Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι παρεκάλεσαν τὸν Χριστό: «Κύριε, δίδαξον ἡμᾶς προσεύχεσθαι, καθώς Ἰωάννης ἐδίδαξε τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ» (Λουκ. ια´, 1). Τότε ὁ Κύριος τοὺς παρέδωσε τὴν Κυριακὴ προσευχή (Ματθ. στ´, 9-13).

Πάτερ ἡμῶν
Ἡ πρώτη λέξι, πόσο εἶναι γλυκειά! Μέχρι τώρα δὲν τολμούσαμε νὰ στρέψωμε τὸ βλέμμα πρὸς τὸν οὐρανό. Χαμηλώναμε τὰ μάτια στὴν γῆ καί, ξαφνικά, δεχθήκαμε τὴν χάρι τοῦ Χριστοῦ κι ὅλα τὰ ἁμαρτήματά μας συγχωρέθηκαν. Ἀπὸ πονηροὶ δοῦλοι, ποὺ ἤμασταν, ἐγίναμε καλοὶ «υἱοί». Μὴν ὑπερηφανευώμεθα, ὅμως, γιὰ τὴν δική μας προσπάθεια, ἀλλὰ γιὰ τὴν χάρι τοῦ Χριστοῦ. «Χάριτί ἐστε σεσωσμένοι», λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (Ἐφεσ. β´, 5). Τὸ νὰ ὁμολογήσωμε τὴν χάρι δὲν εἶναι οἴησι, δὲν εἶναι ἔπαρσι, ἀλλὰ πίστι. Τὸ νὰ διακηρύξωμε αὐτὸ ποὺ ἐλάβαμε δὲν εἶναι ὑπερηφάνεια, ἀλλὰ ἀφοσίωσι· ἂς ὑψώσωμε τὰ μάτια πρὸς τὸν Πατέρα, ποὺ μᾶς ἀναγέννησε μὲ τὸ λουτρὸ τοῦ Βαπτίσματος, πρὸς τὸν Πατέρα, ποὺ μᾶς «ἐξηγόρασε» μὲ τὸν Υἱό Του κι ἂς ποῦμε: «Πάτερ ἡμῶν». Εἶναι αὐτὴ μιὰ καλή, μιὰ ταπεινὴ καύχησι. Σάν ἕνα παιδί, τὸν ὀνομάζομε πατέρα. Ἀλλά, μὴ διεκδικοῦμε κάποιο προνόμιο. Μὲ τὸν εἰδικὸ κι ἀπόλυτο τρόπο δὲν εἶναι Πατέρας παρὰ τοῦ Χριστοῦ μονάχα· γιὰ μᾶς εἶναι ὁ κοινὸς Πατέρας. Γιατὶ μόνο Ἐκεῖνον τὸν ἐγέννησε, ἐνῶ ἐμᾶς μᾶς ἐδημιούργησε. Ἂς λέμε λοιπὸν καὶ μεῖς, κατὰ χάριν, «Πάτερ ἡμῶν», γιὰ νὰ γίνωμε ἄξιοι νὰ εἴμαστε παιδιά Του. Ἂς κάνωμε δική μας τὴν εὔνοια καὶ τὴν τιμή, ποὺ ἐχάρισε στὴν Ἐκκλησία. Read more

Κεφάλαιον Β’
Δὲν εἶναι ἀξιόμεμπτον τὸ ὅτι εἰς τὸν παράδεισον ἦταν τὸ
δένδρον τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ, καὶ ὅτι στὸ
ἴδιο μέρος ὑπῆρξεν τὸ φίδι. Καὶ ὅτι μερικοὶ κατάλαβαν ὑπὸ τὸ
φίδι τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔαν.

7. Ἦταν δὲ τὸ δένδρον τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ. Διότι ἔτσι ἔχεις (στὸ κείμενον): “Καὶ ἔκαμεν ὁ Θεὸς νὰ βλαστήσῃ δένδρον ὡραῖον εἰς τὴν ὄψιν καὶ καλὸν εἰς τὴν γεῦσιν, καὶ τὸ ξύλον τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ” (Γεν. β’, 9). Μετὰ ταῦτα θὰ δοῦμεν ἐὰν ἦταν ἢ ὄχι ὅπως τὰ ἄλλα, αὐτὸ τὸ δένδρον τὸ ὡραῖον εἰς τὴν ὄψιν καὶ καλὸν εἰς τὴν γεῦσιν. Διότι εἰς αὐτὸ τὸ ἐδάφιο θὰ συζητηθῇ ἐπιτηδειότερον, τὸ ὑπὲρ καὶ τὸ κατὰ τοῦ αἰτίου, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἀνακαλύπτομεν ὅτι ἐξηπατήθη ὁ ἄνθρωπος νὰ γευθῆ ἀπὸ αὐτὸ τὸ δένδρον. Ἐν τῷ μεταξὺ τίποτα δὲν ἔχομεν, ποὺ τώρα νὰ πρέπῃ νὰ τὸ μεμφώμεθα κι’ ἄν ἀκόμη δὲν μποροῦμε νὰ γνωρίζωμεν τὸ λόγον του. Διότι οὔτε πρέπει νὰ ἐκφέρωμαν κάποιαν ἀπερίσκεπτην καταδικαστικὴν κρίσιν κατ’ αὐτῆς τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου, ἐὰν μερικὰ μᾶς φαίνονται δυσκολονόητα καὶ ἀκατάληπτα στὸ νοῦ μας, ὅπως ἡ δημιουργία φιδιῶν καὶ δηλητηριώδους τινὸς ζώου. Βέβαια ὡς ἄνθρωποι δὲν μποροῦμε μέχρι στιγμῆς νὰ κατανοῶμεν καὶ νὰ γνωρίζωμεν τὸ λόγο γιὰ τὸν ὁποῖον ἔγινεν τὸ καθένα. Ἔτσι λοιπὸν καὶ στὶς θεῖες Γραφὲς δὲν μεμφόμεθα ἀβασάνιστα ὅ,τι δὲν μποροῦμε νὰ κατανοῶμεν. Διότι εἶναι πλεῖστα ποὺ δὲν μποροῦν νὰ μετρηθοῦν σύμφωνα μὲ τὸ δικό μας μυαλόν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐκτιμηθῶσιν βάσει τοῦ ὕψους τῆς θεϊκῆς διαθέσεως καὶ τοῦ λόγου. Read more