ τοὺς ἤχους τους τὰ αὐτιά μου. Ψάλλουν ἄγγελοι καὶ ἀνυμνοῦν ἀρχάγγελοι, ὑμνοῦν τὰ Χερουβὶμ καὶ δοξολογοῦν τὰ Σεραφίμ. Ὅλοι πανηγυρίζουν γιατί βλέπουν τὸ Θεὸ στὴ γῆ καὶ τὸν ἄνθρωπο στοὺς οὐρανούς. Βλέπουν Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι πάνω στὸν οὐρανό, νὰ βρίσκεται κάτω στὴ γῆ λόγω τῆς οἰκονομίας του γιὰ τὸν ἄνθρωπο, καὶ τὸν ἄνθρωπο ποὺ εἶναι στὴ γῆ, νὰ βρίσκεται ψηλὰ στὸν οὐρανὸ ἐξαιτίας τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ. Read more

(Κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο, κεφ. ιη΄, χωρία 18 ἕως 27)
Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴν ὁμιλία ΞΓ΄

«Καὶ ἰδοὺ εἷς προσελθὼν εἶπεν αὐτῷ· διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ἀγαθὸν ποιήσω ἵνα ἔχω ζωὴν αἰώνιον;»(Καὶ ἰδοὺ Τὸν πλησίασε κάποιος καὶ Τοῦ εἶπε· διδάσκαλε ἀγαθέ, τί καλὸ νὰ κάνω γιὰ νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή;) Ὁρισμένοι κατηγοροῦν τὸν νέο αὐτὸν ὡς ὕπουλο καὶ πονηρὸ καὶ ὁ ὁποῖος πλησίασε τὸν Ἰησοῦ μὲ σκοπὸ νὰ Τὸν πειράξει? ἐγὼ ὅμως δὲ θὰ μποροῦσα νὰ μὴν πῶ ὅτι ἦταν φιλάργυρος καὶ δοῦλος τῶν χρημάτων, ἐπειδὴ καὶ ὁ Χριστὸς τὸν ἤλεγξε ὡς ἄνθρωπο αὐτοῦ τοῦ εἴδους, ὕπουλο ὅμως δὲ θὰ μποροῦσα νὰ τὸν ὀνομάσω μὲ κανένα τρόπο, καὶ διότι δὲν εἶναι ἀσφαλὲς τὸ νὰ ἐπιχειρεῖ κανεὶς νὰ κρίνει τὰ ἄγνωστα πράγματα καὶ ἰδίως ὅταν πρόκειται γιὰ κατηγορίες, καὶ γιὰ τὸ ὅτι ὁ εὐαγγελιστὴς Μάρκος ἔχει ἀναιρέσει αὐτὴν τὴν ὑποψία· κάθ΄ὅσον λέγει ὅτι «ἔτρεξε πρὸς Αὐτὸν καὶ ἀφοῦ γονάτισε ἐμπρός Του, Τὸν παρακαλοῦσε» καὶ ὅτι «ὁ Ἰησοῦς τὸν κοίταξε μὲ πολλὴ ἀγάπη καὶ ἐνδιαφέρον καὶ τὸν συμπάθησε» (Μάρκ. 10, 21). Ἄλλ΄ ὅμως εἶναι μεγάλη καὶ τυραννικὴ ἡ δύναμη τῶν χρημάτων καὶ αὐτὸ γίνεται φανερὸ καὶ ἀπὸ τὴν περίπτωση αὐτή? διότι καὶ ἂν ἀκόμη εἴμαστε ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ἐνάρετοι, αὐτὴ τὰ καταστρέφει ὅλα τὰ ἄλλα.

Γιὰ ποιὸ λόγο λοιπὸν ὁ Χριστὸς ἔδωσε τέτοιου εἴδους ἀπάντηση, λέγοντας «κανεὶς δὲν εἶναι ἀγαθός»; Ἐπειδὴ Τὸν πλησίασε σὰν νὰ ἦταν κάποιος ἁπλὸς ἄνθρωπος καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς πολλοὺς καὶ δάσκαλος τῶν Ἰουδαίων· γιὰ τοῦτο λοιπὸν καὶ ὡς ἄνθρωπος συζητεῖ μαζί του. Κάθ΄ ὅσον σὲ πολλὲς περιπτώσεις δίνει ἀπάντηση στὶς σκέψεις ἐκείνων ποὺ Τὸν πλησιάζουν, ὅπως ὅταν λέγει? «ἴσως μου πεῖτε: ἐμεῖς δὲν πιστεύουμε σὲ αὐτὰ ποὺ λὲς γιὰ τὸν ἑαυτό σου, διότι στηρίζονται στὴ δική σου ἐγωιστικὴ μαρτυρία» καὶ «ἐὰν ἐγὼ ὁ ἴδιος ἀπὸ μόνος μου ἔδινα μαρτυρία γιὰ τὸν ἑαυτό μου, ἡ μαρτυρία μου θὰ μποροῦσε νὰ μὴν εἶναι ἀξιόπιστη» (Ἰω. 5, 31). Ὅταν λοιπὸν λέγει, «κανεὶς δὲν εἶναι ἀγαθός», δὲν τὸ λέγει αὐτὸ μὲ σκοπὸ νὰ ἀποκλείσει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι ἀγαθός, μὴ σκεφθεῖς κάτι τέτοιο? διότι δὲν εἶπε, «γιὰ ποιὸν λόγο μὲ ὀνομάζεις ἀγαθό; Δὲν εἶμαι ἀγαθός» ἄλλ΄ ὅτι «κανεὶς δὲν εἶναι ἀγαθός»? δηλαδὴ κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ἀκόμη ὅταν τὸ λέγει, δὲν τὸ λέγει γιὰ νὰ ἀποκλείσει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν ἀγαθότητα, ἀλλὰ τὸ λέγει ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ καὶ πρόσθεσε? «παρὰ μόνο ἕνας, ὁ Θεός». Καὶ δὲν εἶπε «παρὰ μόνον ὁ Πατήρ μου» γιὰ νὰ μάθεις ὅτι δὲν φανέρωσε τὸν ἑαυτὸ τοῦ εἰς τὸν νεανίσκο.

Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ προηγουμένως ἀποκαλοῦσε τοὺς ἀνθρώπους πονηρούς, λέγοντας? «Ἐὰν ὅμως ἐσεῖς, ἐνῶ εἶστε πονηροί, γνωρίζετε νὰ δίδετε καλὰ πράγματα στὰ τέκνα σας». Καθόσον καὶ εἰς τὴν περίπτωση ἐκείνη τοὺς ὀνόμασε «πονηρούς», θεωρώντας ὄχι ὅλη τὴν ἀνθρώπινη φύση πονηρὰ (διότι τὸ «σεῖς» δὲν σημαίνει ὅλοι ἐσεῖς οἱ ἄνθρωποι), ἀλλὰ τοὺς ὀνόμασε ἔτσι συγκρίνοντας τὴν ἀγαθότητα τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ? διὰ τοῦτο καὶ πρόσθεσε? «πόσο μᾶλλον ὁ Πατήρ σας θὰ δώσει ἀγαθὰ σ΄ αὐτοὺς ποῦ Τοῦ ζητοῦν;»

Ἀλλὰ θὰ πεῖ κάποιος? ποιὰ ἀνάγκη ὑπῆρχε ἢ ποιὰ ὠφέλεια, ὥστε νὰ δώσει αὐτὴν τὴν ἀπάντηση; Ἀνεβάζει τὸν πλούσιο αὐτὸ νέο πνευματικὰ ὀλίγον κάτ΄ ὀλίγον καὶ τὸν διδάσκει ν΄ ἀπαλλαγεῖ ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τὴν κολακεία, ἀποσπώντας τὸν ἀπὸ τὰ ἐπίγεια πράγματα καὶ προσηλώνοντας τὸν στὸν Θεόν, καὶ τὸν πείθει νὰ ζητεῖ τὰ οὐράνια ἀγαθὰ καὶ νὰ γνωρίσει αὐτὸν ποὺ πράγματι εἶναι ἀγαθὸν καὶ ρίζα καὶ πηγὴ ὅλων τῶν ἀγαθῶν, καὶ εἰς αὐτὸν ν΄ ἀποδίδει τὶς τιμές. Διότι καὶ ὅταν λέγει «μὴν ἀποκαλέσετε κανένα ὡς “διδάσκαλο” ἐπάνω στὴ γῆ», τὸ λέγει ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν ἑαυτό Του καὶ γιὰ νὰ γνωρίσουν οἱ ἄνθρωποι ποὶα εἶναι ἡ πρώτη ἀρχὴ ὅλων γενικῶς τῶν ὄντων. Οὔτε βέβαια ἦταν μικρὴ ἡ προθυμία ποὺ ἔδειξε ὁ νεανίσκος τότε, καθόσον κατελήφθη ἀπὸ τέτοιον ἔρωτα γιὰ τὰ πνευματικὰ ἀγαθά, τὴν στιγμὴν ποὺ ἄλλοι μὲν ἐπείραζαν τὸν Κύριο, ἄλλοι Τὸν ἐπλησίασαν μόνο γιὰ νὰ θεραπεύσει τὶς ἀσθένειές τους ἢ τὶς ἀσθένειες τῶν συγγενῶν τους ἢ τῶν ξένων, αὐτὸς ὅμως καὶ Τὸν ἐπλησίασε μὲ κάθε εἰλικρίνεια καὶ συζητοῦσε μὲ πραγματικὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν αἰώνιο ζωή. Διότι ἦταν μὲν ἡ ψυχὴ τοῦ εὔφορη καὶ πλούσια, ἄλλ΄ ὅμως τὸ πλῆθος τῶν ἀκανθῶν κατέπνιγε τὸν σπόρο. Πρόσεχε λοιπὸν πὼς ἦταν τὴν στιγμὴ ἐκείνη προετοιμασμένος γιὰ τὴν ὑπακοὴ τῶν προσταγμάτων. Διότι λέγει? «Τί νὰ κάνω γιὰ νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή;» .Ἔτσι ἦταν προετοιμασμένος πρὸς ἐφαρμογὴ τῶν ὅσων θὰ τοῦ ἔλεγε. Ἐὰν ὅμως Τὸν ἐπλησίασε μὲ σκοπὸ νὰ τὸν πειράξει, θὰ μᾶς τὸ ἔλεγε ὁπωσδήποτε ὁ εὐαγγελιστὴς καὶ αὐτό, πράγμα ποὺ τὸ κάνει καὶ εἰς τὶς ἄλλες περιπτώσεις, ὅπως δηλαδὴ εἰς τὴν περίπτωση τοῦ νομικοῦ. Ἐὰν ὅμως καὶ αὐτὸς τὸ ἀποσιώπησε, ὁ Χριστὸς δὲ θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ Τὸν ἀφήσει ἀπαρατήρητο, ἀλλὰ θὰ Τὸν ἤλεγχε κατὰ τρόπο φανερὸ ἢ καὶ θὰ ἔκανε κάποιον ὑπαινιγμό, ὥστε νὰ μὴ σχηματισθεῖ ἡ ἐντύπωση ὅτι ἐπλανήθη καὶ διέφυγε τὴν προσοχή του καὶ ζημιωθεῖ ἔτσι περισσότερο. Ἐὰν ἐπίσης Τὸν εἶχε πλησιάσει μὲ σκοπὸ νὰ Τὸν πειράξει, δὲ θὰ ἔφευγε λυπημένος γιὰ ὅσα ἄκουσε. Διότι αὐτὸ κανεὶς ποτὲ ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους δὲν τὸ ἔπαθε, ἄλλ΄ ἐξαγριώνονταν ὅταν τοὺς ἔκλεινε τὰ στόματα. Ὅμως δὲ συνέβη αὐτὸ στὸν νέο, ἀλλὰ φεύγει καταλυπημένος, πράγμα ποὺ ἀποτελεῖ ὄχι μικρᾶν ἀπόδειξη, ὅτι δὲν Τὸν πλησίασε μὲ πονηρὰ διάθεση, ἀλλὰ μὲ ἐξασθενημένη, καὶ ἐπιθυμεῖ μὲν τὴν αἰώνιον ζωήν, ἄλλ΄ὅμως εἶναι κατακυριευμένος ἀπὸ ἄλλο φοβετότατο πάθος.

Ὅταν λοιπὸν ὁ Χριστὸς τοῦ εἶπε «Ἐὰν θέλεις νὰ εἰσέλθεις στὴν αἰώνια καὶ μακάρια ζωή, φύλαξε τὶς ἐντολές», ὁ νέος ρωτάει «ποιὲς ἐντολές;» ὄχι μὲ σκοπὸ νὰ Τὸν πειράξει, μὴ γένοιτο, ἀλλὰ ἐπειδὴ νόμιζε ὅτι ἄλλες εἶναι ἐκεῖνες οἱ ἐντολές, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ἐντολὲς τοῦ νόμου, ποὺ θὰ τοῦ χάριζαν τὴν αἰώνια ζωή, πράγμα ποὺ χαρακτηρίζει τὸν ἄνθρωπο ποὺ εἶναι κυριευμένος ἀπὸ σφοδρὴ ἐπιθυμία. Ἔπειτα, ἐπειδὴ ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε νὰ φυλάττει τὶς ἐντολὲς τοῦ νόμου, ἀπαντᾶ? «ὄλ΄ αὐτὰ τὰ φύλαξα ἀπὸ τὴν νεανική μου ἡλικία». Καὶ δὲν σταμάτησε μέχρι ἐδῶ, ἀλλὰ πάλι ἐρωτᾶ? «σὲ τί ἀκόμη ὑστερῶ;», πράγμα ποὺ ἀποδείκνυε καὶ αὐτὸ τὴν μεγάλη ἐπιθυμία του. Ἀλλὰ καὶ δὲν ἦταν μικρὸ πράγμα τὸ ὅτι νόμιζε ὅτι ὑστερεῖ σὲ κάτι, καὶ τὸ ὅτι θεωροῦσε ἀνεπαρκεῖς τὶς ἐντολὲς τοῦ Νόμου γιὰ νὰ ἐπιτύχει αὐτὰ ποὺ ἐπιθυμοῦσε. Τί κάνει λοιπὸν ὁ Χριστός; Ἐπειδὴ ἐπρόκειτο νὰ δώσει κάποια μεγάλη ἐντολή, προσθέτει τὰ ἔπαθλα καὶ λέγει? «ἐὰν θέλεις νὰ εἶσαι τέλειος, πήγαινε, πώλησε τὰ ὑπάρχοντά σου καὶ μοίρασε τὰ στοὺς φτωχοὺς καὶ θὰ ἔχεις θησαυρὸ στοὺς οὐρανούς? καὶ τότε ἔλα καὶ ἀκολούθησε μέ».

Εἶδες πόσα βραβεῖα καὶ πόσους στεφάνους ὁρίζει γί΄ αὐτὸν τὸν ἀγώνα; Ἐὰν ὅμως τὸν ἐπείραζε, δὲ θὰ τοῦ ἔλεγε αὐτά. Τώρα ὅμως καὶ τὸ λέγει, καὶ γιὰ νὰ τὸν προσελκύσει, τοῦ φανερώνει ὅτι εἶναι πολὺ μεγάλος ὁ μισθός, καὶ ἀφήνει τὸ πᾶν στὴν διάθεσή του, ἐπικαλύπτοντας μὲ ὅλα ὅσα λέγει τὴν ἐντύπωση ὅτι εἶναι βαριὰ ἡ παραίνεση. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸν καὶ πρὶν πεῖ τὸ ἀγώνισμα καὶ τὸν κόπο, τοῦ φανερώνει τὸ βραβεῖο, λέγοντας· «ἐὰν θέλεις νὰ εἶσαι τέλειος», καὶ τότε τοῦ λέγει, «πώλησε τὰ ὑπάρχοντά σου καὶ μοίρασε τὰ στοὺς πτωχούς» καὶ ἀμέσως πάλι ἀναφέρει τὰ βραβεῖα? «καὶ θὰ ἔχεις θησαυρὸ στοὺς οὐρανούς? καὶ τότε ἔλα καὶ ἀκολούθησε μέ». Καθόσον τὸ νὰ ἀκολουθεῖ Αὐτόν, ἦταν πολὺ μεγάλη ἀνταμοιβή.

«Καὶ θὰ ἔχεις θησαυρὸ στοὺς οὐρανούς». Ἐπειδὴ δηλαδὴ ὁ λόγος ἦταν γιὰ τὰ χρήματα καὶ τὸν συμβούλευε νὰ ἀπαλλαχθεῖ ἀπὸ ὅλα, γιὰ νὰ δείξει ὅτι δὲν τοῦ ἀφαιρεῖ αὐτὰ ποὺ ἔχει, ἀλλὰ ὅτι τοῦ προσθέτει καὶ ἄλλα σὲ αὐτὰ ποὺ ἔχει, τοῦ ἔδωσε περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ τοῦ εἶπε νὰ δώσει? καὶ ὄχι μόνο περισσότερα, ἀλλὰ καὶ τόσο σπουδαιότερα, ὅσον εἶναι ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τὴ γῆ καὶ ἀκόμη περισσότερο. Θησαυρὸ δὲ ὀνόμασε τὴ μεγαλοδωρία τῆς ἀνταμοιβῆς, μὲ σκοπὸ νὰ δείξει τὴν μονιμότητα καὶ τὴν ἀσφάλειά της, ὅπως δηλαδὴ ἦταν δυνατὸν νὰ ὁδηγήσει τὸν νέο στὴ γνώση, χρησιμοποιώντας ἀνθρώπινα παραδείγματα. Ἑπομένως, δὲν ἀρκεῖ νὰ περιφρονεῖ κανεὶς τὰ χρήματα, ἀλλὰ πρέπει νὰ δώσει τροφὴ στοὺς πτωχοὺς καὶ πρὶν ἀπὸ ὅλα, νὰ ἀκολουθεῖ τὸν Χριστό, δηλαδὴ νὰ πράττει ὅλα τὰ προστάγματά του καὶ νὰ εἶναι ἕτοιμος γιὰ σφαγὴ χάριν αὐτοῦ καὶ γιὰ καθημερινὸ θάνατο. Διότι, «ἐὰν κάποιος θέλει νὰ μὲ ἀκολουθήσει, νὰ ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτόν του, νὰ λάβει τὸν σταυρό του καὶ ἂς μὲ ἀκολουθεῖ» (Λουκᾶ 9, 23). Ὥστε εἶναι πολὺ πιὸ ἀνωτέρα ἡ ἐντολὴ αὐτὴ τὸ νὰ θυσιάζει κανεὶς τὴν ζωή του ἀπὸ τὸ νὰ περιφρονήσει τὰ χρήματα, καὶ δὲν εἶναι μικρὴ ἡ συμβολὴ τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὰ χρήματα στὴν ἐφαρμογὴ τῆς ἐντολῆς αὐτῆς.

«Ἀφοῦ ὅμως ἄκουσε ὁ νεανίσκος αὐτά, ἔφυγε λυπημένος». Καὶ στὴ συνέχεια γιὰ νὰ δείξει ὁ εὐαγγελιστής, ὅτι δὲν ἦταν αὐτὸ ποὺ ἔπαθε κάτι τὸ φυσικό, λέγει: «διότι εἶχε πολλὰ χρήματα». Δὲν εἶναι δηλαδὴ κυριευμένοι ἀπὸ τὸ ἴδιο πάθος αὐτοὶ ποὺ ἔχουν ὀλίγα καὶ αὐτοὶ ποὺ ἔχουν πάρα πολὺ μεγάλη περιουσία? διότι τότε γίνεται πιὸ τυραννικὸς ὁ πόθος τους γιὰ τὰ χρήματα. Συμβαίνει δηλαδὴ αὐτὸ ποὺ δὲ θὰ παύσω νὰ τὸ λέγω, ὅτι ἡ προσθήκη τῶν ἑκάστοτε ἀποκτωμένων χρημάτων ἀνάπτει κατὰ πολὺ περισσότερο τὴν φλόγα καὶ κάνει πιὸ πτωχοὺς αὐτοὺς ποὺ τὰ ἀποκτοῦν, καθόσον ἐμβάλλει σ’ αὐτοὺς μεγαλύτερη ἐπιθυμία γι’ αὐτὰ καὶ τοὺς κάνει νὰ αἰσθάνονται πολὺ περισσότερο τὴν πτώχειά τους. Καὶ πρόσεχε λοιπὸν καὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ ποιὰ δύναμη παρουσίασε τὸ πάθος αὐτό. Διότι ἐκεῖνον ποὺ ἦλθε πρὸς τὸν Κύριο μὲ χαρὰ καὶ προθυμία, ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς τὸν προέτρεψε νὰ ἀπαρνηθεῖ τὰ χρήματα, τόσο πολὺ τὸν ἐξουθένωσε καὶ κατέβαλε τὶς δυνάμεις του, ὥστε δὲν τὸν ἄφησε οὔτε κὰν νὰ ἀπαντήσει σὲ ὅσα τοῦ εἶπε, ἄλλ΄ ἔφυγε σιωπηλός, σκυθρωπὸς καὶ καταλυπημένος.

Τί λέγει λοιπὸν ὁ Χριστός; «Πόσον δύσκολα θὰ εἰσέλθουν οἱ πλούσιοι στὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν», κατηγορώντας ὄχι τὰ χρήματα, ἀλλὰ αὐτοὺς ποὺ εἶναι δοῦλοι σ΄ αὐτά. Ἐὰν δὲ θὰ εἰσέλθει δύσκολα ὁ πλούσιος στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, πολὺ πιὸ δύσκολα θὰ εἰσέλθει ὁ πλεονέκτης. Διότι ἐὰν ἀποτελεῖ ἐμπόδιο γιὰ τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν τὸ νὰ μὴ δίδει κανείς, σκέψου πόση φωτιὰ ἐπισωρρεύει τὸ νὰ παίρνει καὶ τὰ πράγματα τῶν ἄλλων. Ἀλλὰ μὲ ποιὸ σκοπὸ ἔλεγε στοὺς μαθητές Του ὅτι δύσκολα θὰ εἰσέλθει ὁ πλούσιος στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἐφόσον ἤσαν πτωχοὶ καὶ δὲν εἶχαν τίποτε; Μὲ σκοπὸ νὰ τοὺς διδάξει νὰ μὴν ντρέπονται τὴν πτωχεία καὶ ἀπολογούμενος κατὰ κάποιο τρόπο πρὸς αὐτοὺς γιὰ τὸ ὅτι δὲ θὰ τοὺς ἐπέτρεπε νὰ ἔχουν τίποτε.

Ἀφοῦ λοιπὸν τοὺς εἶπε ὅτι εἶναι δύσκολο, ἐν συνέχειᾳ τονίζει ὅτι εἶναι καὶ ἀδύνατο, καὶ ὄχι ἁπλῶς ἀδύνατο, ἄλλ΄ ἀδύνατον σὲ ὑπερβολικὸ βαθμό, πράγμα ποὺ τὸ φανέρωσε μὲ τὸ παράδειγμα τῆς καμήλου καὶ τῆς βελόνης. Διότι λέγει? «εὐκολότερο εἶναι νὰ περάσει μία κάμηλος ἀπὸ τὴν τρύπα τῆς βελόνης, παρὰ νὰ εἰσέλθει ὁ πλούσιος στὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Ἀποδεικνύεται λοιπὸν ἐξ αὐτοῦ ὅτι δὲ θὰ εἶναι τυχαῖα ἡ ἀμοιβὴ ἐκείνων ποὺ εἶναι πλούσιοι καὶ μποροῦν νὰ ζοῦν μὲ εὐσέβεια. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ καὶ εἶπε ὅτι αὐτὸ εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ, τὸ νὰ δείξει δηλαδή, ὅτι χρειάζεται πολλὴ χάρη ἀπὸ μέρους τοῦ Θεοῦ ἐκεῖνος ποὺ πρόκειται νὰ τὸ κατορθώσει αὐτό. Ἐπειδὴ λοιπὸν ταράχθηκαν οἱ μαθητές του, εἶπε? «Στοὺς ἀνθρώπους μὲν αὐτὸ εἶναι ἀδύνατο, στὸν Θεὸ ὅμως τὰ πάντα εἶναι δυνατά». Δὲν εἶπε φυσικὰ αὐτὰ τὰ προηγούμενα λόγια γιὰ νὰ ἀπελπιστοῦμε καὶ νὰ παραιτηθοῦμε μὲ τὴ σκέψη ὅτι εἶναι ἀδύνατα, ἀλλὰ τὸ εἶπε μὲ σκοπό, ὥστε, ἀφοῦ κατανοήσουμε τὸ μέγεθος τοῦ κατορθώματος νὰ σπεύσουμε μὲ εὐκολία στὸν ἀγώνα καὶ ἐπικαλούμενοι καὶ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ στοὺς καλοὺς αὐτοὺς ἀγῶνες μας, νὰ ἐπιτύχουμε τὴν αἰώνιο ζωή.

[…]Ἑπομένως γιὰ νὰ μὴ στενοχωριόμαστε γιὰ περιττὰ πράγματα, ἀφοῦ ἀποβάλουμε τὴν σφοδρὴ ἐπιθυμία γιὰ τὰ χρήματα, ποὺ συνεχῶς μας λυπεῖ καὶ οὐδέποτε ἀνέχεται νὰ σταματήσει, ἂς στραφοῦμε πρὸς μία ἄλλη, πού μας κάνει μακαρίους καὶ εἶναι πολὺ εὔκολη, καὶ ἂς ἐπιθυμήσουμε τοὺς θησαυροὺς τῶν οὐρανῶν. Διότι πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτὴν δὲν ὑπάρχει οὔτε κόπος τόσο μεγάλος, τὸ δὲ κέρδος εἶναι ἀπερίγραπτο, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτύχει ἐκεῖνος ποὺ κατὰ κάποιον τρόπον ἐπαγρυπνεῖ, φροντίζει καὶ περιφρονεῖ τὰ παρόντα? ἐνῶ ἀντιθέτως αὐτὸς ποὺ εἶναι δοῦλος τῶν ὑλικῶν πραγμάτων καὶ ἔχει δώσει ἐξ ὁλοκλήρου τὸν ἑαυτὸν τοῦ εἰς αὐτὰ ἅπαξ καὶ διὰ παντός, ὁπωσδήποτε αὐτὸς θ’ ἀναγκαστεῖ κάποτε νὰ τὰ ἀποχωριστεῖ.

[…]Ἀναλογιζόμενοι ὅλα αὐτά, ἂς βγάλουμε ἀπὸ μέσα μας τὴν πονηρὴ ἐπιθυμία τῆς διαρκοῦς ἀπόκτησης χρημάτων, καθὼς ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ὅτι μας στερεῖ τὴν αἰώνια ζωή, καὶ στὴν τωρινή μας γεμίζει μὲ συνεχῆ ἄγχη καὶ στενοχώριες καὶ προβλήματα? καὶ ἐρχόμενος κάποτε ὁ θάνατος ἀπρόσμενά μας παίρνει γυμνοὺς ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ποὺ μὲ τόσο κόπο συσσωρεύσαμε ὅσο ζούσαμε καὶ μὲ τόσο ἄγχος προσπαθήσαμε νὰ περιφρουρήσουμε γιὰ νὰ μή μας τὰ ἁρπάξουν, καὶ φεύγουμε χωρὶς νὰ σύρουμε πίσω μας τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτά, παρὰ μόνον τὰ τραύματα καὶ τὶς πληγὲς τὰ ὁποία πῆρε ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ἡ ψυχὴ καὶ φεύγει. Καὶ ἐλεύθεροι ἀπὸ κάθε περιττὴ βιοτικὴ μέριμνα, τὰ αἰώνια ἀγαθὰ νὰ ἐπιτύχουμε μὲ τὴν χάρη καὶ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, μετὰ τοῦ ὁποίου στὸν Πατέρα μαζὶ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀνήκει δόξα, δύναμις καὶ τιμή, τώρα κὰ πάντοτε καὶ εἰς τοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

(Πηγή: Ἱεροῦ Χρυσοστόμου ἔργα, Πατερικὲς ἐκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμᾶς», τόμος 11Α, σέλ. 210-233)

(Ἐπιμέλεια κειμένου: Ἑλένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)

Πηγή

Εὐαγγέλιο Κυριακής: Λουκ. ι’ 25-37

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, νομικός τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ ἐκπειράζων αὐτὸν καὶ λέγων· διδάσκαλε, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω; 26 ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτόν· ἐν τῷ νόμῳ τί γέγραπται; πῶς ἀναγινώσκεις; 27 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν· 28 εἶπε δὲ αὐτῷ· ὀρθῶς ἀπεκρίθης· τοῦτο ποίει καὶ ζήσῃ. 29 ὁ δὲ θέλων δικαιοῦν ἑαυτὸν εἶπε πρὸς τὸν  Ἰησοῦν· καὶ τίς ἐστί μου πλησίον; Read more

(Κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο, κεφ. ιστ΄, χωρία 19 ἕως 31)
Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὶς ὁμιλίες α΄ ἕως καὶ ζ΄ «Εἰς τὸν πτωχὸν Λάζαρον καὶ τὸν πλούσιόν» του ἁγίου Ἰωάννου, Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Χρυσοστόμου, σχετικὰ μὲ τὴν εὐαγγελικὴ περικοπή γιὰ τὴν παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ Λαζάρου. Read more

Αποτέλεσμα εικόνας για ιάειροςΚατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιον:
Η’ 41 – 56.

Τῷ καιρῶ ἐκείνω, ἦλθεν πρὸς τὸν Ἰησοῦν ἀνὴρ ὢ ὄνομα Ἰάειρος, καὶ αὐτὸς ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὑπῆρχε, καὶ πεσῶν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἣν αὐτῶ ὡς ἐτῶν δώδεκα, καὶ αὕτη ἀπέθνησκεν. Read more

Ὅταν λοιπὸν τελείωσε τὸ περιστατικὸ μὲ τὴν κατάπαυση τῆς τρικυμίας, ἔρχεται ἄλλο θαῦμα φοβερότερο ἀκόμα. Οἱ δαιμονισμένοι δηλαδὴ σὰν πονηροὶ δραπέτες ποὺ εἶδαν τὸν κύριό τους, ἔλεγαν: «τί ἡμῖν καὶ σοί,Ἰησοῦ υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς;(:“τί κοινὸ ὑπάρχει ἀνάμεσα σέ μας καὶ Ἐσένα, Ἰησοῦ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ; Ἦρθες ἐδῶ νὰ μᾶς βασανίσεις, πρὶν ἔλθει ὁ προκαθορισμένος καιρὸς τῆς κρίσεως καὶ τῆς τιμωρίας μας;’’)»[Μάτθ.8,29]. Ἐπειδὴ ὁ κόσμος θεωροῦσε τὸν Ἰησοῦ ἀκόμη ὡς ἕναν ἁπλὸ ἄνθρωπο, ἦρθαν τώρα οἱ δαίμονες καὶ διακηρύσσουν τὴ θεότητά Του. Και αὐτοὶ ποὺ τὴν τρικυμισμένη πρῶτα καὶ τώρα, ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἐντολή Του, ἡσυχασμένη θάλασσα, δὲν τὴν ἄκουγαν ποὺ μαρτυροῦσε μὲ τὴν ἀπότομη γαλήνευσή της τὴν ὁμολογία τοῦ Δημιουργοῦ της, ἄκουγαν τοὺς δαίμονες ποὺ κραύγαζαν αὐτά, ποὺ ἀκριβῶς καὶ ἐκείνη κραύγαζε μὲ τὴ γαλήνη της. Κι ἔπειτα, γιὰ νὰ μὴ θεωρηθεῖ ὅτι ἡ διακήρυξη αὐτὴ τῶν δαιμόνων ἀπέβλεπε στὴν κολακεία τοῦ Ἰησοῦ ποὺ λίγο πρὶν μὲ ἕνα πρόσταγμά Του εἶχε ἐπιβληθεῖ στὰ στοιχεῖα τῆς φύσης καὶ εἶχε κοπάσει τὴν τρικυμία, φωνάζουν δυνατά, βασιζόμενοι στὴν πείρα τους καὶ λέγουν: «Ἦρθες ἐδῶ πρόωρα γιὰ νὰ μᾶς βασανίσεις;». Γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο ὁμολογοῦν τὴν ἔχθρα τοὺς πρὸς τὸν Κύριο, γιὰ νὰ μὴ θεωρηθεῖ ὕποπτη κολακείας ἡ παράκλησή τους? γιατί δέχονταν ἀόρατα χτυπήματα καὶ τοὺς ἔδερνε χειρότερη ἀπὸ ὅσο τὴν θάλασσα τρικυμία κι ἔνιωθαν νὰ τρυπιοῦνται καὶ νὰ καίγονται καὶ νὰ παθαίνουν ἀθεράπευτα κακὰ καὶ ἀπὸ τὴν παρουσία καὶ μόνο τοῦ Ἰησοῦ. Read more

(8 Ὀκτωβρίου)

Καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια τῆς Συρίας καὶ ἀπὸ ἔνδοξο γένος (στὰ χρόνια τοῦ βασιλιὰ Νουμεριανοῦ 282 – 284). Ὅταν ἔμαθε ὁ ἄρχοντας τῆς Ἀντιόχειας ὅτι ἡ Πελαγία ἦταν χριστιανή, ἔστειλε στρατιῶτες γιὰ νὰ τὴ συλλάβουν. Αὐτοὶ περικύκλωσαν τὸ σπίτι της καὶ ἑτοιμάζονταν νὰ τὴν ἁρπάξουν. Ὅταν τὸ ἔμαθε ἡ Ἁγία, ζήτησε ἀπό τους στρατιῶτες νὰ περιμένουν λίγο. Ὅποτε, σήκωσε τὰ χέρια της καὶ τὰ μάτια τῆς στὸν οὐρανὸ καὶ προσευχήθηκε θερμὰ πρὸς τὸν Θεὸ νὰ μὴ ἐπιτρέψει νὰ τὴν ἁρπάξουν οἱ στρατιῶτες, ἀλλὰ νὰ φύγει ἀπ’ τὴν ζωὴ αὐτή, ἁγνὴ καὶ παρθένος. Ἔπειτα ἄνοιξε τὸ παράθυρο καὶ ἔριξε τὸν ἑαυτό της στὸ κενό, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τραυματιστεῖ θανάσιμα καὶ ἔτσι παρέδωσε τὴν ἁγνὴ ψυχή της στὸν Θεό, προκειμένου βέβαια νὰ τὴν προφυλάξει ἀπὸ τὸν μολυσμό των ἀγροίκων στρατιωτῶν

Read more


Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς παραβολῆς τῶν ταλάντων (Ματθ. κε’ 14-30)

14 Ὥσπερ γὰρ ἄνθρωπος ἀποδημῶν ἐκάλεσε τοὺς ἰδίους δούλους καὶ παρέδωκεν αὐτοῖς τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ, 15 καὶ ᾧ μὲν ἔδωκε πέντε τάλαντα, ᾧ δὲ δύο, ᾧ δὲ ἕν, ἑκάστῳ κατὰ τὴν ἰδίαν δύναμιν, καὶ ἀπεδήμησεν εὐθέως. 16 πορευθεὶς δὲ ὁ τὰ πέντε τάλαντα λαβὼν εἰργάσατο ἐν αὐτοῖς καὶ ἐποίησεν ἄλλα πέντε τάλαντα· 17 ὡσαύτως καὶ ὁ τὰ δύο ἐκέρδησε καὶ αὐτὸς ἄλλα δύο. Read more