•  

  • Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται. [Μακάριοι αὐτοὶ ποὺ ἐλεοῦν, διότι αὐτοὶ θὰ ἐλεηθοῦν, ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως] (ΚατάΜατθαιον 5,7)
    Τῷ αἰτούντι σὲ δίδου καὶ τὸν θέλον τὰ ἀπό σου δανείσασθαι μὴ ἀποστραφῆς. [Σὲ ἐκεῖνον ποὺ ἔχει πράγματι ἀνάγκη καὶ σοῦ ζητεῖ ἐλεημοσύνην, δίδε μὲ εἰλικρινῆ ἀγάπη καὶ μὴν περιφρονήσεις αὐτόν, ποὺ θέλει νὰ δανειστεῖ ἀπὸ σένα χωρὶς τόκο.] (Κατὰ Ματθαῖον 5,42)
    Προσέχετε τὴν ἐλεημοσύνην ὑμῶν μὴ ποιεὶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸ θεαθῆναι αὐτοίς? εἶδε μῆγε, μισθὸν οὐκ ἔχετε παρὰ τῷ πατρὶ ὑμῶν τῷ ἐν τοὶς οὐρανοίς. Ὅταν οὒν ποιῆς ἐλεημοσύνην, μὴ σαλπίσης ἔμπροσθέν σου, ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ ποιούσιν ἐν ταὶς συναγωγαὶς καὶ ἐν ταὶς ρύμαις, ὅπως δοξασθώσιν ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων• ἀμὶν λέγω ὑμίν, ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν. Σοὺ δὲ ποιοῦντος ἐλεημοσύνην μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου, ὅπως ἥ σοὺ ἡ ἐλεημοσύνη ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσεισοι ἐν τῷ φανερῷ. [Προσέχετε νὰ μὴν κάνετε τὴν ἐλεημοσύνη σας μπροστὰ στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων, γιὰ νὰ σᾶς δοῦν καὶ νὰ σᾶς θαυμάσουν καὶ νὰ σᾶς ἐπαινέσουν• διότι ἔτσι δὲν ἔχετε κανένα μισθὸ ἀπὸ τὸν Πατέρα σας τὸν ἐπουράνιον. Ὅταν λοιπὸν κάνεις ἐλεημοσύνη, μὴν τὸ διαφημίζεις, σὰν μὲ σάλπιγγα, μπροστά σου, ὅπως κάνουν οἱ ὑποκριτὲς στὶς συναγωγὲς καὶ στοὺς δρόμους, γιὰ νὰ δοξαστοῦν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Ἀλήθειά σας λέω, ὅτι αὐτοὶ πῆραν ὅλη τὴν ἀμοιβή τους, ἀπὸ τὸν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων. Ἐσὺ ὅμως, ὅταν κάνεις ἐλεημοσύνη, ἂς μὴν ξέρει τὸ ἀριστερό σου χέρι, τί κάνει τὸ δεξί σου, γιὰ νὰ μείνει ἔτσι ἡ ἐλεημοσύνη σου μυστικὴ καὶ ἄγνωστος• καὶ ὁ Πατήρ σου, ποὺ βλέπει καὶ τὰ πλέον ἀπόκρυφα ἔργα, θὰ σοῦ δώσει τὴν ἀμοιβὴ ἐνώπιον ὅλου του κόσμου.] (Κατά Ματθαίον 6,2-3)

  • Ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατε μοὶ φαγείν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατε μέ, ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετε μέ, γυμνός, καὶ περιεβάλετε μέ, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθε μέ, ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρὸς μέ. Τότε ἀποκριθήσονται αὐτῶ οἱ δίκαιοι λέγοντες• κύριε, πότε σὲ εἴδομεν πεινώντα καὶ ἐθρέψαμεν, ἡ διψώντα καὶ ἐποτίσαμεν; Πότε δὲ σὲ εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἡ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν; Πότε δὲ σὲ εἴδομεν ἀσθενῆ ἡ ἐν φυλακῇ, καὶ ἤλθομεν πρὸς σέ; Καὶ ἀποκριθεῖς ὁ βασιλεὺς ἐρεῖ αὐτοίς• ἀμὴν λέγω ὑμίν, ἔφ?ὅσον ἐποιήσατε ἐνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε.[Διότι πείνασα καὶ Μοῦ δώσατε νὰ φάω, δίψασα καὶ Μὲ ποτίσατε, ξένος ἤμουνα καὶ Μὲ πήρατε στὸ σπίτι σας, γυμνὸς ἤμουνα καὶ Μὲ ἐνδύσατε, ἀρρώστησα καὶ Μὲ ἐπισκεφθήκατε, στὴν φυλακὴ ἤμουνα καὶ ἤρθατε σ’ Ἐμένα». Τότε θὰ τοῦ ἀποκριθοῦν οἱ δίκαιοι καὶ θὰ ποῦν: «Κύριε, πότε Σὲ εἴδαμε νὰ πεινᾶς καὶ Σὲ θρέψαμε ἢ νὰ διψᾶς καὶ Σὲ ποτίσαμε; Πότε δὲ Σὲ εἴδαμε ξένο καὶ Σὲ πήραμε στὸ σπίτι ἢ γυμνὸ καὶ Σὲ ἐνδύσαμε; Πότε Σὲ εἴδαμε ἄρρωστο ἢ φυλακισμένο καὶ ἤρθαμε σ’ Ἐσένα;». Ὁ Βασιλεὺς θὰ ἀπαντήσει καὶ θὰ τοὺς πεῖ: «Ἀλήθειά σας λέω, ὅ,τι κάνατε σὲ ἕναν ἀπὸ τούτους τοὺς ἀσήμαντους ἀδελφούς μου (συνανθρώπους σας), σ’ Ἐμένα τὸ κάνατε».] (Κατὰ Ματθαῖον 25, 35-40)
    Ἀμὴν λέγω ὑμὶν ὅτι ἡ χήρα ἡ πτωχὴ αὔτη πλεῖον πάντων ἔβαλε τῶν βαλλόντων εἰς τὸ γαζοφυλάκιον? πάντες γὰρ ἐκ τοῦ περισσεύοντος αὐτοὶς ἔβαλον? αὔτη δὲ ἐκ τῆς ὑστερήσεως αὐτῆς πάντα ὅσα εἶχεν ἔβαλεν, ὅλον τὸν βίον αὐτῆς. [Καὶ ἀφοῦ προσκάλεσε ὁ Κύριος τους μαθητές Του, τοὺς εἶπε: ‘’Σᾶς διαβεβαιώνω, ὅτι αὐτὴ ἡ φτωχὴ χήρα ἔριξε στὸ κουτὶ πολὺ περισσότερα, ἀπὸ ὅλους τους ἄλλους. Διότι ὅλοι οἱ ἄλλοι, ἔριξαν ἀπὸ τὸ περίσσευμά τους, αὐτὴ ὅμως ἀπὸ τὴν πλήρη στέρησή της• ὅλα ὅσα εἶχεν τὰ ἔριξε, ὅλο τὸν βίο της’’.] (ΚατάΜαρκον 12,43-44)
    Παντὶ δὲ τῷ αἰτούντι σὲ δίδου. [Στὸν καθένα πού σου ζητάει, δίνε.] (Κατὰ Λουκᾶν 6,30)
    Καὶ ἂν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς, ποὶα ὑμὶν χάρις ἐστι; Καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιούσι. [Καὶ ἂν εὐεργετεῖτε ἐκείνους πού σας εὐεργετοῦν, ποιὰ εὔνοια καὶ Χάρη περιμένετε ἀπὸ τὸν Θεό; Διότι καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ ἴδιο κάνουν.] (Κατὰ Λουκᾶν 6,33)
    Τοῦτο δέ, ὁ σπείρων φειδομένως φειδομένως καὶ θερίσει, καὶ ὁ σπείρων ἐπ’ εὐλογίαις ἔπ΄εὐλογίαις καὶ θερίσει. Ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται τὴ καρδία, μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης. Ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾶ ὁ Θεός. Δυνατὸς δὲ ὁ Θεὸς πάσαν χάριν περισσεῦσαι εἰς ὑμᾶς, ἴνα ἐν παντὶ πάντοτε πάσαν αὐτάρκειαν ἔχοντες περισσεύητε εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν. Καθὼς γέγραπται? ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοὶς πένησιν. Ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰώνα. [Πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅτι ἐκεῖνος ποὺ σπέρνει μὲ τσιγγουνιά, θὰ ἔχει καὶ λίγη σοδειά. Καὶ ἐκεῖνος ποὺ σπέρνει ἁπλόχερα, θὰ ἔχει πολὺ σοδειά. Ὁ καθένας ἂς δίνει σύμφωνα μὲ τὴν ἐλεύθερη διάθεση τῆς καρδιᾶς του, χωρὶς νὰ στενοχωριέται ἢ νὰ ἐξαναγκάζεται, διότι ὁ Θεὸς ἀγαπάει ἐκεῖνον, ποὺ δίνει μὲ προθυμία καὶ εὐχαρίστηση. Εἶναι δυνατὸν ὁ Θεὸς νὰ σᾶς δώσει μὲ τὸ παραπάνω κάθε δωρεάν, ὥστε πάντοτε, σὲ κάθε τί, νὰ ἔχετε κάθε ἐπάρκεια σὲ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ ἔτσι νὰ προθυμοποεῖστε μὲ τὸ παραπάνω γιὰ κάθε καλὸ ἔργο. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ θὰ πραγματοποιηθεῖ καὶ σὲ ἐσᾶς ἐκεῖνο ποὺ λέγει ἡ Γραφή: ‘’Ἐσκόρπισε ἀφθόνως τὶς ἐλεημοσύνες του, ἔδωσε στοὺς πτωχούς• ἡ ἀγαθοεργία του θὰ μείνει γιὰ πάντα.] (Πρὸς Κορινθίους Β’ 9,6-7)
    Ἡ Κρίση τοῦ Θεοῦ θὰ εἶναι χωρὶς ἐπιείκεια, γιὰ ἐκεῖνον ποὺ δὲν ἔκανε ἐλεημοσύνη. (Ἰακώβου 2,13)
    Ἐργαζώμεθα τὸ ἀγαθὸν πρὸς πάντας, μάλιστα δὲ πρὸς τοὺς οἰκείους της Πίστεως. [Ἂς ἐργαζόμαστε τὸ καλὸ σὲ ὅλους, ἰδιαίτερα ὅμως σὲ ἐκείνους, ποὺ ἔχουν τὴν ἴδια πίστη μὲ ἐμᾶς.] (Πρὸς Γαλάτας 6,10)
    Τὴ ψυχὴ αὐτοῦ ἀγαθὸν ποιεῖ ἀνὴρ ἐλεήμων, ἐξολλύει δὲ αὐτοῦ σῶμα ὁ ἀνελεήμων. [Ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ἐλεεῖ τοὺς ἄλλους, κάνει στὴν πραγματικότητα μεγάλο καλὸ στὸν ἑαυτόν του, στὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα του. Ἀντίθετα ὁ ἄσπλαγχνος καὶ ἀνελεήμων, καταστρέφει τὴν ἐπίγεια ζωήν του καὶ τὴν ψυχή του.] (Παροιμίες 11,17)
    Εἰσὶν οἱ ταὶ διασπείροντες πλεῖον ἀποιούσιν, εἰσὶ δὲ καὶ οἱ συνάγοντες ἐλαττονοῦνται. [Ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι σκορπίζουν ἁπλόχερα τὰ ἀγαθά τους γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση τῶν ἄλλων καὶ μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ ἀποκτοῦν πολὺ περισσότερα. Ὑπάρχουν ἐξ ἀντιθέτου καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι, ἂν καὶ διαρκῶς συγκεντρώνουν ὑλικὰ ἀγαθὰ μὲ παρανόμους τρόπους, πάντοτε στεροῦνται.] (Παροιμίες 11,24)
    Δανείζει Θεῶ ὁ ἐλέων πτωχόν. [Δανείζει τὸ Θεό, αὐτὸς ποὺ ἐλεεῖ φτωχό.] (Παροιμίες 19,17)
    Ἔλαιον δὲ ἁμαρτωλοῦ μὴ λιπανάτω τὴν κεφαλήν μου. [Μυρωμένο εὐῶδες ἔλαιον ἁμαρτωλοῦ, ποτὲ νὰ μὴν ἀρωματίσει τὴν κεφαλήν μου.] (Ψάλμ. 140,5)
    Πῦρ φλογιζόμενον ἀποσβέσει ὕδωρ, καὶ ἐλεημοσύνη ἐξιλάσεται ἁμαρτίας.[Τὸ νερὸ σβήνει τὶς φλόγες τῆς φωτιᾶς καὶ ἡ ἐλεημοσύνη ἐξιλεώνει τὶς μεγάλες ἁμαρτίες.] (Σοφία Σειρὰχ 3,30)
    Τέκνον, τὴν ζωὴν τοῦ πτωχοῦ μὴ ἀποστερήσης καὶ μὴ παρελκύσης ὀφθαλμοὺς ἐπιδεεῖς. Ψυχὴν πεινώσαν μὴ λυπήσης καὶ μὴ παροργίσης ἄνδρα ἐν ἀπορίᾳ αὐτοῦ. Καρδίαν παρωργισμένην μὴ προσταράξης καὶ μὴ παρελκύσης δόσιν προσδεομένου. Ἱκέτην θλιβόμενον μὴ ἀπαναίνου καὶ μὴ ἀποστρέψης τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ πτωχοῦ. [Παιδί μου, μὴν στερήσεις τὸν φτωχὸ ἀπὸ ὅσα τοῦ χρειάζονται γιὰ τὴν ζωή του καὶ μὴν ἀναβάλλεις τὴν βοήθειάν σου σὲ μάτια, τὰ ὁποῖα σὲ κυττάζουν ἰκετευτικῶς. Ἄνθρωπο ποὺ πεινᾶ, μὴν τὸν λυπήσεις. Μὴν ἐξοργίζεις ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος βρίσκεται σὲ ἀνάγκη. Μὴν ταράξεις περισσότερο καρδιά, τὴν ὁποίαν ἔχει ἀναστατώσει ἡ ὀργὴ καὶ μὴν ἀναβάλλεις τὴν βοήθειάν σου σὲ ἄνθρωπο, ποὺ ἔχει τὴν ἀνάγκη σου. Μὴν ἀπωθεῖς ἄνθρωπο, ποὺ θλίβεται καὶ ὁ ὁποῖος σὲ παρακαλεῖ. Καὶ μὴν ἀποστρέψεις τὸ πρόσωπό σου ἀπὸ φτωχὸ ἄνθρωπο.] (Σοφία Σειρὰχ 4,1-4)
    Οὐκ ἔστιν ἀγαθὰ τῷ ἐν δελεχίζοντι εἰς κακὰ καὶ τῷ ἐλεημοσύνην μὴ χαριζομένω. Δὸς τῷ εὐσεβεῖ καὶ μὴ ἀντιλάβη τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Εὖ ποίησον τῷ ταπεινῷ καὶ μὴ δῶς ἀσεβεῖ? Ἐμπόδισον τοὺς ἄρτους αὐτοῦ καὶ μὴ δῶς αὐτῶ, ἴνα μὴ ἐν αὐτοὶς σὲ δυναστεύση? διπλάσια γὰρ κακὰ εὐρήσεις ἐν πάσιν ἀγαθοίς, οἲς ἂν ποιήσης αὐτῶ. [Δὲν εἶναι ὀρθὸ καὶ δίκαιο, νὰ εὐεργετεῖται ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἰσχυρογνωμόνως ἐπιμένει στὸ κακό. Ὅπως ἐπίσης καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐνῶ μπορεῖ, δὲν κάνει ποτὲ ἐλεημοσύνη. Δῶσε τὴν ἐλεημοσύνην σου στὸν εὐσεβῆ καὶ μὴν ἔρχεσαι σὲ βοήθεια τοῦ ἀμετανοήτου ἁμαρτωλοῦ. Εὐεργέτησε τὸν ταπεινὸ ἄνθρωπον καὶ μὴν δώσεις τὴν εὐεργεσίαν σου στὸν πωρωμένο ἀσεβῆ. Κράτησε τοὺς ἄρτους σου, μὴν τοὺς δίδεις στὸν ἀσεβῆ, γιὰ νὰ μὴν σὲ καταδυναστεύσει ἐκεῖνος μὲ αὐτούς. Διότι θὰ βρεῖς ἀπὸ αὐτόν, ὄχι εὐγνωμοσύνη, ἀλλὰ διπλάσια κακὰ ἀπὸ τὰ ἀγαθά, τὰ ὁποία τοῦ ἔκανες.] (ΣοφίαΣειραχ 12,3-5)
    Ἐλεημοσύνην ὑπὲρ ἀσπίδα κράτους καὶ ὑπὲρ δόρυ ἀλκῆς κατέναντι ἐχθροῦ πολεμήσει ὑπέρ σου. [Ἡ ἐλεημοσύνη σου θὰ σὲ ὑπερασπίσει ἐναντίον παντὸς ἐχθροῦ περισσότερο ἀπὸ ἰσχυρὰ ἀσπίδα καὶ ἀπὸ δυνατὸ δόρυ.] (ΣοφίαΣειραχ 29,13)
    Θυσιάζων ἐξ ἀδίκου, προσφορὰ μεμωκημένη, καὶ οὐκ εἰς εὐδοκίαν δωρήματα ἀνόμων. Οὐκ εὐδοκεῖ ὁ Ὕψιστος ἐν προσφοραὶς ἀσεβῶν, οὐδὲ ἐν πλήθει θυσιῶν ἐξιλάσκεται ἁμαρτίας. Θύων υἱὸν ἔναντι τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ὁ προσάγων θυσίαν ἐκ χρημάτωνπενητων. [Ἐκεῖνος ποὺ προσφέρει θυσία ἀπὸ ἀδίκως ἀποκτηθέντα πράγματα, κάνει προσφορὰν ἐμπαικτικὴ γιὰ τὸν Θεό. Τὰ δῶρα τῶν παρανόμων, δὲν εἶναι δεκτὰ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Δὲν εὐαρεστεῖται ὁ Ὕψιστος στὶς προσφορὲς τῶν ἀσεβῶν, οὔτε καὶ συγχωρεῖ τὶς ἁμαρτίες τους μὲ τὸ πλῆθος τῶν θυσιῶν τῶν. Ἐκεῖνος ποὺ προσφέρει θυσία ἀπὸ χρήματα πτωχῶν, εἶναι σὰν νὰ θυσιάζει τὸ παιδὶ μπροστὰ στὸν πατέρα του.] (Σοφία Σειρὰχ 34,18-20)
    Διάθρυπτε πεινώντι τὸν ἄρτον σου καὶ πτωχοὺς ἀστέγους εἴσαγε εἰς τὸν οἶκον σου? ἐὰν ἴδης γυμνόν, περίβαλε, καὶ ἀπὸ τὸν οἰκείων του σπέρματός σου οὒχ ὑπερόψει. Τότεραγησεταιπρωϊμοντοφωςσου, καιταιάματασουταχυανατελει, καιπροπορεύσεταιεμπροσθενσουηδικαιοσυνησου, καιηδόξατουΘεουπεριστελεισε. [Κόβε τὸ ψωμί σου καὶ μοιράσου τὸ μὲ τὸν φτωχό. Βάλε ἀστέγους στὸν οἶκον σου, ἐὰν δεῖς γυμνὸ ἔνδυσε τὸν. Καὶ ἀπέναντι τῶν οἰκείων σου, μὴν δείξεις ἀδιαφορία καὶ καταφρόνηση. Ἐὰν τηρήσεις αὐτά, τότε θὰ ἀναλάμψει σὰν τῆς αὐγῆς χαρούμενο τὸ φῶς τῆς εἰρήνης καὶ τῆς χαρᾶς σου. Ταχέως θὰ ἀνατείλλει ἡ θεραπεία τῶν πληγῶν σου καὶ θὰ ἀποκατασταθεῖ ἡ ὑγεία σου. Ἔμπροσθέν σου θὰ προπορεύεται ἡ ἀρετή σου, ἐνῶ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ θὰ σὲ περιβάλλει πάντοτε.] (Ἠσαΐας 58,7-8)
    Ἐκ τῶν ὑπαρχόντων σοὶ ποίει ἐλεημοσύνην, καὶ μὴ φθονεσάτω σουο ὀφθαλμὸς ἐν τῷ ποιεὶν σὲ ἐλεημοσύνην? μὴ ἀποστρέψης τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ παντὸς πτωχοῦ, καιαπόσουουμηαποστραφητοπροσωποντουΘεου. [Ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά σου δίνε ἐλεημοσύνην. Μὴ στενοχωρηθεῖ καὶ μὴ λυπηθεῖ τὸ μάτι σου, ὅταν πράττεις ἐλεημοσύνη. Μὴ γυρίσεις ἀλλοῦ τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ κάθε φτωχὸν τότε καὶ τὸ πρόσωπον τοῦ Θεοῦ δὲν θὰ ἀποστραφεῖ ποτὲ ἀπὸ σένα.] (Τωβὶτ 4,7)
    Καλὸν ποιῆσαι ἐλεημοσύνην ἡ θησαυρίσαι χρυσίον? ἐλεημοσὺν ἡ γὰρ ἐκ θανάτου ρύεται, καὶ αὐτὴ ἀποκαθαριεῖ πάσαν ἁμαρτίαν? οἱ ποιοῦντες ἐλεημοσύνας καὶ δικαιοσύνας πλησθήσονται ζωῆς. [Καλὸ εἶναι νὰ κάνει κανεὶς τὴν ἐλεημοσύνην, παρὰ νὰ ἀποθησαυρίζει χρυσό. Διότι ἡ ἐλεημοσύνη γλυτώνει τὸν ἄνθρωπον ἀπὸ τὸν θάνατο. Αὐτὴ καθαρίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ κάθε ἁμαρτία. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κάνουν ἐλεημοσύνες καὶ ζοῦν μὲ δικαιοσύνη, θὰ ἀπολαύσουν τὴν ἀληθινὴ ζωή.] (Τωβὶτ 12,8-9)
    Μὲ τὴν ἐλεημοσύνη στὰ χέρια σου νὰ σκεφτεῖς πολύ, μέχρι νὰ ἀντιληφθεῖς, σὲ ποιὸν πρέπει νὰ δώσεις. (Διδαχὴ τῶν Ἀποστόλων)
    Μὲ τίποτε ἄλλο δὲν ἐξομοιώνεται ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ Θεὸ τόσο, ὅσο μὲ τὸ νὰ εὐεργετεῖ. Μπορεῖς νὰ γίνεις ‘’θεός’’, χωρὶς νὰ κοπιάσεις καθόλου. Μὴν χάσεις τὴν εὐκαιρία τῆς θεώσεως…! (ἍγιοςΓρηγοριοςοΘεολογος)
    Ὅσα καὶ ἂν προσφέρεις, ἐκεῖνα πού σου μένουν εἶναι πάντα περισσότερα. Διότι δὲν θὰ δώσεις τίποτα δικό σου, ἀφοῦ ὅλα τὰ ἔχεις πάρει ἀπὸ τὸ Θεό. (Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος)
    Χωρὶς τὴν ἐλεημοσύνη, δὲν παράγει καρποὺς ἡ ψυχή. Ὅλα, χωρὶς αὐτήν, εἶναι ἀκάθαρτα καὶ ἀνώφελα! Μ’ αὐτήν, μποροῦμε νὰ ἐξισωθοῦμε μὲ τὸν Θεό, ἐλεώντας καὶ βοηθώντας. Ὅταν λοιπὸν δὲν ἔχουμε αὐτήν, στερούμαστε τὰ πάντα. Δὲν εἶπε ὁ Κύριος, ἐὰν πιστεύσετε ἢ ἐὰν μείνετε παρθένοι, θὰ γίνετε ὅμοιοι μὲ τὸν Πατέρα σας. Ἀλλὰ τί; “Να γίνετε οἰκτίρμονες, ὅπως ὁ Πατέρας σας στὸν οὐρανό”. (Λούκ. 6,36) Διότι “ἐλεημοσύνη θέλω καὶ ὄχι θυσία (Μάτθ. 9,13). (Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος)
    Μὴν τεντώνεις τὰ χέρια σου στὸν οὐρανό, ἀλλὰ στὰ χέρια τῶν φτωχῶν. Ἂν ἐκτείνεις τὰ χέρια σου στὰ χέρια τῶν φτωχῶν, πιάστηκες ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ. (Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος)
    Ἂς δώσουμε ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μας στοὺς φτωχούς, γιὰ νὰ γίνουμε πλούσιοι σὲ οὐράνια ἀγαθά. (Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος)
    Δῶσε κάτι, ἔστω καὶ ἐλάχιστο, σ΄ ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ἀνάγκη. Ἀντὶ γιὰ μεγάλη προσφορά, δῶσε τὴν προθυμία σου. Καὶ ἂν δὲν ἔχεις τίποτα, δάκρυσε. (Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος)
    Ἡ εὐεργεσία εἶναι πιὸ πολύτιμη ἀπὸ τὴν ἀρρώστια καὶ εἶναι πιὸ σημαντικὴ ἡ ἐλεημοσύνη ἀπὸ τὸ κέρδος. Ἡ ἐλεημοσύνη, ὀμορφαίνει, χρωματίζει καὶ λεπταίνει τὴν ψυχή. Εὐεργετώντας, πίστευε ὅτι μιμεῖσαι τὸν Θεό. (Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος)
    Τίποτε δὲν εἶναι πιὸ μεγάλο γιὰ τὸ Θεό, ἀπὸ τὸ νὰ δίνει καὶ ὁ φτωχός. (Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος)
    Ἐκεῖνος ποὺ ἔδωσε ἐλεημοσύνη σὲ 100 ἀνθρώπους καὶ μποροῦσε νὰ δώσει καὶ σὲ ἄλλους, καὶ νὰ ξεδιψάσει καὶ νὰ θρέψει πολλοὺς ποὺ τὸν παρακαλοῦσαν καὶ φώναζαν καὶ ὡστόσο τοὺς ἔδιωξε, θὰ κριθεῖ ἀπὸ τὸ Χριστὸ ὅτι δὲν ἔθρεψε Αὐτὸν τὸν ἴδιο. Γιατί καὶ σ’ ὅλους ἐκείνους βρίσκεται Αὐτός, ποὺ τρέφεται ἀπό μας στὸ πρόσωπο τοῦ κάθε ἀνθρώπου. (Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος)
    Ὁ ἐλεήμων ἄνθρωπος εἶναι κάτι πολύτιμο. Ἡ χάρη τῆς ἐλεημοσύνης εἶναι πιὸ μεγάλη, ἀπὸ τὴ χάρη τῶν νεκραναστάσεων. Γιατί εἶναι πολὺ μεγαλύτερο τὸ νὰ τρέφεις τὸ Χριστὸ στὸ πρόσωπο τοῦ κάθε πεινασμένου, ἀπὸ τὸ νὰ ἀνασταίνεις τοὺς νεκρούς, μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ. Στὴν πρώτη περίπτωση, ἐσὺ εὐεργετεῖς τὸν Χριστὸ καὶ ὁ Θεὸς σὲ ὀφείλει, ἐνῶ στὴν δεύτερη, ὁ Χριστὸς εὐεργετεῖ ἐσένα, προκειμένου νὰ κάνεις τὸ θαῦμα καὶ ἐσὺ ὀφείλεις τὸν Θεό. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι ἡ βασίλισσα τῶν ἀρετῶν. Ὅμως ἡ ἐλεημοσύνη χωρὶς μετάνοια εἶναι νεκρή. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Δὲν σὲ κάνει πλούσιο, οὔτε τὸ χρυσάφι, οὔτε τὰ ροῦχα, οὔτε τὰ χρήματα, ἀλλὰ ἡ ἐλεημοσύνη. Γιατί πλούσιος δὲν εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἔχει πολλά, ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ δίνει πολλά. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Ἐὰν ἡ ἐλεημοσύνη ποὺ ἔδωσε κάποιος πλούσιος, δὲν ἦταν ἀνάλογη μὲ τὸν πλοῦτο του, δὲν θὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴν κόλαση. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Ὁ κάθε ἄνθρωπος, μόλις εἰσπράξει χρήματα ἀπὸ τοὺς κόπους του, πρέπει νὰ ἀρχίζει τὴν προσφορὰ πρὸς τὸν Θεό, μὲ τὸ νὰ ξεχωρίζει γιὰ τοὺς φτωχούς, τὸ ἕνα δέκατο. Δὲν ἐμποδίζεται νὰ δίνει παραπάνω, ποτὲ ὅμως λιγότερα. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Μὲ τέτοιο τρόπο νὰ δίνετε, σὰν νὰ πρόκειται νὰ τὰ πάρετε ἐσεῖς οἱ ἴδιοι. Αὐτὸς ποὺ κάνει πραγματικὴ ἐλεημοσύνη, νιώθει ὅτι παίρνει καὶ ὄχι ὅτι δίνει. Γιατί ἂν θεωρεῖς ὅτι δίνεις μᾶλλον παρὰ παίρνεις, καλύτερα νὰ μὴν δίνεις. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Ὅπως ἀκριβῶς στὶς περιπτώσεις τῶν οἰδιμάτων καὶ τῶν πληγῶν, ἀπὸ τὰ ὁποία τρέχουν πύον, ἂν δὲν σταματήσει κανεὶς προηγουμένως τὸ πύον ποὺ τρέχει καὶ ἐρεθίζει τὸ τραῦμα, ὅσα φάρμακα καὶ ἂν θέσει, ὅλα τὰ κάνει μάταια, ἐφόσον δὲν σταμάτησε ἡ πληγὴ τοῦ κακοῦ, ἔτσι καὶ ἐμεῖς ἂν δὲν σταματήσουμε τὸ χέρι τῆς πλεονεξίας καὶ δὲν σταματήσουμε τὴν πληθώρα τῶν κακῶν, ἀκόμη καὶ ἂν δώσουμε ἐλεημοσύνη, ὅλα τὰ κάνουμε ἄδικα. Μάλιστα χειροτερεύουμε τὴν κατάσταση… Ἂς παύσουμε λοιπὸν νὰ ἁρπάζουμε καὶ τότε ἂς ἐλεήσουμε. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Τί φοβᾶσαι; Μὴν σοῦ τελειώσουν τὰ χρήματα, ἐὰν δώσεις ἐλεημοσύνη; Ἀντίθετα δῶσε ἐλεημοσύνη καὶ τότε δὲν θὰ τελειώσουν. Καὶ τὸ πιὸ σπουδαῖο, ὅτι ὄχι μόνο δὲν θὰ τελειώσουν, ἀλλὰ θὰ πάρετε καὶ περισσότερη προσθήκη, διότι προστίθενται καὶ τὰ ἀγαθὰ στοὺς οὐρανούς. Μάλιστα μὲ τὴν ἐλεημοσύνη ἐνισχύεται καὶ ἡ προσευχὴ καὶ ἡ νηστεία καὶ κάθε ἄλλη ἀρετή…! (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Ἐσύ, ἂν πρόκειται νὰ σπείρεις γόνιμο καὶ παχὺ χωράφι, ποὺ μπορεῖ νὰ φιλοξενήσει πολὺ σπόρο, θὰ διέθετες ὅσα εἶχες καὶ θὰ δανειζόσουν καὶ ἀπὸ ἄλλους, γιατί θὰ ἔκρινες σὰν ζημιὰ στὴ περίπτωση αὐτὴ τὴν οἰκονομία. Ὅταν ὅμως πρόκειται νὰ σπείρεις τὸν οὐρανό, ποὺ δὲν ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὶς ἀνώμαλες καιρικὲς συνθῆκες καὶ ποὺ εἶναι σίγουρο, ὅτι θὰ σοῦ ἐπιστρέψει πολὺ περισσότερα ἀπὸ ὅσα θὰ σπείρεις, διστάζεις καὶ ὀπισθοχωρεῖς καὶ δὲν σκέπτεσαι, ὅτι μπορεῖ νὰ ζημιωθεῖς μὲ τὴν οἰκονομία καὶ νὰ κερδίσεις μὲ τὴ σπατάλη! Ποιὰ συγγνώμη θὰ βρεῖς, ὅταν σπέρνοντας στὴ γῆ, ἐλπίζεις καὶ τὸ κάνεις αὐτὸ μὲ προθυμία, ἐνῶ ὅταν πρόκειται νὰ σπείρεις στὸ χέρι τοῦ Θεοῦ, διστάζεις καὶ ἀδιαφορεῖς; Γιατί ἂν ἡ γῆ σου ἐπιστρέφει ὅσα ἔσπειρες, πολὺ περισσότερο τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ θὰ σοῦ ἐπιστρέψει πολὺ ἄφθονα, ἐκεῖνα ποὺ θὰ δεχθεῖ. Σκόρπισε, λοιπόν, γιὰ νὰ μὴν ζημιωθεῖς. Μὴν κάνεις οἰκονομία, γιὰ νὰ κάνεις οἰκονομία. Δῶσε, γιὰ νὰ κρατήσεις. Ξόδεψε, γιὰ νὰ κερδίσεις. Καὶ ἂν χρειαστεῖς νὰ τὰ φυλάξεις, μὴν τὰ φυλάξεις ἐσύ. Διότι θὰ τὰ χάσεις, ὁπωσδήποτε. Νὰ τὰ ἐμπιστευθεῖς στὸν Θεό. Διότι ἀπὸ ἐκεῖνον, δὲν θὰ τὰ κλέψει κανένας. Μὴν τὰ διαχειρίζεσαι ἐσύ. Διότι δὲν γνωρίζεις νὰ κερδίζεις. Δάνεισε τὰ σ’ ἐκεῖνον, ποὺ δίνει τόκο μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ κεφάλαιο….!!! (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Ἡ ἐλεημοσύνη δὲν συνίσταται ἁπλῶς στὸ νὰ δίνεις χρήματα, ἀλλὰ στὸ νὰ δίνεις, νὰ βοηθᾶς καὶ νὰ συμπαραστέκεσαι μὲ τὸ Χριστιανικὸ αἴσθημα τῆς φιλανθρωπίας. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Δὲν ἔλαβες ἐντολὴ νὰ κατηγορεῖς τὸν τεμπέλη, οὔτε νὰ ἐλέγχεις τὴν κακία καὶ νὰ ὀνειδίζεις τὴν ὀκνηρία, ἀλλὰ νὰ ἀνακουφίζεις τὴν φτωχεία, νὰ ἰατρεύεις τὴν συμφορά, νὰ ἁπλώνεις τὸ χέρι σου καὶ νὰ σηκώνεις ἐκείνους ποὺ ἔπεσαν. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    ‘’Ὅποιος θὰ κάνει αὐτὸ σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἀσήμαντους αὐτούς, σὲ Ἐμένα τὸ ἒκανε’’ (Μάτθ. 25,40). Ἐὰν ὁ βασιλιὰς προσκαλοῦσε κάποιον σὲ δεῖπνο καὶ ἐνῶ ἦταν παρόντες οἱ ὑπηρέτες του, ἔλεγε πρὸς αὐτούς: ‘’Νὰ εὐχαριστεῖτε αὐτὸν πολύ, ἀντὶ γιὰ μένα, γιατί αὐτός, ὅταν ἤμουν φτωχὸς μὲ διέθρεψε καὶ μὲ φιλοξένησε, αὐτὸς μὲ ἔκανε πολλὲς εὐεργεσίες σὲ στιγμὲς θλίψεως’’, πῶς δὲν θὰ ξόδευε ὁ κάθε ὑπηρέτης ὅλα τὰ χρήματά του, γιὰ ἐκεῖνον, γιὰ τὸν ὁποῖον ὁ βασιλιὰς ἔνιωσε τόση εὐχαρίστηση; Ἐὰν στὴν περίπτωση τοῦ βασιλιᾶ, ποὺ εἶναι ἄνθρωπος, τὸ πράγμα ἔχει τόση τιμή, σκέψου πόση περισσότερη τιμὴ θὰ ἔχει ἐκεῖνος κατὰ τὴν μέλλουσα κρίση, ἀπὸ τὸν Χριστό, γιὰ ἐκεῖνες τοῦ τὶς ἐλεημοσύνες καὶ εὐεργεσίες… (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Οἱ κακοὶ ἔχουν ἐχθρούς, ἀκόμα καὶ ἐκείνους ποὺ δὲν ἀδικήθηκαν. Ἐνῶ οἱ ἐλεήμονες, ἔχουν φίλους ἀκόμη καὶ αὐτοὺς ποὺ δὲν εὐεργετήθηκαν. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Τὴν ἐλεημοσύνη δὲν τὴν ἔβαλε ὁ Θεὸς στὴ ζωή μας γιὰ χάρη ἐκείνων ποὺ λαμβάνουν, ἀλλὰ γιὰ χάρη ἐκείνων ποὺ δίνουν. Γιὰ τὴν ἀγάπη ἔχει νομοθετηθεῖ ἀπὸ τὸ Θεὸ ἡ ἐλεημοσύνη. Γιατί βέβαια, θὰ μποροῦσε ὁ Θεὸς νὰ θρέψεις ὅλους τους φτωχούς, χωρὶς τὴν ἐλεημοσύνη μας, ὡστόσο γιὰ νὰ μᾶς συνδέσει στὴν ἀγάπη καὶ νὰ καιγόμαστε ἀπὸ τὴ φωτιὰ τῆς ἀγάπης, πού μας ζεσταίνει τὶς ψυχὲς καὶ μεταξύ μας, μᾶς διέταξε νὰ τρέφουμε τοὺς ἄλλους. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Τὸ νερὸ ἔχει τὴν ἰδιότητα, νὰ ξεπλένει τὴν βρωμιὰ ἀπὸ τὸ σῶμα, ἐνῶ ἡ ἐλεημοσύνη ἔχει τὴν ἰδιότητα, νὰ καταστρέφει τὴν ‘’κοπριά’’ τῆς ψυχῆς. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Ἐὰν ὁ Κάϊν, ὁ ὁποῖος προσέφερε στὸν Θεό, τὰ δεύτερα ἐκ τῶν εἰσοδημάτων του καὶ μάλιστα χωρὶς νὰ ἀδικήσει ἄλλον, τιμωρήθηκε αὐστηρότατα, ὅταν ἐμεῖς προσφέρουμε, ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ἀποκτήσαμε μὲ ἁρπαγὲς καὶ πλεονεξίες, δὲν θὰ πάθουμε χειρότερα; Διότι προσβάλλεις τὸν Κύριο, προσφέροντας Τὸν ἀκάθαρτα δῶρα. Γι’ αὐτὸ εἶναι προτιμότερο νὰ πεθάνει ὁ Κύριος της πείνας, παρὰ νὰ Τὸν τρέφεις (μέσω τῶν ἀνθρώπων) μὲ τέτοια τροφή. Εἶναι προτιμότερο νὰ μὴν δώσεις τίποτα καὶ νὰ μὴν κάνεις ἐλεημοσύνη, ἀπὸ τὸ νὰ κάνεις ἐλεημοσύνη μὲ κλεμμένα. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Ὅταν κανεὶς προσφέρει ἀναγκαστικά, ὅταν προσφέρει ἀπὸ ἀδικία, ὅταν προσφέρει ἀποβλέποντας στὴ ματαιοδοξία, καταστρέφεται ὁ καρπός. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Σωστὰ λέει ἡ Ἁγία Γραφή: ‘’Νὰ μὴν ξέρει τὸ ἀριστερό σου χέρι, τί κάνει τὸ δεξί’’ (Μάτθ. 6,3). Δηλαδὴ καὶ ἂν ἀκόμα ἔχουμε πολὺ συγγενικό μας πρόσωπο, νὰ μὴν σπεύδουμε νὰ τοῦ δείξουμε τὴν ἐλεημοσύνη μας, ἐκτὸς ἂν εἶναι ἀνάγκη. Διότι πολλὰ κακὰ προξενεῖ κάτι τέτοιο: ὁδηγεῖ στὴν κενοδοξία. Γίνεται πολλὲς φορὲς ἐμπόδιο σωτηρίας. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Ὅταν κάνεις ἐλεημοσύνη, ὄχι νὰ ἐπιδειχτεῖς στοὺς ἀνθρώπους, ἀκόμα καὶ ἂν ἡ ὁλόκληρη οἰκουμένη τὸ γνωρίζει, εἶναι σὰν νὰ μὴν τὸ γνωρίζει κανείς, ἐπειδὴ δὲν ἔκανες τὴν ἐλεημοσύνη σου γι’ αὐτὸν τὸν σκοπό. Διότι δὲν εἶπε ὁ Θεὸς διὰ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου ἁπλῶς, μὴν κάνετε τὴν ἐλεημοσύνη σας μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ πρόσθεσε καὶ κάτι ἀκόμα: ‘’Πρὸς τὸ θεαθῆναι αὐτοῖς’’ (Μάτθ. 7,1), γιὰ νὰ κάνετε ἐπίδειξη αὐτούς. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Κάνε κρυφὰ τὴν ἐλεημοσύνη σου. Νὰ τὸ ξέρει μόνο αὐτὸς ποὺ ἐλεεῖται. Ἂν εἶναι δυνατόν, οὔτε αὐτός… Διότι ὁ Θεὸς δὲν ἀφήνει τελικὰ νὰ κρυφτεῖ τὸ ἀγαθό. Ἂν ἐσὺ τὸ κρύψεις, ὁ Θεὸς θὰ τὸ φανερώσει. Καὶ τότε τὸ θαῦμα θὰ εἶναι μεγαλύτερο, ὅπως καὶ τὸ κέρδος. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Δὲν λιώνει τόσο εὔκολα ὁ ἥλιος τὸ χιόνι, ὅσο λιώνει ἡ ἐλεημοσύνη τὶς ἁμαρτίες μας, σὰν πέσει πάνω τους. Καὶ δὲν μπορεῖ τὸ νερὸ νὰ καθαρίσει τόσο καλὰ τὶς κηλίδες τοῦ ἀκάθαρτου σώματος, ὅσο μπορεῖ ἡ δύναμη τῆς ἐλεημοσύνης νὰ ξεπλύνει τῆς ρύπανση τῆς ψυχῆς μας. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Ὁ Θεὸς ἐπέτρεψε νὰ ἔχεις περισσότερα χρήματα, ὄχι γιὰ νὰ τὰ ξοδέψεις στὴν πορνεία, στὴν μέθη, στὴν πολυφαγία, στὴν πολυτέλεια τῶν ἐνδυμάτων, ἢ σὲ ἄλλη βλακεία, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὰ μοιράσεις σ’ αὐτοὺς ποὺ τὰ ἔχουν ἀνάγκη. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Ποιὸς εἶναι τόσο ἄθλιος, ὁ ὁποῖος νὰ μὴν θέλει νὰ ἀπολαμβάνει τὰ χρήματά του διαπαντός; Ἂς τὸν μετακομίσουμε λοιπὸν τὸν πλοῦτο μας καὶ ἂς τὸν μεταφέρουμε ἐκεῖ. Δὲν θὰ μᾶς χρειαστοῦν οὔτε ὄνοι, οὔτε καμῆλες, οὔτε ὀχήματα, οὔτε πλοῖα γι’ αὐτὴν τὴν μεταφορά. Γιατί καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν δυσκολία μας ἀπάλλαξε ὁ Θεός. Μᾶς χρειάζονται μόνο φτωχοί, χωλοί, ἀνάπηροι καὶ ἄρρωστοι. Σ’ αὐτοὺς ἔχει ἀνατεθεῖ ἡ μεταφορὰ αὐτή. Αὐτοὶ στέλνουν τὰ χρήματά μας στὸν οὐρανό. Αὐτοὶ εἰσάγουν τοὺς κυρίους αὐτῶν τῶν χρημάτων, στὴν κληρονομιὰ τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν… (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Ἡ ἐλεημοσύνη δὲν μᾶς δίνει μόνο τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀσφάλεια καὶ τὸν πλοῦτο στὴν παροῦσα ζωή. Ποιὸς τὰ λέει αὐτά; Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, γιατί λέει, ὅτι ὅποιος ἔδωσε τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς φτωχούς, αὐτὸς θὰ πάρει 100 φορὲς περισσότερα στὴ ζωὴ αὐτὴ καὶ θὰ κληρονομήσει τὴν αἰώνια ζωή. Ἂς φέρουμε λοιπὸν καθημερινὰ τὸν καρπὸ τῆς ἐλεημοσύνης, γιὰ νὰ μᾶς ἔρχονται εὐνοϊκὰ τὰ παρόντα πράγματα καὶ γιὰ νὰ πετύχουμε τὴν μέλλουσα ζωή. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Ὀνόμασε τὴν ἐλεημοσύνη σπόρο, γιὰ νὰ πάει ἀμέσως τὸ μυαλό σου στὴν ἀνταπόδοση. Ἀφοῦ κατανοήσεις τὸ ποιὰ εἶναι ἡ συγκομιδή, θὰ μάθεις, ὅτι παίρνεις περισσότερα ἀπὸ ὅσα δίνεις… (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Δὲν εἶναι μονάχα ὑποχρέωσή σου, ἀλλὰ καὶ συμφέρον σου νὰ δίνεις στοὺς φτωχοὺς ἐλεημοσύνη. Ὅταν ἀντλοῦν συχνὰ νερὸ ἀπὸ τὰ πηγάδια, βγαίνει ἔπειτα ἀφθονότερο καὶ καθαρότερο. Ὅταν ὅμως τὸ ἀφήνουν ἐκεῖ μέσα σαπίζει. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά. Ὅταν στέκουν στάσιμα καὶ κλεισμένα εἶναι ἄχρηστα. Ὅταν κινοῦνται καὶ μεταδίδονται, γίνονται κοινωφελῆ καὶ καρποφόρα. Ποιὰ ἀπάντηση θὰ δώσεις στὸν Κριτή σου, ὅταν ἐνδύεις τοὺς τοίχους σου μὲ πολύτιμα μάρμαρα καὶ ἀφήνεις γυμνὸ τὸν συνάνθρωπό σου; Ὅταν θάβεις στὰ θησαυροφυλάκια τὸ χρυσάφι καὶ ἀφήνεις νὰ θάβεται καθημερινῶς ἀπὸ τὴ φτώχεια καὶ τὴν ἀνέχεια ὁ συνάθρωπός σου; (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀγαπᾶ, θέλει περισσότερο νὰ εὐεργετεῖ, παρὰ νὰ εὐεργετεῖται. Καὶ θέλει νὰ ἀρχίζει τὶς εὐεργεσίες, χωρὶς νὰ γίνονται ἀντιληπτές. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Ὅπως ἕνα δέντρο ποὺ φυτεύτηκε σὲ εὔφορο τόπο, δίνει κάθε χρόνο ὥριμους καρπούς, ἔτσι καὶ τὰ χρήματα ποὺ φυτεύτηκαν στὰ χέρια τῶν φτωχῶν, ὄχι μόνο κάθε χρόνο, ἀλλὰ καὶ κάθε μέρα μας δίνουν πνευματικοὺς καρπούς, δήλ. παρρησία πρὸς τὸ Θεό, συγχώρεση ἁμαρτημάτων, συντροφιὰ ἀγγέλων, συνείδηση ἀγαθή, χαρὰ πνευματικῆς ἀγαλλιάσεως, ἐλπίδα ἀκαταίσχυντη, ἀλλὰ καὶ τὴν δυνατότητα, νὰ ἀπολαύσουμε τὰ μέλλοντα-θαυμαστὰ ἀγαθά. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Παρόλο ποὺ ἡ παρθενία, ἡ νη­στεία καὶ τὸ νὰ κοιμᾶται κανεὶς στὸ χῶμα ἀπαιτοῦν μεγαλύτερο κόπο ἀπὸ τὴν ἐλεημοσύνη, ὅμως τίποτε δὲν εἶναι τόσο ἰσχυρὸ καὶ δυνατὸ στὸ νὰ σβήνει τὴν φωτιὰ τῶν ἁμαρτημάτων μας, ὅσο ἡ ἐλεημοσύνη. Αὐτὴ εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ ὅλα, στή­νει τοὺς ἐραστὲς τῆς κοντὰ στὸν ἴδιο τὸ Βασιλιὰ τῶν οὐρανῶν. Καὶ πολὺ σωστά…! (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Ἐὰν ἡ ἐλεημοσύνη κατέβασε τὸν Θεὸ κάτω στὴ γῆ καὶ Τὸν ἔπεισε νὰ γίνει ἄνθρωπος, πολὺ περισσότερο θὰ μπορέσει νὰ ἀνεβάσει αὐτὴ (ἡ ἐλεημοσύνη), τὸν ἄνθρωπο στὸν Οὐρανό. Ἐὰν ὁ Θεὸς ἀπὸ εὐσπλαχνία καὶ φιλανθρωπία ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ἔπεισε Αὐτὸν γιὰ νὰ γίνει δοῦλος, πολὺ περισσότερο θὰ μπορέσει νὰ ὁδηγήσει τοὺς δούλους (ἀνθρώπους διὰ τῆς ἐλεημοσύνης) στὴν οἰκίαν Του. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Εἶναι ἀδύνατον, ψυχὴ ποὺ εἶναι πλούσια σὲ ἐλεημοσύνη, νὰ καταποντισθεῖ κάποτε ἀπὸ τὴν ἀηδία τῶν παθῶν. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Αὐτὸ εἶναι ἐλεημοσύνη, τὸ νὰ ἐλεεῖς καὶ τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ τοὺς ἐνόχους. Διότι ἐλεημοσύνη σημαίνει τὸ νὰ ἐλεεῖ κανεὶς ὄχι μόνο τοὺς ἐνάρετους, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἁμαρτωλούς. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Ἂν δεῖς κάποιον νὰ ὑποφέρει, νὰ μὴν περιεργάζεσαι νὰ μάθεις τὸ ποιὸς εἶναι. Δικαιοῦται τὴ βοήθειά σου, ἀφοῦ ὑποφέρει. Ἂν ἕνα γαϊδούρι ποὺ κινδυνεύει, τὸ σηκώνεις χωρὶς νὰ ἐξετάζεις τίνος εἶναι, πολὺ περισσότερο ἕναν ἄνθρωπο, μὴν ἐρευνᾶς τὸ ποὺ ἀνήκει. Στὸν Θεὸ ἀνήκει… Καὶ ἂν ἀκόμα εἶναι ἄπιστος, ἔχει ἀνάγκη βοηθείας. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Δῶσε ψωμί, ὅσο μπορεῖς. Δὲν ἔχεις ψωμί; Δῶσε τουλάχιστον ἕναν ὀβολό. Δὲν ἔχεις ὀβολό; Δῶσε ἕνα ποτήρι δροσερὸ νερό. Δὲν ἔχεις οὔτε αὐτό; Πένθησε μαζὶ μὲ τὸν θλιμμένο καὶ θὰ λάβεις μισθό. Γιατί ὁ μισθὸς ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ προαίρεσή σου καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ τί μπόρεσες νὰ κάνεις. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Εὐκολότερα ἐλεεῖς ὅταν εἶσαι φτωχός. Γιατί ὁ πλούσιος, μεθυσμένος ἀπὸ τὴν περιουσία του καὶ ἔχοντας ἀκόρεστη φιλοχρηματία, θέλει νὰ αὐξήσει τὰ ὑπάρχοντά του. Ὁ φτωχὸς ὅμως, ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὴν ἀρρώστια αὐτή, δίνει πιὸ εὔκολα ἐλεημοσύνη. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Ἂν ἔρθει ὁ θάνατος – ποῦ ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ ἔρθει, γιατί εἶναι τὸ μόνο βέβαιο πράγμα – γιατί δὲν βάζεις ἀπὸ τώρα τὰ χρήματά σου μὲ τὴν ἐλεημοσύνη στὸ Οὐράνιο ταμεῖο, γιὰ νὰ συνηγορήσουν γιὰ σένα τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως οἱ φτωχοί; Τότε δὲν θὰ ἔχεις ἄλλους συνηγόρους ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ, παρὰ μόνο αὐτούς. Αὐτοὶ δείχνοντας τί τοὺς ἔδωσες, θὰ κάνουν ὥστε νὰ ἀπαλλαγεῖς ἀπὸ τὴν αἰώνια ποινή. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Ἂν ἡ ἐλεημοσύνη κατέβασε τὸν Θεὸ ἀπὸ τὸν Οὐρανὸ καὶ Τὸν ‘’ἒπεισε’’ νὰ γίνει ἄνθρωπος, Ἰησοῦς Χριστός, πολὺ περισσότερο θὰ μπορέσει νὰ ἀνεβάσει τὸν ἄνθρωπο στὸν Οὐρανό. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Ὄχι μόνο τὸ νὰ ἁρπάζεις τὰ ξένα, ἀλλὰ καὶ τὸ νὰ μὴν δίνεις τὰ δικά σου, σὲ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη, εἶναι ἁρπαγή, πλεονεξία καὶ στέρηση. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Ἂς μὴν προβάλλουμε προφάσεις στὴν προσπάθειά μας νὰ ἀποφύγουμε τὴν ἐλεημοσύνη, λέγοντας ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔχει μεγάλη περιουσία. Ἔλα νὰ δεῖς τὸ μέγεθος αὐτῆς τῆς περιουσίας, ἀλλὰ καὶ νὰ σκεφτεῖς τὰ πλήθη τῶν φτωχῶν, ποὺ εἶναι γραμμένοι στοὺς καταλόγους τῆς Ἐκκλησίας, τὰ πλήθη τῶν ἀρρώστων, τὶς περιπτώσεις τῶν μυρίων βοηθημάτων. Μπορεῖς νὰ ἐξετάσεις καὶ νὰ ἐρευνήσεις. Κανεὶς δὲν σὲ ἐμποδίζει. Ἀλλὰ καὶ ἐμεῖς (οἱ κληρικοί), εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ λογοδοτήσουμε καὶ νὰ παρουσιάσουμε τὶς δαπάνες, ποὺ δὲν εἶναι μικρότερες ἀπὸ τὰ ἔσοδα. Μάλιστα σὲ μερικὲς περιπτώσεις εἶναι καὶ μεγαλύτερες. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Γι’ αὐτὸ θαυμάζουμε καὶ τὸν Ἀβραάμ, ὄχι μόνον γιατί θυσίασε μοσχάρι οὔτε γιατί ζύμωσε ἀλεύρι, ἀλλὰ γιατί μὲ πολλὴ εὐχαρίστηση καὶ ταπεινοφροσύνη ὑποδεχόταν τοὺς ξένους, τρέχοντας κοντά του, ἐξυπηρετώντας τους, ἀποκαλώντας τοὺς κυρίους, νομίζοντας πὼς βρῆκε θησαυρὸ ἀπείρων ἀγαθῶν, ἂν κάποτε ἔβλεπε νὰ πλησιάζει ξένος. Ἔτσι λοιπὸν γίνεται διπλὴ ἡ ἐλεημοσύνη, ὅταν καὶ δίνουμε καὶ δίνοντας τὰ προσφέρουμε μὲ προθυμία. Γιατί λέγει “Ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾶ ὁ Θεός”. Γιατί καὶ ἂν ἀκόμη ἄπειρα τάλαντα προσφέρεις μὲ ἀλαζονεῖς καὶ ἐγωϊσμὸ καὶ ματαιοδοξία, ἔχασες τὰ πάντα, ὅπως ἀκριβῶς ἐκεῖνος ὁ Φαρισαῖος ποὺ πρόσφερε τὸ ἕνα δέκατο ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά του, ἐπειδὴ ὑπερηφανευόταν καὶ φούσκωνε ἀπὸ ὑπερηφάνεια γι’ αὐτό, ἀφοῦ τὰ ἔχασε ὅλα, ἔτσι κατέβηκε ἀπὸ τὸ ναό. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Τὰ θηριὰ ξέρουν νὰ σέβονται τοὺς φίλους του Θεοῦ. Καὶ ὅταν ἀκόμα τὰ θερίζει ἡ πείνα, γίνονται σεβαστικά. Ἂς νοιώσουν ντροπὴ ὅλοι οἱ κοιλιόδουλοι, ὅταν βλέπουν τὴν ἐγκράτεια τῶν θηρίων. Λιοντάτια εἶδαν τὸν Προφήτη Δανιὴλ καὶ ἔδειξαν ἐγκράτεια. Ἐμεῖς βλέπουμε τὸ Χριστὸ νὰ ἔρχεται σὲ ἐμᾶς καὶ δὲν Τὸν σεβόμαστε. Τὰ λιοντάρια προτίμησαν νὰ πεθάνουν ἀπὸ τὴν πείνα, παρὰ νὰ ἀγγίξουν τὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου. Ἐμεῖς βλέπουμε γυμνὸ τὸ Χριστὸ νὰ περιφέρεται ἀπὸ ἐδῶ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ νὰ λειώνει ἀπὸ τὴν πείνα καὶ δὲν Τοῦ προσφέρουμε, οὔτε τὰ περιττά. Ζοῦμε πλουσιοπάροχα καὶ περιφρονοῦμε τοὺς ἁγίους, τοὺς ἀδελφούς μας ποὺ πεινᾶνε… (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Δὲν μᾶς ἐλεεῖ ὁ Θεός, ἐπειδὴ δὲν ἐλεοῦμε καὶ ἐμεῖς τοὺς συνανθρώπους μας. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Εἶναι ἀδύνατον νὰ περάσουμε τὴν πόρτα τῆς Οὐράνιας Βασιλείας, χωρὶς τὴν ἐλεημοσύνη, ἀκόμη καὶ ἂν κατορθώσουμε ἀμέτρητες ἀρετές. Διότι λέει τὸ Ἱερὸ Εὐαγγέλιο: ‘’Πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον, τὸ ἠτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοὶς ἀγγέλοις αὐτοῦ’’ (Μάτθ. 25,41). Γιὰ ποιὰ αἰτία καὶ γιατί νὰ ἀπέλθουμε, στὸ αἰώνιο πῦρ τῆς κολάσεως; ‘’Ἐπείνασα γὰρ καὶ οὐκ ἐδώκατέ μου φαγείν. Ἐδίψασα καὶ οὐκ ἐποτίσατε μὲ’’ (Μάτθ. 25,42). Εἶδες, πὼς ἐνῶ γιὰ καμμία ἄλλη παράβαση δὲν κατηγορήθηκαν, ὁδηγήθηκαν στὴν ἀπώλεια, μόνο καὶ μόνο γιατί δὲν ἐξετέλεσαν ἐλεημοσύνες; (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Γιὰ ποιὸ λόγο ὁ Κύριος στὸ πρόσωπο τῶν 10 παρθένων ἐπικαλεῖται αὐτὴ τὴν παραβολή; Χρησιμοποιεῖ τὴν παραβολὴ αὐτή, προκειμένου νὰ διδάξει, ὅτι παρθενία, στερημένη ἐλεημοσύνης, ἔστω καὶ ἂν διαθέτει ὅλα τὰ ἄλλα, “ἐκβάλλεται”, ἀπορρίπτεται, ὅπως καὶ ὁ ἀπάνθρωπος καὶ ἀνελεήμονας. Ἡ παρθενία εἶναι “πράγμα μέγα, ὅμως χωρὶς ἐλεημοσύνη καθίσταται “ἔρημος”. Χωρὶς τὴν παρθενία εἶναι δυνατὸν κάποιος νὰ δεῖ τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Χωρὶς ὅμως τὴν ἐλεημοσύνη, εἶναι τελείως ἀδύνατον. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Οἱ πέντε παρθένες, ἦταν βέβαια ἁγνὲς καὶ κόσμιες καὶ σώφρονες, ἀλλὰ σὲ κανέναν χρήσιμες, γι’ αὐτὸ καὶ κατακαίονται. Τέτοιοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ δὲν ἔθρεψαν τὸν Χριστό. Πρόσεξε, ὅτι κανεὶς ἀπ’ αὐτοὺς δὲν κατηγορεῖται γιὰ προσωπικὰ τοῦ ἁμαρτήματα, δὲν κατηγορεῖται, ὅτι πόρνευσε, οὔτε ὅτι ἐπιόρκησε, καθόλου, ἀλλὰ ὅτι δὲν ὑπῆρξε χρήσιμος στὸν ἄλλο… (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Γνωρίζω πολλοὺς Χριστιανοὺς ποὺ νὰ νηστεύουν, νὰ προσεύχονται, νὰ στενάζουν καὶ νὰ ἀγαποῦν κάθε εὐλάβεια, ἀλλὰ μία δεκάρα δὲν δίνουν ἐλεημοσύνη στὸν ἔχοντα ἀνάγκη. Ποιὸ ὄφελος ἔχουν αὐτοί. Δὲν τοὺς δέχεται αὐτοὺς ὁ Κύριος στὴν Βασιλεία Του. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Ἀκόμα καὶ ἂν μένεις ἄσιτος, κοιμᾶσαι στὴ γῆ, τρῶς στάχτη καὶ κλαῖς πάντοτε, ἀλλὰ κανέναν ἄλλον δὲν ὠφελεῖς, νὰ γνωρίζεις ὅτι τίποτε μεγάλο δὲν κατόρθωσες. Τὸν καιρὸ ποὺ δὲν κάνουμε ἐλεημοσύνες, νὰ τὸν θεωροῦμε σὰν νὰ μὴν ὑπάρχουμε στὴ ζωή! Λύτρο τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἐλεημοσύνη! Διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ σωθοῦμε, χωρὶς τὴν ἐλεημοσύνη, ἀκόμη καὶ ἂν κατορθώσαμε ἀμέτρητες ἀρετές… (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Εἶναι ἀρκετὴ ἡ παράλειψη τῆς ἐλεημοσύνης, γιὰ νὰ σὲ ὁδηγήσει στὴ φωτιὰ τῆς κολάσεως! Τίποτε δὲν ἐξοργίζει τόσο πολὺ τὸ Θεό, ὅσο τὸ νὰ μὴν εἶναι κανεὶς ἐλεήμων καὶ τίποτε δὲν μᾶς ἐξισώνει τόσο πολὺ μὲ τὸ Θεό, ὅσο τὸ νὰ εὐεργετοῦμε. Σκέψου ὅτι πίσω ἀπὸ αὐτὸν ποὺ σὲ ζητεῖ ἐλεημοσύνη, βρίσκεται ὁ ἴδιος ὁ Κύριος! Γιὰ νὰ κάνουμε ἐλεημοσύνη, δὲν μᾶς χρειάζεται περιουσία, ἀλλὰ προθυμία καὶ τὸ μέγεθος τῆς ἐλεημοσύνης, εἶναι ἀνάλογο μὲ τὸ μέγεθος τῆς προθυμίας μας νὰ εὐεργετήσουμε. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Ἐὰν κάποιος ἀπὸ ἐμᾶς ὁδηγοῦνταν στὸν θάνατο καὶ τοῦ γινόταν πρόταση νὰ δώσει ὅ,τι εἶχε καὶ δὲν εἶχε, γιὰ νὰ σώσει τὴν ζωή του, ὄχι μόνο δὲν θὰ τὸ δεχόταν, ἀλλὰ θὰ θεωροῦσε τὸ πράγμα αὐτὸ καὶ ὡς εὐεργεσία. Τώρα, ἐνῶ ἀκολουθοῦμε τὸν δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὴν κόλαση, μολονότι εἶναι δυνατὸν νὰ δώσουμε τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μας καὶ νὰ ἐλευθερωθοῦμε, προτιμοῦμε νὰ κολαζόμαστε καὶ νὰ κρατᾶμε ἀσκόπως τὰ χρήματά μας καὶ νὰ μὴν ἐλεοῦμε. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Οἱ φτωχοὶ εἶναι γιατροὶ τῶν ψυχῶν μας, εὐεργέτες καὶ προστάτες. Γιατί δὲν δίνεις τόσο, ὅσο παίρνεις. Δίνεις χρήματα καὶ παίρνεις τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἀνακουφίζεις τὴν φτώχεια καὶ συμφιλιώνεις τὸν Κύριο μὲ τὸν ἑαυτόν σου. Βλέπεις, ὅτι δὲν εἶναι ἴση ἡ ἀνταπόδοση; Αὐτὰ εἶναι στὴ γῆ, ἐκεῖνα εἶναι στὸν οὐρανό. Αὐτὰ χάνονται, ἐκεῖνα παραμένουν. Αὐτὰ καταστρέφονται, ἐνῶ ἐκεῖνα δὲν παθαίνουν καμμία φθορά. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Πῶς θὰ συγχωρεθεῖς, ὅταν στέκει στὴν πόρτα σου ὁ Χριστός, μὲ τὴν μορφὴ τοῦ φτωχοῦ καὶ ἐσὺ μένεις ἀσυγκίνητος; Λές, ὅτι ἔδωσες ἐλεημοσύνη. Νὰ μὴν δώσεις στὸ φτωχὸ μόνο ὅσα ἐκεῖνος ζητάει, ἀλλὰ ὅσα ἐσὺ μπορεῖς. Νὰ προσφέρεις γενναιόδωρα, χωρὶς τσιγγουνιά. Διότι καὶ ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς ἐλεήμων, ἀλλὰ εἶναι πλούσιος στὸ ἔλεός Του. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Μήπως δὲν μποροῦσε ὁ Θεὸς νὰ διατάξει, νὰ τρέχουν ἀπὸ παντοῦ πηγὲς καὶ ποταμοὶ πλούτου; Ὅμως δὲν τὸ θέλησε, ἀλλὰ ἄφησε πολλοὺς νὰ βρίσκονται στὴ φτώχεια, γιὰ τὸ συμφέρον καὶ ἐκείνων καὶ τὸ δικό σου. Ὅταν λοιπὸν ὁ Θεός μας ἀποστέλλει τοὺς φτωχοὺς καὶ μᾶς παραγγέλλει νὰ δώσουμε σ’ αὐτούς, ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀνήκουν σ’ Αὐτόν, ἐμεῖς ἐκτὸς τὸ ὅτι δὲν δίνουμε τίποτε στοὺς φτωχούς, τοὺς ἐκδιώκουμε καὶ μάλιστα μὲ ὕβρεις, σκέψου πόσες συμφορὲς καὶ πόσους κεραυνοὺς πρέπει νὰ ἐπισύρει ἐναντίον μας, ἡ πράξη αὐτή… Ἐὰν ἔδινες διαταγὴ κάποιον ἐκ τῶν ὑπηρετῶν σου, νὰ μεταβεῖ πρὸς ἕναν ἄλλον ὑπηρέτη σου, ὁ ὁποῖος ἔχει δικά σου χρήματα νὰ τὰ παραλάβει καὶ ὄχι μόνο ἐπιστρέψει μὲ ἄδεια χέρια, ἀλλὰ καὶ ἐξυβριστεῖ, τί δὲν θὰ ἔκανες σὲ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος σὲ προσέβαλλε, στὸ πρόσωπο τοῦ ὑπηρέτη σου; Ποιὰ τιμωρία θὰ ἀπαιτοῦσες γιὰ τὸν ὑβριστή, ἐπειδὴ ἡ προσβολὴ σὲ ἔθιξε προσωπικά; Ἐὰν αὐτὸ συμβαίνει μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, πόσο περισσότερο βαρὺ εἶναι τὸ πράγμα, ὅταν γίνεται στὸν Κύριο καὶ τῶν ἀνθρώπων καὶ τῆς κτίσεως; (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Ἐὰν κάποιος ποὺ χτυπήθηκε μὲ πέτρα καὶ τραυτίστηκε στὸ κεφάλι του, ἀφοῦ ἄφησε ὅλους τους ἄλλους, ἔτρεξε γεμάτος ἀπὸ αἵματα καὶ ἔπεσε στὰ πόδια του, ἄραγε θὰ μποροῦσες νὰ τὸν χτυπήσεις μὲ ἄλλη πέτρα καὶ νὰ τοῦ προσθέσεις καὶ ἄλλο τραῦμα; Ἐγὼ τουλάχιστον δὲν τὸ πιστεύω αὐτό, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι θὰ προσπαθήσεις νὰ θεραπεύσεις καὶ τὸ τραῦμα ποὺ ἔχει. Γιατί λοιπὸν στοὺς φτωχοὺς ποῦ σου ζητοῦν ἐλεημοσύνη, κάνεις τὰ ἀντίθετα; (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Καὶ ποιὰ συγγνώμη θὰ βρεῖς, ὅταν σπέρνοντας στὴ γῆ ἐλπίζεις καὶ τὸ κάνεις αὐτὸ μὲ προθυμία, ἐνῶ ὅταν πρόκειται νὰ σπείρεις στὸ χέρι τοῦ Θεοῦ, διστάζεις καὶ ἀδιαφορεῖς; Γιατί ἂν ἡ γῆ σου ἐπιστρέφει ὅσα ἔσπειρες, πολὺ περισσότερο τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ θὰ σοῦ ἐπιστρέψει πολὺ ἄφθονα, ἐκεῖνα ποὺ θὰ δεχθεῖ. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Ἡ δύναμη τῆς ἐλεημοσύνης δὲν ἔγκειται στὸ ἐὰν δώσεις πολλὰ ἢ λίγα, ἀλλὰ στὸ ἐὰν θὰ δώσεις ὄχι λιγότερα, ἀπὸ ὅσο μπορεῖς. Τί τὸ ὄφελος ὅταν εἶσαι πλούσιος καὶ δίνεις γιὰ ἐλεημοσύνη τόσο λίγα, ὅσο ἀπὸ ἕνα πέλαγος νὰ δίνει κανεὶς ἕνα κύπελλο νερό; (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Ἄλλοι μοίρασαν ὅλα τὰ ὑπάρχοντά τους, ἄλλοι φροντίζουν νὰ ἔχουν μόνο ὅσα τοὺς χρειάζονται καὶ δὲν ζητοῦν τίποτε περισσότερο ἀπὸ τὰ ἀναγκαία καὶ ἄλλοι δίνουν ὅσα τοὺς περισσεύουν. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Ἂν θέλεις νὰ δώσεις, δῶσε. Ἂν δὲν θέλεις, μὴν δίνεις, μὴν γίνεσαι ὅμως ἄθλιος καὶ ἐμποδίζεις καὶ ἐκείνους ποὺ θέλουν νὰ δώσουν, λέγοντάς τους, ὅτι ἐκεῖνον ποὺ θέλουν νὰ δώσουν, εἶναι ὑποκριτὴς καὶ ἀπατεώνας. Διότι ἔτσι τοὺς κάνεις νὰ ὑποπτεύονται, ὅτι ὅλοι εἶναι ψεῦτες καὶ ὑποκριτές. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Ἂς μὴν λέμε, ὅτι ὁ τάδε εἶναι πονηρὸς καὶ ἀνάξιος, ὁ ἄλλος εἶναι τιποτένιος καὶ ὁ παραάλλος εἶναι σκύβαλο. Μὴν στρέψεις τὸ βλέμμα σου πρὸς τὴν ἀξία ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀνάγκη βοηθείας, ἀλλὰ μόνο πρὸς τὴν ἀνάγκη. Διότι καὶ ἂν εἶναι ἀνάξιος λόγου καὶ παραπεταμένος καὶ ἂν εἶναι ἄξιος περιφρονήσεως, ὁ Χριστὸς λογαριάζει τὴν ἀμοιβή σου, σὰν νὰ εὐεργετεῖται ὁ ἴδιος στὸ πρόσωπο Ἐκείνου. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Ἡ ἐλεημοσύνη λέγεται ἔτσι, γιὰ νὰ τὴν δίνουμε καὶ στοὺς ἀξίους καὶ στοὺς ἀναξίους. Διότι ἂν ἐξετάζουμε καὶ περιεργαζόμαστε τοὺς ἀναξίους, τότε δὲν θὰ μᾶς τύχουν εὔκολα οἱ ἄξιοι. Ἂν ὅμως δίνουμε ἐλεημοσύνη καὶ στοὺς ἀναξίους, ὁπωσδήποτε θὰ φτάσουν στὰ χέρια μας καὶ ἄξιοι καὶ ἀνάξιοί της ἐλεημοσύνης μας. Διότι ἐὰν ἀναζητοῦμε τοὺς ἀξίους, θὰ κάνει τὸ ἴδιο καὶ ὁ Θεὸς γιὰ ἐμᾶς καὶ θὰ ἐκπέσουμε ἀπὸ τὴν φιλανθρωπία Του. Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ θέλει νὰ δείξει φιλάνθρωπη διάθεση, δὲν πρέπει νὰ ζητεῖ τὸ λόγο γιὰ τὶς πράξεις τοῦ βίου τῶν ἄλλων, ἀλλὰ νὰ ἀνακουφίζει τὴν φτώχεια καὶ νὰ ἱκανοποιεῖ τὴν ἀνάγκη, ὅπου καὶ ἂν ὑπάρχει. (Ἱερὸς Χρυσόστομος)
    Γελιέσαι ἐὰν νομίζεις πὼς τηρεῖς τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου καὶ κάνεις ἐλεημοσύνες, ὅταν πλουτίζεις σὲ βάρος τῶν συνανθρώπων σου, τοὺς ὁποίους κατατυραννεῖς καὶ ἐκμεταλλεύεσαι. Μὴν θέλεις νὰ εἶσαι πλούσιος γιὰ νὰ βοηθᾶς τοὺς φτωχούς, διότι ὁ Θεὸς νομοθετεῖ νὰ δίνει ὁ δίκαιος, ἀπὸ ὅ,τι ἔχει. (Ἅγιος Νεῖλος ὁ Ἀσκητής)

• Ὑπάρχει ἡ ἐντολὴ τῆς ἐλεημοσύνης, ὄχι τόσο γιὰ τραφεῖ ὁ φτωχός, ὅσο γιὰ τὴν ἐπίδειξη τῆς ἀγάπης. (Ἁγία Συγκλητική)
• Ο,τιδήποτε δίνεται γιὰ τὸν Θεό, μᾶς ἐπιστρέφεται ἀπ’ Αὐτὸν 100 φορὲς παραπάνω καὶ γι’ αὐτὸ ἀποφάσισα ν’ ἀφοσιωθῶ στὴν ἐξυπηρέτηση τῶν φτωχῶν. (Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ἐλεήμων)
• Δὲν μιμεῖται τὸν Θεὸ ἐκεῖνος ποὺ καταδυναστεύει τοὺς διπλανούς του, οὔτε αὐτὸς ποὺ πλουτίζει καὶ ἐκβιάζει τοὺς κατωτέρους του. Ἀλλὰ ὅποιος σηκώνει τὸ βάρος τοῦ ἄλλου, αὐτός, ποὺ ἐνῶ εἶναι ἰσχυρότερος, ἐπιθυμεῖ νὰ εὐεργετεῖ τοὺς ἀσθενεστέρους, αὐτός, ποὺ ὅ,τι παίρνει ἀπὸ τὸν Θεό, τὸ χορηγεῖ σὲ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη καὶ γίνεται θεὸς γι’ αὐτούς. Αὐτὸς γίνεται μιμητῆς του Θεοῦ. (Ἅγιος Ἰουστίνος)
• Τὸ ψωμὶ ποὺ κρατᾶς, εἶναι αὐτουνοῦ ποὺ πεινάει. Τὸ ἔνδυμα ποὺ φυλᾶς στὶς ἱματιοθῆκες σου, εἶναι αὐτουνοῦ ποὺ εἶναι γυμνός. Τὰ παπούτσια ποὺ σαπίζουν σὲ σένα, εἶναι τοῦ ξυπόλυτου. Τὸ ἀργύριο ποὺ ἔχεις παραχωμένο, εἶναι αὐτουνοῦ ποὺ τὸ χρειάζεται. Λοιπόν, τόσους ἀδικεῖς, ὅσους μποροῦσες νὰ εὐεργητήσεις! (Μέγας Βασίλειος)
• Ὁ Κύριος πού σου δίνει τὰ χρήματα, ζητᾶ ἐλεημοσύνη ἀπὸ σένα μὲ τὰ χέρια τῶν φτωχῶν καὶ ἂν πάρει αὐτὰ ποὺ εἶναι δικά Του, σοὺ ἀνταποδίδει τὴ χάρη, σὰν νὰ τὴν ἔκανες σὲ Αὐτόν. (Μέγας Βασίλειος)
• Ἂν ἀνακουφίζεις φτωχούς, ἂν συμπαθεῖς τους πονεμένους, ἂν δίνεις χέρι βοηθείας σ’ αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται σὲ κατάσταση ἀνάγκης καὶ συμφορᾶς, ἂν ὑπηρετεῖς ἀρρώστους, ὅλα αὐτὰ ὁ Χριστὸς τὰ δέχεται γιὰ τὸν ἑαυτόν Του. (Μέγας Βασίλειος)
• Γνωρίζω ὅτι πολλοὶ νηστεύουν, προσεύχονται, στενάζουν, φανερώνουν ὅλη τὴν ἀνέξοδο εὐλάβεια, δὲν ἀφήνουν ὅμως ἕναν ὀβολὸ σ΄αὐτοὺς ποὺ θλίβονται. Ποιὸ εἶναι τὸ ὄφελος, ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη ἀρετή τους; Διότι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, δὲν τοὺς παραδέχεται. (Μέγας Βασίλειος)
• Ὅταν πρόκειται νὰ δώσεις χρήματα στὸν φτωχὸ σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου, αὐτὸ εἶναι συγχρόνως καὶ δῶρο καὶ δάνειο. Δῶρο διότι δὲν ἐλπίζεις στὴν ἐπιστροφὴ καὶ δάνειο, γιατί ἡ μεγαλοδωρεὰ τοῦ Δεσπότη, θὰ πληρώσει τὸ χρέος ἀντὶ ἐκείνου, καθὼς ”ο ἐλεῶν πτωχόν, δανείζει Θεώ”. (Μέγας Βασίλειος)
• Αὐτὸ ποὺ αὔριο σαπίζει, δῶστο σήμερα στὸν ἔχοντα ἀνάγκη. (Μέγας Βασίλειος)
• Δίνοντας σ’ αὐτὸν ποὺ πεινᾶ, γίνεται δικό σου αὐτὸ ποὺ δίνεται. Γιατί ὅπως ὁ σπόρος τοῦ σίτου, ἀφοῦ πέσει στὴ γῆ, γίνεται κέρδος γιὰ τὸν σπορέα, ἔτσι καὶ ὁ ἄρτος ποὺ κατατέθηκε σ’ αὐτὸν ποὺ πεινᾶ, ἀποφέρει ὕστερα γόνιμη τὴν ὠφέλεια ἑκατονταπλάσια. Νὰ εἶναι λοιπὸν γιὰ σένα, τὸ τέλος τῆς γεωργίας, ἀρχὴ τῆς ἐπουράνιας σπορᾶς. (Μέγας Βασίλειος)
• Στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ, δὲν εἶναι ἀποδεκτὴ ἡ εὐεργεσία ποὺ γίνεται στοὺς φτωχούς, ὅταν προέρχεται ἀπὸ ἄδικα εἰσοδήματα. Οὔτε ὅμως εἶναι ἄξιος ἐπαίνου αὐτός, ποὺ ἀπέχει μὲν ἀπὸ τὶς ἀδικίες, δὲν προσφέρει ὅμως στὸν πλησίον του. (Μέγας Βασίλειος)
• Πές μου, τί λόγο θὰ δώσεις στὸ Θεὸ ἐσὺ ποὺ ντύνεις τοὺς τοίχους καὶ ὄχι τοὺς ἀνθρώπους; Ἐσὺ ποὺ στολίζεις ἕνα ζῶο καὶ ἀδιαφορεῖς γιὰ τὰ κουρέλια ποῦ φοράει ὁ συνάνθρωπός σου; Ἐσὺ πού σου σαπίζουν τὰ φαγητὰ καὶ δὲν δίνεις σ’ αὐτοὺς ποῦ πεινᾶνε; Μία σου ντουλάπα μπορεῖ νὰ ντύσει πόλη ὁλόκληρη ποὺ τρέμει ἀπὸ τὸ κρύο. Καὶ ἐσὺ κάθεσαι καὶ διώχνεις τὸ φτωχὸ ἀβοήθητο, χωρὶς νὰ φοβᾶσαι τὸ Θεὸ ποὺ θὰ σὲ κρίνει. Ὅταν εἰσέρχομαι στὸ σπίτι ἑνὸς νεόπλουτου ἄνδρα καὶ τὸ δῶ νὰ εἶναι στολισμένο μὲ ποικίλα ἄνθη, ξέρω πολὺ καλά, ὅτι αὐτὸς τίποτα ἀπὸ τὰ βλεπόμενα δὲν ἔχει πολυτιμότερο, ἀλλὰ καλλωπίζει τὰ ἄψυχα καὶ ἔχει ἀστόλιστη τὴν ψυχή του. Πές μου, ποιὰ ἀνάγκη ἐξυπηρετοῦν καλύτερα τὰ πολυτελῆ κρεβάτια ἢ τραπέζια, οἱ πολυθρόνες καὶ τὰ ἁμάξια, ὥστε νά, μὴν περνάει τὸ χρῆμα στοὺς φτωχούς, ποῦ χιλιάδες παρακαλᾶνε ἔξω ἀπ’ τὶς πόρτες μὲ σπαρακτικὴ φωνή; Καὶ ἐσὺ ἀρνεῖσαι νὰ δώσεις, γιατί λὲς πὼς δὲν ἔχεις γιὰ ὅλους αὐτούς… Δὲν ἔδωσες συμπόνοια, δὲν θὰ πάρεις συμπόνοια. Δὲν ἄνοιξες τὴν πόρτα, θὰ σὲ διώξουν ἀπὸ τὴν Βασιλεία. Δὲν ἔδωσες ψωμί, δὲν θὰ πάρεις αἰώνια ζωή! (Μέγας Βασίλειος)
• Ὅταν ἐλεήσεις τὸν φτωχὸ ἀδελφό σου, μὴν τὸν φωνάξεις νὰ σὲ βοηθήσει στὴ δουλειά σου, γιὰ νὰ μὴν χάσεις τὸν μισθὸ τῆς εὐεργεσίας. (Ἅγιος Ἠσαΐας ὁ Ἀναχωρητής)
• Ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι ἀρετὴ τῆς χαρᾶς, ἀρκεῖ νὰ γίνεται μὲ ταπείνωση, ἀπὸ ἀγάπη καὶ ἀπὸ στέρηση. (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής)
• Ὅποιος κάνει ἐλεημοσύνη μιμούμενος τὸ Θεό, δὲν κάνει διάκριση καλοῦ καὶ κακοῦ, δικαίου καὶ ἀδίκου στὰ ἀπαραίτητά της ζωῆς, ἀλλὰ μοιράζει ἴδια σὲ ὅλους κατὰ τὶς ἀνάγκες τους, ἂν καὶ προτιμᾶ γιὰ τὴν ἀγαθή του προαίρεση, τὸν ἐνάρετο ἀπὸ τὸν κακό. (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής)
• Δὲν ἐλεεῖ λιγότερο τὸ φτωχὸ ἐκεῖνος, ποὺ τὸν συμπονάει μὲ ὅλη του τὴν καρδιά, ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ τοῦ δίνει χρήματα, γιατί ὁ δεύτερός του προσφέρει ὑλικὰ πράγματα, ἐνῶ ὁ πρῶτος, τὴν ἴδια του τὴν ψυχή. (Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Διάλογος)
• Ἀληθινὸς ἐλεήμων εἶναι ὄχι ἐκεῖνος ποὺ δίνει θεληματικᾶ τὰ περιττά, ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ ἀφήνει ἀκόμη καὶ τὰ ἀναγκαία σ’ αὐτοὺς ποὺ τοῦ τὰ ἁρπάζουν. (Ἅγιος Ἠλίας ὁ Πρεσβύτερος)
• Μὴν ἐπιθυμήσεις νὰ ἔχεις πλοῦτο, γιὰ νὰ κάνεις ἐλεημοσύνες στοὺς φτωχούς. Εἶναι καὶ αὐτὸ μία πανουργία τοῦ πονηροῦ, ποὺ ἀποσκοπεῖ στὴν κενοδοξία, ὥστε νὰ ρίξει τὸ νοῦ σὲ ἀπασχόληση μὲ πολλὰ πράγματα. Καὶ μόνο ψωμὶ καὶ νερὸ ἂν ἔχεις, μπορεῖς μὲ αὐτὰ νὰ λάβεις τὸν μισθό. Καὶ ἂν δὲν τὰ ἔχεις οὔτε αὐτά, μόνο μὲ τὴν καλὴ διάθεση, νὰ τοῦ πεῖς παρηγορητικὰ λόγια, μπορεῖς ἐπίσης νὰ λάβεις τὸν μισθό σου. Αὐτὸ βεβαιώνεται ἀπὸ τὴ χήρα του Εὐαγγελίου, ἡ ὁποία μὲ δυὸ λεπτά, ξεπέρασε τὴν προαίρεση καὶ τὴ δύναμη τῶν πλουσίων. (Ἅγιος Θεόδωρος Ἐδέσσης)
• Γιατί νὰ δώσω αὐτὸ ποῦ ἔχω, σὲ αὐτοὺς ποῦ ἔχουν ἀνάγκη; Διότι ἔτσι ἐκπληρώνεται τελείως τὸ “νὰ ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου, ὅπως τὸν ἑαυτόν σου” (Μάτθ. 19,19) (Ἅγιος Κλήμης Ἀλεξανδρείας)
• Ἐλεήμονες δὲν εἶναι μόνο αὐτοὶ ποὺ κάνουν ἐλεημοσύνη, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι ποὺ θέλουν νὰ κάνουν ἐλεημοσύνη, ἀκόμη καὶ ἐὰν δὲν ἔχουν τὴν δυνατότητα, ἀλλὰ ἔχουν τὴν προαίρεση νὰ ἐλεήσουν. Διότι μερικὲς φορές, θέλουμε μὲ χρήματα ἢ μὲ τὶς σωματικὲς δυνάμεις νὰ ἐξυπηρετήσουμε ὅσους ἔχουν ἀνάγκη, ἀλλὰ δὲν μποροῦμε νὰ τὸ κάνουμε αὐτό, εἴτε διότι εἴμαστε φτωχοί, εἴτε ἄρρωστοι, εἴτε γέροι, ἂν καὶ ἔχουμε τὴν καλὴ προαίρεση νὰ τὸ κάνουμε. (Ἅγιος Κλήμης Ἀλεξανδρείας)
• Πρέπει νὰ κάνετε ἐλεημοσύνες, ἀλλὰ μὲ διάκριση καὶ στοὺς ἀξίους. Διότι ὅπως ὁ γεωργός, δὲν σπέρνει σὲ ὁποιαδήποτε γῆ, ἀλλὰ στὴν εὔφορη, γιὰ νὰ καρποφορήσει, ἔτσι πρέπει νὰ κάνετε ἀγαθοεργία στοὺς εὐσεβεῖς καὶ πνευματικούς, γιὰ νὰ πετύχετε τὴν εὐκαρπία ἀπὸ αὐτοὺς διὰ τῶν εὐχῶν τους. Διότι ἔχει γραφεῖ: “Ἐλέησε τοὺς εὐσεβεῖς καὶ θὰ βρεῖς, ἂν ὄχι ἀπ’ αὐτόν, ὁπωσδήποτε ἀπὸ τὸν ‘Ύψιστο”. (Σοφία Σειρὰχ 12,2) (Ἅγιος Κλήμης Ἀλεξανδρείας)
• Ἡ πράξη τῆς ἐλεημοσύνης ἀφαιρεῖ τὶς ἁμαρτίες, ἐμφανίζεται μὲ καύχηση κατὰ τὴν Κρίση, ἐξημερώνει τὴν φλόγα τῆς κολάσεως, κάμπτει αὐτὸν ποὺ δικάζει ἢ μᾶλλον ἑνώνει μὲ τὸν Θεό, σὲ συγκαταλέγει στὸν ἀριθμὸ τῶν χορῶν τῶν Ἁγίων, σὲ μεταφέρει σὲ Οὐράνια Πόλη, σοὺ ἐξσσφαλίζει τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, δόξα ἀμάραντη, ἐλπίδα σίγουρη καὶ βάσιμη. (Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας)
• Ὅποιος ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς ἔχει περίσσια ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ δὲν προσφέρει ἀπὸ αὐτὰ στὸν φτωχότερο, εἶναι μακριὰ ἀπὸ τὸν ἁγιασμὸ καὶ τὰ ἀγαθά του, θὰ τὰ ἀπολαύσουν ἄλλοι. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ προσφέρει ἀπ’ αὐτὰ στὸν φτωχότερο, εἶναι κληρονόμος τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. (Ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος)
• Ὅπως κάθε ἀρετὴ μὲ βία ἀποκτᾶται, ἔτσι καὶ ἡ ἐλεημοσύνη, ἂν δὲν πιέσει κανεὶς τὸν ἑαυτόν του, δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἐλεήμων. (Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης)
• Ἐλεήμων εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ ἐλεεῖ τὸν πλησίον τοῦ ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ἔλαβε ὡς δῶρο ἀπὸ τὸν Θεό, εἴτε χρήματα, εἴτε φαγητά, εἴτε δύναμη, εἴτε ὠφέλιμο λόγο, εἴτε προσευχὴ καὶ πιστεύει ὅτι εἶναι χρεώστης, γιατί ἔλαβε περισσότερα, ἀπὸ ὅσα τοῦ ζητοῦνται. (Ἅγιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός)
• Ἄν σου περισσεύει κάτι ἀπ’ αὐτὰ πού σου χρειάζονται γιὰ σήμερα, δῶσε τὸ στοὺς φτωχοὺς καὶ πήγαινε νὰ προσφέρεις τὶς προσευχές σου στὸ Θεὸ μὲ παρρησία. Μίλησε δηλαδὴ μὲ τὸ Θεὸ σὰν γιὸς μὲ πατέρα. Τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ φέρει τὴν καρδιά μας κοντὰ στὸ Θεό, ὅσο ἡ ἐλεημοσύνη. Καὶ τίποτε δὲν προκαλεῖ στὸ νοῦ τόση γαλήνη, ὅση ἡ θεληματικὴ φτώχεια. Καλύτερα νὰ σὲ λένε οἱ πολλοὶ ἄνθρωποι ἄμαθη γιὰ τὴν ἁπλότητα τῶν τρόπων σου, παρὰ νὰ δοξάζεσαι ὡς σοφὸς καὶ πανέξυπνος. Ἐὰν ἕνας ἄνθρωπος εἶναι πάνω σὲ ἄλογο καὶ ἁπλώσει πρὸς τὸ μέρος σου τὸ χέρι του, γιὰ νὰ πάρει ἐλεημοσύνη, μὴν τὸν ἀφήσεις νὰ φύγει μὲ ἄδεια χέρια, διότι ὁπωσδήποτε ἐκείνη τὴν ὥρα εἶναι ἐνδεής, ὅπως ἕνας φτωχός. Ὅταν λοιπὸν δίνεις, νὰ δίνεις μεγαλόψυχα καὶ μὲ ἱλαρὸ πρόσωπο καὶ νὰ δίνεις περισσότερο ἀπ’ ὅσο σου ζητᾶνε. Διότι λέει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ: «Στεῖλε τὸ ψωμί σου στὸ φτωχὸ καὶ σὲ λίγο θὰ βρεῖς τὴν ἀνταπόδοση». Μὴν ξεχωρίσεις τὸν πλούσιο ἀπὸ τὸ φτωχὸ καὶ μὴν θέλεις νὰ μάθεις ποιὸς εἶναι ἄξιος καὶ ποιὸς ἀνάξιος, ἀλλὰ νὰ εἶναι γιὰ σένα ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἴσοι, προκειμένου νὰ τοὺς κάνεις τὸ καλό. Γιατί μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο, θὰ μπορέσεις νὰ ἑλκύσεις στὸ καλὸ καὶ αὐτοὺς ποὺ δὲν ἀξίζουν νὰ τοὺς ἐλεήσεις, διότι ἡ ψυχὴ γρήγορα ἕλκεται ἀπὸ τὶς σωματικὲς εὐεργεσίες στὸ φόβο τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος καθόταν καὶ ἔτρωγε στὰ τραπέζια μὲ τοὺς τελῶνες καὶ τὶς πόρνες καὶ δὲν ξεχώριζε τοὺς ἀνάξιους, γιὰ νὰ τοὺς ἑλκύσει ὅλους, μὲ τὸ ἔλεός του, στὸ φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ πλησιάσουν στὰ πνευματικὰ μέσω τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο, στὴν ἐλεημοσύνη καὶ στὴν τιμή, ἐξίσωσε ὅλους τους ἀνθρώπους, εἴτε εἶναι κάποιος Ἰουδαῖος, εἴτε ἄπιστος, εἴτε φονιὰς καὶ μάλιστα, διότι εἶναι ἀδελφός σου καὶ ἔχει τὴν ἴδια ἀνθρώπινη φύση μὲ σένα καὶ πλανήθηκε ἀπὸ τὴν ἀλήθεια χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει. Ὅταν κάνεις ἕνα καλὸ σὲ κάποιον, μὴν περιμένεις ἀνταμοιβὴ ἀπὸ μέρους του καὶ ἔτσι, θὰ λάβεις ἀμοιβὴ ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ γιὰ τὰ δυό: καὶ γιὰ τὸ καλὸ ποὺ ἔκανες καὶ γιατί δὲν ζήτησες ἀναγνώριση. Καὶ ἄν σου εἶναι δυνατό, οὔτε γιὰ τὴ μέλλουσα ἀνταμοιβὴ νὰ κάνεις τὸ καλό, γιατί ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, δὲν γνωρίζει τί θὰ πεῖ ἀνταμοιβή. (Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος)
• Νὰ κάνεις ἐλεημοσύνη ἀπὸ τὸν κόπο σου καὶ τὸν ἱδρώτα σου καὶ ὄχι ἀπὸ τὶς ἀδικίες. Νὰ ἐλεεῖς τοὺς φτωχοὺς ἔστω καὶ ἂν σὲ ἀδικοῦν καὶ σὲ βρίζουν. Ἡ ἐλεημοσύνη ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ σταθεῖ μόνη της σὰν ἀρετή, ἂν δὲν ὑπάρχει πρῶτα ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό. Αὐτὴ θὰ μᾶς στηρίξει, ὥστε ὄχι μόνο νὰ ὑπομένουμε τὴν ἀδικία, ἀλλὰ νὰ περιμένουμε μὲ χαρὰ τὴν ἀγνωμοσύνη, ποὺ εἶναι ἐνδεχόμενο νὰ μᾶς δείξουν. Νὰ λυπᾶσαι νὰ ὑποφέρεις καὶ νὰ καίγεσαι ὅταν ὁ ἀδελφός σου ἔχει ἀνάγκη, γιατί αὐτὸ ἔκανε καὶ ὁ Χριστός. Καὶ ἂν κανεὶς σὲ χτυπήσει στὸ πρόσωπο νὰ μὴν λυπηθεῖς, Ἀλλὰ νὰ χαρεῖς, γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ μὴν τοῦ πεῖς κανένα ψυχρὸ λόγο. (Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος)
• Δὲν δέχεται ἀπὸ σένα ὁ Θεὸς τὴν ἐλεημοσύνη, ἐφόσον ἐπιμένεις στὴν ἁμαρτία. Εἶναι εὔκολο νὰ κάνει κανεὶς ἐλεημοσύνη, δύσκολο ὅμως νὰ κόψει τὰ πάθη του καὶ τὶς κακές του συνήθειες. Τὴν ἐλεημοσύνη τὴν δέχεται ὁ Θεός, ὅταν συνοδεύεται ἀπὸ καθαρὴ καρδιά. (Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος)
• Χρωστᾶς χρυσάφι στὸ Θεό; Δὲν δέχεται νὰ Τοῦ δώσεις μαργαριτάρι. Ἔχασες γιὰ παράδειγμα, τὴν ἁγνεία σου; Ὁ Θεὸς δὲν δέχεται ἀπὸ σένα ἐλεημοσύνη, ὅσο ἐπιμένεις στὴν πορνεία. Σοὺ ζητάει τὸν ἐξαγνισμὸ τοῦ σώματος, ἐπειδὴ αὐτὴ τὴν ἐντολὴ ἀθέτησες, νικημένος ἀπὸ τὸ φθόνο τοῦ διαβόλου. Καθόλου δὲν θὰ σὲ ὠφελήσει ἡ ἐλεημοσύνη σου, ἐνάντια σ΄ ἐκεῖνο τὸ πάθος. Γιατί κάθε ἀρρώστια, εἴτε ψυχικὴ εἴτε σωματική, μὲ τὰ δικά της καὶ κατάλληλα φάρμακα θεραπεύεται. (Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος)
• Μὴν νομίζεις, ὅτι μὲ τὴν ἐλεημοσύνη τελείωσες τὶς ὑποχρεώσεις σου στὸν Θεό. Χρειάζεται μεγάλος ἀγώνας γιὰ νὰ καθαρίσεις τὸν ἑαυτόν σου ἀπὸ τὰ πάθη καὶ ἔτσι θὰ γίνει εὐπρόσδεκτη στὸν Θεὸ ἡ προσφορὰ ποὺ κάνεις στοὺς συνανθρώπους σου. (Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος)
• Ἂν δίνεις σὲ κάποιον πού σου ζητᾶ ἐλεημοσύνη, ἄφησε τὴ χαρὰ τοῦ προσώπου νὰ προηγηθεῖ ἀπὸ τὸ δῶρο σου καὶ παρηγόρησε τὴ λύπη του μὲ καλὰ λόγια. (Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος)
• Κάνοντας ἀδιάκριτα ἐλεημοσύνη, θὰ προσελκύσεις καὶ τοὺς σκληρόκαρδους στὸ καλό. Σ’ αὐτό μας διδάσκει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ποὺ ἔτρωγε μαζὶ μὲ τοὺς τελῶνες καὶ τοὺς ἁμαρτωλούς. Δὲν προτιμοῦσε τοὺς καλοὺς καὶ τοὺς ἄξιους, ἀλλὰ τοὺς ἀνάξιους, γιὰ νὰ τοὺς προσελκύσει καὶ νὰ τοὺς δημιουργήσει τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι καὶ ἐσὺ νὰ κάνεις τὸ καλὸ σὲ ὅλους, εἴτε εἶναι φίλοι σου, εἴτε ἐχθροί σου. (Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος)
• Ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἐμποδίσουμε τὴ φλόγα τῆς φωτιᾶς νὰ ἀνεβεῖ πρὸς τὰ ἐπάνω, ἔτσι δὲν μποροῦν νὰ ἐμποδιστοῦν οἱ προσευχὲς τῶν ἐλεημόνων νὰ ἀνεβοῦν στὸν οὐρανό. (Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος)
• Ὅπως τὸ λάδι συντηρεῖ τὸ φῶς τοῦ λυχναριοῦ, ἔτσι καὶ ἡ ἐλεημοσύνη, τρέφει στὴν ψυχὴ τὴν ἀληθινὴ γνώση τοῦ Θεοῦ. (Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος)
• Ὄχι μόνο ὅταν ἁρπάζουν τὰ πράγματά σου, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα δυσάρεστα πού σου ἔρχονται ἀπέξω, πρέπει νὰ τὰ ὑπομένεις μὲ χαρὰ καὶ νὰ θυσιάζεις ἀκόμη καὶ τὴ ζωή σου γιὰ τὸν ἀδελφό σου. Αὐτὸς εἶναι ὁ πραγματικὸς ἐλεήμων καὶ ὄχι αὐτὸς ποὺ δίνει ἁπλῶς μὲ τὸ χέρι τοῦ ἐλεημοσύνη στὸν ἀδελφό του. Καὶ ὅποιος ἀκούσει ἢ δεῖ μὲ τὰ μάτια του, ὅτι κάτι στεναχωρεῖ τὸν ἀδελφό του καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τὸν ἀναπαύσει μὲ ὑλικὰ ἀγαθά, ἀλλὰ τὸν συμπονεῖ καὶ καίεται ἡ καρδιὰ τοῦ γι’ αὐτὸν καὶ αὐτὸς εἶναι ἀληθινὰ ἐλεήμων. Τὸ ἴδιο εἶναι ἐλεήμων καὶ ὅποιος δεχθεῖ ράπισμα ἀπὸ τὸν ἀδελφό του καὶ δὲν τοῦ ἀντιμιλήσει μὲ τὴν κοσμικὴ ἀδιαντροπιὰ καὶ δὲν προκαλέσει λύπη στὴν καρδιά του. (Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος)
• Τὸ ἔργο ποὺ γίνεται χωρὶς πόνο, εἶναι ἡ ἠθικὴ τῶν κοσμικῶν. Αὐτοὶ κάνουνε ἐλεημοσύνη μονάχα μὲ τὰ ἐξωτερικὰ ἔργα καὶ μέσα τοὺς δὲν κερδίζουν τίποτα. (Ἅγιος ἸσαάκοΣυρος)
• Τί εἶναι καρδιὰ ἐλεήμων; Εἶναι αὐτὴ ποὺ καίγεται ἀπὸ ἀγάπη καὶ συμπόνοια γιὰ ὅλη τὴν κτίση… (Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος)
• Σπέρνε δίδοντας καὶ θὰ γεμίσεις τὸ σπίτι σου μὲ ἀγαθά. (Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης)
• Ἐλεημοσύνη καὶ εὐεργεσία εἶναι φιλικὰ πράγματα γιὰ τὸν Θεὸ καὶ σὲ ὅποιον ἀκριβῶς ἄνθρωπο κατοικήσουν, τὸν θεώνουν καὶ ἀποτυπώνουν τὸ καλὸ καὶ τὴ μίμηση τοῦ ἀγαθοῦ, γιὰ νὰ ὑπάρχει εἰκόνα τῆς πρώτης καὶ ἀθανάτου οὐσίας, ποὺ εἶναι ἀκατάληπτη στὸ νοῦ. (Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης)
• Ἡ ἐλεημοσύνη ποὺ γίνεται ἀπὸ ἀδικία, δὲν εἶναι ἐλεημοσύνη, ἀλλὰ σκληρότητα καὶ ἀπανθρωπιά. Ἐπειδὴ ἡ ἐλεημοσύνη πρέπει νὰ εἶναι καρπὸς τῆς δικαιοσύνης καὶ νὰ γεννιέται ἀπὸ τὴν συμπόνοιά μας. (Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης)
• Δὲν ὑπάρχει γιὰ τὸν Θεὸ τίποτε προτιμότερο ἢ πιὸ φιλάνθρωπο, ἀπὸ τὸ νὰ κάνουμε ἐλεημοσύνες καὶ εὐεργεσίες. (Ἅγιος Διονύσιος Ἀλεξανδρείας)
• Ἡ μεγαλύτερη ἐλεημοσύνη ποὺ μπορεῖς νὰ κάνεις, εἶναι νὰ συγχωρήσεις ὁλόψυχα αὐτὸν ποὺ σὲ ἀδίκησε. Συγχωρώντας τὸν πλησίον σου, μπορεῖς νὰ ἐλπίζεις καὶ στὴν συγχώρηση τῶν δικῶν σου ἁμαρτιῶν ἀπὸ τὸν Θεό. (Ἱερὸς Αὐγουστίνος)
• Ἡ ἐλεημοσύνη πρέπει νὰ προσφέρεται ἀδιακρίτως πρὸς ὅλους, ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχει ἀνάγκη. (Ἅγιος Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης)
• Μεγάλη εἶναι ἡ δύναμη τῆς ἐλεημοσύνης, γιατί μὲ τὸ δροσερὸ νερὸ τῆς ἀγάπης της, σβήνει τὴν φωτιὰ τῶν ἁμαρτιῶν μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε ἀκόμα καὶ ἂν εἶναι θυμωμένος ὁ Δικαστὴς ἐναντίον ἐκείνου ποὺ ἁμάρτησε καὶ θέλει νὰ τὸν τιμωρήσει, μὲ τὴν δύναμη τῆς ἐλεημοσύνης τὸν συγχωρεῖ. (Ἅγιος Ἀμβρόσιος Μεδιολάνων)
• Ὅπως χωρὶς ἀναπνοή, εἶναι ἄχρηστο τὸ σῶμα μας καὶ ἀνενεργό, ἔτσι καὶ χωρὶς ἐλεημοσύνη, πέφτει στὸ κενὸ ἡ νηστεία μας. (Ἅγιος Νεκτάριος Κῶν/πόλεως)
• Ἡ ἐλεημοσύνη ὠφελεῖ περισσότερο ἐκεῖνον ποὺ τὴν προσφέρει, παρὰ ἐκεῖνον ποὺ τὴν λαμβάνει. (Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης)
• Μακάριοι καὶ εὐτυχισμένοι εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ εἶναι εὔσπλαχνοι καὶ ἐλεοῦν τοὺς φτωχούς, γιατί αὐτοὶ θὰ ἐλεηθοῦν ἀπὸ τὸ Θεό. Ἄχ! καὶ νὰ ἤξερες τί μεγάλη ἀνταπόδοση σὲ περιμένει, γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη ποὺ δίνεις στοὺς φτωχούς! Θὰ σοῦ δείξει ὁ Θεὸς ἔλεος κατὰ τὴν ἥμερά της κρίσης, ἐνώπιον ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων καὶ θὰ κληρονομήσεις τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν ποὺ ἔχει ἑτοιμαστεῖ ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. (Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης)
• Ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι καλὸ καὶ θεάρεστο ἔργο, ἂν ταυτόχρονα φροντίζεις νὰ ἀπαλλάξεις τὴν καρδιά σου ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια, τὴν κακία, τὸ φθόνο, τὴν ἀκηδία, τὴν ὀκνηρία, τὴν ἀπληστία, τὴν μοιχεία, τὸ ψέμα τὴν ἀπάτη καὶ τὰ ἄλλα πάθη. Ἂν ὅμως ὁ ἄνθρωπος δὲν προσπαθεῖ νὰ καθαρίσει τὴν καρδιά του καὶ ἐμπιστεύεται μόνο τὶς ἐλεημοσύνες του, τότε λίγη μόνο ὠφέλεια θὰ ἀποκομίσει ἀπὸ αὐτές. Γιατί χτίζει μὲ τὸ ἕνα χέρι καὶ γκρεμίζει μὲ τὸ ἄλλο. (Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης)
• Νὰ μὴν δίνεις στοὺς ἄλλους ἀνάλογα μὲ τὴν ἀξία τους, ἀλλὰ ἀνάλογα μὲ τὶς ἀνάγκες τους. (Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης)
• Μὴν προσέχεις ἂν ἔχει πράγματι ἀνάγκη ἢ ὄχι, ὅποιος ἁπλώνει τὸ χέρι του καὶ σοῦ ζητεῖ ἐλεημοσύνη. Ἡ Θεία Ἀγάπη, μᾶς δίνει καὶ ἄλλες δωρεές Της, ὅταν ἔχουμε ἤδη λάβει ἀρκετές. Συλλογίσου λοιπόν: ”Ο Θεὸς ἐξακολουθεῖ νὰ μοῦ δίνει, γιατί νὰ μὴν ἐξακολουθῶ καὶ ἐγὼ νὰ δίνω στὸν ἀδελφό μου; Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει, ἂν τὸ ἀξίζει ἢ ὄχι. Μήπως ἐγὼ ἄξιζα τόση ἀγάπη ἀπὸ τὸν Θεό; Ὁ Θεὸς μὲ ἐλεεῖ, ὄχι γιατί τὸ ἀξίζω, ἀλλὰ γιατί μὲ ἀγαπᾶ. Τέτοια ἀγάπη, ἂς ἔχω καὶ ἐγὼ στοὺς ἀδελφοὺς μου”. (Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης)
• Κάθε μέρα σου ζητοῦν ἐλεημοσύνη καὶ κάθε μέρα πρέπει νὰ δίνεις, χωρὶς νὰ θυμώνεις καὶ νὰ γογγύζεις. Αὐτὸ ποὺ δίνεις, δὲν εἶναι δικό σου, ἀνήκει στὸν Θεό, στὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, ποὺ κουβαλοῦν τὸ σταυρό τους καὶ δὲν ἔχουν, ποὺ νὰ βάλουν τὸ κεφάλι τους. Ἐσὺ εἶσαι ἁπλὰ ὁ καθημερινὸς ὑπηρέτης τῶν ἐλαχίστων ἀδελφῶν τοῦ Χριστοῦ. Τὸ καθῆκον σου πρέπει νὰ τὸ κάνεις μὲ πραότητα, μὲ ταπείνωση, μὲ προθυμία. Ἔτσι θὰ ὑπηρετήσεις τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, τὸν Κριτή, Τὸν ἀνταποδότη. Τί μεγάλη τιμή, τί μεγαλεῖο! (Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης)
• Ἐκεῖνοι ποὺ δίνουν ψωμὶ ἢ χρήματα στὸν φτωχὸ καὶ τὸ κάνουν ἀπρόθυμα καὶ μὲ βαριὰ καρδιά, μὲ πονηρὸ καὶ κακὸ μάτι, εἶναι σὰν βάζουν δηλητήριο μέσα στὸ ψωμὶ ποὺ δίνουν ἢ στὴν ἐλεημοσύνη τους. Ἕνα δηλητήριο ἀόρατο μὰ ὑπαρκτό. Πρέπει νὰ δίνουμε μὲ ἱλαρότητα, μὲ ἀγάπη καὶ σεβασμὸ στὸ πρόσωπο τοῦ πλησίον μας. Διαφορετικὰ οἱ ἐλεημοσύνες ἀποδεικνύονται ἄχρηστες καὶ δὲν ἔχουν ἀξία. (Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης)
• Τοὺς φτωχοὺς νὰ τοὺς ἐλεεῖς μὲ προθυμία, χωρὶς νὰ σὲ τυραννᾶ ἡ καχυποψία, ἡ ἀμφιβολία καὶ ἡ διάθεση νὰ ἐρευνήσεις, ἂν πραγματικὰ ἔχει ἀνάγκη ἐκεῖνος ποὺ ζητιανεύει. Νὰ εἶσαι σίγουρος, πὼς στὸ πρόσωπο τοῦ φτωχοῦ, ἐλεεῖς τὸν ἴδιο τὸν Κύριο, ὅπως μας διαβεβαιώνει ὁ ἴδιος: ”Εφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἐνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε” (Μάτθ. 25,40). Νὰ ξέρεις πὼς ἡ ἐλεημοσύνη σου δὲν εἶναι τίποτα, μπροστὰ στὴν ἀξία τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ εἶναι παιδὶ τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐλεημοσύνη σου, δὲν εἶναι παρὰ πηλός. Καὶ βέβαια κάθε ὑλικὴ ἐλεημοσύνη, πρέπει νὰ συνοδεύεται καὶ ἀπὸ πνευματική. Αὐτὸ σημαίνει, πὼς τὴν ὥρα ποὺ δίνεις ἐλεημοσύνη, ἡ συμπεριφορά σου πρὸς τὸν ἐπαίτη πρέπει νὰ εἶναι εὐγενική, ἀδελφική, ἀνοιχτόκαρδη καὶ στοργική, γιὰ νὰ μὴν χάσεις τὸν μισθό σου. Μὴν ἀφήσεις νὰ καταλάβει πὼς τοῦ κάνεις χάρη, μὴν φανεῖς ὑπερήφανος. (Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης)
• Εἶναι πολὺ καλύτερα, νὰ ἀνοίξει κανεὶς τὸ χέρι του σὲ κάποιον ἀνάξιο, παρὰ νὰ στερήσει τὴν ἐλεημοσύνη του ἀπὸ ἐκεῖνον, ποὺ τὴν ἔχει ἀνάγκη, ἀπὸ φόβο νὰ μὴν ἀπατηθεῖ. (Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης)
• Ὅταν ἐπαινεῖς τὸν εὐλαβῆ γείτονά σου, εἶναι σὰν νὰ ὑμνεῖς τὸν Θεό. Ἂν τοῦ κάνεις καλό, τὸ καλὸ γυρίζει σὲ σένα, γιατί ὅλοι μας εἴμαστε ἕνα σῶμα. Ὅταν κάνεις καλὸ στὸν πλησίον σου, κάνεις τὸν Θεὸ ὀφειλέτη σου, γιατί ὁ πλησίον σου εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Κάνοντας καλὸ σὲ ἕναν Χριστιανό, κάνεις τὸ Χριστὸ ὀφειλέτη σου, γιατί οἱ Χριστιανοὶ εἶναι τὸ σῶμα Του, τὰ μέλη Του. (Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης)
• Εἶναι ἅρπαγας ὅποιος ἔχει πολλὰ καὶ δὲν ἐλεεῖ, ἀκόμα καὶ ἂν δὲν ἀδικεῖ ὁλοφάνερα. Ὁ ἀνελεήμονας εἶναι ἅρπαγας καὶ ἀδικεῖ τόσους, ὅσους θὰ μποροῦσε νὰ εὐεργετήσει καὶ δὲν εὐεργέτησε. (Ἅγιος Θεοφύλακτος Βουλγαρίας)
• Μὴν φανερώσεις τὰ ἔργα σου, γιὰ νὰ μὴν λάβεις ἐδῶ στὴ γῆ, τὸν μισθό σου ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ θὰ σὲ ἐπαινέσουν. Ἀπόκρυψε τὰ μὲ τὴ σιωπὴ καὶ ἄφησε νὰ τὰ γνωρίζει μόνο ὁ Θεός, ποὺ θὰ σὲ ἀμοίψει στὸν Οὐρανό. (Ἅγιος Δημήτριος τοῦ Ροστώφ)
• Χαρακτηριστικό της ἐλεημοσύνης ἀποτελεῖ ἡ καρδιά, ἡ ὁποία φλέγεται ἀπὸ ἀγάπη γιὰ κάθε πλάσμα καὶ ἐπιθυμεῖ τὸ καλό του. Ἡ ἐλεημοσύνη δὲν συνίσταται μόνο στὴν προσφορά, ἀλλὰ καὶ στὴν συμπόνοια. Ὅταν βλέπουμε τὸν συνάνθρωπό μας νὰ κακοπαθαίνει καὶ ἐμεῖς μποροῦμε νὰ τὸν βοηθήσουμε, πρέπει κατ’ οἱοδήποτε τρόπο νὰ τὸν βοηθήσουμε. (Ἅγιος Μακάριος της Ὄπτινα)
• Κανένας δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ: «Εἶμαι φτωχὸς καὶ μὲ τί νὰ κάνω ἐλεημοσύνη;» Γιατί καὶ ἂν ἀκόμα δὲν μπορεῖς νὰ δώσεις τόσα ὅσα ἐκεῖνοι οἱ πλούσιοι, ποὺ ἔβαζαν τὶς δωρεὲς τοὺς στὸ θησαυροφυλάκιο τοῦ ναοῦ, τότε δῶσε δυὸ λεπτὰ σὰν ἐκείνη τὴ χήρα τη φτωχὴ καὶ τὰ δέχεται ἀπὸ μέρους σου ὁ Θεὸς καλύτερα ἀπὸ τὶς δωρεὲς τῶν πλουσίων. Δὲν ἔχεις οὔτε τόσα; Ἔχεις ὅμως δυνάμεις καὶ μπορεῖς νὰ ἐλεήσεις τὸν ἄρρωστο μὲ τὶς ὑπηρεσίες σου. Δὲν μπορεῖς οὔτε αὐτό; Μπορεῖς μὲ τὸν καλό σου λόγο νὰ παρηγορήσεις τὸν ἀδελφό σου. Ἐλέησε τὸν λοιπὸν μὲ τὸν παρηγορητικὸ λόγο καὶ ἄκουσε αὐτὸν ποὺ λέει: ”O καλὸς λόγος εἶναι προτιμότερος ἀπὸ τὰ δώρα”. Ὑπόθεσε τώρα, ὅτι οὔτε μὲ τὸ λόγο δὲν μπορεῖς νὰ δείξεις ἔλεος. Μπορεῖς ὅμως, ἂν θυμώσει μαζί σου ὁ ἀδελφός σου, νὰ τὸν βοηθήσεις ἀντέχοντας τὸν τὴν ὥρα τῆς ταραχῆς, τότε ποὺ τὸν βλέπεις νὰ ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὸν κοινό σας ἐχθρό, τὸ διάβολο. Καί, ἀντὶ νὰ τοῦ πεῖς μία κουβέντα καὶ νὰ τὸν ταράξεις περισσότερο, μπορεῖς νὰ σωπάσεις καὶ νὰ ἐλεήσεις τὴν ψυχή του, παίρνοντας τὴν ἀπὸ τὰ νύχια τοῦ ἐχθροῦ. Μπορεῖς ἀκόμα, ἂν ἁμαρτήσει εἰς βάρος σου ὁ ἀδελφός σου, νὰ τὸν ἐλεήσεις καὶ νὰ τοῦ συγχωρήσεις τὴν ἁμαρτία του, γιὰ νὰ συγχωρεθεῖς καὶ ἐσὺ ἀπὸ τὸν Θεό. Γιατί ἡ Γραφὴ λέει: «Συγχωρεῖτε γιὰ νὰ σᾶς συγχωρήσει καὶ σᾶς ὁ Θεός». Καὶ νὰ ποὺ ἐλεεῖς τὴν ψυχὴ τοῦ ἀδελφοῦ σου, συγχωρώντας του, ὅ,τι σου ἔκανε. Γιατί ὁ Θεός μας ἔδωσε τὴν ἐξουσία, ἂν θέλουμε, νὰ συγχωροῦμε ὁ ἕνας τὰ σφάλματα τοῦ ἄλλου. Μπορεῖ λοιπὸν νὰ μὴν ἔχεις μὲ τί νὰ ἐλεήσεις τὸ σῶμα τοῦ συνανθρώπου σου, ἀλλὰ ἐλεεῖς τὴν ψυχή του. Καὶ ὑπάρχει μεγαλύτερο ἔλεος ἀπὸ αὐτὸ ποῦ προσφέρεται στὴν ψυχὴ τοῦ ἄλλου; (Ἀββᾶς Δωρόθεος)
• Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶπε: ”Να γίνετε οἰκτίρμονες, ὅπως καὶ ὁ Οὐράνιος Πατέρας σας εἶναι οἰκτίρμων” (Λούκ. 6,36). Δὲν εἶπε: ”Νηστεύετε, ὅπως ὁ Οὐράνιος Πατέρας σας νηστεύει”, οὔτε πάλι εἶπε: ”Να μὴν ἔχετε περιουσία, ὅπως καὶ ὁ Οὐράνιος Πατέρας σας δὲν ἒχει”. Ἀλλὰ τί λέει: ”Να γίνετε οἰκτίρμονες, ὅπως ὁ Οὐράνιος Πατέρας σας εἶναι οἰκτίρμων”. Γιατί ἰδιαίτερα μ’ αὐτὴν τὴν ἀρετὴ ὁ ἄνθρωπος μιμεῖται τὸν Θεό. Αὐτὴ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τῆς ἀγάπης Του. (Ἀββᾶς Δωρόθεος)
• Ὅσο πιὸ πολύτιμη εἶναι ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὸ σῶμα, ἄλλο τόσο καὶ τὸ ἔλεος ποὺ προσφέρεται στὴν ψυχὴ εἶναι μεγαλύτερο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ δίνεται στὸ σῶμα. Ἑπομένως κανένας δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ: «δὲν μπορῶ νὰ κάνω ἐλεημοσύνη». Ὁ καθένας μπορεῖ, ἀνάλογα μὲ τὶς δυνατότητες καὶ τὴν κατάσταση στὴν ὁποία βρίσκεται. (Ἀββᾶς Δωρόθεος)
• Ποιὸ εἶναι ὅμως τὸ εὐάρεστο; Γιατί, βέβαια, δὲν σημαίνει, ὅτι κάνοντας κανεὶς τὸ ἀγαθό, ὁπωσδήποτε εἶναι καὶ εὐάρεστο στὸ Θεό. Καὶ σᾶς λέω ἕνα παράδειγμα. Τυχαίνει νὰ βρεῖ κάποιος μία ὀρφανή, φτωχὴ καὶ ὄμορφη κοπέλα ποὺ τοῦ ἀρέσει, ἐπειδὴ εἶναι ὄμορφη καὶ τὴν παίρνει καὶ τὴν ἀνατρέφει μὲ τὸ πρόσχημα, ὅτι ἀνατρέφει μία ὀρφανή. Δέστε καὶ θέλημα Θεοῦ εἶναι αὐτὸ καὶ ἀγαθό, δὲν εἶναι ὅμως καὶ εὐάρεστο. Εὐάρεστο εἶναι, ὅταν κάνει κανεὶς λ.χ. ἐλεημοσύνη, νὰ μὴν τὴν κάνει ἀπὸ κάποιο ἀνθρώπινο λογισμό, ἀλλὰ γιὰ τὸ ἴδιο τὸ καλό, γιὰ τὴν ἴδια τὴν συμπάθεια. Αὐτὸ εἶναι τὸ εὐάρεστο στὸν Θεό. Τὸ τέλειο ἐπίσης εἶναι, ὅταν κάνει κανεὶς ἐλεημοσύνη, νὰ μὴν τὴν κάνει στενόκαρδα, οὔτε μὲ ἀπροθυμία καὶ καταφρόνηση, ἀλλὰ μὲ ὅλη του τὴν δύναμη μὲ ὅλη του τὴν προαίρεση, δίνοντας μὲ τέτοιο τρόπο, σὰν νὰ παίρνει ὁ ἴδιος, εὐεργετώντας ἔτσι, σὰν νὰ δεχόταν ὁ ἴδιος τὴν εὐεργεσία. Τότε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ γίνεται τέλειο. (Ἀββᾶς Δωρόθεος)

πηγή

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *