Ὅταν σὲ ἀδικοῦν
Ὁ Μακάριος Ζωσιμᾶς, ἀφοῦ σφράγισε πρῶτα τὸ στόμα του μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, ἄρχισε νὰ διδάσκει:
Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ τόση χάρη πρόσφερε μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ σ’ ἐκείνους ποὺ πίστεψαν καὶ πιστεύουν σ’ Αὐτὸν -γιατί εἶναι δυνατὸν καὶ τώρα νὰ πιστέψουμε, καὶ ἀπὸ σήμερα νὰ βάλουμε ἀρχή, ἂν θέλουμε-, ὥστε ὅποιος θέλει μπορεῖ νὰ θεωρεῖ ὁλόκληρο τὸν κόσμο σὰν κάτι τιποτένιο. Φτάνει νὰ τὸ ποθεῖ ἡ προαίρεσή μας καὶ νὰ συνεργήσει ἢ θεία χάρη.
Κι ἔπαιρνε ὅτι ἔβρισκε, ἄχυρο ἢ κουρέλι ἢ κάποιο ἄλλο ἀσήμαντο πράγμα, κι ἔλεγε:
Ποιὸς εἲν’ αὐτὸς ποῦ ἀγωνίζεται ἢ τσακώνεται ἢ μνησικακεῖ ἢ θλίβεται γιὰ τοῦτο ’δω, ἂν δὲν ἔχει στ’ ἀλήθεια χάσει τὸ μυαλό του; Λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, προχωρώντας καὶ προκόβοντας πνευματικά, ὅλα τὰ θεωρεῖ σὰν σκουπίδι, ἔστω κι ἂν εἶναι ὁ κόσμος ὁλόκληρος δικὸς του. Γιατί, ὅπως λέω, δὲν βλάπτει τὸ νὰ ἔχεις, ἀλλὰ τὸ νὰ εἶσαι προσκολλημένος σ’ αὐτὰ ποὺ ἔχεις.
Ποιὸς δὲν γνωρίζει ὅτι τὸ σῶμα εἶναι τὸ πολυτιμότερο ἀπ’ ὅλα ὅσα ἔχουμε; Πῶς λοιπόν, ὅταν οἱ περιστάσεις τὸ καλοῦν, ἔχουμε ἐντολὴ νὰ τὸ καταφρονοῦμε; Καὶ ἐφόσον ἔχουμε ἐντολὴ νὰ καταφρονοῦμε ἀκόμα καὶ τὸ σῶμα, πολὺ περισσότερο ὅσα εἶναι ἔξω ἀπ’ αὐτό.
Θυμήθηκε τότε τὴν περίπτωση τοῦ ἀδελφοῦ μὲ τὰ λαχανικὰ καὶ ἀναρωτήθηκε:
Μήπως δὲν ἔσπειρε, δὲν κοπίασε, δὲν τὰ καλλιέργησε; Μήπως τὰ ξερίζωσε καὶ τὰ πέταξε; Ὄχι. Καὶ ὅμως, τὰ εἶχε σὰν νὰ μὴν τὰ εἶχε. Ἀπόδειξη, πώς, ὅταν πῆγε ὁ γέροντας ἐκεῖνος, θέλοντας νὰ τὸν δοκιμάσει, καὶ ἄρχισε νὰ τὰ καταστρέφει, δὲν τὰ λογάριασε καθόλου ὁ ἀδελφός. Ἀλλὰ σὰν ἀπόμεινε μία ρίζα μόνο, του εἶπε:
– Αν θέλεις, πάτερ, ἄφησε τὴν αὐτὴ τὴ ρίζα, γιὰ νὰ σοῦ κάνω τὸ τραπέζι.
Τότε κατάλαβε ὁ γέροντας πὼς ὁ ἀδελφὸς ἦταν γνήσιος δοῦλος τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι τῶν λαχανικῶν, καὶ τοῦ λέει:
– Το Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἀδελφέ, ἔχει ἀναπαυθεῖ ἐπάνω σου!
Ἂν εἶχε προσπάθεια* στὰ λαχανικά, θὰ φανερωνόταν ἀμέσως μὲ τὴ θλίψη καὶ τὴν ταραχή του. Ἐκεῖνος ὅμως ἔδειξε ὅτι τὰ εἶχε σὰν νὰ μὴν τὰ εἶχε.
* Προσπάθεια: Ἀσκητικὸς ὅρος, ποὺ σημαίνει τὴν ἐμπαθῆ προσκόλληση σὲ κάτι. Ἀπροσπάθεια, τὸ ἀντίθετο.
Κάτι τέτοια, ἔλεγε ὁ ἀββᾶς Ζωσιμᾶς, τὰ ἐπισημαίνουν οἱ δαίμονες. Καὶ ἂν δοῦν κάποιον ν’ ἀντιμετωπίζει τὰ πράγματα χωρὶς προσπάθεια, ἀφοῦ οὔτε ταράζεται οὔτε θλίβεται, γνωρίζουν ὅτι αὐτός, μολονότι βρίσκεται στὴ γῆ, δὲν ἔχει μέσα του γήινο φρόνημα.
*


Ἔλεγε πάλι, πὼς ὑπάρχουν διάφορες βαθμίδες προαιρέσεων. Και μπορεῖ προαίρεση θερμὴ νὰ προσφέρει στὸν Θεὸ μέσα σὲ μία ὥρα τόσα, ὅσα ἄλλη προαίρεση νωθρὴ δὲν προσφέρει οὔτε σὲ πενήντα χρόνια. Καὶ ἂν δοῦν οἱ δαίμονες ὅτι κάποιος βρίστηκε ἢ ἀτιμάστηκε ἢ ζημιώθηκε ἢ ἔπαθε ὁτιδήποτε παρόμοιο, καὶ θλίβεται ὄχι ἐπειδὴ ἔπαθε ἄδικα, μὰ ἐπειδὴ δὲν ὑπέμεινε μὲ γενναιότητα, φοβοῦνται. Γιατί ξέρουν ὅτι μπῆκε στὸ δρόμο τῆς ἀλήθειας καὶ θέλει νὰ βαδίσει σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ.
Θυμήθηκε τότε τὸν ἅγιο Παχώμιο, ποὺ ἤθελε νὰ μεγαλώσει τὸ μοναστήρι, καὶ γι’ αὐτὸ τὸν μάλωσε ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός του, λέγοντας:
– Πάψε νὰ εἶσαι φαντασμένος!
Καὶ ὁ ἅγιος Παχώμιος, ἂν καὶ εἶχε δεχθεῖ θεία ἀποκάλυψη γι’ αὐτὸ τὸ ἔργο, εἶπε μόνο:
– Παρακινήθηκα ἀπὸ τὴν ἰδέα ὅτι θὰ ἦταν καλό.
Κυριάρχησε στὴν καρδιά του καὶ δὲν ἀντιμίλησε καθόλου. Τὴ νύχτα κατέβηκε σ’ ἕνα μικρὸ ὑπόγειο καὶ ἄρχισε νὰ κλαίει καὶ νὰ προσεύχεται λέγοντας:
– Ω Θεέ μου, τὸ σαρκικὸ φρόνημα ζεῖ ἀκόμα μέσα μου… Ἀλίμονό μου! Μετὰ ἀπὸ τόση ἄσκηση καὶ προετοιμασία τῆς καρδιᾶς, πάλι ἁρπάζομαι ἀπὸ τὸν θυμό, ἔστω καὶ γιὰ καλό. Ἐλέησε μέ, νὰ μὴ χαθῶ, Κύριε!
Μ΄ αὐτὰ τὰ λόγια προσευχόταν. Ἔμεινε ὅλη τη νύχτα ἐπαναλαμβάνοντας τὰ μὲ κλάματα, ὥσπου ξημέρωσε. Καὶ ἦταν τόσος ὁ ἱδρώτας ποὺ ἔχυσε γιατί ἦταν καλοκαίρι καὶ καιγόταν ὁ τόπος ὥστε τὸ χῶμα κάτω ἀπ’ τὰ πόδια τοῦ ἔγινε λάσπη.
*
Μίαν ἄλλη φορᾶ εἶπε:
Ἂν κανεὶς φέρει στὸ νοῦ τοῦ κάποιον ποὺ τὸν λύπησε ἢ τὸν ζημίωσε ἢ τὸν ντρόπιασε ἢ τὸν κατηγόρησε χωρὶς λόγο ἢ τοῦ ἔκανε ὁποιοδήποτε ἄλλο κακό, καὶ ἀρχίσει νὰ πλέκει λογισμοὺς ἐναντίον του, αὐτὸς ἐπιβουλεύεται τὴν ἴδια του τὴν ψυχή, ὅπως οἱ δαίμονες, καὶ εἶναι ἀρκετὸς μόνος του γιὰ τὴν καταστροφή του. Ἀλλὰ τί λέω “νὰ πλέκει λογισμούς”; Ἂν δὲν τὸν θυμᾶται σὰν εὐεργέτη του, ἀδικεῖ τρομερὰ τὸν ἑαυτὸ του! Γιατί λὲς ὅτι πάσχεις; Αὐτὸς σὲ καθαρίζει, καὶ ὀφείλεις νὰ τὸν θεωρεῖς σὰν γιατρὸ σταλμένο ἀπὸ τὸ Χριστό.
Αὐτὸ καθ’ ἑαυτό, ἄλλωστε, τὸ ὅτι πάσχεις, εἶναι δεῖγμα ἀρρωστημένης ψυχῆς. Ἂν δὲν ἤσουν ἄρρωστος, δὲν θὰ ἔπασχες. Καὶ πρέπει νὰ εὐγνωμονεῖς τὸν ἀδελφό, γιατί χάρη σ’ αὐτὸν ἔμαθες τὴν πορεία τῆς ἀρρώστιας σου. Ὀφείλεις ἑπομένως νὰ δέχεσαι ὅσα σου κάνει σὰν θεραπευτικὰ φάρμακα σταλμένα ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ.
Ἂν ὅμως ὄχι μόνο δὲν τὸν εὐχαριστεῖς, ἀλλὰ καὶ λυπᾶσαι καὶ τὸν κατηγορεῖς καὶ πλέκεις λογισμοὺς ἐναντίον του, εἶναι σὰν νὰ λὲς στὸν Ἰησοῦ:
– Δεν θέλω νὰ γιατρευτῶ ἀπὸ σένα! Δὲν θέλω τὰ φάρμακά σου! Θέλω νὰ σαπίσω στὰ τραύματά μου! Θέλω νὰ γίνω δοῦλος τῶν δαιμόνων!
Αὐτὴ ὅμως ἡ ἀντίδραση εἶναι ὄλεθρος καὶ κόλαση αἰώνια γιὰ τὴν ψυχή. Ἐνῶ, ἀντίθετα, σωτηρία τῆς εἶναι ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, γιατί αὐτές, σὰν ὄργανα καυτηριασμοῦ καὶ καθαρτικά, τὴν καθαρίζουν ἀπὸ τὶς κακίες. Ὅποιος ἑπομένως θέλει καὶ ποθεῖ νὰ γιατρευτεῖ, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπομείνει ὅσα ἐπιβάλλει ὁ γιατρός. Ἄλλωστε, οὔτε ὁ ἄρρωστος ἐγχειρίζεται ἢ καυτηριάζεται ἢ πίνει καθάρσιο μὲ εὐχαρίστηση. Πείθει ὅμως τὸν ἑαυτὸ του ὅτι χωρὶς αὐτὰ εἶναι ἀδύνατο ν’ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν ἀσθένεια. Παραδίνεται λοιπὸν στὸ γιατρό, ξέροντας ὅτι μὲ λίγη ταλαιπωρία θὰ γλυτώσει ἀπὸ πολλὴ ἀδιαθεσία καὶ πολυχρόνια ἀρρώστια.
Καυτήρας τοῦ Ἰησοῦ εἶναι ὅποιος μας βλάπτει.
*
Ἀφαίρεσε τοὺς πειρασμοὺς καὶ τὸν πόλεμο τῶν λογισμῶν, καὶ κανεὶς δὲν γίνεται ἅγιος. ‘‘Όποιος ἀποφεύγει ὠφέλιμο πειρασμό, ἀποφεύγει τὴν αἰώνια ζωή”, εἶπε κάποιος ἀπὸ τοὺς πατέρες.
Ποιὸς προξένησε στοὺς ἅγιους μάρτυρες ἐκεῖνα τὰ στεφάνια, ἂν ὄχι ὅσοι τοὺς ἀδίκησαν; Ποιὸς ἔγινε αἰτία νὰ χαριστεῖ στὸν ἅγιο Στέφανο τέτοια δόξα, ἂν ὄχι ὅσοι τὸν λιθοβόλησαν;
*
Πρέπει νὰ καταλάβουμε, ὅτι κανένας δὲν λέει τόσο τὴν ἀλήθεια, ὅσο αὐτοὶ πού μας κατηγοροῦν. Ξέρει ὁ παντογνώστης Κύριος ὅτι, κι ἂν ἀκόμα ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἐπαινοῦν καὶ μακαρίζουν τὶς πράξεις μου, στὴν πραγματικότητα εἶναι ἀξιοκατάκριτες καὶ ἀξιοκαταφρόνητες. Ἐνῶ ἂν ποῦν, “Αὐτὸ κι αὐτὸ τὸ κακὸ ἔκανες”, ἐγὼ θὰ πῶ, “Μὰ μήπως ἔκανα καὶ κανένα καλό;”. Γιατί κανένας δὲν λέει τόσο χοντρὸ ψέμα, ὅσο αὐτοὶ ποὺ μ’ ἐπαινοῦν καὶ μὲ μακαρίζουν. Καὶ κανένας δὲν λέει τὴν ἀλήθεια τόσο, ὅσο ἐκεῖνοι ποὺ μὲ κατηγοροῦν καὶ μ’ ἐξευτελίζουν, καθὼς εἶπα.
Καὶ πάλι δὲν λένε ὅλη τὴν ἀλήθεια. Γιατί αν μποροῦσαν νὰ δοῦν, δὲν λέω τὸ πέλαγος τῶν κακῶν μου, ἀλλὰ ἔστω κι ἕνα μικρὸ μέρος ἀπ’ αὐτά, θ’ ἀποστρέφονταν τὴν ἀκαθαρσία, τὸ βόρβορο καὶ τὴ δυσωδία τῆς ψυχῆς μου.
Ἂν γίνουν τὰ σώματα τῶν ἀνθρώπων γλῶσσες γιὰ νὰ μᾶς κατηγοροῦν, εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ πάλι κανενας δὲν θὰ μπορέσει νὰ περιγράψει ἄξια τὴν ἀναξιότητά μας. Γιατί καθένας πού μας κατηγορεῖ, λέει μόνο ἕνα μέρος. Ὅλα εἶναι ἀδύνατο νὰ τὰ ξέρει.
Ἂν ὁ δίκαιος Ἰὼβ εἶπε, «εἶμαι γεμάτος ἀτιμία» (Ἰὼβ 10:15) –καὶ τὸ «γεμάτος» δὲν παίρνει καμιὰ προσθήκη-, τι νὰ ποῦμε ἐμεῖς, ποῦ εἴμαστε πέλαγος ὅλων τῶν κακιῶν; Ὁ διάβολός μας ταπείνωσε μὲ κάθε ἁμάρτημα. Ὀφείλουμε ὡστόσο νὰ εὐγνωμονοῦμε τὸν Θεό, ποὺ ἔτσι ταπεινωθήκαμε. Ὅσοι εὐγνωμονοῦν γιατί ταπεινώθηκαν, συντρίβουν τὸ διάβολο, ἀφοῦ, καθὼς εἶπαν οἱ πατέρες, ‘‘ἂν κατέβει ἡ ταπείνωση στὸν ἅδη, ὑψώνεται ὡς τὸν οὐρανό• καὶ ἂν ἡ ὑπερηφάνεια ὑψωθεῖ ὡς τὸν οὐρανό, καταποντίζεται στὸν ἂδη’’.
Ποιὸς μπορεῖ τάχα νὰ πείσει τὸν ταπεινὸ νὰ πλέξει λογισμοὺς ἐναντίον κάποιου ἢ νὰ τὸν κατηγορήσει ἢ ἔστω ν’ ἀνεχθεῖ μομφὴ γιὰ τὸν πλησίον; Ὅτι πάθει ἢ ἀκούσει ὁ ταπεινός, παίρνει ἀφορμὴ γιὰ νὰ κατηγορεῖ καὶ νὰ βρίζει τὸν ἑαυτὸ του. Καὶ ἔφερε σὰν παράδειγμα τὸν ἀββᾶ Μωυσῆ, ποὺ τὸν ἔδιωξαν οἱ κληρικοὶ ἀπὸ τὸ ἱερό, λέγοντάς του:
– Πήγαινε ἔξω, ἀράπη!
Κι ἐκεῖνος ἄρχισε νὰ τὰ βάζει μὲ τὸν ἑαυτὸ του:
– Ακάθαρτε! Μαῦρε! Καλά σου κάνανε! Ἀφοῦ δὲν εἶσαι ἄνθρωπος, τι θὲς καὶ πᾶς μὲ τοὺς ἀνθρώπους;
Πράγματι, πρόσθεσε ὁ ἀββᾶς Ζωσιμᾶς, ὅποιος ποθεῖ τὸν ἀληθινὸ ἴσιο δρόμο, μαλώνει αὐστηρὰ τὸν ἑαυτὸ του, ὅταν ταράζεται, καὶ τὸν ἐλέγχει ἀδιάκοπα:
“Τι μανιάζεις, ψυχή μου; Τι ταράζεσαι κι ἀφρίζεις; Μ΄ αὐτὸν τὸν τρόπο δείχνεις πὼς εἶσαι ἄρρωστη. Ἂν δὲν ἤσουν, δὲν θὰ πονοῦσες! Γιατί, ἀντὶ νὰ μέμφεσαι τὸν ἑαυτό σου, τὰ βάζεις μὲ τὸν ἀδελφό, ποῦ σου φανέρωσε τὴν ἀρρώστια σου; Μάθε ἀληθινὰ καὶ στὴν πράξη τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνος «τὶς λοιδορίες δὲν τὶς ἀνταπέδιδε, κι ὅταν ἔπασχε δὲν ἀπειλοῦσε» (Ἅ΄ Πέτρ. 2:23).
Ἄκουσε τὸν νὰ λέει καὶ ἔμπρακτα νὰ τὸ δείχνει: «Ἔδωσα τὴ ράχη μου σὲ μαστίγωμα καὶ τὰ σαγόνια σὲ ραπίσματα. Δὲν γύρισα ἀλλοῦ τὸ πρόσωπό μου, γιὰ ν’ ἀποφύγω τὴν ντροπὴ ἀπὸ τὰ φτυσίματα » (Ἤσ. 50:6). Κι ἐσύ, ἄθλια ψυχή, γιὰ μία βρισιὰ ἢ προσβολή, παραδίνεσαι στὸ πλέξιμο χίλιων δυὸ λογισμῶν, κι ἔτσι ἐπιβουλεύεσαι τὸν ἴδιο σου τὸν ἑαυτό, ὅπως οἱ δαίμονες”.
Τὸ σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ τὸν βλέπουμε. Τὰ πάθη του, ποὺ πέρασε γιά μας, τὰ διαβάζουμε κάθε μέρα. Καὶ ὅμως δὲν ἀνεχόμαστε καμιὰ προσβολή… Πάει, ξεφύγαμε ἀπὸ τὸν ἴσιο δρόμο.
*
Κάποτε τὸν ρώτησαν:
– Πώς μπορεῖ κανείς, ὅταν τὸν κακολογοῦν καὶ τὸν ἐξευτελίζουν, νὰ μὴ θυμώνει;
Καὶ ἀποκρίθηκε:
– Όποιος θεωρεῖ τὸν ἑαυτὸ του τιποτένιο, δὲν ταράζεται, καθὼς εἶπε καὶ ὁ ἀββᾶς Ποιμένας: “Ἂν ἐξευτελίσεις τὸν ἑαυτό σου, θὰ βρεῖς ἀνάπαυση”.
*
Ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς ποὺ ἔμειναν μαζί μου καὶ πῆραν ἀπὸ μένα τὸ μοναχικὸ σχῆμα, μοῦ λέει μία μέρα:
– Ἀββᾶ μου, σ’ ἀγαπῶ πολύ.
– Δὲν βρῆκα ἀκόμα κάποιον ποὺ νὰ μ’ ἀγαπάει ὅπως τὸν ἀγαπῶ ἐγώ, του ἀπάντησα. Νά, τώρα λὲς ἐσὺ “σ’ ἀγαπώ”. Τὸ πιστεύω. Ἂν ὅμως γίνει κάτι ποὺ δὲν σ’ ἀρέσει, δὲν θὰ μείνεις ὁ ἴδιος. Ἐνῶ ἐγώ, ὅτι κακὸ κι ἂν πάθω ἀπὸ σένα, δὲν θὰ σταθεῖ ἱκανὸ νὰ μὲ χωρίσει ἀπὸ τὴν ἀγάπη σου.
Δὲν πέρασε πολὺς καιρὸς καὶ δὲν ξέρω τί τὸν ἔπιασε ἄρχισε νὰ λέει πολλὰ ἐναντίον μου, ἀκόμα κι αἰσχρόλογα. Τὰ μάθαινα ὅλα, ἀλλὰ ἔλεγα στὸν ἑαυτό μου: “Εἶναι ὁ καυτήρας τοῦ Ἰησοῦ, ποὺ στάλθηκε γιὰ νὰ γιατρέψει τὴν κενόδοξη ψυχή μου. Ἀπὸ κάτι τέτοιους μπορεῖ νὰ βγεῖ κανεὶς κερδισμένος, ἂν βρίσκεται σὲ πνευματικὴ ἐγρήγορση, ἐνῶ ἀπὸ κείνους ποὺ τὸν ἐπαινοῦν ζημιώνεται. Αὐτὸς εἶναι ἀληθινὸς εὐεργέτης μού”.
Ἔλεγα μάλιστα σ’ ἐκείνους πού μου ’φερναν τὰ μαντάτα:
– Μόνο τὰ φανερά μου κακὰ ξέρει. Κι αὐτὰ ὄχι ὅλα, ἕνα μέρος μόνο. Τὰ κρυφά μου ὅμως εἶναι ἀναρίθμητα.
Μετὰ ἀπὸ καιρὸ μὲ συναντάει στὴν Καισάρεια. Ἔρχεται, ὅπως συνήθιζε, μὲ ἀγκαλιάζει καὶ μὲ φιλάει μὲ θέρμη. Κάνω κι ἐγὼ τὸ ἴδιο, σὰν νὰ μὴ συμβαίνει τίποτα. Γιατί ὅσον καιρό μου ἔσερνε ὅλα τοῦτα, κάθε φορὰ ποὺ μὲ συναντοῦσε μ’ ἀγκάλιαζε ἐγκάρδια. Κι ἐγὼ δὲν τοῦ ἔδειχνα καμιὰν ἐπιφυλακτικότητα οὔτε τὸ παραμικρὸ σημάδι πικρίας, ἂν καὶ τὰ μάθαινα ὅλα.
Αὐτὴ τὴ φορὰ ὅμως πέφτει στὰ πόδια μου καὶ μοῦ λέει:
– Συγχώρεσε μέ, ἀββᾶ μου, γιὰ τ’ ὄνομα τοῦ Κυρίου, γιατί πολλὰ καὶ φοβερὰ ξεστόμισα ἐναντίον σου.
Κι ἐγώ, ἀφοῦ τὸν φίλησα μὲ θέρμη, του ἀποκρίθηκα χαριτολογώντας:
– Θυμᾶται ἡ θεοφιλία σου τὸ λόγο ποῦ μου εἶπες κάποτε; Ἂς πληροφορηθεῖ λοιπὸν ἡ καρδιά σου, ὅτι τίποτα δὲν μοῦ ξέφυγε ἀπ’ ὅσα εἶπες. Ὅλα τὰ ἔμαθα, καὶ ποὺ καὶ σὲ ποιοὺς τὰ εἶπες. Δὲν εἶπα ὅμως ποτὲ ὅτι δὲν εἶναι ἔτσι? οὔτε μὲ ἔπεισε κανεὶς νὰ πῶ κακὸ λόγο γιὰ σένα. Οὔτε παρέλειψα ποτὲ νὰ σὲ μνημονεύω στὶς προσευχές μου. Καὶ θὰ σοῦ φέρω ἕνα τεκμήριο τῆς ἀγάπης μου: Κάποτε πόνεσε πολὺ τὸ μάτι μου. Τότε σ’ ἔφερα στὸ νοῦ μου καὶ σταυρώνοντας τό, εἶπα: “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, μὲ τὶς εὐχὲς τοῦ ἀδελφοῦ, θεράπευσε μέ”. Καὶ ἀμέσως γιατρεύτηκα!
*
Θυμήθηκε τότε ὁ μακάριος κάποιον ἀββᾶ πραότατο, πού, γιὰ τὴ μεγάλη του ἀρετὴ καὶ τὰ θαυμαστὰ σημεῖα ποὺ ἐπιτελοῦσε, ὅλη ἡ χώρα τὸν τιμοῦσε σὰν ἄγγελο Θεοῦ.
Μία μέρα πῆγε κάποιος, παρακινημένος ἀπὸ τὸν πονηρό, καὶ τὸν ἔβρισε βαριὰ μπροστὰ σὲ ὅλους. Ὁ γέροντας στεκόταν προσέχοντας τὸν μέσα στὸ στόμα καὶ λέγοντας:
– Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ στὸ στόμα σου, ἀδελφέ.
– Ναί, ἐλεεινέ, γεροφαγά!… συνέχιζε μανιασμένος ἐκεῖνος. Αυτά τὰ λὲς γιὰ νὰ φανεῖς στοὺς ἄλλους πράος.
– Πράγματι, ἀδελφέ μου, παραδέχτηκε ὁ γέροντας, αὐτὸ ποὺ λὲς εἶναι ἀληθινό.
Μετὰ τὸ ἐπεισόδιο, τὸν ρώτησε κάποιος:
– Δεν ταράχτηκες καθόλου, καλόγερε;
– Όχι! ἀποκρίθηκε. Ένιωθα σὰν νὰ σκέπαζε τὴν ψυχή μου ὁ Θεός.
*
Ὅταν ἤμουν σ’ ἕνα μοναστήρι τῆς Τύρου, πρὶν βγῶ στὴν ἔρημο, μᾶς ἐπισκέφθηκε ἕνας ἐνάρετος ἀσκητὴς τὴν ὥρα ποὺ διαβάζαμε τὰ «Ἀποφθέγματα τῶν ἁγίων Γερόντων».
Διαβάζοντας, φτάσαμε στὸ γέροντα ἐκεῖνο, ποὺ πῆγαν ληστὲς καὶ τοῦ εἶπαν:
– Θέλουμε ὅλα ὅσα ἔχεις στὸ κελλί σου.
Κι ἐκεῖνος ἀπάντησε:
– Όσα σᾶς φαίνονται καλά, παιδιά μου, πάρτε τά.
Τὰ πῆραν λοιπὸν ὅλα κι ἔφυγαν. Ἄφησαν μόνο ἕνα σκαλιστήρι. Τὸ παίρνει ἀμέσως ὁ γέροντας καὶ τρέχει ξοπίσω τοὺς φωνάζοντας:
– Παιδιά, πάρτε κι αὐτὸ ποὺ ξεχάσατε!
Οἱ ληστὲς τότε, θαυμάζοντας τὴν ἀνεξικακία του, τὰ ἐπέστρεψαν ὅλα στὸ κελλὶ του καί, μετανοημένοι, εἶπαν μεταξύ τους:
– Πραγματικά, ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ εἶναι τοῦτος ἐδῶ…
Μόλις λοιπὸν διαβάσαμε αὐτὸ τὸ ἐπεισόδιο, μοῦ λέει ὁ ἐπισκέπτης μας ἀσκητής:
– Ξέρεις, ἀββᾶ μου, αὐτὸ τὸ περιστατικὸ πολὺ μὲ ὠφέλησε.
– Πώς, πάτερ; τον ρώτησα.
Καὶ μοῦ διηγήθηκε:
– Κάποτε, ποὺ ἔμενα στὰ μέρη τοῦ Ἰορδάνη, τὸ διάβασα, θαύμασα τὸ γέροντα κι ἔκανα προσευχή: “Κύριε, Ἐσὺ ποὺ μὲ ἀξίωσες νὰ πάρω τὸ σχῆμα τῶν ἁγίων αὐτῶν γερόντων, ἀξίωσε μὲ ν’ ἀκολουθήσω καὶ τὰ ἴχνη τους”.
Καθὼς λοιπὸν εἶχα τοῦτο τὸν πόθο, μετὰ ἀπὸ δυὸ μέρες κάποιοι μου χτύπησαν τὴν πόρτα. Κατάλαβα πὼς ἦταν ληστὲς καὶ εἶπα μέσα μου: “Δόξα τῷ Θεῷ, τώρα εἶναι καιρὸς νὰ δείξω τὸν καρπὸ τοῦ πόθου μού”.
Ἄνοιξα καὶ τοὺς δέχτηκα μὲ ἱλαρότητα. Ἄναψα ἕνα λυχνάρι καὶ ἄρχισα νὰ τοὺς δείχνω τὰ πράγματα, λέγοντας:
– Μην ἀνησυχεῖτε. Πιστεύω ὅτι, μὲ τὴ χάρη τοῦ Κυρίου, δὲν θὰ σᾶς κρύψω τίποτα.
– Έχεις χρυσάφι;Μὲ ρώτησαν.
– Ναι, ἔχω τρία νομίσματα.
Καὶ ἄνοιξα μπροστὰ τοὺς ἕνα κουτί. Τὰ πῆραν κι ἔφυγαν εἰρηνικά.
Τότε ἐγὼ συνέχισε ὁ ἀββᾶς Ζωσιμᾶς ἀστειευόμενος τοῦ εἶπα:
– Γύρισαν πίσω κι αὐτοί, ὅπως οἱ ἄλλοι στὸ γέροντα;
– Θεός φυλάξει! μοῦ ἀπάντησε ἀμέσως. Μα δὲν ἤθελα νὰ ἐπιστρέψουν!
*
Ὁ μακάριος Σέργιός μου διηγήθηκε τὰ ἑξῆς:
Βαδίζαμε κάποτε μ’ ἕναν ἅγιο γέροντα καὶ χάσαμε τὸ δρόμο. Χωρὶς νὰ ξέρουμε ποὺ πᾶμε, βρεθήκαμε σ’ ἕνα σπαρμένο χωράφι καὶ πατήσαμε κατὰ λάθος λίγα σπαρτά. Μόλις μας πῆρε εἴδηση ὁ γεωργός, ἔγινε ἔξω φρενῶν κι ἄρχισε νὰ μᾶς βρίζει:
– Μοναχοί εἶστε σεῖς; Ἂν εἴχατε φόβο Θεοῦ, τέτοιο πράγμα δὲν θὰ κάνατε!
Τότε μας λέει ὁ ἅγιος γέροντας:
– Για τ’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, μὴ μιλήσει κανείς!
Καὶ εἶπε στὸ γεωργὸ μὲ πραότητα:
– Καλά λές, παιδί μου! Ἂν εἴχαμε φόβο Θεοῦ, δὲν θὰ τὸ κάναμε.
Ἐκεῖνος ὅμως συνέχισε νὰ μᾶς βρίζει ἀγριεμένος.
Ὁ γέροντας πάλι παραδέχτηκε:
– Έχεις δίκιο. Ἂν ἤμασταν πραγματικοὶ μοναχοί, δὲν θὰ σοῦ κάναμε τέτοια ζημιά! Ἀλλά, γιὰ τὸν Κύριο, συγχώρεσέ μας, σὲ παρακαλοῦμε, ποὺ ἁμαρτήσαμε.
Κατάπληκτος τότε ἐκεῖνος, ρίχνεται στὰ πόδια τοῦ γέροντα, λέγοντας:
– Εσύ συγχώρεσε μέ, ἀββᾶ, γιὰ τὸν Κύριο, καὶ πάρε μὲ μαζί σου.
Καὶ ὁ μακάριος Σέργιος μὲ βεβαίωσε:
Πραγματικά, μᾶς ἀκολούθησε καὶ ἔλαβε τὸ μοναχικὸ σχῆμα.
Καὶ τόνιζε ὁ ἀββᾶς Ζωσιμᾶς:
Νὰ τί κατόρθωσε, μετὰ τὸν Θεό, ἡ πραότητα καὶ ἡ εἰλικρινὴς ὁμολογία τοῦ ἁγίου: Νὰ σώσει ψυχὴ πλασμένη «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ», ποὺ τὴν προτιμάει ὁ Κύριος περισσότερο ἀπὸ μύριους κόσμους μὲ ὅλα τὰ ἀγαθά τους!…
*
Μοῦ διηγήθηκε ἕνας ἀδελφὸς τὰ ἀκόλουθα:
Εἴχαμε πολλὴ ἀγάπη μὲ κάποιο διάκο τῆς λαύρας τοῦ ἀββᾶ Γερασίμου στὸν Ἰορδάνη. Κάποτε ὅμως, χωρὶς νὰ ξέρω γιὰ ποιὸ λόγο, ἄρχισε νὰ μοῦ φέρεται ψυχρά. Τὸν ρώτησα νὰ μάθω τὴν αἰτία, καὶ μοῦ εἶπε:
– Αυτό κι αὐτὸ ἔκανες.
Ἐγὼ τὸν βεβαίωσα ὅτι δὲν εἶχα κάνει τίποτα τέτοιο, μὰ ἐκεῖνος μου ἀπάντησε:
– Συγχώρεσε μέ, ἀλλὰ δὲν πείθομαι ὅτι εἶναι ἔτσι ποὺ τὰ λές.
Γυρίζοντας στὸ κελλί μου, ἄρχισα νὰ ἐρευνῶ τὴ συνείδησή μου, ἂν εἶχα κάνει τέτοιο πράγμα, ἀλλὰ δὲν ἔβρισκα.
Ἡ ψυχρότητα ὅμως μὲ τὸ διάκο συνεχιζόταν. Τότε θυμήθηκα τὰ λόγια τῶν ἁγίων Πατέρων καί, στρέφοντας λίγο τὸ λογισμό μου, λέω στὸν ἑαυτό μου:
“Ο διάκος μ’ ἀγαπάει γνήσια, καὶ γι’ αὐτὸ πῆρε τὸ θάρρος νὰ μοῦ φανερώσει ὅτι εἶχε ἡ καρδιά του γιὰ μένα, ὥστε νὰ μὴν τὸ ξανακάνω. Ἀλλὰ ἐσύ, ἄθλια ψυχή, λὲς ὅτι δὲν τὸ ἔκανες αὐτό. Μύρια ὅμως κακὰ ἔχεις κάνει καὶ τὰ ἔχεις λησμονήσει. Ποῦ εἶναι ὅσα ἔκανες χθὲς ἢ πρὶν δέκα μέρες; Τὰ θυμᾶσαι; Κι αὐτὸ λοιπὸν τὸ ἔκανες, ὅπως κι ἐκεῖνα, καὶ τὸ ξέχασες, ὅπως κι ἐκείνα”.
Μὲ τέτοιο λογισμὸ σηκώθηκα καὶ πῆγα νὰ τοῦ βάλω μετάνοια. Χτύπησα τὴν πόρτα. Ἀλλὰ μόλις ἄνοιξε, μοῦ ἔβαλε πρῶτος μετάνοια, λέγοντας:
– Συγχώρεσε μέ, ἀδελφέ, γιατί μὲ ἐξαπάτησαν οἱ δαίμονες καὶ σὲ ὑποψιάστηκα ἄδικα γιὰ κείνη τὴν περίπτωση. Μὲ πληροφόρησε ὅμως ὁ Θεός, ὅτι πραγματικὰ ἐσὺ εἶσαι ἀθῶος.
Καὶ δὲν μὲ ἄφησε νὰ τοῦ πῶ τίποτα, ἐπιμένοντας ὅτι δὲν ὑπάρχει πιὰ λόγος.
*
Θαύμαζε ὁ ἀββᾶς Ζωσιμᾶς τὴν εὐσπλαχνία τῶν ἁγίων ἀκόμα καὶ σ’ ὅσους τοὺς ἀδικοῦσαν, καὶ διηγήθηκε τὴν ἀκόλουθη διδακτικὴ ἱστορία, ὅπως του τὴν περιέγραψε κάποιος ἡγούμενος:
Κοντὰ στὸ κοινόβιά μας ἀσκήτευε ἕνας γέροντας μὲ ἀγαθότατη ψυχή.
Μία φορᾶ ποὺ ἀπουσίασε, κάποιος γείτονάς του μοναχὸς πῆγε στὸ κελλὶ του καὶ τοῦ πῆρε ὅλα τὰ σκεύη καὶ τὰ βιβλία.
Ὅταν γύρισε ὁ γέροντας καὶ δὲν βρῆκε τὰ πράγματά του, πῆγε ἀνυποψίαστος νὰ τὸ πεῖ στὸν ἀδελφό. Βρίσκει λοιπὸν ἐκεῖ ὅλα τὰ σκεύη τοῦ μὲς στὴ μέση, γιατί ὁ ἄλλος δὲν εἶχε προλάβει νὰ τὰ κρύψει.
Ὁ γέροντας, μὴ θέλοντας νὰ τὸν ντροπιάσει οὔτε νὰ τὸν μαλώσει, προσποιήθηκε ὅτι τὸν ἔπιασε τάχα «σωματικὴ ἀνάγκη». Βγῆκε ἀμέσως, πῆγε στὸ ἀποχωρητήριο κι ἔμεινε ἐκεῖ ἀρκετὴ ὥρα, ὥσπου νὰ κρύψει ὁ ἀδελφὸς τὰ πράγματα. Ὅταν ἐπέστρεψε ὁ γέροντας, ἄρχισε νὰ συζητάει γι’ ἄλλα θέματα. Γιὰ τὴν κλοπὴ δὲν τοῦ εἶπε τίποτα.
Μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες ὅμως κάποιοι ἄλλοι ἀναγνώρισαν τὰ κλεμμένα σκεύη κι ἔβαλαν τὸν κλέφτη στὴ φυλακή, χωρὶς νὰ τὸ μάθει ὁ ἴδιος ὁ γέροντας. Ὅταν ἀργότερα πληροφορήθηκε ὅτι ὁ ἀδελφὸς εἶναι στὴ φυλακή, λυπήθηκε πολύ. Δὲν ἤξερε ὅμως γιὰ ποιὰν αἰτία φυλακίστηκε. Ἦρθε λοιπὸν σὲ μένα -συνεχίζει ὁ ἡγούμενος- καὶ μοῦ λέει:
– Κάνε ἀγάπη, ἀββᾶ, δῶσε μου μερικὰ αὐγὰ καὶ λίγο ἄσπρο ψωμί.
– Έχεις κάποιον φιλοξενούμενο; τον ρώτησα.
– Ναι, μοῦ ἀπάντησε.
Στὴν πραγματικότητα τὰ ἤθελε γιὰ νὰ τὰ πάει στὴ φυλακὴ καὶ νὰ παρηγορήσει λίγο τὸν ἀδελφό.
Μόλις τὸν εἶδε ἐκεῖνος, πέφτει στὰ πόδια του, λέγοντας:
– Για σένα εἶμαι ἐδῶ, ἀββᾶ, γιατί ἐγὼ ἔκλεψα τὰ πράγματά σου. Ἀλλὰ νά, τὸ βιβλίο σου εἶναι στὸν τάδε, τὸ ἱμάτιό σου στὸν δείνα…
– Ἂς πληροφορηθεῖ ἡ καρδιά σου, παιδί μου, του εἶπε ὁ γέροντας, ὅτι δὲν ἦρθα ἐδῶ γι’ αὐτό, οὔτε ἔμαθα ὁλότελα ὅτι εἶσαι στὴ φυλακὴ ἐξαιτίας μου. Ἀλλὰ ὅταν ἄκουσα πὼς βρίσκεσαι ἐδῶ, λυπήθηκα καὶ ἦρθα νὰ σὲ παρηγορήσω -νά, δὲς καὶ τ’ αὐτὰ καὶ τὸ ψωμί. Τώρα ὅμως ποὺ τὸ μαθαίνω, θὰ κάνω τὸ πᾶν, ὥσπου νὰ σὲ βγάλω ἀπ’ τὴ φυλακή.
Πράγματι, πῆγε καὶ παρακάλεσε μερικοὺς μεγάλους, ποὺ τοὺς ἦταν γνωστὸς γιὰ τὴν ἀρετή του, κι αὐτοὶ ἔστειλαν καὶ τὸν ἐλευθέρωσαν.
*
Εἶχαν νὰ λένε πάλι γιὰ τὸν ἴδιο γέροντα, ὅτι πῆγε κάποτε στὴν ἀγορὰ καὶ ἀγόρασε ἕνα ἱμάτιο. Ἔδωσε ἕνα χρυσὸ νόμισμα κι ἔπρεπε νὰ συμπληρώσει ἀκόμα μερικὰ κέρματα. Κάθισε πάνω στὸ ἱμάτιο καὶ ἄρχισε νὰ μετράει στὸν πάγκο.
Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἔνιωσε ὅτι κάποιος προσπαθοῦσε νὰ τοῦ κλέψει τὸ ἱμάτιο. Μόλις τὸ κατάλαβε ὁ γέροντας, ὄντας στὸ ἔπακρο σπλαχνικός, λίγο λίγο ἀνασηκωνόταν, τάχα γιὰ νὰ φτάνει τὰ κέρματα στὸν πάγκο, ὥσπου ὁ ἄλλος πῆρε τὸ ἱμάτιο κι ἔφυγε.
Καὶ ἔλεγε ὁ μακάριος Ζωσιμᾶς:
Πόση ἀξία εἶχαν τὰ σκεύη ἢ τὸ ἱμάτιο ποῦ ἔχασε; Ἀλλὰ ἡ προαίρεση τοῦ ἦταν μεγάλη. Ἀπόδειξη, ὅτι, κι ὅταν τοῦ τὰ πῆραν ἔμεινε ὁ ἴδιος: οὔτε λυπημένος, οὔτε ταραγμένος.
Ἂς ἀγωνιστοῦμε λοιπὸν κι ἐμεῖς, ἀδελφοί, νὰ μιμηθοῦμε τοὺς ἁγίους Πατέρες, ὥστε νὰ φέρουμε καρποὺς πνευματικοὺς κι ἔτσι νὰ κερδίσουμε τὰ αἰώνια ἀγαθά.

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *