Τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Διαλόγου
Η ΚΑΤΑΝΥΞΗ ἐμφανίζεται μὲ πολλὲς μορφὲς (πνευματικῆς) ὡραιότητας. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἱερεμίας λέει: «Διαμερισμὸς ὑδάτων κατήγαγεν ὁ ὀφθαλμός μου» (πρβλ. Θρ. Ἱερ. 3:47). Δυὸ πάντως εἶναι τὰ σπουδαιότερα εἴδη τῆς κατανύξεως: “Ὅταν ἡ ψυχῆ διψάσει τὸ Θεό, αἰσθάνεται κατάνυξη πρῶτα ἀπὸ τὸ φόβο κι ἔπειτα (κατάνυξη) ἀπὸ τὸν πόθο. Πρῶτα δηλαδὴ λιώνει τὸν ἑαυτό της μὲ τὰ δάκρυα, καθὼς θυμᾶται τὶς ἁμαρτίες της, καὶ νιώθει φόβο, μήπως ἐξαιτίας τοὺς ριχθεῖ στὴν αἰώνια κόλαση. καὶ ἀφοῦ ταλαιπωρηθεῖ πολὺ ἀπὸ τὴ λύπη, τότε ἡ δειλία παύει, καὶ μέσα στὴν ψυχὴ γεννιέται θάρρος καὶ κάποια βεβαιότητα γιὰ τὴ συγχώρηση. Στὸ ἕξης ἡ ψυχῆ θερμαίνεται ἀπὸ τὸν πόθο τῆς οὐράνιας χαρᾶς καὶ αὐτὴ ποὺ πρῶτα ἔκλαιγε ἀπὸ τὸ φόβο τῆς καταδίκης, ἀρχίζει ὕστερα νὰ κλαίει πάλι πικρά, ἐπειδὴ βρίσκεται ἀκόμα μακριὰ ἀπὸ τὴ βασιλεία (τῶν οὐρανῶν). Γιατί, ἀφοῦ καθαρθεῖ ὁ νοῦς, βλέπει πιὰ καθαρὰ ποιοὶ εἶναι οἱ χοροὶ τῶν ἀγγέλων καὶ ποιὰ ἡ κοινωνία τους, ποιὰ εἶναι ἡ λαμπρότητα καὶ ἡ μεγαλοσύνη τῶν μακαρῖων πνευμάτων καὶ ποιὰ ἡ θεωρία αὐτοῦ τοῦ ἴδιου του Θεοῦ.

Τοῦ ἁγίου Ἔφραιμ
Ἀρχὴ τοῦ πένθους εἶναι ἡ αὐτογνωσία. καὶ τὸ πένθος μας ἂς μὴν εἶναι ἀνθρώπινο, οὔτε «πρὸς τὸ θεαθῆναι τοὶς ἀνθρώποις» (Ματθ. 23:5), ἀλλὰ ὅπως τὸ θέλει ὁ Θεός, ποὺ γνωρίζει τὰ ἀπόκρυφά της καρδιᾶς μας, γιὰ νὰ μακαριστοῦμε ἀπ’ Αὐτόν. “Ἂς ἔχουμε λοιπὸν χαρούμενο τὸ πρόσωπο, ὅταν συναντᾶμε ἄλλους ἀνθρώπους, ὡς πρὸς τὸ φρόνημα ὅμως ἂς κλαῖμε καὶ ἂς πενθοῦμε. Γιατί τὸ πένθος εἶναι προϋπόθεση, ἀλλὰ καὶ ἐξασφάλιση τῆς πνευματικῆς ἐργασίας• τὸ πένθος ξεπλένει τὴν ψυχὴ μὲ τὰ δάκρυα καὶ τὴν ἀποκαθιστᾶ καθαρή• τὸ πένθος γεννάει τὴ σωφροσύνη, ξεριζώνει τὶς ἡδονές, κατορθώνει τὶς ἀρετές. καὶ τί περισσότερο νὰ πῶ; Τὸ πένθος ἀπὸ τὸ Θεὸ μακαρίζεται (βλ. Ματθ. 5:4. Λουκ. 6:21) καὶ ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους ἐπαινεῖται.

Τοῦ ἀββᾶ Ἠσαΐα
Τὰ ἔργα ἐκείνων ποὺ ἀληθινὰ πενθοῦν εἶναι: τὸ ν’ ἀπομακρύνουν τὸ νοῦ καὶ τὶς αἰσθήσεις ἀπὸ τὰ γύρω φαινόμενα• τὸ νὰ μὴν κρίνουν τὸν πλησίον – γιατί ἐκεῖνος ποὺ ἀσχολεῖται μόνο μὲ τὶς δικές του ἁμαρτίες, ἀποφεύγει νὰ κρίνει τὸ πλάσμα τοῦ Θεοῦ• τὸ νὰ μὴν ἐκδικοῦνται αὐτὸν ποὺ τοὺς κάνει κακό• τὸ νὰ μὴ λυποῦνται γιὰ ὅσα ἔγιναν ἀπὸ τὸ συγκάτοικο τοὺς χωρὶς τὴ δική τους γνώμη• τὸ νὰ μὴν κάνουν τὸ θέλημά τους• τὸ νὰ μὴ λένε γιὰ ὁποιονδήποτε ὅτι εἶναι καλὸς ἢ κακός, γιατί τὸ θεωροῦν ντροπή τους νὰ μάθουν πὼς ὑπάρχει κάποιος αἰσχρότερος ἀπ’ αὐτούς• τὸ νὰ μὴ θέλουν νὰ γνωρίζουν πράγματα, ποὺ δὲν τοὺς ἐνδιαφέρουν τὸ νὰ μὴν ἀντιδροῦν, ὅταν τοὺς χλευάζουν τὸ νὰ μὴ λυποῦνται, ὅταν τοὺς παραβλέπουν στὴ γενικὴ διανομή• τὸ νὰ μὴν ταράζονται, ὅταν συκοφαντοῦνται γιὰ πράγμα ποὺ δὲν γνωρίζουν, ἀλλὰ νὰ λένε ἀμέσως τὸ “συγχώρησαν”• τὸ νὰ μὴν ἀποδέχονται τοὺς ἐπαίνους, ποὺ τυχὸν τοὺς λέει κανείς• τὸ νὰ μὴ συγχύζονται ὅταν βρίζονται• τὸ νὰ μὴν κυνηγοῦν τὴ φιλία τῶν ἰσχυρῶν του κόσμου• τὸ νὰ μὴ θέλουν νὰ ἐπιβάλουν τὴ γνώμη τους, ἀκόμα κι ὅταν ἔχουν δίκιο, οὔτε νὰ φιλονικήσουν γιὰ ὁτιδήποτε. Αὐτὰ καὶ ὅσα σχετίζονται μ’ αὐτά, ἂν ὑπάρχουν σ’ ἕναν ἄνθρωπο, φανερώνουν ὅτι ἔχει τὸ ἀληθινὸ πένθος, ὅτι μὲ τὰ νοερὰ τοῦ μάτια γνώρισε τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν ἀδυναμία του, ὅτι κατάλαβε ποιὸ εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι συνειδητοποίησε πὼς δὲν μπορεῖ ν’ ἀρέσει στὸ Θεὸ ὅπως ὁ ἴδιος νομίζει. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀρκεῖται στὴ δική του λύπη, κλαίει γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ δὲν ἀσχολεῖται μὲ τὸ πλάσμα τοῦ Θεοῦ, ποὺ μέλλει ἐκεῖνος νὰ κρίνει. Ἔτσι διατηρεῖ ἀκέραιη τὴν (πνευματική) οἰκοδομῆ, ποὺ ἔχτισε μέσα τοῦ τὸ πένθος. Γιατί ἡ κατὰ Θεὸ λύπη, ποὺ τοῦ κατατρώει τὴν καρδιά, μπορεῖ νὰ ἐξουσιάσει τὶς αἰσθήσεις- καὶ ἀκόμη, ἂν ἀντιστέκεται μὲ νίψη, τότε διατηρεῖ σώα καὶ τὰ αἰσθητήρια του νοῦ. Δὲν μπορεῖ λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος νὰ εἶναι ἀμέριμνος οὔτε νὰ ἐμπιστευθεῖ τὸν ἑαυτό του, πρὶν βρεθεῖ μπροστὰ στὸ κριτήριο καὶ ἀκούσει τὴν ἀπόφαση καὶ μάθει ποὺ θὰ τοποθετηθεῖ (ἡ ψυχῆ του). καὶ γι’ αὐτό, ὅσο βρίσκεται μέσα στὸ σῶμα, ὀφείλει νὰ κοπιάζει ἀκατάπαυστα.
Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν στήριξαν τὸ θάρρος τους στὰ ἔργα τους, σὰν εὐάρεστα τάχα στὸν Κύριο, καὶ γι’ αὐτὸ ντρέπονται νὰ τὸν ἀντικρίσουν. Αὐτοὶ πραγματικὰ θὰ δροῦν ἀνέκφραστη παρηγοριά, ἐπειδὴ πενθοῦν ἀκατάπαυστα γιὰ τοὺς ἑαυτούς τους, ποὺ δὲν μποροῦν νὰ πραγματοποιήσουν στὴν ἐντέλεια τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἀκριβῶς Ἐκεῖνος θέλει. Ὅταν οἱ ἐπουράνιες δυνάμεις θὰ δώσουν τὴ μαρτυρία τοὺς γι’ αὐτούς, ὅτι δηλαδὴ πέρασαν (νικηφόρα) τοὺς ἄρχοντες τῆς ἀριστερῆς μερίδας, (τὰ ἐναέρια τελώνια), τότε πιὰ θὰ μνημονεύονται κι αὐτοὶ μαζὶ μὲ τοὺς κατοίκους τοῦ οὐρανοῦ.
Ὅσο ὅμως γίνεται ἀκόμα πόλεμος, ὁ ἄνθρωπος νιώθει φόβο καὶ τρόμο -θὰ νικήσει ἢ θὰ νικηθεῖ σήμερα; Θὰ κερδίσει ἢ θὰ χάσει αὔριο; Γιατί ὁ ἀγώνας σφίγγει ἀπὸ παντοῦ τὴν καρδιά. Μόνο ἡ ἀπάθεια δὲν ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὸν πόλεμο, ἐπειδὴ ἔχει πάρει τὸ βραβεῖο (τῆς νίκης) καὶ ἔχει ἡσυχάσει, ἀφοῦ εἰρήνευσαν μεταξὺ τοὺς κι ἔγιναν ἕνα τὰ τρία χωρισμένα, δηλαδὴ ἡ ψυχῆ, τὸ σῶμα καὶ τὸ πνεῦμα, σύμφωνα μὲ τὸν ἀπόστολο (Α’ Θεσ. 5:23). καὶ Ὅταν αὐτὰ τὰ τρία γίνουν ἕνα μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δὲν μποροῦν πιὰ νὰ χωριστοῦν, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς πέθανε καὶ ἀναστήθηκε καὶ «οὐκέτι ἀποθνήσκει, θάνατος αὐτοῦ οὐκέτι κυριεύει» (Ρωμ. 6:9). Ὁ θάνατος Τού μας ἐξασφάλισε τὴ σωτηρία, ἐπειδὴ ἡ ἁμαρτία νεκρώθηκε μὲ τὸ θάνατο, καὶ ἡ ἀνάσταση Τοῦ ἐξασφάλισε τὴν αἰώνια ζωὴ σὲ ὅλους, ὅσοι πιστεύουν σ’ Αὐτόν.

Τοῦ ἀββᾶ Ἰσαὰκ
Ὑπάρχουν δάκρυα ποὺ μαραίνουν καὶ δάκρυα ποὺ ζωογονοῦν καὶ τὰ πρῶτα ἔχουν αἰτία τὸ φόβο, ἐνῶ τὰ δεύτερα τὴν ἀγάπη. Τὰ πρῶτα λοιπόν, αὐτὰ δηλαδὴ ποὺ τρέχουν γιὰ τὶς ἁμαρτίες, ἀναβλύζουν μὲ πόνο καὶ στεγνώνουν τὸ σῶμα καὶ τὸ μαραίνουν. Τὰ δεύτερα ὅμως – στὰ ὅποια καταλήγει κανεὶς ἀφοῦ πρῶτα χύσει ἀρκετὰ ἀπὸ τὰ προηγούμενα καὶ μέσω αὐτῶν ξεπλύνει, μὲ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, τὶς ἁμαρτίες τοῦ – ἀναβλύζουν ἀβίαστα καὶ μὲ (πνευματική) ἡδονή, ἐπειδὴ ἡ ψυχῆ ἔχει γευθεῖ τὴ θεία χάρη. Τότε ὁ ἄνθρωπος χύνει δάκρυα χωρὶς νὰ δοκιμάζει (ψυχικό) πόνο, μὲ χαρὰ καὶ δίψα (θείας) ἀγάπης. Αὐτὰ καὶ τὸ σῶμα ὠφελοῦν καὶ ἀναζωογονοῦν, καὶ τὴν ὄψη τοῦ ἄνθρωπου ἀλλοιώνουν, σύμφωνα μὲ τὸ γραμμένο: «Καρδίας εὐφραινομένης πρόσωπον θάλλει, ἐν δὲ λύπαις οὔσης σκνθρωπάζει» (Παροιμ. 15:13). “Ἂν λοιπὸν ποθοῦμε νὰ φτάσουμε στὰ δεύτερα (δάκρυα), ἂς ἐπιδιώξουμε μὲ ζῆλο τὰ πρῶτα, (τὰ δάκρυα δηλαδὴ τῆς μετάνοιας), καὶ τότε, μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, σύντομα θὰ τ’ ἀποκτήσουμε κι ἐκεῖνα.

Ἀπὸ τὸν ἅγιο Βαρσανούφιο
Κάποιος ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Ἰωάννη:
Πῶς μπορῶ νὰ κόψω τὴν παρρησία καὶ νὰ συγκρατῶ τὴ γλώσσα μου;
Μὲ τὸ πένθος, ἀποκρίθηκε ὁ γέροντας.
Καὶ πὼς μπορῶ νὰ διατηρήσω τὸ πένθος, ξαναρώτησε ὁ ἀδελφός, ὅταν ἔχω δοσοληψίες μὲ ἀνθρώπους καὶ μεριμνῶ γιὰ τὶς ἐργασίες τῶν διακονητῶν; Ἔπειτα, ὑπάρχει καρδιακὸ πένθος χωρὶς δάκρυα;
Δὲν γεννιέται τὸ πένθος ἀπὸ τὰ δάκρυα, ἀπάντησε ὁ γέροντας, ἀλλὰ τὰ δάκρυα γεννιοῦνται ἀπὸ τὸ πένθος. καὶ ἐκεῖνος ποὺ βρίσκεται ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους ἀποκτᾶ τὸ πένθος, ἂν κόβει το δικό του θέλημα καὶ δὲν κοιτάζει τὰ σφάλματα τῶν ἄλλων. Γιατί ετσι συμμαζεύονται οἱ λογισμοί του. Καὶ ὅταν συμμαζευτοῦν, γεννοῦν στὴν καρδιὰ τὴν κατὰ Θεὸ λύπη. Καὶ ἡ λύπη φέρνει τὰ δάκρυα.

Ἀπὸ τὸ Γεροντικὸ
Σ’ ὅλη του τὴ ζωή, ὅποτε καθόταν στὸ ἐργόχειρό του, ὁ ἀββᾶς Ἀρσένιος εἶχε ἕνα πανὶ στὸν κόρφο του, γιὰ (νὰ σκουπίζει) τὰ δάκρυα ποὺ ἔτρεχαν συνεχῶς ἀπὸ τὰ μάτια του. Βλέποντας αὐτὸ τὸ πράγμα ὁ ξακουστὸς ἀνάμεσα στοὺς μοναχοὺς (ἀββᾶς) Ποιμήν, τοῦ ἔλεγε:
Εἶσαι μακάριος, Ἀρσένιε, γιατί δὲν θὰ ἔχεις ἀνάγκη ἀπὸ δάκρυα στὴν ἄλλη ζωή, μία καὶ πένθησες γιὰ τὸν ἑαυτό σου σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο.

Ἕνας ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Ἄμμωνα:
Πές μου ἕνα λόγο, γιὰ τὸ πὼς (μπορῶ) νὰ σωθῶ.
Πήγαινε, ἀπάντησε ὁ γέροντας, καὶ σκέψου ὅπως σκέφτονται οἱ κακοποιοί, ποὺ βρίσκονται στὴ φυλακή. Ἐκεῖνοι δηλαδὴ ρωτᾶνε τοὺς ἀνθρώπους ποῦ τοὺς πλησιάζουν: Ποῦ εἶναι ὁ δικαστής; καὶ πότε ἔρχεται;. καὶ μὲ τὴν ἀναμονὴ τῆς δίκης καὶ τῶν τιμωριῶν, κλαῖνε. Ἔτσι κι ἐσύ, ὀφείλεις νὰ προσέχεις πάντα τὴν ψυχή σου καὶ νὰ λές: Ἀλίμονό μου! Πῶς θὰ παρουσιαστῶ στὸ φοβερὸ βῆμα τοῦ ἀδέκαστου Κριτῆ; καὶ τί θὰ Τοῦ ἀπολογηθῶ; Ἂν σκέφτεσαι ἔτσι ἀκατάπαυστα, μπορεῖς νὰ σωθεῖς.

Ὁ ἀββᾶς Λογγίνος εἶπε:
Ἡ νηστεία ταπεινώνει τὸ σῶμα. Ἡ ἀγρυπνία καθαρίζει τὸ νοῦ. Ἡ ἡσυχία φέρνει τὸ πένθος. καὶ τὸ πένθος βαπτίζει τὸν ἄνθρωπο (στὰ δάκρυά του) καὶ τὸν κάνει ἀναμάρτητο.
Ὁ ἀββᾶς Μωυσῆς εἶπε:
Νικηθήκαμε σωματικὰ ἀπὸ κάποιο πάθος; Ἂς μὴν παραμελήσουμε τὴ μετάνοια καὶ τὸ πένθος γιὰ τὸν ἑαυτό μας, πρίν μας προλάβει τὸ πένθος τῆς Κρίσεως.

Ὁ ἴδιος (ἀββᾶς) εἶπε:
Οἱ ἁμαρτίες συγχωροῦνται μὲ τὰ δάκρυα. Ὅταν ὅμως κλαῖς, μὴ στενάξεις δυνατά• καὶ «μὴ γνώτω ἡ ἀριστερὰ σόν», δηλαδὴ ἡ κενοδοξία, «τί ποιεῖ ἡ δεξιὰ σόν» (Ματθ. 6:3).

Ἕνας ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Μωϋσῆ:
Τί πρέπει νὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος σὲ κάθε πειρασμὸ ποῦ τὸν βρίσκει ἢ σὲ κάθε λογισμὸ ποῦ τοῦ σπέρνει ὁ ἐχθρός; Καὶ ὁ γέροντας ἀποκρίθηκε:
Πρέπει νὰ κλαίει μπροστὰ στὴν ἀγαθοσύνη τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ τὸν βοηθήσει• καὶ ἂν παρακαλεῖ μὲ ἐπίγνωση, σύντομα βρίσκει ἀνάπαυση. Γιατί εἶναι γραμμένο: «Ἐγγὺς Κύριος πάσι τοὶς ἔπικαλουμενοις αὐτόν» (Ψαλμ. 144:18) καὶ τὰ ὑπόλοιπα.

Ὁ ἀββᾶς Ἰσαὰκ διηγήθηκε:
Κάποτε, Ὅταν βρισκόμουνα κοντὰ στὸν ἀββᾶ Ποιμένα, τὸν εἶδα νὰ πέφτει σὲ ἔκσταση καὶ κατάνυξη. Ἐπειδὴ λοιπὸν εἶχα θάρρος μαζί του, τοῦ ἔβαλα μετάνοια καὶ τὸν παρακάλεσα: “Πές μου, ποῦ ἤσουνα;”. Κι ἐκεῖνος, κάτω ἀπὸ τὴν πίεσή μου, μοῦ εἶπε: “Ὁ λογισμός μου ἦταν ἐκεῖ, ὀποῦ ἡ Ἁγία Θεοτόκος Μαρία στάθηκε καὶ ἔκλαιγε – δίπλα στὸ Σταυρὸ τοῦ Σωτῆρος. Ἡθελα κι ἐγὼ πάντα ἔτσι νὰ κλαίω”.

Ὁ ἀββᾶς Θεόδωρος διηγήθηκε:
Στὰ Κελιὰ κατοικοῦσε κάποιος ἀδελφός, ποὺ εἶχε ἀποκτήσει τὸ χάρισμα τῆς κατανύξεως. Τὸν ρωτήσαμε λοιπὸν γιὰ τὰ δάκρυα – γιατί ἄλλοτε ἔρχονται μόνα τους καὶ ἄλλοτε δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ τὰ προκαλέσει οὔτε μὲ ἔμπονη προσπάθεια; καὶ ὁ γέροντας ἀπάντησε: “Τὰ δάκρυα εἶναι ὅπως ἡ βροχή, καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι σὰν τὸ γεωργό. “Ὅταν λοιπὸν ἔρχονται (τὰ δάκρυα), αὐτὸς ποὺ καλλιεργεῖ τὴν καρδιὰ τοῦ πρέπει ν’ ἀγωνίζεται γιὰ νὰ μὴ χαθεῖ τίποτε ἀπὸ τὴ βροχή, ἀλλὰ νὰ μαζευτεῖ ὅλο τὸ νερὸ στὸν κῆπο του καὶ νὰ τὸν ποτίσει. Σᾶς λέω, παιδιά μου, ὅτι πολλὲς φορὲς μία μέρα βροχῆς εἶναι ἀρκετὴ γιὰ ὅλο τὸ χρόνο καὶ σώζει ὅλους τους καρπούς. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ προσέχουμε• καὶ ὅταν καταλάβουμε ὅτι ἔρχεται, ἂς ἀγωνιστοῦμε νὰ φυλάξουμε τοὺς ἑαυτούς μας κι ἂς ἀφοσιωθοῦμε σὲ ἐπίμονη ἱκεσία τοῦ Θεοῦ. Γιατί δὲν ξέρουμε ἂν θὰ δροῦμε καὶ ἄλλη μέρα τὴ βροχὴ ἐκείνη”.
Τότε τὸν ξαναρωτήσαμε: καὶ πῶς διατηρεῖ κανεὶς τὴν κατάνυξη, ὅταν ἔρχεται; Καὶ ἀποκρίθηκε ὁ γέροντας: Ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἢ γιὰ ὅσο διάστημα ἐνεργεῖ μέσα του τὸ πένθος, πρέπει νὰ προσέξει τὰ ἕξης: Νὰ μὴν ἐπισκεφθεῖ ἄνθρωπο• νὰ φυλαχτεῖ ἀκόμη ἀπὸ τὴ γαστριμαργία καὶ τὴν ὑψηλοφροσύνη, ὥστε νὰ μὴ φανταστεῖ καθόλου ὅτι κλαίει καὶ νὰ μὴν κατακρίνει κανένα ν’ ἀφοσιωθεῖ, τέλος, στὴν προσευχὴ καὶ τὴ μελέτη. Πάντως, ὅταν ἔρθει τὸ πένθος, αὐτὸ θὰ μᾶς διδάξει ποιὰ εἶναι ἐκεῖνα ποὺ τὸ ὠφελοῦν καὶ τὸ συντηροῦν καὶ ποιὰ (εἶναι ἐκεῖνα πού) τὸ ἀντικόβουν. Νά, ξέρω λ.χ. ἕναν ἀδελφό, ποὺ καθόταν στὸ κελί του καί, καθὼς ἔκανε τὸ ἐργόχειρό του, τοῦ ἐρχόταν τὸ πένθος. Μόλις λοιπὸν ἄρχιζαν νὰ τρέχουν τὰ δάκρυα, σηκωνόταν νὰ προσευχηθεῖ μὰ τότε ἀμέσως σταματοῦσαν. Ἔπιανε πάλι τὸ ἐργόχειρο, συμμάζευε τὸ νοῦ του, καὶ παρευθὺς ξανάρχονταν τὰ δάκρυα. Τὸ ἴδιο (γινόταν) καὶ στὴ μελέτη: Ὅταν διάβαζε, ἔπεφτε σὲ κατάνυξη• ἀλλὰ μόλις σηκωνόταν νὰ προσευχηθεῖ, δὲν εἶχε (δάκρυα). Μόνο ὅταν ξανάσκυβε πάνω ἀπὸ τὸ βιβλίο, ἄρχιζε πάλι νὰ δακρύζει. Τότε λοιπὸν κατάλαβε ὁ ἀδελφὸς τὴν αἰτία αὐτῆς τῆς διαφορᾶς, καὶ συλλογίστηκε, ὅτι καλὰ εἶπαν οἱ Πατέρες, πὼς τὸ ἴδιο τὸ πένθος εἶναι δάσκαλος• αὐτὸ δηλαδὴ διδάσκει τὸν ἄνθρωπο ὅσα τὸν συμφέρουν. Ἔχω τὴ γνώμη, ὅτι γιὰ δυὸ αἰτίες ἔχανε ὁ ἀδελφὸς τὸ πένθος τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς. Ἡ πρώτη εἶναι, ὅτι δὲν εἶχε ἀποκτήσει ἀκόμα προσευχὴ καθαρή, χωρὶς περισπασμούς. Ρεμβάζοντας καὶ τρέχοντας μὲ τὸ νοῦ τοῦ ἐδῶ κι ἐκεῖ, δὲν διατηροῦσε τὴν ἀρχικὴ κατάνυξη, αὐτὴ ποὺ γεννιόταν μέσα τοῦ στὸ ἐργόχειρο καὶ στὴ μελέτη, ἐπειδή, ὅταν ἔκανε τὰ τελευταῖα, εἶχε πιὸ συγκεντρωμένο τὸ νοῦ του. καὶ ἡ δεύτερη αἰτία εἶναι τούτη: Γιὰ νὰ μὴ νομίσει, ὅτι ἀπὸ τὸ δικό του ἀγώνα καὶ τὴ δική του προσευχὴ κατόρθωσε ν’ ἀποκτήσει τὸ πένθος, ἀλλὰ νὰ καταλάβει ὅτι τοῦ δόθηκε ἀπὸ τὸ ἔλεος καὶ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἔτσι ὥστε καὶ σὲ εὐχαριστία τοῦ Εὐεργέτη του νὰ παρακινηθεῖ καὶ ταπείνωση μεγαλύτερη ν’ ἀποκτήσει, καὶ νὰ δυναμώσει μ’ αὐτὰ περισσότερο τὸ πένθος μέσα του. καὶ σέ μας λοιπόν, ἂν κάποτε συμβεῖ κάτι τέτοιο, ἄν μας γεννηθοῦν δηλαδὴ κατάνυξη καρδιᾶς καὶ θερμὰ δάκρυα, ἂς τὰ παραβλέψουμε ὅλα, ἂς τρέξουμε στὴν προσευχὴ καὶ ἂς ἐπιμείνουμε καρτερικὰ σ’ αὐτήν, ὥσπου νὰ νιώσουμε τὴν καρδιακὴ φωτιὰ ν’ ἀνάβει μέσα μας. Γιατί ἴσως νὰ μὴν ξαναβροῦμε τέτοια εὐκαιρία”.

Ἕνας γέροντας εἶπε:
Ὅπως κουβαλᾶμε μαζί μας παντοῦ τὴν κακία μας, δηλαδὴ τὰ πάθη καὶ τὶς ἁμαρτίες μας, ἔτσι πρέπει νὰ ἔχουμε συνεχῶς μαζί μας, ὅπου κι ἂν βρισκόμαστε, τὸ πένθος καὶ τὴν κατάνυξη.
Ἄλλος γέροντας εἶπε:
Ὅπως κάθε ἁμαρτία ποὺ θὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὸ σῶμα του, ἐνῶ αὐτὸς ποὺ πορνεύει, ἁμαρτάνει στὸ ἴδιο του τὸ σῶμα (Α’ Κόρ. 6:18), γιατί ἀπ’ αὐτὸ βγαίνει ἡ ἀκαθαρσία, ἔτσι καὶ κάθε ἔργο (ἀρετῆς) ποὺ θὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ ἐκεῖνος ὅμως ποὺ χύνει δάκρυα, καθαρίζει (μ’ αὐτά) τὴν ἴδια του τὴν ψυχὴ καὶ (τὸ ἴδιο του) τὸ σῶμα γιατί τὰ δάκρυα, καθὼς κυλοῦν ἀπὸ πάνω (πρὸς τὰ κάτω), πλένουν καὶ ἁγιάζουν ὁλόκληρο τὸ σῶμα.

Εἶπε ἕνας ἄλλος γέροντας:
Ἂν δὲν ἔχεις κατάνυξη, μάθε ὅτι πάσχεις εἴτε ἀπὸ κενοδοξία εἴτε ἀπὸ φιληδονία γιατί αὐτὲς εἶναι ποὺ δὲν ἀφήνουν τὴν ψυχὴ νὰ νιώσει κατάνυξη.

Εἶπε πάλι (ὁ ἴδιος γέροντας):
Ἂν ὑπάρχουν μνήματα στὸν τόπο ποὺ κατοικεῖς, πήγαινε ἐκεῖ συχνὰ καὶ φέρνε στὸ νοῦ σου ὅσους εἶναι θαμμένοι σ’ αὐτά, προπαντὸς ὅταν ἔχεις σαρκικὸ πόλεμο. καὶ ὅταν μάθεις ὅτι κάποιος ἀδελφὸς βρίσκεται στὰ τελευταῖα του, πήγαινε καὶ μεῖνε κοντά του, γιὰ νὰ δεῖς πὼς χωρίζεται ἡ ψυχῆ ἀπὸ τὸ σῶμα• γιατί κι ἀπ’ αὐτὸ ἀποκτᾶς κατάνυξη.

Εἶπε πάλι (ὁ ἴδιος):
Ἀπ’ ὅλα (τὰ πάθη) περισσότερο ὁ θυμὸς ἐξαφανίζει τὴν κατάνυξη καὶ τὴν ταπείνωση τῆς ψυχῆς.

πηγή

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *