Περίληψη 28ης Ὁμιλίας, στὴν περικοπὴ Ματθ. 16,13-19.

Οἱ δυὸ ἀπόστολοι εἶναι λαμπροὶ φωστῆρες, λαμπρύνοντας τὴν Ἐκκλησία μὲ τὴ συνάντησή τους κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς 29ης Ἰουνίου, ἡ ὁποία δὲν προκαλεῖ ἔκλειψη, ἀλλὰ ἔκλαμψη. Ὑπενθυμίζοντας τὶς πράξεις τοὺς τίποτε δὲν προσθέτομε στὰ ἀγαθά τους, ἀλλ’ αὐξάνομε ἀντίθετα τὰ δικά μας ἀγαθά. Κεντρικὸ σημεῖο τῆς ὁμιλίας εἶναι ἡ περιγραφὴ τῆς ἀντιθετικῆς κινήσεως τοῦ πειρασμοῦ καὶ τῆς μετάνοιας. Ὁ πειραστὴς ἔπεισε τὸν Πέτρο νὰ ἐπιδιώκει περισσότερο ζῆλο ἀπὸ τὸν ἀναγκαῖο, ἀλλ’ ἐνῶ αὐτὸς ἔφθασε στὸ σημεῖο ὅπου ἀρχίζει ἡ πτώση, νίκησε τὸν πειραστὴ μὲ τὴν αὐτοκατάγνωση, τὴν αὐτοκριτική του. Κατέστη ὑπόδειγμα εἰλικρινοῦς μετάνοιας γιὰ τὴν πτώση του στὴν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ καὶ πατέρας τοῦ γένους τῶν θεοσεβῶν. Ὁ Παῦλος πάλι μὲ τὴ μετάνοιά του γιὰ τὴν καταδίωξη τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ τὴν μετέπειτα δραστηριότητά του κατέστη ὑπόδειγμα καρτερίας. Οἱ δυὸ ἀπόστολοι εἶναι ἰσάξιοι σὲ λαμπρότητα, γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία «μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἀμφοτέροις νέμει τιμήν».

ΕΚΦΩΝΗΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΚΟΡΥΦΑΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΥ
1. Ἡ μνήμη καθενὸς ἀπὸ τοὺς ἁγίους ἐρχόμενη κατὰ τὴν ἐόρτιο ἡμέρα αὐτῆς, εἶναι κοινὴ ἀφορμὴ εὐφροσύνης καὶ στὰ πλήθη καὶ στὶς πό¬λεις καὶ στοὺς πολίτες καὶ στοὺς πολιτάρχες καὶ γίνεται πρόξενος μεγάλης ὠφέλειας σὲ ὅλους τους ἑορτάζοντες. Γιατί λέγει ὁ σοφὸς Σολομῶν «ἡ μνήμη τοῦ δικαίου συνο¬δεύεται ἀπὸ ἐγκώμια, καὶ ὅταν ἐγκωμιάζεται ὁ δίκαιος εὐφραίνονται οἱ λαοί» (Παροιμ. 10, 7). Γιατί, ὅπως κατὰ τὴ νύχτα, ὅταν
ἀναφθεῖ λαμπάδα τὸ φῶς φέγγει γιὰ τὴν ἀνάγκη καὶ τὴν ἀπόλαυση ὅλων τῶν παρόντων, ἔτσι καὶ ὁ θεάρεστος βίος κάθε ἁγίου καὶ τὸ μακάριο τέλος του καὶ ἡ δοσμένη χάρη σ’ αὐτὸν ἀπὸ τὸν Θεὸ λόγω τῆς καθαρότητας τοῦ βίου, προβαλλόμενος στὸ μέσον μὲ τὴ μνήμη σὰν κάποιος ὁλόλαμπρος πυρσός, προσφέρει κοινὴ τὴν πνευματικὴ εὐφροσύνη καὶ τὴν ὠφέλεια στοὺς συναθροισμένους. Καὶ ὅπως ἀκριβῶς ὅταν γίνει εὐφορία στὴ γῆ δὲν εὐχαριστοῦνται μόνον οἱ γεωργοί, ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι (γιατί ἡ ἀπόλαυση ἀπὸ τοὺς καρποὺς τῆς γῆς εἶναι κοινὴ σὲ ὅλους), ἔτσι καὶ ἡ πρὸς τὸν Θεὸ καρποφορία τῶν ἁγίων μὲ τὴν ἀρετὴ δὲν εὐφραίνει μόνο τὸν γεωργὸ τῶν ψυχῶν, ἀλλὰ καὶ ὅλους ἐμᾶς, ἀφοῦ βρίσκεται μπροστά μας ὡς κοινὴ τρυφὴ καὶ ἀπόλαυση τῶν ψυχῶν μας. Ἄλλωστε καὶ ὅταν εἶναι ἀκόμη παρόντες σ’ αὐτὸν τὸν βίο οἱ ἅγιοι εἶναι ὅλοι προτροπὴ πρὸς τὴν ἀρετὴ γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ τοὺς ἀκούουν καὶ τοὺς βλέπουν μὲ σύνεση• γιατί εἶναι ἔμψυχες εἰκόνες τῆς ἀρετῆς, αὐτοκίνητες στῆλες κάθε καλοῦ, βιβλία ζωντανὰ ποὺ ὁμιλοῦν γι’ αὐτὰ ποὺ ὁδηγοῦν στὰ ἀνωτέρα, καὶ ὅταν μεταβοῦν ἀπὸ αὐτὸν τὸν βίο μὲ τὴ μνήμη τῶν καλῶν σὲ ἐκείνους συντηροῦν γιὰ χάρη μας ἀθάνατη τὴν ἀπὸ αὐτοὺς ὠφέλεια. Ἡ μνήμη ἐπίσης τῶν ἀγαθῶν ἔργων ἐκείνων εἶναι ἐγκώμιο ἐκείνων, ποὺ χρεωστεῖται βέβαια ἀπὸ ἐμᾶς σὲ ἐκείνους γιὰ τὴν προγενέστερη ὠφέλεια, εἶναι ὅμως χρήσιμο σέ μας καὶ τώρα, γιὰ τὸ ὄφελος ποὺ προξενεῖται σ’ ἐμᾶς καὶ τώρα ἀπὸ αὐτούς.
2. Δὲν προσθέτομε βέβαια κάτι στὰ ἀγαθὰ ἐκείνων ὑπενθυμίζοντας τὶς πράξεις τους. Πῶς δηλαδὴ θὰ μπορούσαμε νὰ τὸ κάνομε αὐτὸ ἐμεῖς ποῦ δὲν εἴμαστε ἱκανοὶ οὔτε τὴν ἀρετή τους νὰ παραστήσομε ὁλόκληρη; Γιατί φιλοτιμήθηκαν παρακινούμενοι ἀπὸ τὶς πάνω ἀπὸ τὸ λόγο ἀμοιβὲς ποὺ εἶχε ὑποσχεθεῖ ὁ Θεός, νὰ δείξουν, ὅσο ἐπέτρεπε ἡ φύση, καὶ τρόπο ζωῆς ποὺ ὑπερβαίνει κάθε λόγο. Δὲν αὐξάνομε λοιπὸν τὰ προσόντα αὐτῶν ἐγκωμιάζοντάς τους, μακριὰ μία τέτοια σκέψη! ἀλλὰ αὐξάνομε τὰ ἀπὸ ἐκείνους προξενούμενα σέ μας ἀγαθὰ ἀνυψώνοντας τοὺς ἑαυτούς μας πρὸς ἐκείνους σὰν θεοφεγγεῖς λυχνίες καὶ κατανοώντας καὶ προσδεχόμενοι περισσότερο τὴν ἀπὸ ἐκείνους προερχόμενη καλλοποιὸ δύναμη.
3. Ἂν ἡ μνήμη κάθε ἁγίου τελεῖται, γιὰ τοὺς λόγους ποὺ εἴπα¬με, ἀπὸ ἐμᾶς μὲ ὕμνους καὶ τὰ ἐγκώμια ποὺ ταιριάζουν σ’ αὐτούς, πόσο περισσότερο πρέπει τοῦ Πέτρου καὶ τοῦ Παύλου, τῆς κορυφαίας ἀκρότητας τοῦ κορυφαίου χοροῦ τῶν Ἀποστόλων; Αὐτοὶ εἶναι κοινοὶ πατέρες καὶ καθοδηγητὲς ὅλων ἐκείνων ποὺ φέρουν τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἀποστόλων, μαρτύρων, ὁσίων, ἱερέων, ἱεραρχῶν, ποιμένων καὶ διδασκάλων, καὶ ὅλων τῶν ποιμαινομένων καὶ διδασκομένων, ὡς ἀρχιποιμένες ἢ καὶ ἀρχιτέκτονες τῆς κοινῆς ὅλων εὐσέβειας καὶ ἀρετῆς, καὶ «ὡς φωστῆρες στὸν κόσμο ποὺ ἐπέχουν θέση ζωῆς» (Φίλ. 2, 16), ποὺ τόσο πολὺ ξεπερνοῦν σὲ λάμψη ἐκείνους ποὺ διέλαμψαν μὲ τὴν εὐσέβεια καὶ τὴν ἀρετή τους, ὅσο ὑπερβαίνει τοὺς ἄλλους ἀστέρες ὁ ἥλιος, ἢ ὅσο οἱ οὐρανοὶ τοὺς οὐρανούς, διηγούμενοι τὴν ἀνώτατη δόξα τοῦ Θεοῦ• τόσο πολὺ ξεπερνοῦν τὸ μέγεθος τῶν οὐρανῶν καὶ τὸ κάλλος τῶν ἀστέρων καὶ τὴν ταχύτητα καὶ τῶν δυὸ καὶ τὴν τάξη καὶ τὴ δύναμη, ὅσο αὐτοὶ φανερώνουν καὶ τὰ πάνω ἀπὸ τὴν αἴσθηση πρὸς αὐτὰ τὰ ὑπερουράνια καὶ ὑπερκόσμια, καὶ ἀναπέμπουν φῶς, «στὸ ὁποῖο δὲν ὑπάρχει παραλλαγὴ ἢ ἀποσκίασμα μετατροπῆς» (Ἰακ. 1, 17), ὄχι μόνο ἐξάγοντας ἀπὸ τὸ σκότος στὸ θαυμαστὸ αὐτὸ φῶς, ἀλλὰ καθι¬στώντας μὲ τὴ μετάδοση αὐτοὺς ποὺ μετέχουν φῶς καὶ γεννήμα¬τα τέλειου φωτός, ὥστε καὶ ὁ καθένας ἀπὸ αὐτοὺς κατὰ τὴ μελλοντικὴ ἔνδοξη παρουσία καὶ ἐπιφάνεια τοῦ ἀρχίφωτου καὶ θεάν¬θρωπου Λόγου νὰ λάμψει σὰν ἥλιος.
4. Τέτοιοι φωστῆρες ἔχοντας ἀνατείλει σήμερα σέ μας ὁ ἕνας μαζὶ μὲ τὸν ἄλλο λαμπρύνουν τὴν Ἐκκλησία• γιατί ἡ σύνοδος αὐτῶν δὲν προκαλεῖ ἔκλειψη, ἀλλὰ περίσσεια φωτός• γιατί δὲν συμβαίνει, περιπολώντας ὁ ἕνας ἐπάνω, νὰ εἶναι ἑδραιωμένος στὰ ὕψη, καὶ ὁ ἄλλος νὰ εἶναι χαμηλότερα γιὰ νὰ ὑποσκιάσει τὸν ἄλλο, οὔτε ὁ ἕνας νὰ ἡγεῖται τῆς ἡμέρας καὶ ὁ ἄλλος τῆς νύχτας, ὥστε φερόμενος ἀντίκρυ νὰ πέσει στὴ σκιά, οὔτε ὁ ἕνας νὰ ἐκπέμπει τὸ φῶς καὶ ὁ ἄλλος νὰ παίρνει τὸ φῶς ἀπὸ ἐκεῖ, ὥστε νὰ παθαίνει ἀπὸ αὐτὸ ἀλλοίωση, δεχόμενος ἄλλοτε ἀλλιῶς τὸν φωτισμὸ ἀνάλογα μὲ τὴν ἀπόσταση, ἀλλά, ἀφοῦ καὶ οἱ δυὸ κατέστη¬σαν ἐξίσου μέτοχοί του Χριστοῦ, τῆς ἀστείρευτης πηγῆς, τοῦ αἰώνιου φωτός, ἀπέκτησαν ἴσο καὶ τὸ ὕψος καὶ τὴ δόξα καὶ τὴ λαμπρότητα. Γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι ἀλληλουχία ἡ σύνοδος τῶν φωστήρων αὐτῶν, ποὺ χορηγεῖ διπλάσια ἔλλαμψη στὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν.
5. Ἀλλ’ ὁ πρῶτος ἀποστάτης ποὺ ὁδήγησε σὲ ἀποστασία ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὸν πρῶτο ἄνθρωπο, βλέποντας ἤδη ἐκεῖνον ποὺ ἔπλασε τὸν Ἀδὰμ πατέρα τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων, νὰ ἀναπλάθει ὕστερα τὸν Πέτρο πατέρα τοῦ γένους τῶν ἀληθινὰ θεοσεβῶν, καὶ ὄχι μόνο βλέποντας, ἀλλὰ καὶ ἀκούοντας αὐτὸν νὰ λέγει πρὸς αὐτόν, «σὺ εἶσαι Πέτρος, καὶ πάνω σ’ αὐτὴ τὴν πέτρα θὰ οἰκοδομήσω τὴν Ἐκκλησία μου» (Μάτθ. 16, 18)• ἀφοῦ ἔμαθε αὐτὸ ὁ ἀρχέκακος ἀπὸ τὴ φθονερὴ κακία τοῦ πειράζει καὶ τὸν Πέτρο τὸν ἀρχηγὸ τοῦ γένους τῶν θεοσεβῶν, ὅπως ἄλλοτε καὶ τὸν Ἀδὰμ τὸν ἀρχηγὸ τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων. Γνωρίζοντας ὅμως ὅτι αὐτὸς ἦταν στολισμένος μὲ σύνεση καὶ πυρωμένος ἀπὸ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστό, δὲν τολμᾶ βέβαια τὴν κατὰ πρόσωπο ἐπίθεση, ἀλλὰ παραπλανώντας τὸν μὲ δόλο κατὰ κάποιο τρόπο ἀπὸ πλάγια, καὶ μάλιστα ἀπὸ δεξιά, τὸν πείθει νὰ πράττει πέρα ἀπὸ τὰ ἀναγκαία, καὶ κατὰ τὸν καιρὸ τοῦ σωτηρίου πάθους, λέγοντας ὁ Κύριος πρὸς τοὺς μαθητές, «αὔτη τὴ νύχτα ὅλοι θὰ χάσουν τὴν ἐμπιστοσύνη τοὺς πρὸς ἐμένα» (Μάτθ. 26, 31), αὐτὸς πρόβαλε μὲ ἀπείθεια ἀντίρρηση. Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ ἔθετε καὶ τὸν ἑαυτὸ τοῦ πάνω ἀπὸ ὅλους, λέγοντας ὅτι, καὶ ἂν ὅλοι σκανδαλισθοῦν, ἀλλ’ ἐγὼ ὄχι. Ἐγκαταλείπεται λοιπὸν περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἐπειδὴ κυριεύθηκε ἀπὸ ἀλαζονεία, ὥστε, ἀφοῦ ταπεινωθεῖ περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους, νὰ παρουσιασθεῖ στὸν κατάλληλο καιρὸ λα¬μπρότερος, ὄχι ὅπως ὁ Ἀδὰμ ποὺ πειράσθηκε καὶ συγχρόνως νικήθηκε καὶ καταποντίσθηκε τελείως, ἀλλά, ἀφοῦ πειράσθηκε καὶ παρασύρθηκε γιὰ λίγο, νίκησε τὸν πειράζοντα. Πῶς; Μὲ τὴν ἀπευθείας κατάκριση τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ τὴ σφοδρὴ λύπη καὶ μετάνοια, καὶ μὲ τὸ δραστικὸ πρὸς ἐξιλέωση φάρμακο, τὰ δά¬κρυα• γιατί λέγει• «καρδιὰ συντριμμένη καὶ ταπεινωμένη ὁ Θεὸς δὲν θὰ τὴν ἐξουθενώσει» (Ψάλμ. 50, 12), καὶ ἡ ἀρεστὴ στὸν Θεὸ λύπη προκαλεῖ μετάνοια ἀμετάτρεπτη πρὸς σωτηρία, καὶ «αὐτὸς ποὺ σπέρνει τὴν παράκληση μὲ δάκρυα, θὰ θερίσει μὲ ἀγαλλίαση τὴ συγ¬χώρηση» (Ψάλμ. 125, 5).
6. Θὰ μποροῦσε ὅμως κανεὶς νὰ δεῖ ἐξετάζοντας αὐτόν, ὅτι ὄχι μόνο θεράπευσε μὲ τὴ μετάνοια καὶ τὸ ὀδυνηρὸ πένθος τὴν ἄρνηση στὴν ὁποία παρασύρθηκε, ἀλλὰ καὶ ὅτι ξερρίζωσε τελείως ἀπὸ τὴν ψυχὴ τοῦ τὸ πάθος ἐξαιτίας τοῦ ὁποίου ἐγκαταλείφθηκε περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Καὶ αὐτὸ θέλοντας νὰ δείξει σὲ ὅλους ὁ Κύριος, μετὰ τὸ σαρκικὸ πάθος του γιὰ χάρη μας καὶ τὴν ἀπὸ τοὺς νεκροὺς τριήμερη ἀνάστασή του, χρησιμοποίησε πρὸς τὸν Πέτρο τὰ λόγια ποὺ ἀναγνώσθηκαν σήμερα στὸ εὐαγγέλιο, λέγοντας πρὸς αὐτὸν «Σίμων υἱὲ τοῦ Ἰωνά, μὲ ἀγαπᾶς περισσότερο ἀπὸ αὐτούς», δηλαδὴ ἀπὸ τοὺς μαθητές μου. Καὶ πρόσεχε τὴν πρὸς τὸ ταπεινότερο μεταβολὴ αὐτοῦ. Αὐτὸς δηλαδὴ ποὺ πρωτύτερα, καὶ χωρὶς νὰ ἐρωτηθεῖ, τοποθέτησε πάνω ἀπὸ τοὺς ἄλλους τὸν ἑαυτό του καὶ εἶπε, «καὶ ἂν ὅλοι σὲ ἀρνηθοῦν, ὅμως ὄχι ἐγώ», τώρα ἐρωτώμενος, ἐὰν τὸν ἀγαπᾶ περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους, συμφωνεῖ βέβαια ὅτι τὸν ἀγαπᾶ, τὸ περισσότερο ὅμως παραλείπει νὰ τὸ πεῖ, λέγοντας• «ναί, Κύριε, σὺ γνωρίζεις ὅτι σὲ ἀγαπῶ».
7. Τί λέγει λοιπὸν ὁ Κύριος; Ἐπειδὴ ἔδειξε αὐτὸν ὅτι οὔτε ἀπὸ τὴν πρὸς αὐτὸν ἀγάπη ἐξέπεσε καὶ ὅτι ἀπέκτησε τὴν ταπείνωση, ἐκπληρώνει τὴν ἀπὸ παλαιὰ πρὸς αὐτὸν ὑπόσχεση καὶ λέγει πρὸς αὐτόν, «ποίμαινε τὰ ἀρνιά μου». Πραγματικά, ὅταν ὀνομάζει οἰκοδομὴ τὸ σύνολο αὐτῶν ποὺ πιστεύουν σ’ αὐτὸν ὑπόσχεται ὅτι θὰ τὸν τοποθετήσει θεμέλιο, λέγοντας «σὺ εἶσαι Πέτρος καὶ ἐπάνω σ’ αὐτὴ τὴν πέτρα θὰ οἰκοδομήσω τὴν Ἐκκλησία μου» (Μάτθ. 16, 8). Ὅταν ὁ λόγος γίνεται γιὰ τὴν ἁλιεία τὸν κάμνει ἁλιέα ἀνθρώπων, λέγοντας «ἀπὸ τώρα θὰ ἁλιεύεις ἀνθρώπους» (Λουκᾶ 5, 10). Ὅταν πάλι κάνει πρόβατα τοὺς δικούς του τοποθετεῖ τὸν Πέτρο ποιμένα, λέγοντας «ποίμαινε τὰ ἀρνιά μου, ποίμαινε τὰ πρόβατά μου» (Ἰω. 21, 15-16). Μποροῦμε ὅμως ἀδελφοί, νὰ ἀντιληφθοῦμε καὶ ἀπὸ ἐδῶ, ὅτι ὅσο ποθεῖ τὴ σωτηρία μας ὁ Κύριος τόσο περισσότερο καὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀγαποῦν δὲν ζητεῖ τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ μᾶς ὁδηγοῦν πρὸς τὴ βοσκὴ καὶ τὴ σωτήρια μάνδρα.
8. Ἂς ποθήσομε λοιπὸν καὶ ἐμεῖς τὴ σωτηρία μας καὶ ἂς δείξομε ὑπακοὴ σ’ αὐτοὺς ποὺ μὲ ἔργο καὶ λόγο μας ὁδηγοῦν πρὸς αὐτήν• γιατί ἀρκεῖ νὰ θελήσει καθένας ἀπὸ ἐμᾶς νὰ πορευθεῖ τὸν δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ πρὸς τὴ σωτηρία, καὶ ὁ καθηγητὴς ἔφτασε ἑτοιμασμένος ἀπὸ τὸν κοινὸ Σωτήρα, καὶ ὁ χορηγός της σωτηρίας εἶναι ἐτοι¬μότατος ἐξαιτίας τῆς ὑπερβολικῆς φιλανθρωπίας τοῦ ὡς αὐτόκλητος, ἢ μᾶλλον ὄντας αὐτοπαράκλητος. Καὶ ἐρωτᾶ τρεῖς φορές, ὥστε ἀποκρινόμενος ἐκεῖνος τρεῖς φορές, νὰ δώσει τὴν καλὴ ὁμολογία καὶ μὲ τὴν τριπλῆ ὁμολογία νὰ θεραπεύσει τὴν τριπλῆ ἄρνηση• καὶ τρεῖς φορὲς τὸν ὁρίζει ἐπικεφαλῆς στὰ ἀρνιὰ καὶ τὰ πρόβατά του, τοποθετώντας κάτω ἀπὸ τὸν Πέτρο καὶ τὶς τρεῖς τάξεις τῶν σωζομένων, τὴ δουλεία, τὴν μισθοφορία καὶ τὴν υἱότητα, ἢ τὴν παρθενία, τὴ χηρεία μὲ σωφροσύνη καὶ τὸν τίμιο γάμο. Ἀλλὰ ὁ Πέτρος, ἐρωτώμενος πάλι καὶ πάλι ἂν ἀγαπᾶ τὸν Χριστό, στενοχωρήθηκε, λέγει, ἀπὸ τὶς ἐπανειλημμένες ἐρωτήσεις ἐπειδὴ νόμισε ὅτι δὲν τὸν πίστευε. Γνωρίζοντας ὅμως τὸν ἑαυτό του, ὅτι τὸν ἀγαπᾶ καὶ μὴ ἀγνοώντας οὔτε καὶ αὐτό, ὅτι γνωρίζεται ἀπὸ αὐτὸν ποὺ τὸν ἐρωτὰ περισσότερο ἀπὸ ὅσο ὁ ἴδιος γνωρίζει τὸν ἑαυτό του, περισφιγμένος κατὰ κάποιο τρόπο ἀπὸ παντοῦ, δὲν ὁμολογεῖ μόνο ὅτι τὸν ἀγαπᾶ, ἀλλὰ καὶ κηρύττει, ὅτι ὁ ἀγαπώμενος ἀπὸ αὐτὸν εἶναι ὁ Θεὸς τῶν ὅλων, λέγοντας• «σύ, Κύριε, γνωρίζεις τὰ πάντα, σὺ γνωρίζεις ὅτι σὲ ἀγαπῶ» (Ἰω. 21, 17)• γιατί τὸ νὰ γνωρί¬ζει τὰ πάντα εἶναι γνώρισμα τοῦ Θεοῦ τῶν πάντων.
9. Ὁ Κύριος ὅμως ἀφοῦ αὐτὸς ἔκαμε αὐτὴ τὴν ὁμολογία ἀπὸ τὴν ψυχή του, ὄχι μόνο τὸν χειροτονεῖ ποιμένα καὶ ἀρχιποιμένα ὅλης της Ἐκκλησίας του, ἀλλὰ ὑπόσχεται ὅτι θὰ τὸν περιζώσει μὲ τόση δύναμη, ὥστε νὰ δείξει ὑπομονὴ καὶ μέχρι θανάτου, καὶ μάλιστα σταυρικοῦ θανάτου, αὐτὸς ποὺ πρὶν ἀπὸ τὴν ὑπόσχεση αὐτὴ δὲν ἄντεξε οὔτε στὴν ἐρώτηση καὶ λαλιὰ ἑνὸς κοριτσιοῦ. «Σὲ διαβεβαιώνω ἀληθινά», εἶπε πρὸς αὐτόν, «ὅτι ὅταν ἤσουν νεώ¬τερος» καὶ στὴ σωματικὴ καὶ στὴν πνευματικὴ ἡλικία, «ἔζωνες τὸν ἑαυτό σου», δηλαδὴ χρησιμοποιοῦσες τὴ δύναμή σου καὶ περ¬πατοῦσες ὅπου ἤθελες, ὄντας αὐτοκίνητος καὶ ζώντας σύμφωνα μὲ τὴν προαίρεση ποὺ εἶχες ἀπὸ τὴ φύση σου, ὅταν ὅμως θὰ γε¬ράσεις φθάνοντας στὸ ἄκρο τῆς σωματικῆς καὶ τῆς πνευματικῆς ἡλικίας, «θὰ ἁπλώσεις τὰ χέρια σου»• μὲ τὰ λόγια αὐτὰ προδηλώνει τὸ διὰ τοῦ σταυροῦ τέλος του καὶ μαρτυρεῖ ὅτι τὸ δέσιμό του πάνω σ’ αὐτὸν δὲν θὰ γίνει χωρὶς τὴ θέληση τοῦ Πέτρου. Θὰ ἁπλώσεις λοιπὸν ὁ ἴδιος τὰ χέρια σου καὶ ἄλλος θὰ σὲ ζώσει, δη¬λαδὴ θὰ σὲ ἐνδυναμώσει καὶ θὰ σὲ φέρει ὅπου δὲν θέλεις φεύγο¬ντας ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἐπειδὴ ἡ φύση δὲν θέλει τὴ διάλυσή της μὲ τὸ θάνατο• γιατί τὸ ὑπερφυσικὸ μαρτύριο τοῦ Πέτρου δεί¬χνει τὴ σχέση τῆς φύσεώς μας ἐδῶ πρὸς τὴ ζωή• γιατί ἐκεῖνα, λέγει, θὰ ὑπομείνεις μὲ καρτερία καὶ μὲ τὴ θέλησή σου γιὰ μένα καὶ τὴ μαρτυρία μου παίρνοντας δύναμη ἀπὸ μένα, τὰ ὁποία ἐπειδὴ εἶναι πάνω ἀπὸ τὴ φύση δὲν τὰ θέλει ὡς ἀπὸ τὴ φύση της ἡ φύση.
10. Ἀλλὰ ὁ Πέτρος βέβαια τέτοιος ἦταν, ὅσο μποροῦμε ἀπὸ αὐτὰ τὰ λίγα νὰ γνωρίσομε. Τί ἦταν ὅμως ὁ Παῦλος καὶ ποιὰ γλώσσα, ἢ μᾶλλον ποιὲς καὶ πόσες θὰ μπορέσουν νὰ παραστήσουν ἀκόμα καὶ μέτρια τὴν μέχρι θανάτου καρτερία ἐκείνου γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ; Αὐτὸς καθημερινὰ πέθαινε, ἢ καλύτερα ζοῦσε ὄντας παντοτινὰ πεθαμένος ἀφοῦ δὲν ζοῦσε αὐτὸς πλέον, ὅπως ὁ ἴδιος λέγει, ἀλλ’ εἶχε μέσα τοῦ ζῶντα τὸν Χριστὸ (Γάλ. 2, 20). Γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ὄχι μόνο θεώρησε ὅλα τὰ παρόντα σκύβαλα, ἀλλὰ καὶ τὰ μέλλοντα τὰ τοποθετοῦσε δεύτερα συγκρίνοντας τὰ πρὸς αὐτὸν γιατί λέγει• «εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι οὔτε ὁ θάνατος, οὔτε ἡ ζωή, οὔτε τὰ παρόντα, οὔτε τὰ μέλλοντα, οὔτε ὕψωμα οὔτε βάθος θὰ μπορέσει νὰ μᾶς χωρήσει ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πού μας ἔδειξε μέσω τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Ρώμ. 8, 38). Καὶ εἶχε ζῆλο Θεοῦ, ὥστε καὶ νὰ ζηλεύει ἐμᾶς μὲ ζῆλο Θεοῦ. Καὶ σὲ ποιὸν ἄλλο θὰ παραχωρήσει τὰ ἴσα, παρὰ μόνο στὸν Πέτρο; Ποιὸς πάλι ἦταν ὡς πρὸς τὴν ταπεί¬νωση ἄκουσε αὐτὸν πάλι νὰ λέγει γιὰ τὸν ἑαυτό του• «ἐγὼ εἶμαι ὁ ἐλάχιστος ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους, τέτοιος ποὺ δὲν εἶμαι ἱκανὸς νὰ ὀνομάζομαι ἀπόστολος» (Ἀ’ Κόρ. 15, 9).
11. Τί λοιπόν; Ἀφοῦ εἶναι ἴδιος μὲ τὸν Πέτρο στὴν ὁμολογία, τὸν ζῆλο, τὴν ταπείνωση, τὴν ἀγάπη, ἄραγε δὲν ἐπέτυχε καὶ τὰ ἴδια ἔπαθλα ἀπὸ αὐτὸν ποὺ τὰ πάντα τὰ χορηγεῖ μὲ δικαιότατο ζυγὸ καὶ μέτρο καὶ σταθμά; Γι’ αὐτὸ στὸν Πέτρο βέβαια λέγει, «σὺ εἶσαι Πέτρος, καὶ πάνω σ’ αὐτὴ τὴν πέτρα θὰ οἰκοδομήσω τὴν Ἐκκλησία μου», ἐνῶ γιὰ τὸν Παῦλο τί λέγει πρὸς τὸν Ἀνανία; «Αὐτὸς εἶναι σκεῦος ἐκλογῆς μου γιὰ νὰ μεταφέρει τὸ ὄνομά μου ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ βασιλέων» (Πράξ. 9, 15). Ποιὸ ὄνομα; Ὁπωσδήποτε αὐτὸ μὲ τὸ ὁποῖο ὀνομασθήκαμε ἐμεῖς, τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χρι¬στοῦ, τὴν ὁποία ὡς θεμέλιο βαστάζει ὁ Πέτρος. Βλέπετε πόση εἶναι ἡ λαμπρότητα καὶ ἡ ὁμοτιμία τοῦ Πέτρου καὶ τοῦ Παύ¬λου, καὶ ὅτι καὶ ἀπὸ τοὺς δυὸ βαστάζεται ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ; Γι’ αὐτὸ καὶ αὐτὴ τώρα ἀπονέμει μία καὶ τὴν ἴδια τιμὴ καὶ στοὺς δυό, ἑορτάζοντας σήμερα καὶ τοὺς δυὸ μαζὶ ὁμότιμα. Ἀλλὰ ἐμεῖς, ἐξετάζοντας τὸ τέλος αὐτῶν, ἂς μιμηθοῦμε τὸν τρόπο ζωῆς τῶν καὶ ἂν ὄχι τὰ ἄλλα, τουλάχιστο τὴν ἀπὸ τὴν ταπείνωση καὶ μετάνοια διόρθωση• γιατί τὰ ἄλλα βέβαια εἶναι μεγάλα καὶ ὑψηλὰ καὶ ταιριάζουν σὲ μεγάλους καὶ εἶναι κατάλ¬ληλα πρὸς μίμηση ἀπὸ μεγάλους, μερικὰ ἴσως εἶναι τελείως ἀμί¬μητα ἀπὸ ὅλους, ἡ διόρθωση ὅμως ἀπὸ τὴ μετάνοια ταιριάζει σέ μας περισσότερο παρὰ σὲ ἐκείνους, ἀφοῦ καὶ καθημερινὰ διαπράττομε ὁ καθένας πολλὰ πταίσματα (Ἰακ. 3, 2) καὶ ἀπὸ πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν ὑπάρχει γιὰ μᾶς ἐλπίδα σωτηρίας, ἂν δὲν ἀποσπάσομε αὐτὴν ἀπὸ τὴ διαρκῆ μετάνοια.
12. Προηγεῖται ὅμως τῆς μετάνοιας ἡ ἀναγνώριση καὶ κατανόη¬ση τῶν δικῶν μας πταισμάτων, ἡ ὁποία εἶναι μεγάλη ἀφορμὴ πρὸς ἐξιλέωση• γιατί λέγει ὁ Ψαλμωδὸς προφήτης πρὸς τὸν Θεὸ «ἐλέησε μέ, γιατί ἐγὼ γνωρίζω τὴν ἀνομία μου» (Ψάλμ. 50, 1-2), ἀποσπώντας μὲ τὴν ἐπίγνωση τὸ ἔλεος καὶ μὲ τὴν ἐξαγόρευση καὶ αὐτομεψία ἀπο-κομίζοντας τέλειά τη συγχώρηση• γιατί λέγει• «εἶπα, θὰ ἐξαγορεύσω ἐναντίον μου τὴν ἀνομία μου πρὸς τὸν Κύριο, καὶ σὺ συγχώρη¬σες τὴν ἀσέβεια τῆς καρδιᾶς μου» (Ψάλμ. 31, 6)• γιατί τὴν ἐπίγνωση τῶν ἁμαρτημάτων μας ἀκολουθεῖ ἡ αὐτοκατάκριση, καὶ αὐτὴν ἡ λύπη γιὰ τὰ ἁμαρτήματα, τὴν ὁποία ὁ Παῦλος ὀνόμασε «λύπη κατὰ Θεόν» (Β’ Κόρ. 7, 10). Αὐτὴν πάλι τὴν κατὰ Θεὸν λύπη ἀκολουθεῖ ἡ μὲ συντριμμέ¬νη καρδιὰ ἐξομολόγηση καὶ παράκληση πρὸς τὸν Θεό, καὶ ἡ ὑπό¬σχεση τῆς ἀποχῆς στὸ ἑξῆς ἀπὸ τὶς κακίες• καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ μετά¬νοια.
13. Καὶ ἐξαιτίας αὐτοῦ ὁ Μανασσὴς ἐκεῖνος ἀπαλλάχθηκε ἀπὸ τὴν τιμωρία γιὰ τὰ ἁμαρτήματά του, ἂν καὶ βέβαια περιέπεσε σὲ πλῆθος καὶ μέγεθος καὶ βάθος παραπτωμάτων καὶ κυλιόταν σ’ αὐτὰ γιὰ περίοδο πολλῶν ἐτῶν (Δ’ Βάσ. 21, 1-18). Τοῦ Δαβὶδ πάλι ὄχι μόνο ἐξά¬λειψε ὁ Κύριος τὸ ἁμάρτημα ἐξαιτίας τῆς μετάνοιάς του, ἀλλὰ καὶ δὲν τοῦ ἀφαίρεσε τὴν προφητικὴ χάρη. Αὐτὴν χρησιμοποιώντας καὶ ὁ Πέτρος, ὄχι μόνο σηκώθηκε ἀπὸ τὴν πτώση καὶ ἐπέτυχε τὴ συγχώρηση, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀνατέθηκε ἡ προστασία τῆς Ἐκκλη¬σίας τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴν τὴν προστασία θὰ βρεῖς νὰ ἔχει ἐπιτύχει καὶ ὁ Παῦλος μετὰ τὴν ἐπιστροφὴ καὶ τὴν προκοπὴ καὶ τὴν παρα¬πάνω ἀπὸ τοὺς ἄλλους οἰκείωση μὲ τὸν Θεό• γιατί ἡ μετάνοια ἂν εἶναι ἀληθινὴ καὶ βγαίνει ἀληθινὰ ἀπὸ τὴν καρδιά, πείθει τὸν κάτοχό της νὰ μὴ συνεχίζει τὶς ἁμαρτίες, νὰ μὴ προσηλώνεται πιὰ στὰ φθειρόμενα, νὰ μὴ χάσκει πλέον στὶς μὴ καλὲς ἡδονές, ἀλλὰ νὰ καταφρονεῖ τὰ παρόντα, νὰ ἀφοσιώνεται στὰ μέλλοντα, νὰ ἀγωνίζεται ἐναντίον τῶν παθῶν, νὰ ἐπιδιώκει τὶς ἀρετές, νὰ δεί¬χνει ἐγκράτεια σὲ ὅλα, νὰ ἐπαγρυπνεῖ μὲ τὶς πρὸς τὸν Θεὸ προσευχές, νὰ ἀπέχει ἀπὸ τὸ κέρδος ἀπὸ ἀδικίες, νὰ εἶναι συγχωρητικὸς πρὸς ἐκείνους ποὺ πταίουν σ’ αὐτόν, νὰ εἶναι εὐμενὴς πρὸς ὅσους τὸν ἱκετεύουν, νὰ εἶναι προθυμότατος καὶ νὰ κάμπτεται μέσα ἀπὸ τὴν ψυχὴ τοῦ πρὸς ὅλους ἐκείνους ποὺ χρειάζονται τὴ βοήθειά του, παρέχοντας ἀπὸ ὅσα ἔχει, λόγια, ἔργα, χρήματα, ὥστε μὲ τὴ φιλανθρωπία νὰ κερδίσει τὴ φιλανθρωπία καὶ ἀντὶ τῆς πρὸς τὸν πλησίον ἀγάπης νὰ λάβει τὴν ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ ἀγάπη καὶ νὰ ἀποσπάσει τὴν πρὸς τὸν ἑαυτὸ τοῦ θεία εὐμένεια καὶ νὰ ἐπιτύχει τὸ αἰώνιο ἔλεος καὶ τὴ θεία εὐλογία καὶ χάρη ποὺ παραμένει στὸν αἰώνα.
14. Αὐτὴν εὔχομαι νὰ ἐπιτύχομε ὅλοι ἐμεῖς μὲ τὴ χάρη τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, στὸν ὁποῖο πρέπει δόξα, δύναμη, τιμὴ καὶ προσκύνηση μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα του καὶ τὸ πανάγιο καὶ ἀγαθὸ καὶ ζωοποιὸ Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο.
(Γρηγορίου Παλαμᾶ Ἔργα, ΕΠΕ, τόμος 10, Πατερικαὶ Ἐκδόσεις «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς»).
Πηγή: «alopsis»

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *