Ἄν, ἀγαπητοί μου Πατέρες καὶ ἀδελφοί, δινόταν σ’ ἐμένα τὸν ταπεινὸ τὸ χάρισμα αὐτό, τὸ νὰ ἀποκτήσω δηλαδὴ μία γλώσσα ἀπὸ ἐκεῖνες ποὺ ἔχουν οἱ Ἄγγελοι, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ Παῦλος, «ἐὰν τᾶς γλώσσας τῶν Ἀγγέλων λαλῶ», θὰ ἦταν βέβαιο καὶ ἑπόμενο, ὅτι μὲ τὴν ἀγγελικὴ αὐτὴ γλώσσα, θὰ μποροῦσα νὰ ἐγκωμιάσω ὅπως ἀξίζει, τὸν Μιχαὴλ καὶ τὸν Γαβριήλ, τοὺς Ἀρχαγγέλους τοῦ Κυρίου διότι εἶναι φυσικό, κάθε ὅμοιο μὲ τὸ ὅμοιο μπορεῖ νὰ ἐπαινεθεῖ, καὶ στοὺς ἄλλους νὰ παρουσιαστεῖ· ἂν εἶχα μία ἀπὸ τὶς πύρινες ἐκεῖνες καὶ ἄυλες γλῶσσες, ποὺ δόθηκαν στοὺς ἱεροὺς καὶ θείους Ἀποστόλους, θὰ μποροῦσα ὅπως ἀξίζει μὲ ὑπερφυσικὰ ἐγκώμια νὰ μιλήσω γιὰ τοὺς πύρινους καὶ ἄυλους Ἀρχιστράτηγους ἂν -ἔστω καὶ λίγο- εἶχα καθαρή τη γλώσσα μου, ὅπως ὁ Ἠσαΐας, ἀπὸ ἐκείνη τὴ λαβίδα τῶν Σεραφείμ, θὰ ὑπῆρχε ἐλπίδα, νὰ πῶ κάτι ἀντάξιό της μεγαλοπρέπειας τῶν Ταξιαρχῶν.

Read more

1. Βιογραφικὰ στοιχεῖα

Ὁ Λάζαρος γεννήθηκε τὸ 966/9671 στὸ χωριὸ Θεοτόκος/Παναγία, κοντὰ στὴ Μαγνησία, στὸν ποταμὸ Μαίανδρο. Τὸ βαπτιστικό του ὄνομα ἦταν Λέων. Ἀνῆκε σὲ ἀγροτικὴ οἰκογένεια καὶ οἱ γονεῖς τοῦ ὀνομάζονταν Νικήτας καὶ Εἰρήνη. Γνωρίζουμε ἐπίσης ὅτι εἶχε ἄλλους τέσσερις ἀδελφούς, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὁ ἕνας ὀνομαζόταν Ἰγνάτιος, συντρόφευσε τὸ Λάζαρο ὡς μοναχὸς κατὰ τὴν παραμονή του στὸ ὅρος Γαλήσιο καὶ τὸν διαδέχτηκε στὴ διοίκηση τῶν μονῶν μετὰ τὸ θάνατό του. Read more

Ὁ Ἅγιος Παῦλος Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως ὁ Ὁμολογητής, ὁ προστάτης τῶν ἱεροψαλτῶν καὶ θεραπευτῆς τῶν παθήσεων τοῦ λαιμοῦ.

Τὴν 6η του μηνὸς Νοεμβρίου ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου Παύλου Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Ὁμολογητοῦ ὁ ὁποῖος μέσα ἀπὸ τὰ σχετικὰ ὑμνολογικὰ κείμενα παρομοιάζεται μὲ τοὺς δικαίους Ἄβελ καὶ Ζαχαρία, τὸν πατέρα τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Καὶ αὐτὸ διότι, καὶ ὁ ἴδιος δίκαιος ὧν, ἐγνώρισε τὸν μαρτυρικὸ θάνατο κατόπιν ἐνέδρας καὶ ἀξιώθηκε τοῦ στεφάνου τῆς ἀφθαρσίας ὅπως καὶ ἐκεῖνοι οἱ μακάριοι ἄνδρες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Read more

(5 Νοεμβρίου)

Οἱ ἅγιοι αὐτοὶ μάρτυρες ἔζησαν κατὰ τὰ ἔτη τῆς βασιλείας τοῦ αὐτοκράτορα Δεκίου (250) καὶ τοῦ ἡγεμόνος Σεκούνδου στὴν πόλη Ἔμεσα (σήμ. Χὸμς στὴ Συρία). Οἱ γονεῖς τοῦ Γαλακτίωνος, Κλειτοφῶν καὶ Λευκίππη, ἦταν πλούσιοι εἰδωλολάτρες τῆς πόλεως. Εἶχαν ὅμως ἕναν καημὸ ποὺ τοὺς ἔτρωγε. Ἡ Λευκίππη παρέμενε στείρα παρ’ ὅλες τὶς θερμὲς ἱκεσίες τους στὰ εἴδωλα. Στὴν πόλη διέμενε τότε ἕνας μοναχός, ὀνόματι Ὀνούφριος. Ζητοῦσε ἐλεημοσύνη ἀπὸ τοὺς περαστικοὺς -ὄχι γιὰ νὰ τρέφεται, ἀλλὰ γιὰ νὰ μοιράζει ἐν συνεχεία ὅ,τι τοῦ ἔδιναν στοὺς φτωχούς— καὶ ἐπωφελοῦνταν γιὰ νὰ κηρύσσει παντοῦ το ἱερὸ Εὐαγγέλιο. Μία ἡμέρα, κτύπησε τὴν πόρτα τῆς Λευκίππης γιὰ νὰ ζητήσει ἐλεημοσύνη. Βλέποντας τὴ θλιμμένη ὄψη τῆς γυναίκας ρώτησε νὰ μάθει τὸν λόγο. Ἐκείνη τοῦ ἀπάντησε ὅτι δὲν μποροῦσε νὰ κάνει παιδιά. Ὁ Ὀνούφριος τότε εἶπε ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ ἕνα σοφὸ μέτρο τῆς θείας Πρόνοιας καὶ ὅτι ὁ Θεὸς μὴν ἐπιθυμώντας νὰ προσφέρει αὐτὴ τὸ τέκνο της στοὺς δαίμονες, τὴν ἐμπόδιζε νὰ γεννήσει ὅσο θὰ παρέμενε ἀσεβής. Τῆς δίδαξε τὰ μυστήρια τῆς πίστεως καὶ τὴν βάπτισε. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ γέννησε καὶ ἔπεισε τὸν ἄνδρα της νὰ ἀσπαστεῖ κι αὐτὸς τὴν πίστη στὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος τοὺς εἶχε λυτρώσει μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἀπὸ τὴν αἰσχύνη τους.
/
Τὸ παιδὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Γαλακτίων στὸ ἅγιο Βάπτισμα. Ὅταν ἔγινε εἴκοσι χρόνων, ὁ πατέρας του ποὺ εἶχε μείνει χῆρος, τὸν πάντρεψε μὲ μιὰ νέα εἰδωλολάτρισσα, ὀνόματι Ἐπιστήμη. Ὁ Γαλακτίων δέχθηκε ἀπὸ ὑπακοὴ στὸν πατέρα του, ἀλλὰ ἀρνήθηκε νὰ πλησιάσει τὴ νέα, ἀπὸ φόβο μήπως μολύνει τὸ βάπτισμά του. Πεπεισμένη ἀπὸ τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἀνδρός της, ἡ Ἐπιστήμη ἔλαβε τὴν ἀπόφαση νὰ ἀπαρνηθεῖ τὴν ἀσέβειά της καὶ βαπτίσθηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Γαλακτίωνα. Ὀκτὼ ἡμέρες μετὰ τὴ βάπτισή της, εἶδε σὲ ἕνα ὄνειρο τὴ δόξα ποὺ ἐπιφυλάσσεται στοὺς οὐρανοὺς σὲ ὅσους θὰ ἔχουν διαφυλάξει τὴν παρθενία τους, γιὰ νὰ ἀφοσιωθοῦν ἀκέραιοι στὸν Θεό. Φανέρωσε τὸ ὅραμά της στὸν Γαλακτίωνα καὶ οἱ δύο σύζυγοι ἀποφάσισαν νὰ παρατείνουν παρθένοι μέχρι τὸ τέλος της ζωής τους.
Μοίρασαν τὰ ὑπάρχοντά τους στοὺς φτωχούς, γιὰ νὰ ἀποκτήσουν στὸν οὐρανὸ ἕναν ἀκατάλυτο θησαυρό, καὶ ἀναχώρησαν γιὰ τὴν ἔρημό του Σινᾶ. Φθάνοντας σὲ ἕνα μέρος ποὺ λεγόταν Πούπλιον, βρῆκαν μία ὁμάδα δώδεκα ἐρημιτῶν, οἱ ὁποῖοι δέχθηκαν νὰ πάρουν μαζί τους τὸν Γαλακτίωνα καὶ ἔστειλαν τὴν Ἐπιστήμη σὲ τέσσερις γυναῖκες ποὺ ἀσκήτευαν σὲ ἕνα κοντινὸ ἐρημητήριο. Ὁ Γαλακτίων ἀνέλαβε τέτοιους ἀγῶνες στὶς νηστεῖες, τὶς ὁλονύκτιες προσευχὲς καὶ στὴν ἐγρήγορση κατὰ τῶν περισπασμῶν, ποὺ πολὺ γρήγορα ἔφθασε σὲ ὑψηλὸ μέτρο ἀρετῆς. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ὁ διάβολος ὑπέβαλε στὸν τύραννο νὰ καταδιώξει τοὺς χριστιανοὺς ποὺ ἀποσύρονταν στὴν ἔρημο. Καθὼς ἕνα στρατιωτικὸ ἀπόσπασμα κατευθυνόταν πρὸς τὸ ἀσκηταριὸ τοῦ Γαλακτίωνος, ἀποκαλύφθηκε στὴν Ἐπιστήμη ἡ δόξα ποὺ ἐπιφυλάσσεται στοὺς μάρτυρες καὶ εἶδε ὅτι ἐκλήθη νὰ τὴν μοιραστεῖ μὲ τὸν Γαλακτίωνα.
Ἔλαβε τὴν εὐλογία ἀπὸ τὴν ἡγούμενή της νὰ τὸν συναντήσει καὶ νὰ προσφέρει τὸν ἑαυτό της στὸν θάνατο γιὰ τὸν Χριστὸ μαζὶ μὲ ἐκεῖνον ποὺ ἦταν διδάσκαλός της στὴν πίστη καὶ συναθλητής της στὴ στενὴ ὁδό. Παρουσιάσθηκαν μαζὶ ἐνώπιόν του διοικητῆ Θύρσου. Καθὼς περιφρόνησαν τὶς ἀπειλὲς καὶ ἔμειναν στέρεοι στὴν πίστη, ὑποβλήθηκαν σὲ τρομερὰ μαρτύρια: τοὺς κτύπησαν ἀπάνθρωπα, ἐξέθεσαν τὴν Ἐπιστήμη γυμνὴ στὴ δημόσια χλεύη, τοὺς ἔμπηξαν μυτερὰ καλάμια κάτω ἀπὸ τὰ νύχια, τοὺς ἔκοψαν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια. Τέλος, ὁλοκλήρωσαν τὸν ἀγώνα τοῦ μαρτυρίου μὲ τὸν ἀποκεφαλισμό τους. Ὁ ἅγιος Γαλακτίων ἦταν τότε τριάντα ἐτῶν καὶ ἡ Ἐπιστήμη δεκαέξι. Αὐτοὶ λοιπὸν ποὺ ἀρνήθηκαν νὰ ἑνωθοῦν κατὰ σάρκα σὲ τούτη τὴν ἐφήμερη ζωή, ἑνώθηκαν ἔτσι ἐν Θεῶ γιὰ τὴν αἰωνιότητα.

(Νέος Συναξαριστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας-Νοέμβριος, ἔκδ. Ἴνδικτος, σ.55-57)

῾Ο ὅσιος πατὴρ ἡμῶν ᾽Ιωαννίκιος γεννήθηκε στὰ 754 (ἢ 762) στὴν κώμη τῶν Μαρυκάτων, βόρεια τῆς λίμνης ᾽Απολλωνιάδας, τῆς Βιθυνίας. Οἱ γονεῖς του ἦταν ἀγρότες καὶ ἀπὸ ἑπτὰ ἐτῶν τοῦ ἀνέθεσαν νὰ φυλάει χοίρους. Εὐσεβὴς ἐκ φύσεως, ὁ ᾽Ιωαννίκιος, εἶχε ἐντούτοις παρασυρθεῖ μὲ τοὺς γονεῖς του νὰ προσχωρήσει στὴν αἵρεση τῶν εἰκονομάχων. Σὲ ἡλικία δεκαεννέα ἐτῶν κατατάχθηκε στὴν αὐτοκρατορικὴ φρουρά. ῎Εχοντας ρωμαλέα κράση καὶ θαρραλέο χαρακτήρα, δοξάσθηκε στὶς μάχες μὲ πολλὰ κατορθώματα. Μετὰ ἀπὸ δεκαεπτὰ χρόνια θητείας, ἐπιστρέφοντας ἀπὸ μιὰ νικηφόρα ἐκστρατεία, πέρασε κοντὰ ἀπὸ τὸ περιώνυμο μοναστικὸ κέντρο τοῦ ὄρους ᾽Ολύμπου τῆς Βιθυνίας καὶ συνάντησε ἕνα γέροντα ἀσκητὴ ὁ ὁποῖος τοῦ κατέδειξε τὴν πλάνη του σχετικὰ μὲ τὶς ἱερὲς εἰκόνες. ῾Ο νέος ἁνδρας μετανόησε ἀμέσως, προσκύνησε τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἑλαβε τὴν ἀπόφαση νὰ ἀκολουθήσει τὴν ὁδὸ τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς μετανοίας. Read more

Οἱ Ἅγιοι Κοσμᾶς καὶ Δαμιανὸς κατάγονταν ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία καὶ δὴ τὴν Κιλικία. Ὁ πατέρας τους, ἀρχικὰ εἰδωλολάτρης, ἔγινε χριστιανὸς χάρη στὴ συμβολὴ τῆς πιστῆς γυναίκας τοῦ ἁγίας Θεοδότης, ποὺ τιμᾶται αὐτὸ τὴν Ἐκκλησία μας στὶς 2 Ἰανουαρίου.

Τὰ δύο ἀδέλφια, ποῦ ἔζησαν τὸν 3ο αἰώνα, ἀνατράφηκαν ἐν παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου (Ἔφεσ. 6, 4) ἀπὸ τὴ μητέρα τους, ἡ ὁποία ἐνωρὶς εἶχε μείνει χήρα, καὶ ἐμπνεύσθηκαν νὰ ζήσουν ἀφιερωμένα στὸν Ἰησοῦ Χριστό. Ἀφοῦ ἀπέκτησαν τὰ ἐφόδια καὶ τὶς γνώσεις τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης, ἀποχαιρέτισαν ὅλα του κόσμου τούτου τὰ τερπνὰ καὶ ἐπιδόθηκαν στὴν ἰατρεῖα τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, θεραπεύοντες πάσαν νόσον… καὶ οὐκ ἀνθρώποις μόνον ἐπικουροῦντες ἀλλὰ καὶ κτήνεσιν, καθὼς ἀναφέρει ὁ συναξαριστής τους. Δηλαδή, ἀφοσιώθηκαν στὸ νὰ γιατρεύουν ψυχὲς καὶ σώματα, θεραπεύοντας κάθε ἀρρώστια καὶ βοηθώντας ὡς πρὸς αὐτὸ ὄχι μόνο ἀνθρώπους ἀλλὰ καὶ ζῶα. Read more

Ἡ μνήμη τοῦ ἑορτάζεται στις 31 Ὀκτωβρίου.

Μία ἀπὸ τὶς πλέον πρόσφορες μεθόδους ἐξισλαμισμοῦ, στὰ μαῦρα χρόνια τῆς δουλείας, ποὺ χρησιμοποιοῦσαν οἱ Τοῦρκοι, ἦταν ἡ συκοφαντία. Συκοφαντοῦσαν κάποιον Χριστιανὸ ὅτι δῆθεν ἀσπάστηκε τὸ Ἰσλὰμ καὶ κατόπιν τον κατέδιναν ὡς «ἀποστάτη», πού, ἂν δὲν γινόταν μουσουλμάνος, τὸν σκότωναν! Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ὑπῆρξε καὶ ὀ Νεομάρτυρας Ἅγιος Νικόλαος ἀπὸ τὴ Χίο.
Γεννήθηκε στις Καρυὲς τῆς νήσου Χίου, στα 1731. Γονεῖς τοῦ ἦταν οἱ εὐσεβεῖς Χριστιανοὶ καὶ ὀνομάζονταν Πετρος και Σταματου. Από μικρὸς ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα, ἀλλὰ πρόκοψε σὲ εὐσέβεια καὶ ἀρετή. Read more

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες, ὁ Ζηνόβιος καὶ ἡ Ζηνοβία ἤσαν ἀδέλφια, ποῦ κατάγονταν ἀπὸ τὴν ἐπαρχία τῶν Κιλίκων. Ο πατέρας τοὺς ὀνομαζόταν Ζηνόδοτος καὶ ἡ μητέρα τοὺς Θέκλα. Ὅταν πέθαναν οἱ γονεῖς τους, μοίρασαν ὅλη τὴν περιουσία τους στοὺς ξένους καὶ δὲν κράτησαν τίποτα για τὸν ἐαυτόν τους. Ὁ Ζηνόβιος εἶχε σπουδάσει Ἰατρικὴ καὶ γιάτρευε τοὺς ἀρρώστους ὄχι μόνο γιατί ἦταν εὔσπλαχνος, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ Χάρι τοῦ Θεοῦ, δὲν ἔπαιρνε λεφτὰ ἀπο τοὺς φτωχούς, ὅπως λέει τὸ εὐαγγέλιο. Read more

Ὁ ᾿Αβράμιος εἶχεν ἕνα ἀδελφὸν κατὰ σάρκα, ὁ ὁποῖος ἀπέθανεν. Ἄφησε δὲ ὀρφανὴν μίαν κόρην, ὄχι μεγαλυτέραν τῶν ἑπτὰ ἐτῶν. Ἐπειδὴ δὲ ἐν τῷ μεταξὺ εἶχεν ἀποθάνει καὶ ἡ μητέρα της, παρέλαβον αὐτὴν οἱ γνωστοὶ καὶ τὴν ἔφεραν εἰς τὸν ἐκ πατρὸς θεῖον της, τὸν πράγματι θεῖον ᾿Αβράμιον. Read more

Συμεὼν τοῦ Μεταφραστοῦ

Δύο Ἀναστασίες βρίσκουμε στοὺς βίους τῶν Ἁγίων, ποὺ ἦσαν καὶ οἱ δύο ἐπιφανεῖς καὶ ξακουστὲς γιὰ τὴν φήμη τοῦ γένους τους καὶ γιὰ τὴν ὁμολογία τῆς πίστεώς τους, ἦσαν δὲ καὶ οἱ δύο ἀπὸ τὴν περιφανῆ Ῥώμη.

Ἡ πρώτη παντρεύτηκε διὰ τῆς βίας ἀπὸ τοὺς γονεῖς της, καὶ δὲν συνευρέθηκε μὲ τὸν ἄνδρα της, οὔτε κἂν κοιμήθηκε μαζί του, γιατὶ ἦταν εἰδωλολάτρης, μὲ τὴν πρόφασι πὼς ἦταν τάχα ἄῤῥωστη. Ἔτσι φύλαξε ἄφθαρτη τὴν παρθενία της, διότι λίγες ἡμέρες ἀργότερα πέθανε ὁ ἄνδρας της. Ὡς ἐκ τούτου, πέρασε ὅλη τὴ ζωή της ἀσκητικά, μὲ σωφροσύνη καὶ μὲ ὅλες τὶς ἀρετές, δίνοντας ὅλο τὸ βιός της ἐλεημοσύνη στοὺς φτωχούς. Ἐπισκεπτόταν στὰ δεσμωτήρια τοὺς ἁγίους μάρτυρες, τοὺς παρακινοῦσε νὰ ὑπομένουν τὰ βάσανα γιὰ τὸν Κύριο, τοὺς νουθετοῦσε καὶ τοὺς βοηθοῦσε στὶς βιωτικὲς ἀνάγκες τους. Read more

Μαρτύρησαν στὸ Ρέθυμνο στὶς 28 Ὀκτωβρίου 1824

Ὅταν καταλήφθηκαν οἱ διάφορες περιοχὲς τῆς αὐτοκρατορίας ἀπὸ τοὺς Τούρκους, πολλοὶ Χριστιανοί, μὴ ὑποφέροντας τὶς διάφορες πιέσεις ἐκ μέρους τῶν κατακτητῶν, ἐφέροντο ἐξωτερικὰ ὡς ὀθωμανοί, μυστικὰ ὅμως παρέμεναν Χριστιανοί. Δηλαδὴ βάπτιζαν τὰ παιδιά τους, παντρεύονταν κατὰ τὴν τάξη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ ὅταν πέθαιναν πρῶτα ἐρχόταν κρυφὰ ὁ ἱερέας καὶ τελοῦσε τὴ νεκρώσιμη ἀκολουθία καὶ ὕστερα ἀνακοινωνόταν ὁ θάνατος καὶ κηδευόταν ὁ νεκρὸς ὡς μουσουλμάνος. Τηρούσαν τὶς νηστεῖες, τὶς ἑορτές, τὰ χριστιανικὰ ἤθη καὶ ἔθιμα κρυφά. Φανερὰ ἔκαναν περιτομή, εἶχαν μουσουλμανικὰ ὀνόματα, ἔκαναν τοὺς γάμους καὶ τὶς κηδεῖες καὶ ὅλη τη ζωὴ τοῦ μουσουλμάνου. Εἶχαν δὲ καὶ κρυφοὺς ἱερεῖς πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους φανερὰ ἦταν χοτζάδες. Ὅλοι αὐτοὶ ὀνομάζονταν κρυπτοχριστιανοί. Σὲ ὁλόκληρη τὴν αὐτοκρατορία ὑπῆρχαν κρυπτοχριστιανοί. Ἔτσι καὶ στὴν Κρήτη, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς κατάκτησης ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ὑπῆρχαν πολλοὶ κρυπτοχριστιανοί. Read more

αρχείο λήψης[Νεοφύτου Ἐγκλείστου] [Συμεὼν Φιλοσόφου]

Ἅγιος Νεόφυτος ὁ ἔγκλειστος,
Ἐγκώμιον εἰς τὸν ἅγιον καὶ ἔνδοξον μεγαλομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ, ΔΗΜΗΤΡΙΟΝ

Νεοφύτου πρεσβυτέρου μοναχοῦ καὶ ἐγκλείστου ἐγκωμιαστικὸς λόγος στὸν ἅγιο καὶ ἔνδοξο μεγαλομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ Δημήτριο καθὼς καὶ σχετικὰ μὲ τὸ μαρτύριο, τὰ θαύματα καὶ τὸ σεβάσμιο ναό του.

1. Ὁ ἔνδοξος Δημήτριος καὶ συμμέτοχος στὴν οὐράνια δόξα, μᾶς χάρισε σήμερα τὴν πανήγυρή του ὡς ὑπέρτατο δῶρο. Ἐμπρὸς λοιπὸν καὶ ἐμεῖς, ποὺ ἀποτελοῦμε τὸ θίασο ἐκείνων ποὺ ἀγαποῦν τὸ μάρτυρα, ἂς τὸν τιμήσουμε μὲ θεόπνευστους ὕμνους καὶ ἐγκώμια, γιὰ νὰ μᾶς ὠφελήσει ὁ φίλος καὶ μάρτυρας ὡς μεσολαβητὴς στὸ βασιλέα Χριστό. Ἂς τονίσουμε λοιπὸν καὶ τὸ θεϊκό του ζῆλο καὶ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ τὰ ἐνάρετα προτερήματα τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἂς γεμίσουμε μὲ θεϊκὴ χαρὰ ὅπως ἔχει γραφεῖ, γιατὶ ἀναφέρεται ὅτι, ὅταν ἐγκωμιάζεται ὁ δίκαιος, γεμίζουν μὲ εὐφροσύνη οἱ λαοί. Μακάρι ὅμως νὰ μὴν γεμίσουμε μόνο μὲ ἀγαλλίαση, ἀλλὰ νὰ ὠφεληθοῦμε ἀπὸ τὶς ὁμιλίες καὶ τὶς τιμητικὲς ἐκδηλώσεις στὴ μνήμη τοῦ σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Read more

Τὸν και­ρὸ κα­τὰ τὸν ὄ­ποι­ο ἔ­μελ­λε νὰ κυ­ρι­ευ­θεῖ ἡ Θεσ­σα­λο­νί­κη ἀ­πὸ τοὺς Ἀ­γα­ρη­νούς, πο­ρευ­ό­με­νοι κά­ποι­οι εὐ­λα­βεῖς χρι­στια­νοὶ πρὸς τὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη, γιὰ τὴν ἐ­ορ­τὴ τοῦ Ἁ­γί­ου, ἔ­φθα­σαν στὴ βα­σι­λι­κὴ ὀ­δό, ἡ ὀ­ποί­α εἶναι στὸ Βαρ­δά­ρι.

‘Εκεί, εἴ­δαν ὀφθαλ­μο­φα­νώς κά­ποι­ο στρα­τι­ώ­τη, ὁ ὁ­ποι­ος ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη, καὶ ἄλ­λον Ἀρ­χι­ε­ρέ­α, ὁ ὄ­ποι­ος ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὸ δρό­μο τῆς Λά­ρι­σας. Ὅταν συ­ναν­τή­θη­καν, ὁ στρα­τι­ώ­της ἀ­πε­τά­θη πρὸς τὸν Ἀρ­χι­ε­ρέ­α καὶ εἴ­πε:

— Χαί­ρε, ἀρ­χι­ε­ρεύ τοῦ Θε­οῦ Ἀ­χίλ­λει­ε.

Εἴ­πε καὶ ὁ Ἀρ­χι­ε­ρεύς:

— Χαί­ρε καὶ σύ, στρα­τι­ώ­τα τοῦ Χρι­στοῦ Δη­μή­τρι­ε.

Μό­λις ἄ­κου­σαν οἱ χρι­στια­νοὶ αὐ­τὰ τὰ ὀ­νό­μα­τα, στα­μά­τη­σαν φο­βι­σμέ­νοι ἐ­κεῖ κον­τὰ γιὰ νὰ δοῦν τὸ τέ­λος. Λέ­γει, πά­λι ὁ στρα­τι­ώ­της:

—Ἀ­πό ποὺ ἔρ­χε­σαι, Ἀρ­χι­ε­ρεύ τοῦ Θε­οῦ Ἀ­χίλ­λει­ε, καὶ ποῦ πη­γαί­νεις;

Τότε δά­κρυ­σε ὁ Ἁ­γιος Α­χίλ­λει­ος καὶ εἴ­πε πρὸς αὐ­τόν:

— Γιὰ τὶς ἀ­μαρ­τί­ες καὶ τὶς ἀ­νο­μί­ες τοῦ κό­σμου πρό­στα­ξε ὁ Θε­ὸς νὰ ἐ­ξέλ­θω ἀ­πό τή Λά­ρι­σα τὴν ὀ­ποί­α φυ­λάτ­τω, δι­ό­τι θὰ πα­ρα­δο­θεῖ στὰ χέ­ρια τῶν Ἀ­γα­ρη­νῶν. Καὶ ἰδοὺ ἐξ­ήλ­θα καὶ πηγαίνω ὀποῦ μὲ προστάξει. Καὶ ἐσὺ λοι­πὸν ἀ­πο ποῦ ἔρ­χε­σαι; Πές μου σὲ πα­ρα­κα­λῶ!

Τό­τε δά­κρυ­σε ὁ Ἁ­γιος Δη­μή­τριος καὶ τοῦ λέ­ει:

— Καὶ ἐ­γῶ τὸ ἴ­διο ἔ­πα­θα, Ἀρ­χι­ε­ρεύ Ἀ­χίλ­λει­ε. Πολ­λὲς φο­ρὲς βο­ή­θη­σα τοὺς Θεσ­σα­λο­νι­κεῖς καὶ τοὺς λύ­τρω­σα ἀ­πό αἰχ­μα­λω­σί­ες καὶ ἀ­πό θα­να­τι­κὸ καὶ ἀ­πό ἀ­σθέ­νεια. Πλὴν τώ­ρα, ἀπό τὶς πολ­λὲς τους ἀ­μαρ­τί­ες καὶ ἀ­νο­μί­ες ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε ὁ Θε­ὸς ἀπ’ αὐ­τοὺς καὶ μὲ πρό­σταξε νὰ τοὺς ἀ­φή­σω νὰ πα­ρα­δο­θοῦν στὰ χέ­ρια τῶν Ἀ­γα­ρη­νῶν. Γι’ αὐ­τὸ ὑ­πά­κου­σα στὴν προ­στα­γή Του καὶ ἐ­ξήλ­θα καὶ πη­γαί­νω ὅ­που μὲ προ­στά­ζει.

Αὐ­τὰ εἴ­παν καὶ οἱ δύ­ο ἔ­σκυ­ψαν τὰ κε­φά­λια τοὺς κά­τω στὴ γῆ καὶ ἔ­κλα­ψαν. Ἐ­πει­τα ἀ­πό πολ­λὴ ὤ­ρα φι­λή­θη­καν καὶ ἀ­πο­χαι­ρε­τί­σθη­καν καὶ ἀ­μέ­σως ἔ­γι­ναν ἄ­φαν­τοι. Αὐ­τὸ τὸ θαύ­μα εἴ­δαν οἱ Χρι­στια­νοὶ καὶ δὲν τόλ­μη­σαν νὰ πά­νε στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη, ἄλ­λα γύ­ρι­σαν πί­σω, δι­η­γού­με­νοι τὸ ὄ­ρα­μα. Δὲν πέ­ρα­σε μή­νας καὶ ἡ Θεσ­σα­λο­νί­κη κυ­ρι­εύ­θη­κε καὶ λε­η­λα­τή­θη­κε ἀ­πό τούς Τούρ­κους, ὄ­πως καὶ ἡ Λάρισα.

Οἱ ἅγιοι Μαρκιανὸς καὶ Μαρτύριος ἔζησαν στὴν Κωνσταντινούπολη ἐπὶ βασιλείας τοῦ ἀρειανόφρονος Κωνσταντίου (337-361). Ἦταν ἀρχοντικὴς καταγωγῆς καὶ ὅλοι τοὺς θαύμαζαν γιὰ τὴν παιδεία τους, τὴν πραότητα τῶν τρόπων τους καὶ τὴν εὐλάβειά τους. Ἔγιναν νοτάριοι (γραμματεῖς) τοῦ πατριάρχου Παύλου τοῦ Ὁμολογητοῦ, ὁ ὁποῖος ἔμελλε νὰ δολοφονηθεῖ ἀπὸ τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ ᾿Αρείου στὴν ’Αρμενία, ὅπου ἐξορίσθηκε (6 Νοεμβρίου 344).

Ἄφοβοι μπροστὰ στὶς ἀπειλὲς τῆς ἐξορίας καὶ τοῦ θανάτου, ὁ Μαρκιανὸς καὶ ὁ Μαρτύριος ἐξακολούθησαν νὰ κηρύσσουν τήν ὀρθόδοξο πίστη ἐνώπιον τοῦ λαοῦ. «Ὁ Υὶὸς τοῦ Θεοῦ ὀμοούσιός ἐστι τῷ Πατρὶ καὶ φύσει Θεός».

Οἱ λέξεις αὐτὲς ἦταν γιὰ ἐκείνους πιὸ πολύτιμες καὶ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ ζωή τους, καὶ τὶς ἔφεραν ὡς πανοπλία κατὰ τῶν ἐπιθέσεων τῶν δαιμόνων καὶ τῶν αἱρετικῶν. Ἐτελειώθησαν διὰ ξίφους καὶ ἐνταφιάσθηκαν κοντὰ στὴν πύλη τὴ λεγόμενη Μελανδησία.

Ὅταν ἐπανῆλθε ἡ γαλήνη στὴν Ἐκκλησία, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσοστομος ἀνήγειρε, στὸν χῶρο ὅπου εἶχαν ἐνταφιασθεῖ, ναὸ ἀφιερωμἐνο στὴ μνήμη τους.

Μακαρίου ἱερομονάχου Σιμωνοπετρίτου

αρεθασ1Ἐπὶ τῆς βασιλείας Ἰουστίνου (518-527), βασίλευε στὴν Ἀξώμη τῆς Αἰθιοπίας ὁ ἅγιος βασιλεὺς Ἐλεσβαᾶν (Σημείωση: Ὀνομάζεται ἐπίσης καὶ Κάλεβ Ἕλλα Ἀσμπέχα (520-540). Σχετικὰ μὲ τὴν πρώτη χριστιανικὴ ἱεραποστολὴ στὴν Αἰθιοπία, βλ. τονβίο τοῦ ἁγίου Φρουμεντίου [30 Νοεμ.]). Στὸ γειτονικὸ βασίλειο τῆς Ὁμηρίτιδος στὴν Εὐδαίμονα Ἀραβία (Σημείωση: Τὸ ἀρχαῖο βασίλειο τοῦ Σαβᾶ, ἡ σημερινὴ Ὑεμένη.), ἡ ἐξουσία ἦταν στὰ χέρια ἑνὸς ἄνδρα σκληρόκαρδου καὶ πολεμοχαροῦς, τοῦ Δοῦ-Νοουᾶς, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀσπασθεῖ τὸν Ἰουδαϊσμὸ λαμβάνοντας τὸ ὄνομα Γιουσούφ, καὶ ὁ ὁποῖος δὲν ἔπαυε τὶς ἐπιδρομὲς ἐναντίον τοῦ χριστιανικοῦ βασιλείου τῆς Αἰθιοπίας. Μετὰ ἀπὸ λαμπρὲς νίκες, ὁ Ἐλεσβαᾶν κατόρθωσε νὰ τὸν ὑποτάξει, νὰ ἐγκατασταθεῖ στὸ βασίλειό του καὶ νὰ τὸν ὑποχρεώσει νὰ καταβάλει φόρο ὑποτέλειας (518). Μετὰ ἀπὸ κάποια χρόνια ὡστόσο ὁ Δοὺ-Νοουᾶς κατάφερε νὰ συγκεντρώσει μεγάλο στράτευμα καὶ ἄρχισε τὶς ἐπιδρομὲς ἐναντίον τῶν χριστιανικῶν πόλεων ποὺ βρίσκονταν στὸ βασίλειό του γιὰ νὰ ἐξοντώσει ὅσους ἀρνοῦνταν νὰ ἀλλαξοπιστήσουν καὶ νὰ ποδοπατήσουν τὸν τίμιο καὶ ζωοποιὸ Σταυρό. Read more

Ὁ Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος, ὁ ἀποκαλούμενος καὶ δίκαιος, εἶναι ἅγιος της Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ποὺ ἔζησε κατὰ τὴν ἀποστολικὴ ἐποχὴ καὶ ὑπῆρξε ὁ πρῶτος ἐπίσκοπός της Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων. Γιὰ τὴν θαυμαστὴ πολιτεία του καὶ τὶς πολλὲς ἀρετές του, ὀνομαζόταν ἀπὸ ὅλους δίκαιος.
Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς γιοὺς τοῦ Ἰωσὴφ ἀπὸ ἄλλη γυναίκα, ὁπότε ἦταν ἑτεροθαλὴς ἀδερφὸς τοῦ Κυρίου(Μάρκος 6,3. Γαλάτες 1,19). Μέσα στὰ εὐαγγέλια ἀναφέρεται πάντοτε ὡς πρῶτος ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς του Ἰησοῦ (Ματθ. 13,55. Μάρκος 6,3) κάτι ποὺ δείχνει πὼς πιθανῶς ἦταν ὁ πρεσβύτερος. Read more

22 Ὀκτωβρίου

Μέσα στὴ σεπτὴ χορεία τῶν θεοφόρων ἱεραρχῶν ποὺ ἀγωνίσθηκαν μὲ σθένος καὶ παρρησία γιὰ τὴν ἀμώμητο χριστιανικὴ πίστη καὶ ἔλαβαν ἀπὸ τὸν Πανοικτίρμονα Θεὸ τὸ χάρισμα νὰ θαυματουργοῦν ἀδιαλείπτως, συναριθμεῖται καὶ ὁ τιμώμενος ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας στὶς 22 Ὀκτωβρίου ἰσαπόστολος Αγιος Ἀβέρκιος, ὁ καὶ θεοπρόβλητος ποιμενάρχης τῆς Ἱεραπόλεως τῆς Φρυγίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ ἀναδείχθηκε «τῶν ἀμέμπτων ἠθῶν τό θησαύρισμα», «τοῦ Χριστοῦ τῆς ἀγάπης τό ἐκτύπωμα», «τοῦ ἐχθροῦ τῆς ἀπάτης τό ἥττημα» και «τῶν δαιμόνων ἡ ἐκδίωξη». Read more

(21 Ὀκτωβρίου)

Ὁ ἰσάγγελος αὐτὸς ἅγιος, σύγχρονός των Μεγάλων Βασιλέων καὶ Ἰσαποστόλων Κων/τίνου καὶ Ἑλένης, γεννήθηκε στὴν κωμόπολη τῆς Παλαιστίνης τὴ Θαβαθά, ποὺ βρίσκεται πέντε περίπου μίλια μακριὰ ἀπὸ τὴν ἀρχαία πόλη τῶν Φιλισταίων, τὴ Γάζα. Οἱ γονεῖς του, πλούσιοι εἰδωλολάτρες φρόντισαν ἀπὸ νωρὶς νὰ δώσουν στὸ παιδὶ τους μιὰ ξεχωριστὴ μόρφωση. Γι’ αὐτὸ κι ἀπὸ μικρὸ ἔσπευσαν νὰ τὸν ἀποχωρισθοῦν καὶ νὰ τὸν στείλουν στὴν Ἀλεξάνδρεια, ποὺ ἦταν τότε ἕνα μεγάλο κέντρο Ἑλληνικῶν σπουδῶν. Σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς ὀνομαστὲς Σχολὲς τῆς πόλεως αὐτῆς φρόντισε ὁ μικρὸς Ἰλαρίων νὰ ἐγγραφεῖ καὶ μ’ ἐνδιαφέρον νὰ παρακολουθήσει τὰ μαθήματά της. Ὁ πόθος του ὅμως νὰ γνωρίσει τὴν ἀλήθεια ὁδήγησε κάποτε τὰ βήματά του καὶ σὲ χριστιανικὲς συγκεντρώσεις. Read more

(Ὀκτωβρίου 20)

Πολλὲς καὶ σοφὲς ἅγιες μορφὲς παρελαύνουν ἀπὸ τὶς σελίδες τῆς ἱστορίας τῆς μεγάλης μας Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας. Μιὰ τέτοια μορφὴ καὶ ἐξαιρετικὴ προσωπικότητα εἶναι κι ὁ Ἅγιος Μεγαλομάρτυς Ἀρτέμιος ποὺ ἔζησε καὶ μαρτύρησε περὶ τὰ μέσα του τέταρτου αἰώνα μ.Χ. (361-363). Γιὰ τὸν Μεγαλομάρτυρα τοῦτον Ἅγιον ἀξίζει νὰ μιλήσουμε κάπως ἐκτενέστερα. Γι’ αὐτὸν λοιπὸν κι οἱ γραμμὲς ποὺ ἀκολουθοῦν. Read more

Ὁ ἅγιος ᾽Ανδρέας καταγόταν ἀπὸ τὴ νῆσο Κρήτη καὶ ἔζησε ἐπὶ βασιλείας τοῦ είκονομάχου αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου Ε΄ Κοπρωνύμου (741-775). ᾿Ηδη ἀπὸ τὴν τρυφερὴ παιδικὴ ἡλικία ἐπιδιδόταν μὲ ζῆλο στὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς καὶ ἐκάρη μοναχὸς στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του. Ἔχοντας ἀκούσει γιὰ τοὺς διωγμοὺς ποὺ ἐξαπέλυαν οἱ εἰκονομάχοι κατὰ τῶν ὀρθοδόξων, ὁ ἅγιος ἀποφάσισε νὰ πάει στὴ Βασιλεύουσα γιὰ νὰ ὁμολογήσει τὴν ἀληθῆ πίστη. Φθάνοντας ἐκεῖ, πῆγε στὸ παλάτιο τοῦ Ἁγίου Μάμαντος, ὅπου ἐκείνη ἀκριβῶς τὴν ὥρα ὁ αὐτοκράτορας ἀνέκρινε ὁσίους καὶ ἁγίους ἀσκητὲς οἱ ὁποῖοι ἐκατηγοροῦντο ὅτι εὐλαβοῦντο τὶς ἱερές εἰκόνες. Ὁ ἅγιος ἔνιωσε μεγάλη ὀδύνη μπροστὰ στὸ θέαμα αὐτὸ καὶ μὲ θάρρος παρουσιάσθηκε στὸν αὐτοκράτορα καὶ τὸν ρώτησε: «Χριστιανός, λοιπόν, εἶ, ὦ βασιλεῦς» Ὁ τύραννος ἔμεινε πρὸς στιγμὴν ἄναυδος μπροστὰ στὸ θράσος τοῦ ξένου αὐτοῦ μοναχοῦ καὶ κατόπιν, μὴν μπορώντας νὰ ἀντέξει τὴν παρρησία του, διέταξε τὴ φρουρά του νὰ τὸν συλλάβει. Οἱ στρατιῶτες ἔπεσαν πάνω στὸν ἅγιο σὰν ἄγρια θηρία, τὸν ἔριξαν καταγής, τὸν μαστίγωσαν μὲ βούνευρα καὶ τὸν ἐμπόδισαν νὰ ὁμολογήσει τὴν ἀληθῆ πίστη κτυπώντας τον μὲ πέτρες στὸ πρόσωπο. Read more