Περί τοῦ ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποίος θέλει νὰ σωθῇ, πρέπει νὰ ἀποφεύγῃ τὰς συναναστροφὰς τῶν ἀπροσέκτων ἀνθρώπων, καὶ τοὺς θορύβους· εἶναι δὲ ἀναγκαία ἡ ἀποξένωσίς του ἀπὸ τὸν κόσμον δι᾽ ἐκεῖνον ποὺ θέλει νὰ σωθῇ.


Λαυσαϊκόν

ΝΑ ΑΠΟΦΕΥΓΗΣ, ὅσον δύνασαι, τὰς συναναστροφὰς ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι εἰς τίποτε δὲν ἠμποροῦν νὰ σὲ ὠφελήσουν καὶ οἱ ὁποῖοι στολίζονται κατὰ τρόπον φιλάρεσκον· ἂν καὶ εἶναι Μοναχοὶ οὐδόλως διαφέρουν κατὰ τὴν συμπεριφορὰν ἀπὸ ποσμικούς. Διότι ὅλάπτουν, μὲ τὴν ὑποκρισίαν των, ὅσους σνναναστρέφονται, ὅσον καὶ ἐὰν φαίνωνται, ἀπὸ τὰ λευκά των μαλλιὰ ἢ τὰς ρυτίδας τοῦ προσώπου, ὅτι εἶναι πολὺ γέροντες,

ἔστω καὶ ἐὰν δὲν βλαβῇς ἀπὸ αὐτοὺς ἐξ αἰτίας τῶν εὐγενικῶν τρόπων των. Καὶ διότι αὐτὸ ποὺ θεωρεῖται ἀσήμαντον καὶ ἐλάχιστον ἐσένα θἀ σὲ πληγώσῃ· ὁπότε θὰ χαλαρώσῃ: τὴν προσοχὴν καὶ θὰ ὑπερηφανευθῇς περιγελῶν αὐτούς. Καὶ τοῦτο θὰ εἷναι ζημία διὰ σέ, διότι θὰ σὲ ὁδηγήσῃ εις την ὑπερηφάνειαν.


Ἔν τῷ βίῳ τοῦ ᾿Αγίου ᾽Αντωνίου
Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ἠγάπα πάρα πολὺ νὰ παραμἑνῃ εἰς τὸ ὄρος. Κάποτε λοιπὸν ἑπιέσὃθη πολὺ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ εἶχον ἀνάγκην καὶ ἐπειδὴ ἐπιμόνως τὸ ἠξίωσεν ὁ Διοικητὴς της περιοχης, πράγματι ἦλθθεν εἰς τὴν πόλιν και ἀωφου ὡμίλησεν ὅσα ἦσαν ἀρκετὰ διὰ την σωτηριαν καὶ. δια τὰ πρέποντα ἐὃβιάζετω να ἐπιστρέψῃ πάλιν εἰς τὸ ὄρος.

ὉΔιοικητὴς ὅμως εἶχε την ἀξίωσιν νὰ καθυστερἠσῃ τὴν ἐπιστρο φήν του.

-Δὲν ἠμπορω ἔλεγεν ὁ Ἅγιος ᾿Αντώνιοςνὰ περνω τὸν χρόνον μου ἐδω εἰς τὴν πόλιν.

Διὰ νά πείσῃ δὲ τὸν Διοικητήν, ἀνέφερε καὶ τὸ ἐξης χαριτωμέ νον παράδειγμα. Ὅπως τὰ ψάρια, ὅταν παραμείνουν πολὺν χρόνον εἰς τὴν ξηράν, άποθθνήσπουν, τοιουτοτρόπως και οἱ Μοναχοὶ ὅταν παρατείνουν τὴν συναναστροφην των μὲ σᾶς τοὺς κοσμικούς, σιγὰ σιγὰ διαφθείρονται. Πρέπει λοιπον, ὅπως ἀκριβως τὸ ψάρι ἔχει ἀνάγκην νὰ πέσῃ εἰς τὴν θάλασσαν. οὕτω καὶ ἡμεῖς οἱ Μοναχοι ἔχομεν ἀνάγκην νἀ σπεύδωμεν νὰ ἐπιστρέψωμεν εἰς τὸ ὄρος, μὴ τυχὸν ἡ βραδὐτης τῆς ἐπιστροφης μας εἰς τὸν τόπον της ἀσκήσεως μᾶς κάμῃ νὰ λησμονήσωμεν τὴν ἐπαγρὑπνησιν ἐπὶ του ψυχικου μας κόσμου.


Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Διαλόγου

ΠΕΤΡΕ, και ἡ καθαρότης καὶ ἡ ἀκακία τῆς ἀνδρωπίνης καρδίας πολλὰ δύνανται να κατορθώσουν ἐνωπιον τοῦ μόνου καθαροῦ καὶ ἀκάκου· διότι οἱ πραγματικοὶ θεραποντες Αὐτοῦ ἔχουν ἀποκοπῆ ἀπὸ τὰ γήϊνα καὶ ἐγκόσμια καὶ δὲν γνωρίζουν νὰ λέγουν καμμίαν περιττὴν καὶ ἄσκοπον ὁμιλίαν· οὔτε καὶ ἀφήνουν τὸν νούν νὰ περισπασθῇ μὲ ἄλλα ἄσκοπα πράγματα καὶ κενούς λόγους. Δι᾽ αὐτὸ καὶ εὑρίσκουν τόν Θεὸν πάντοτε ἕτοιμον καὶ προκόθυμον νὰ τους ἀκούσῃ περισσότερον ἀπό τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ἐπειδὴ σπεύδουν, μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχης των, να ἐξομοιωθουν πρὸς Αὐτόν, κατά τὴν καθθαρότητα καί ἀκακίαν. Ἡμεῖς ὅμως, ἀνακατεμένοι, καθὼς εἴμεθα, εἰς τοὺς λαϊκοὺς θορὐβους καί τὰς ταραχὰς διά τῆς συχνοτέρας ὁμιλίας άργῶν καί πολλάκις βλαβερῶν λόγων, τόσον περισσότερον ἀπομακρύνομεν τὸ στόμα μας ἀπὸ τὸν Παντοδύναμον Θεόν,͵ ὅσον περισσότερον τό πλησιάζομεν πρὸς τὸν κόσμον.

Πολλοὶ λοιπὸν φερομεθα πρός τὰ κάτω, μὲ τὸ νὰ ἐρχώμεθα εὐκόλως εἰς συναναστροφήν μὲ κοσμικούς. ·Επὶ τοῦ κινδύνου αὐτοῦ τῆς ψυχῆς καὶ ὁ Προφήτης ‘Ησαϊας ταλανίζων, δικαίως, τὸν ἑαυτόν του, μετά τὸ καταπληκτικὸν ὅραμα του Βασιλέως Κυρίου Σαδαωθ εἶπεν· «Ὦ ταλαιπωρος ἐγώ, διότι ἔχω καταπληγωθη, ἐπειδή εἶμαι ἀκάθαρτος καὶ ἔχω ἀκάθαρτα χείλη». (‘Ησαΐας στ·, 5). Δηλαδή ἐπόνεσε ψυχικῶς διὰ τὴν ἀκαθαρσιαν τῶν χειλέων του, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησεν. ·Εφανέρωσε δὲ ἀπό πού τήν ἑπήρε μέ τὸ νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι αὐτὸς κατώκει μεταξὺ λαοῦ, ποὺ εἶχεν ἀκάθαρτα χείλη· διοτι εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ λερωθῃ ὁ νούς ἀπὸ τὴν γλῶσσαν τῶν κοσμικῶν ἀνδρώπων.

Διότι ἐνόσῳ κατερχόμεθα εἰς τό ἐπίπεδον τῶν κοσμικῶν εἰς διαφόρους περιστάσεις, συνηθίζομεν ὀλίγον κατ᾿ ὐλίγον νά συναναστρεφώμεθα μὲ αὐτούς, συναναστροφήν ἡ ὁποία δέν ἁρμοζει εἰς ἡμᾶς· καὶ συνεχίζοντες τὴν συναναστροφήν αὐτὴν εὐχαρίστως κατά τὸν ὑπόλοιπον χρόνον, οὐδόλως θέλομεν νὰ τὴν ἁποφύγωμεν, ὁπόταν πλέον μᾶς κυριεύει βιαίως καὶ τελείως μὲ τὴν δύναμιν τῆς συνηθείας. Ἐξ αὐτῆς πλέον τῆς συνηθείας περιπίπτομεν ἀπὸ τὰς ἀνωφελεῖς λέξεις εἰς τὰς βλαβεράς καὶ ἀπὸ τῶν ἐλαφρῶν εἰς τὰς βαρείας. Ἔκτοτε πλέον τό στόμα μας δὲν θὰ εἰσακουσθῃ ἀπό τὸν Θεόν, ὁσάκις ζητοῦμεν κάτι ἀπὸ Αὐτὸν. Μαλλὸν περισσότερον θὰ μολὐνεται ἀπὸ τὰς ματαίας συζητήσεις, συμφώνως ἄλλωστε καὶ μὲ τὸ ρητόν πού λέγει· ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀποφεύγει νὰ ἀκούσῃ τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ προσευχή του θὰ εἶναι ἁπορρυπτέα.

Τί τὸ ἀξιοθαύμαστον λοιπόν, ἐὰν ὁσάκις ζητοῦμεν κάτι ἀπὸ τὸν Κύριον, Ἐκεῖνος βραδύνει νά εἰσακούσῃ τὴν προσευχήν μας; Ἐφ᾿ ὅσον ἡμεῖς διατασσόμενοι ἀπὸ τόν Κύριον ἢ καθ· ὁλοπκληρίαν δεν ὑπακοὐομεν εἰς Αὐτὸν ἢ μετὰ βραδύτητος…


Ἀντιόχου τοῦ Παντέκτου
ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙ, ἀδελφέ μου καλόν καὶ πάρα πολὺ ὠφέλιμον τὸ νὰ άποφεύγωμεν τὰς ἀσκόπους συναναστροφὰς τῶν κοσμικῶν καί νά ἁπομακρύνωμεν ἀπὸ τοὺς ἑαυτούς μας τὴν βλάβην ἐκ τῶν συναναστροφων αὐτῶν. Διότι οἱ κοσμικοί, ὁμιλοῦν περὶ τῶν ματαίων πραγμάτων τοῦ παρόντος αἰῶνος· ὅταν δε τὰς συζητήσεις αὐτὰς καὶ τά ἀντικείμενά των προσλάβῃ ὁ νους μ^ς, ἀποχαυνώνεται, γίνεται ἀνίκανος πρὸς πάσαν πνευματικὴν ὲργασίαν καὶ άδυνατἱζει ἡ ἔντασις διὰ τὴν πνευματικὴν ἄσκησιν. Ὅταν δε άναχωρἠσουν οἱ κοσμικοί, τότε λυπείται, διοτι δὲν ἔκαμε τὸν κανόνα του.

Δι’ αὐτὸν ἀκριβως τον λόγον και οἱ ἀγωνισταὶ ἐπεζήτουν τὰς ἐρήμους, ὥστε εὑρισκόμενοι μακράν τῶν κοσμικῶν, νὰ ἐπικοινωνοῦν χωρὶς ἐμπόδιον μὲ τον Θεόν. Ὅπως δὲ ἀκριβως ἡ παρθενος κόρη ποὺ φυλάσσεται, γίνεται ἐπιθυμητὴ ἀπὸ τοὺς ἔξω, ἐνῴ ὅταν ἐξέλθῃ καὶ τὴν ἴδουν οἱ ἄνθρωποι, δὲν ἁρέσει εἰς ὅλους, ἀπεναντίας δὲ καί, ἀπὸ πολλοὺς κατηγορείται, τοιουτοτρόπως καί ὁ Μοναχὸς ἐφ᾽ ὅσον εὐρίσκεται μακρὰν τῶν ἀνθρώπων ἀφοσιώνεται εἰς τὸν ἑαυτόν του καὶ τὸν Θεόν, μένει ἀκατηγόρητος, εἶναι τίμιος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ·Αγγέλων, ἀλλὰ, καὶ ἐνώπιον των ἀνὃθρώπων. Ὅταν ὅμως κατέβῃ ἀπὸ το ὕψος τῆς ὐψηλῆς θεωρίας καὶ ζωῆς, καί περιπλακῇ εἰς κοσμικὰς ὑποθέσεις καὶ συναναστροφάς, τότε πλέον καθίσταται άνάξιος ἐκτιμήσεως ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀνθρώπων καὶ τόν καταφρονοῦν εὐκόλως ὅλοι.

Εἶναι λοιπὸν συμφέοον μας νὰ άπομακρυνθώμεν ἀπὸ τοὺς κοσμικοὺς καὶ νὰ άποφύγωμεν καθ· ὁλοκληρίαν τὰς ψυχοβλαβεῖς συζητήσεις των, νὰ περωρισθῶμεν ὠς φυλακισμένοι εἰς τό κελλίον μας, και νὰ σωθώμεν᾿ ὃπως ἡ ἔλαφος ἀπὸ τὰ βρόχια τῶν κυνηγῶν καὶ τὸ ὄρνεον ἀπὸ τὴν παγίδα διότι, πραγματικῶς, βρόχια καὶ παγίδες εἶναι, δι· ὅσους θέλουν νὰ σωθουν, αἱ κατὰ κόσμον συναναστροφαί, αἱ ἁνωφελεῖς καὶ φλύαραι. Αἱ συναναστροφαὶ αὐταὶ ἀπασχολοῦν τὸν νουν καὶ τὸν ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὴν γλυκεῖαν ἐπικοινωνίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τὴν πρὸς Αὐτὸν κλίσιν τῆς ψυχῆς καί, τέλος, μᾶς παρασύρουν εἰς ματαίας φλυαρίας.

Ἄλλωστε τί κοινὸν ὑπάρχει μεταξύ ἡμῶν, ποὺ ἀπεφασίσαμεν νὰ ζήσωμεν ἕξω τοῦ κόσμου, καὶ τῶν κοσμικῶν πραγμάτων, ὥστε ἀκόμη νὰ θέλωμεν νὰ μανθάνωμεν περὶ αὐτῶν; Διότι ὁ Μοναχὸς ποὺ ἠρνήθη τὸν κόσμον καὶ ἔσκυψε τὸν αὐχένα του κάτω ἀπὸ τὸν γλυκὺν ζυγὸν τοῦ Κυρίου, δὲν ἐξουσιάζει πλέον τὸν ἑαυτόν του, ἀλλὰ φροντίζει διαρκῶς καὶ χωρὶς νὰ στρέφῃ πρὸς τὰ ὀπίσω, νὰ σκάπτῃ εἰς τάς κοιλότητας τῆς ταπεινοφροσύνης, τἁ αὐλάκια, ποὺ πληθαίνουν τὸ θεϊκὸ σιτάρι, πού βρέ χονται πλουσίως ἀπό τήν δρόσον τοῦ οὐρανίου καὶ ζωοπαρόχου Πνεύματος, ἀπό τὰς σταγόνας τοῦ ὁποίου ἡ ψυχὴ εὐφραίνεται, βλαστάνουσα θεῖα νοήματα. ᾿Εκεινος λοιπὸν ποὺ ἐπιθυμεῖ νὰ ζῇ ἡσύχως καὶ νὰ ἐπικοινωνῇ μὲ τὸν Θεὸν συνεχῶς μὲ ἀδιατάρακτσν νούν, ἔχει ὑποχρέωσιν οὔτε πολλούς νὰ συναναστρέφεται, οὔτε συχνὰ να ἐξέρχεται ἀπό τὸ κελλί του.

Τότε δὲ μόνον πρέπει νὰ συναντάται, ὁσάκις παρίσταται ἀνάγκη ψυχωφελούς συναναστροφῆς μὲ πνευματικοὺς Πατέρας, ἢ με συναγωνιστάς ἀδελφούς, ἢ μὲ ἄλλους Μοναχοὺς ποὺ ἔχουν ἀνάγκην πνευματικῆς ὠφελείας· διότι ἡ συναναστροφὴ αὐτὴ θεωρεῖται ἐνασχόλησις μὲ τὴν Θεολογίαν, ἐπί τῆς ὁποίας ὁ Μοναχὸς ὁπωσδήποτε θὰ ὠφελήσῃ ἢ θὰ ὠφεληθῇ. ᾽Εαν δὲ κάποτε μᾶς ἑπισκεφθουν καὶ κοσμικοί, χάριν ψυχικῆς ὠφελείας, θα συνομιλήσωμεν μὲ αὐτοὺς δι᾿ ὀλίγων λόγων, ἁλατισμένων μὲ το θεϊκό ἀλάτι καἰ ἔπειτα νἀ τούς ἀφήσωμεν νὰ φύγουν· διότι περισσότερον θὰ οἰκοδομηθοῦν μέ τὰ ὀλίγα πνευματικὰ λόγια, παρὰ μέ τήν κοσμικήν ἀπεραντολογίαν. Πρὸ παντὸς δὲ νά τοὺς βοηήσωμεν διὰ τῆς προσευχης καἰ νὰ τούς διδάξωμεν τήν ἀρετήν δι· ἔργων διότι εἶναι μέν καλόν νὰ ὠφελώμεν μὲ λόγους τοὺς ἐρωτῶντας, κατά πολύ ὅμως καλύτερον εἶναι νὰ τοὺς βοηθῶμεν μέ τό παράδειγμα τῆς ἀρετῆς καί τήν προσευχήν.


Τοῦ  Ἀββᾶ Μάρκου

ΝΑ ΜΗ ΘΕΛΗΣ νὰ ἀκούς ξένας πονηρίας διότι διὰ της πραγματοποιήσεως μιας τοιαύτης θελήσεως, ἀποτυπώνονται εἰς τὴν ψυχὴν καὶ τὰ γνωρίσματα τῶν πονηριῶν. Ὅταν ἀκούσῃς κακοὺς λόγους, νὰ μὴ ὀργίζεσαι ἐναντίον αὐτοῦ ποὺ τοὺς ὡμίλησε, ἀλλά ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ σου πού τοὺς ἤκουσε· διότι διὰ τὸν ἐπιθυμοῦντα νὰ ἀκούῃ πονηρὰ εὑρίσκεται καὶ ἀγγελιοφόρος πονηρός.

Του ᾽Αββα Ἰσαὰκ

ΝΑ ΦΕΥΓΗΣ μακρὰν ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἀγαπούν τἀ ὑλικά ἀγαθὰ καθὼς καὶ τὸ νὰ τὰ άποκτᾳς ὁ ἴδιος. Νὰ ἁπωμακρύνεσαι ἀπὸ τοὺς σπατάλους, καθώς, ἐπίσης, καὶ ἀπὸ τὴν σπατάλην. Νὰ φεύγῃς μακρὰν ἀπὸ τοὺς ἀκολάστους καθώς καὶ ἀπό τὴν ἀκολασίαν. Διότι ἐὰν ἡ ἀπλή ἀνάμνησις λόγων ταράσσῃ τὴν διάνοιαν· πόσον μάλλον ἡ συνεχὴς παρατήρησις καὶ ἡ ἑπικοινωνία μὲ τὰ ἀνωτέρω ἐλαττώματα καὶ τοὺς ἐργατας των;

Νὰ πλησιάσῃς τοὺς δικαίους καὶ δι᾿ αὐτῶν θὰ προσεγγίσῃς τὸν Θεόν. Νὰ συναναστρέφεσαι μὲ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ταπείνωσιν καὶ θά μάθῃς τοὺς τρόπους των· διότι ἑὰν εἶναι ὠφέλιμος, εἰς τὸν ἄνθρωπον, ἡ νοερὰ παρατήρησι, τῶν ἀναφερθέντων προτερημάτων, πόσον μαλλον ἡ διδασκαλία τῶν ἀρετων αὐτῶν ἀπὸ τὸ στόμα ἐκείνων, ποὺ ζούν τὰς ἀρετὰς αὐτάς;


Γεροντικόν

ΚΑΠΟΤΕ ἦλθον ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρειαν ἑπτὰ ἀδελφοὶ πρὸς τὸν Ἀββᾶν Μακάριον, διὰ νὰ τὸν δοκιμάσουν. Τὸν ἠρώτησαν λοιπόν·

-Πατερ, εἰπὲ εἱς ἡμᾶς πῶς νὰ σωθῶμεν;

‘Ο Γέρων ἀνεστέναξε καὶ ἀπήντησεν:
Ἀδελφοί μου, κάθε ἕνας ἀπὸ ἡμᾶς γνωρίζει πῶς σώζεται ἀλλὰ δέν θέλομεν νὰ σωθῶμεν.

Πάτερ· ἠρώτησαν ἐκ δευτέρου οἱ ἐπισκέπται· πάρα πολύ θέλομεν νὰ σωθῶμεν, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἀφήνουν οἱ πονηροὶ λογισμοί, Τί νὰ κάνωμεν λοιπόν;

Ὁ Γέρων τότε ἀπήντησε πρὸς αὐτούς:

Ἐὰν εἶσθε πραγματικοὶ Μοναχοί, διατί γυρίζετε μὲ τοὺς κοσμικούς ἢ πλησιάζετε ἐκεῖ ποὺ μένει κοσμικός; Ὅσοι ἠρνήθησαν τὸν κοσμον καὶ ἐφόρεσαν τὸ ἅγιον σχήμα καὶ ἐξαπολουθοῦν νὰ παραμένουν μεταξὺ τῶν κοσμικῶν, ἐξαπατοῦν τοὺς ἑαυτούς των. Διότι εἷναι χαμένος ὁ κόπος των καί εὑρίσκονται μακρὰν ἀπὸ τον φόβον του Θεοῦ ἀπο τοὺς κοσμικοὺς τίποτε ἄλλο δέν κερδίζουν, παρὰ μόνον σαρκικήν ἀνάπαυσιν. Ὅπου δὲ ὑπάρχει σαρκική ἀνάπαυσις, ἐκεί δὲν εἷναι δυνατὸν νὰ κατοικήσῃ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καὶ πρό παντὸς εἰς Μοναχόν.

Ὁ Μοναχός δι᾽ αὐτό ἀκριβως λέγεται Μοναχός, ἐπειδή νύχτα καὶ ἡμέραν ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸν Θεὸν καὶ μόνον τὰ τοῦ Θεοῦ φαντάζεται μὴ ἔχων τίποτα ἐπάνω εἰς τὴν γήν. Ὁ Μοναχός ποὺ συναναστρέφεται κατά καιρούς μὲ κοσμικούς, δὲν πρέπει νὰ περνᾶ μαζί των περισσότερον ἀπὸ μίαν ἢ τὸ πολὺ δύο ἡμέρας, καὶ τουτο κατ’ ἀνάγκην καί ἐπειδὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ζήσῃ κατ’ ἄλλον τρόπον διὰ νὰ πωλήσῃ δηλαδὴ τὸ ἐργόχειρόν του και να ἀγοράσῃ τὰ ἀναγκαία εἰς αὐτόν, νὰ ἐπιστρέψῃ δέ μετὰ ταῦτα· καὶ νὰ μετανοήσῃ εἰλικρινῶς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, διὰ τὴν μίαν ἢ τὰς δύο ἡμέρας, ποὺ παρέμεινεν εἰς τὸν κόσμον διὰ τὰς ἀπαραιτήτους βιοτικὰς ἀνάγκας.

Ἐπεινος λοιπὸν ποὺ δὲν ἐνεργεῖ κατ’αὐτόν τόν τρόπον καί ἐπισκέπτεται συνεχῶς τοὺς κοσμικούς, χωρὶς καμμίαν σπουδαίαν ἀνάγκην, ἢ περνᾷ πολύν καιρὸν μαζί των, δὲν εἶναι πραγματικὸς Μοναχός, οὔτε θὰ ὠφεληθῃ ποτέ, ἀπό τὴν συναναστροφὴν του δὲ μὲ τοὺς κοσμικοὺς τὰ ἑξῆς, μάλλον, θὰ κερδίσῃ:

Ὅταν διὰ πρώτην φορὰν τοὺς πλησιάζῃ, δὲν λέγει πολλὰ καὶ νηστεύει καὶ ταπεινώνεται ἕως ὅτου καλογνωρισθῇ μὲ αὑτοὺς και διαδοθῇ ἡ φήμη του, ὅτι· τάχα, ὁ δεῖνα Μοναχὸς εἶναι γνήσιος δοῦλος τοῦ Θεοῦ· ἀμέσως τότε ὁ σατανάς παρακινεῖ τοὺς κοσμικοὺς νὰ τοῦ φέρουν ὅλα τὰ χρειώδη, ἀπὸ κρασὶ καὶ χρήματα καὶ ἄλλα εἴδη καὶ νὰ λέγουν δι᾽ αὑτὸν «ἅγιος, ἅγιος ἄνθρωπος». Ὁ Μοναχὸς τότε μόλις άκούει, διὰ τὸν ἑαυτόν του τὴν λέξιν «ἅγιος», ὑπερηφανεύεται, ἀπὸ ταπεινὸς ποὺ ἦτο, καὶ ἀρχίζει νὰ κάθεται, ἀνεμποδίστος, μαζί τους, νὰ τρώγῃ, νὰ πίνῃ καὶ νὰ ἀναπαύεται· ὅταν δε ψάλλῃ, ὑψώνει τὴν φωνήν του. διὰ νὰ εἴπουν οἱ κοσμικοὶ ὅτι ὁ δεῖνα Μοναχὸς ψάλλει καὶ ἀγρυπνεῖ, διὰ νὰ τόν ἐπαινέσουν· τότε ὁ Μοναχός αὐτὸς φουσκώνει περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἐπαίνους, ὁπόταν φεύγῃ τελείως ἡ ταπείνωσις ἀπὸ αὐτόν.

᾿Εν τῷ μεταξύ, ἐὰν κανεὶς τοῦ ἀπευθὐνῃ σκληρὸν λόγον, του ἀπαντᾷ περισσότερον ἄσχημα καὶ τοιουτοτρόπως διογκώνεται μέσα του ὁ θυμὸς βοηθούμενος ἀπὸ τὴν κενοδοξίαν. Παραλλἡλως καὶ ἡ σαρκικὴ ἐπιθυμία φουντώνει μέσα εἰς τὴν ψυχήν του, μὲ μεγαλυτέραν σφοδρότητα, ἐφ’ ὅσον βλέπει συνεχῶς γυναῖκας καὶ παιδία καὶ ἀκούει τὰ κοσμικὰ λόγια. Δι’ αὐτο καὶ καθημερινως μοιχεύει, χωρὶς νὰ τὸ αἰσθάνεται, ὅπως λέγει καὶ ὁ Κύριος εἰς τὸ Εὐαγγέλιον «κάθε ἕνας, ποὺ βλέπει γνναῖκα μὲ πονηρὰν ἐπιθυμίαν, ἥδη ἔχει μοιχεύσει εἰς τὴν καρδίαν του» (Ματθ. ε΄, 28).

Μετὰ ταῦτα προσπαθεῖ νὰ μαζεύσῃ τᾶ ἀναγκαιοῦντα δι’ αὐτὸν ὁλοκλήρου τοῦ ἔτους, πρός συντήρησίν του καὶ χάριν τῶν ἐπισκεπτῶν του· ἔπειτα διπλασιάζει τὰ ἐφόδια αὐτά, διὰ νὰ ἀναπαύσῃ, δῆθεν, περισσότερον αὐτοὺς πού θὰ τὸν ἐπισκεφθοῦν, ἐξ αἰτίας δὲ αὐτοῦ θησαυρίζει ἀργυρά καὶ χρυσά νομίσματα. Τοιουτοτρόπως δὲν σταματᾷ νά ἐπαυξάνῃ τὰ ἐλαττώματα καὶ τὰς κακίας του, μέχρις ὅτου οἱ δαίμονες τὸν ἑξαπατήσουν τελείως, τόν ἀπομακρύνουν ἀπο τὸν Θεὸν καὶ τὸν κατακρημνίσουν εἰς τὸ δάραθρον τῆς φιλαργυρίας· διότι ἡ ρίζα ὅλων τῶν κακων εἶναι ἡ φιλαργυρια (Α΄ Τιμ. στ, 10), ὄπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παύλος. Ὅσον δέ ἀπέχει ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τὴν γήν, τόσον πολὺ ἀπέχει ὁ φιλάργυρος Μοναχὸς ἀπὸ την δόξαν τοῦ Θεοῦ· δὲν ὑπάρχει κακία μεγαλυτέρα ἀπὸ τὴν κακίαν τοῦ φιλαργύρου Μοναχοῦ.

Μοναχός, ὁ ὁποίος συναναστρέφεται κοσμικούς, ἔχει πράγματι τὴν ἀνάγκην πολλῶν Ἁγίων Πατέρων, μῆπως ἠμπορέσουν καὶ τὸν βοηθήσουν ὀλίγον· διότι ἐκείνον, ὁ ὅποιος ὁδηγεῖται μόνος του εἰς τὸν θάνατον, ποῖος ἠμπορεῖ νὰ τόν βοηθήσῇ; Δεν ἀκούομεν τὸν ᾿Απόστολον ᾿Ιωάννην ποὺ λέγει «νὰ μή ἀγαπάτε τὸν κόσμον οὔτε τὰ κοσμικὰ πράγματα· ἑὰν κάποιος ἁγαπᾷ τὸν κόσμον· δὲν ὑπάρχει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἰς αὐτόν); (Α΄ Ἰωάν. 6, 15). Ἄς προσέξωμεν τί λέγει καὶ ὁ ἁδελφόθεος Ἰάκωβος· «Ἄν κάποιος νομίζῃ πὼς εἶναι φίλος τοῦ κόσμου, καθίσταται ἐχθρὸς τοῦ Θεου» (Ἴακωβ. δ΄, 4), διότι ἡ φιλία τοῦ κόσμου εἶναι ἔχθρα πρὸς τὸν Θεόν.

Ἄς φύγωμεν λοιπόν, ἀδελφοί μου, μακρὰν ἀπὸ τὸν κόσμον, ὅπως φεύγει κανεὶς τον ὄφιν· διότι ἐκεινος ποὺ δαγκώνεται ἀπὸ τὸ φίδι ἢ ἀποθνήσκει, ἢ δυσκόλως θεραπεύεται. Εἶναι συμφέρον εἰς ἡμᾶς νά ἀντιμετωπίζωμεν ἔνα πόλεμον καὶ ὄχι πολλοὺς καὶ ἀναριθμήτους. Εἰπατέ μου, ἀδελφοί, οἱ Πατέρες ἡμῶν ποῦ ἀπέκτησαν τάς ἀρετάς, εἰς τὸν κόσμον ἢ εἰς τὴν ἔρημον; Εἶναι ὁλοφάνερον πὼς ἀπέκτησαν τὰς ἀρετὰς εἰς τὴν ἔρημον, εἰς τὴν ὁποιαν δὲν εἶναι δυνατον νὰ πλησιάσουν οἱ κοσμικοί· ἡμεῖς λοιπὸν πῶς θὰ ἠμπορέσωμεν να ἀποκτήσωμεν τὴν ἀρετήν, ἐφ᾽ ὅσον παραμένωμεν εἰς τόν κόσμον; Διότι ἐὰν δεν πεινάσωμεν καὶ δεν διψάσωμεν καὶ δὲν κρυώσωμεν καὶ δὲν ἀπομακρυνθώμεν ἀπὸ τὰ ὑλικά ἀγαθἀ τοῦ κόσμου καὶ δὲν νεκρώσωμεν ὅλα τὰ θελήματα τῆς σαρκός, πῶς, τότε, θὰ ζήσωμεν ψυχικῶς; Πῶς θὰ ἐπιτύχωμεν τὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν; Ὁ στρατιώτης ἐὰν δὲν πολεμήσῃ καὶ δὲν νικήσῃ, καὶ ἐάν, ἀκόμη, δὲν προσφέρῃ χρήματα, δὲν ἀξιωνεται τιμῶν. ᾿Ημεῖς λοιπὸν πως θὰ ἀξιωθώμεν τῆς Βαλιλείας τῶν Οὐρανῶν,
ὅταν τρώγωμεν καὶ πίνωμεν καὶ συναναστρεφώμεθα μὲ τοὺς κοσμικούς, μετὰ τῶν ὁποίων εἴμεθα καὶ προηγουμενως;

Μοναχός, πού ἔχει χρυσὸν ἢ ἄργυρον ἢ ἄλλα ὑλικὰ πράγματα, δὲν πιστεύει, ὅτι ὁ Θεὸς εἰναι δυνατὸν νὰ τὸν θρέψῃ, ὅπως τρέφει καὶ τὰ θηρία καὶ τὰ κτήνη εἰς τήν θάλασσαν καὶ ἐὰν πιστεύωμεν ὅτι δὲν δύναται νὰ μᾶς προσφέρῃ τὸν ὀλίγον ἄρτον τότε ἀμφιβάλλομεν καὶ ἄν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ μᾶς δώσῃ καὶ τὴν Βασιλείαν Του. Τότε λοιπὸν πρὸς τί κοπιάζομεν;

Εἴπατέ μου, ἀδελφοί. οἱ ᾿Αγγελοι εἰς τὸν οὐρανὸν χρυσὸν καὶ ἄργυρον μαζεύουν ἢ δόξαν Θεου; Καὶ ἡμεῖς λοιπὸν διατί ἀπηρνήθημεν τὸν κόσμον, διὰ νὰ συγκεντρώνωμεν πάλιν χρήματα καὶ ὑλικά ἀγαθὰ ἢ διὰ νὰ γίνωμεν Ἄγγελοι; Ἤ μῆπως ἀγνοεῖτε ὅτι τό ᾿Αγγελικὸν Τάγμα, ποὺ ἐξέπεσεν ἀπὸ τὸν οὐρανόν, θἁ συμπληρωθῇ ἀπὸ τοὺς Μοναχούς; Αὐτὸ ἀκριβως φανερώνει καὶ τὸ σχήμα μας, ποὺ λέγεται ἀπὸ ὅλους ᾿Αγγελικόν.

Ἕνας Μοναχὸς ἠρώτησε τὸν Ἀββᾶν Ποιμένα:

-Τί νὰ κάνω μέ τὰς ἐπιζημίους φιλίας, ποὺ ἔχω;

Ο Γέρων τοῦ ἀπήντησεν:

Ὑπάρχει ἄνθρωπος, ποὺ ἐνώ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἐπιθανάτιον ἀγωνίαν, προσέχει εἰς τάς φιλίας αὐτοῦ τοῦ κόσμου; Μὴ ἐγγίσῃς, οὔτε νὰ πλησιάσῃς κοσμικοῦ καὶ τότε μόναι των θὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ σὲ αἱ φιλίαι τοῦ κόσμου αὐτοῦ.

3. Ἕνας Γέρων εἶπεν: ᾿Εκεινος ποὺ ἡμάρτησεν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἀποχωρισθῇ ἀπὸ κάθε ἀνδρωπίνην σχέσιν, μέχρις ὅτου πληροφορηθῇ ὅτι ἔγινε καὶ πάλιν φίλος του ὁ Θεός· διότι ἡ ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων μᾶς ἐμποδίζει ἀπὸ τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ.

4. Εἶπε Γέοων· «ὅπως άκριβως ὁ ἀποθανών εἰς τὴν πόλιν οὔτε τὴν φωνὴν των κατοίκων τῆς πόλεως ἀκούει, οὔτε ἀντιλαμβάνεται ὅσα γίνονται͵ εἰς αὐτήν, ἀλλὰ μεταφέρεται εἰς ἄλλον τόπον, ὅπου δὲν φθάνουν αἱ φωναὶ καὶ αἱ κραυγαὶ τῆς πόλεως, τοιουτοτρόπως πρέπει νὰ εἶναι καὶ ὁ Μοναχός. Ἐφ᾿ ὅσον ἀρνηθῇ τὸν κόσμον καὶ ἀκολουθήσῃ τὸν Μοναχικὸν βίον, ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ νεκρωθῇ διὰ πάσαν κοσμικὴν ἐνέργειαν καὶ νὰ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ κάθε περισπασμὸν καὶ μόχθον τῆς ματαίας καὶ ψυχοφθόρου αὐτῆς ζωῆς. ᾽Εὰν δὲ καὶ ἀφοῦ ἀσπασθῇ τὸν Μοναχικὸν βίον, δέν ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὴν πατρίδα του, ἀλλ’ ἐξακολουθεῖ νὰ εὑρίσκεται εἰς τὸ μέσον τῶν προηγουμένων τᾳραχῶν, ὁ Μοναχός· τότε, αὐτὸς ὁμοιάζει πρὸς νεκρόν, ποὺ ἐγκατελείφθη εἰς οἰκίαν καὶ ἐβρώμισε, καὶ ἀπὸ τὸν ὁποίον, λόγῳ τῆς ἐνοχλητικῆς ὀσμης, ἀπομακρύνονται ὅλοι.

5. Ὁ ἴδιος Γερων εἶπεν· ὅπως τὰ ἀνάλατα κρέατα, ποὺ δεν ἔχουν ἁλατισθῇ σαπίζουν καὶ βρωμοῦν, ὥστε ὅλοι νὰ ἀπομακρύνουν τὸ πρόσωπόν των ἀπὸ αὐτά, λόγῳ τῆς δυσωδίας· εἰς τὰ βρωμισμένα δὲ αὐτὰ κρέατα γεννῶνται καὶ σκουλήκια καὶ σύρονται εἰς αὐτά, καὶ κάνουν φωλεάς τρώγοντα ἀπὸ αὐτά· ὅταν ὅμως ρίψωμεν ἁλάτι εἰς αὐτά, τότε καὶ τὰ σκουλήκια φονεύονται καὶ σταματᾲ ἡ δυσωδία, διότι τὸ ἁλάτι ἔχει τὴν ἰδιότητα νὰ ἐξαφανίζῃ καὶ τὰ δύο (καὶ τὰ σκωλήκια δηλαδὴ καὶ τὴν δυσωδίαν). Τὸ ἴδιον συμβαίνει καὶ με τόν Μοναχόν, ποὺ ἀφοσιώνεται εἰς τὰς ἐπιγείους φροντίδας καὶ τούς κοσμικοὺς περισπασμοὺς, καὶ δὲν ἡσυχάζει εἰς τό Μοναστήρι του καὶ δὲν φροντίζει νἀ δυναμώσῃ μὲ τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ, διὰ νὰ μὴ παραλύσῃ πνευματικῶς ἀπὸ τὴν ἀμέλειαν καὶ δὲν προσπαθεῖ νά συμμαζεύεται μὲ την μελετὴν τοῦ θανάτου καὶ τὰς μετὰ θάνατον τιμωρίας τῶν ἀμελῶν, καὶ δὲν ἐπιδιώκει νὰ στερεώνῃ τὴν καρδίαν του με τὴν προσευχὴν καὶ τὴν άγρυπνίαν, αἱ ὁποίαι ἀποτελοῦν τὸ πνευματικό ἁλάτι.

Ὁ Μοναχὸς αὐτὸς ἔχει σαπίσει πνευματικῶς καὶ ἔχει γεμίσει ἀπὸ τὴν πολλὴν δυσωδίαν τῶν ἀκαθάρτων καὶ πονηρῶν λογισμῶν, ὥστε νὰ ἁποστρέφουν ἀπὸ αὐτόν τό πρόσωπόν των ὁ Θεὸς καὶ οἱ ἐκλεκτοὶ Ἄγγελοι, διότι σιχαίνονται τὴν ἀκαθαρσίαν μιᾶς τοιαύτης ψυχῆς καὶ ἀπομακρύνονται ἀπὸ αὐτήν. Τότε λοιπὸν φωλιάζουν εἰς τὴν ψυχὴν αὐτὴν οἱ νοητοὶ σκώληκες, δηλαδὴ αἱ δυνάμεις τοῦ σκότους, ποὺ εὐχαριστοῦνται πάντοτε εἰς τὰς τοιαύτας δυσωδιας καὶ κινοῦνται εἰς τὴν ἀκάθαρτον αὐτὴν ψυχὴν καὶ βόσκουν, ἀπολαμβάνοντες ὡς γλυκεῖαν τροφὴν τὰς ρυπαρότητας τῶν ἀκαθάρτων λογισμῶν καὶ πράξεων, διὰ τῶν ὁποίων καταστρέφεται ἡ δυστυχὴς ψυχὴ καὶ ὀδηγεῖται εἰς τὴν ἀπώλειαν.

Ἐὰν ὁ Μοναχὸς ἀντιληφθῇ ἐγκαίρως τὴν βλάβην αὐτήν τῆς ψυχῆς του καὶ ἀπορρίψῃ τοὺς κοσμικοὺς περισπασμούς, καὶ ἐμπιστευθῇ τὸν ἑαυτόν του ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὸν Θεόν, καὶ ἐλπίσῃ τελείως εἰς αὐτὸν και κατευθύνῃ ὅλην του τὴν φροντίδα καὶ ἀπασχόλησιν νὰ τὸν εὐχαριστήση, τότε καὶ ὁ Θεός, ἐντὸς ἐλαχίστου χρόνου, τοῦ στέλλει τὸ πνευματικὸν ἁλάτι, δηλαδὴ τὸ καλὸν καὶ φιλάνθρωπον Πνεῦμα. Ὅταν δὲ ἔλθῃ εἰς τὴν ψυχὴν τὸ πνευμα αὐτό, τότε ὅλα τὰ πάθη καὶ οἱ δαίμονες ποσὺ ἐνεργοῦν διὰ τῶν παθῶν καὶ μέσα εἰς τὰ πάθη αὐτὰ ἀμέσως ἑξαφανίζονται καὶ διαλύονται ὅπως ὁ καπνός.


Τοῦ Ἁγίου Ἐφραὶμ

ΑΔΕΛΦΕ, νὰ μη περιπατήσῃς εἰς τὴν λάσπην καὶ νὰ ἀπομακρύνεσαι ἀπὸ ἀνθρώπους, ποὺ δὲν ἔχουν φόβον Θεου. Ὁ φυλακισμένος εἰς τὸ κλουβί σπουργίτης, σπουργίτας καλεῖ εἰς τὴν φυλακήν του· καὶ ἐκεινος ποὺ ἐκυριεύθη ἀπὸ τὰ ἁμαρτίας· προτρέπει καὶ ἄλλους πολλοὺς νὰ κατρακυλίσουν εἰς τὰ βάθη των κακῶν.

Ἀδελφέ, νὰ προσπαθῃς νὰ μὴ συναναστρέφεσαι μὲ αὐτοὺς ποὺ ἁγαποῦν τὴν ἀργίαν καὶ δὲν ἐπιθυμοῦν νὰ ἐπιδίδωνται εἰς τὴν ἀσκητικὴν ἡσυχίαν. Νὰ ἀποφεύγῃς αὐτοὺς ποὺ ἀγαποῦν τά συμπόσια καὶ λέγουν «ἐγὼ θὰ σοῦ κάνω σήμερα τὸ τραπέζι καὶ σὺ μοῦ κάνεις αὔριον. Διοτι ἑάν συμφωνήσῃς μὲ αὐτά, δεν θὰ σου μείνῃ καιρὸς νὰ ζήσῃς τὸν βῖον τῆς ἀρετῆς. ᾿Αλλὰ ἡ ψυγή σου θὰ γίνῃ κατοικητήριον ὅλων τῶν παθῶν· νὰ μιμήσαι αὐτούς ποὺ εἶναι θερμοὶ εἰς τὰ πνευματικά καὶ βαδίζουν εἰς τὴν στενὴν καὶ στενόχωρον ὁδόν, διὰ νὰ φθάσῃς τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον.

Εὐεργετινός. Ἔκδοσις Ἐπίσκοπος Ματθαίος Λαγγής

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *