Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὀνομάζεται Θεοδόχος, ἐπειδὴ προϋπάντησε στὸν Ναὸ τὸν Χριστὸ καὶ Τὸν δέχθηκε στὴν ἀγκάλη του. Το ὄνομα Συμεὼν εἶναι ἑβραϊκὴ λέξη ποὺ σημαίνει φιλάνθρωπος. Ἦταν δίκαιος, εὐλαβὴς καὶ κατοικοῦσε στὴν Ἱερουσαλήμ.

 Ὁ Θεοδόχος Συμεὼν περίμενε ὑπομονετικὰ τὸν Μεσσία μέχρι τὰ βαθειά του γεράματα μὲ ἀταλάντευτη πίστη. Γνώριζε πολὺ καλά, ὅπως τοῦ εἶχε προφητευτεῖ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὅτι δὲν θὰ γευτεῖ τὸ θάνατο πριν δει τὸ Μεσσία. Ἀκριβῶς σαράντα μέρες μετὰ τὴ γέννηση τοῦ Ἰησοῦ, τὸ Πνεῦμα τὸν πληροφόρησε ὅτι ἔπρεπε νὰ πάει στὸ Ἱερό. Ἑτοιμάστηκε, λοιπόν, μὲ νεανικὴ ζωηρότητα, πῆγε ἐκεῖ καὶ στάθηκε στὴν πόρτα, γεμάτος εὐχαρίστηση καὶ ἀγαλλίαση. Μέσα στὴν προσδοκία αὐτή, φάνηκαν νὰ ἔρχονται ὁ Ἰωσὴφ μὲ τὴν Παρθένο, ποὺ κρατοῦσε τὸν Ἰησοῦ. Ὁ Συμεών, πληροφορημένος ἀπὸ τὸ Πνεῦμα ὅτι τὸ βρέφος αὐτὸ εἶναι ὁ Μεσσίας, τρέχει καὶ παίρνει τὸν Ἰησοῦ στὴν ἀγκαλιά του. Τὸν κρατάει εὐλαβικὰ καί, ἀφοῦ καλὰ καλὰ παρατήρησε τὸ νήπιο καὶ δέχθηκε ὅλη τὴν ἱλαρότητα τῆς θείας μορφῆς του, ὕψωσε τὸ βλέμμα τοῦ ἐπάνω καὶ εἶπε εὐχαριστώντας τὸ Θεό: “Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλον σου, Δέσποτα, κατὰ τὸ ρῆμα σου ἐν εἰρήνη· ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, ὁ ἠτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων των λαῶν, φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λάου σου Ἰσραήλ”. Τώρα, δηλαδή, πάρε τὴν ψυχή μου Δέσποτα, σύμφωνα μὲ τὸ λόγο σου, εἰρηνικά, διότι τὰ μάτια μου εἶδαν αὐτὸν ποὺ θὰ φέρει τὴ σωτηρία ποὺ ἑτοίμασες γιὰ ὅλους τους λαοὺς καὶ θὰ εἶναι γι’ αὐτοὺς φῶς, ποὺ θὰ ἀποκαλύψει τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ θὰ δοξάσει τὸ λαό σου Ἰσραήλ. 

Ὁ Θεοδόχος Συμεὼν μαρτύρησε περὶ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὅτι εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ Θεάνθρωπος, ὁ σαρκωθεῖς Θεὸς Λόγος. Προφήτευσε ἀκόμη ὅτι ὁ Ἰησοῦς θὰ εἶναι “σημεῖον ἀντιλεγόμενον”, δηλαδὴ εἶναι προορισμένος γιὰ τὴν πτώση καὶ τὴν ἀνύψωση πολλῶν καὶ ὅτι τὴν καρδιὰ τῆς Παναγίας θὰ τὴν διαπεράσει ἡ ρομφαία τοῦ πόνου, γιὰ νὰ φανερωθοῦν οἱ λογισμοὶ πολλῶν καρδιῶν.

 


Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΔΟΧΟΥἩ Προφήτιδα Ἄννα ἦταν θυγατέρα τοῦ Φανουὴλ καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Ἀσήρ, ὀγδόου γιοῦ τοῦ Ἰακώβ. Τὸ ὄνομα Ἄννα προέρχεται ἀπὸ τὸ ἑβραϊκὸ Χάννα καὶ σημαίνει εὐμένεια, χάρις (ἐκείνη, στὴν ὁποία ἐπεδείχθη ἡ εὐμένεια καὶ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ).

Παντρεύτηκε πολὺ νέα, καὶ μετὰ ἑπτὰ χρόνια ἔμεινε χήρα. Ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ἔζησε μόνη της, χωρὶς νὰ ἔλθει πλέον σὲ νέο γάμο. Παρηγοριὰ καὶ εὐχαρίστηση τῆς ἦταν ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, ἡ ἀνάγνωση τῶν Γραφῶν, ἡ φιλανθρωπία καὶ ἡ συχνὴ παρουσία της στὸ Ἱερὸ σ’ ὅλες τὶς πρωινὲς καὶ ἑσπερινὲς δεήσεις. Γιὰ τὸν τρόπο αὐτὸ τῆς ζωῆς της, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μετέδωσε στὴν Ἄννα τὸ προφητικὸ χάρισμα. Ἀξιώθηκε μάλιστα, ἂν καὶ 84 ἐτῶν τότε νὰ ὑποδεχθεῖ στὸ Ναὸ μαζὶ μὲ τὸν δίκαιο Συμεών, τὸ θεῖο Βρέφος. Κατὰ τὴ συνάντηση ἐκείνη, ἡ καρδιὰ τῆς Ἄννας ὑπερχάρηκε καὶ σκίρτησε. Πλησίασε, προσκύνησε τὸ παιδὶ καὶ κατόπιν, ἀφοῦ εὐχαρίστησε καὶ δοξολόγησε καὶ αὐτὴ τὸ Θεό, διακήρυττε ὅτι ἦλθε ὁ Μεσσίας πρὸς ὅλους, οἱ ὅποιοι ζοῦσαν περιμένοντας μὲ εἰλικρινῆ εὐσέβεια τὴ λύτρωση τοῦ Ἰσραήλ.

ΠΗΓΉ


ΣΗΜΕΙΩΣΗ ἀπὸ τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ.

  1. Σημείωσαι, ὅτι περὶ τοῦ Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Θεοδόχου διάφοροι διαφόρως λέγουσιν. O μὲν γὰρ Ἅγιος Ἰωσὴφ ὁ ὑμνογράφος ἐν τῷ δευτέρω τροπαρίω του πρὸς αὐτὸν ἀσματικοῦ Κανόνος αὐτοῦ, θέλει ὅτι ἦτον Ἱερεύς, οὕτω λέγων· «Ἐν νόμω γενόμενος, ἱερουργὸς ἱερώτατε». O δὲ κριτικὸς Φώτιος ἐν τοῖς Ἀμφιλοχίοις πρὸς τὸν ἐρωτήσαντα ἀποκρίνεται, ὅτι δὲν ἦτον Ἱερεύς, ἦτον ὅμως τοῦ Ἱερέως ἀνώτερος. Ἄλλοι λέγουσιν, πὼς ἦτον οὗτος εἷς των ἑβδομήκοντα ἑρμηνευτῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἐπὶ Πτολεμαίου τοῦ Φιλαδέλφου καὶ ὅτι ἐρμηνεύωντας τὸ «Ἰδοὺ ἡ Παρθένος ἐν γαστρι ἔξει», καὶ ἀπιστήσας εἰς αὐτό, ἔλαβε χρηματισμόν, ὅτι μέλλει νὰ ζήση ἕως οὐ νὰ λάβη εἰς τὰς ἀγκάλας τοῦ τὸν προφητευθέντα Παρθενικὸν τόκον, ὡς λέγει Γεώργιος ὁ Κεδρηνὸς ἐν τῇ Συνόψει, καὶ ὁ Ἀθηνῶν Μελέτιος (ὁμοίως καὶ Εὐθύμιος ὁ Ζυγαδηνὸς ἐν τῇ ἑρμηνεία τοῦ β΄ κεφαλαίου τοῦ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγελίου, τόμω τρίτω) καὶ ἄλλοι. Ὅθεν ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθές, ὁ Συμεὼν ὅταν ἐδέχθη τὸν Χριστόν, ἦτον χρόνων διακοσίων ἑβδομήκοντα καὶ ἐπέκεινα. Ἄλλοι γενεαλογούσι τὸν Συμεὼν τοῦτον, πὼς ἦτον, υἱὸς μὲν τοῦ Πατριάρχου τῶν Ἑβραίων Χιλέλ, πατὴρ δὲ τοῦ περιφήμου Γαμαλιὴλ τοῦ ἀναφερομένου ἐν ταῖς Πράξεσι. Καὶ ἄλλοι λέγουσι, πὼς ἦτον πρόεδρος τοῦ Συνεδρίου τῶν Ἑβραίων. Οἱ δὲ ἀσφαλέστεροι καὶ μόνη τὴ Εὐαγγελικὴ ἱστορία ἑπόμενοι, ὡς ἄνδρα ἁπλῶς πνευματοκίνητον τὸν Θεοδόχον γεραίρουσιν, (ὅρα τὴν νεοτύπωτον Ἑκατονταετηρίδα). Τὸ δὲ λείψανον τοῦ Ἁγίου τούτου Συμεών, εὑρίσκεται εἰς τὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει Ναὸν τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοθέου, τὸν ὁποῖον Ναὸν ἀνήγειρεν ὁ βασιλεὺς Ἰουστίνος (σέλ. 1152 τῆς Δωδεκαβίβλου). Σημείωσαι, ὅτι ἐν τῷ δευτέρω Πανηγυρικῶ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Βατοπαιδίου, σώζεται ἐγκώμιον Συμεὼν ταπεινοῦ Μοναχοῦ, εἰς τὸν Ἅγιον τοῦτον Συμεὼν τὸν Θεοδόχον, οὐ ἡ ἀρχή· «Τὴν πρὸς τοὺς ἀγαθούς των ὁμοδούλων τιμήν».

Ὁ ‘Ἅγιος Συμεὼν ὀ Θεοδόχος

Οι δύο προφητείες του Αγίου Συμεών του ΘεοδόχουΕἶναι ὁ τελευταῖος Ἅγιος της Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ ὁ πρῶτος της Καινῆς. Ὀνομάσθηκε Θεοδόχος, γιατί ἀξιώθηκε νὰ προϋπαντήσει στὸ ναὸ καὶ νὰ πάρει στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ τὸν Κύριο ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστό, βρέφος σαράντα ἡμερῶν, ὅταν ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος καὶ ὁ Δίκαιος Ἰωσὴφ ἦλθαν στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ νὰ παρουσιάσουν καὶ νὰ ἀφιερώσουν τὸ Θεῖο Βρέφος στὸν Θεό. Τὸ γεγονὸς δηλαδή, τὸ ὁποῖο γιορτάζουμε στὴν ἑορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς.

Πολλοὶ πιστεύουν ὅτι ὁ Ἅγιος Συμεὼν ἦταν γυιὸς τοῦ Πατριάρχου τῶν Ἑβραίων Χιλλὲλ καὶ πατέρας τοῦ διδασκάλου Γαμαλιήλ, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται στὶς Πράξεις. Ἄλλοι λένε ὅτι ἦταν πρόεδρος τοῦ Συνεδρίου καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ἦταν ἀνθρωπος «δίκαιος καὶ εὐλαβὴς» καὶ κατοικοῦσε στὰ Ἱεροσόλυμα. Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση ἡ κατοικία τοῦ ὑπῆρχε σ’ ἕνα δασῶδες προάστειο, Ν.Δ. τῆς Ἱερουσαλήμ. Τὸ προάστειο αὐτὸ ὀνομάσθηκε ἀργότερα Καταμόνας, ἐπειδὴ σ’ αὐτὸ ἀποσυρόταν συχνὰ ὁ Χριστός (κατὰ-μόνας), γιὰ νὰ προσευχηθεῖ. Στὴν τοποθεσία αὐτὴ σήμερα εἶναι κτισμένο ἕνα Μοναστήρι ἀφιερωμένο στὸ ὄνομά του.

Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΔΟΧΟΥἘπίσης πιστεύεται, ὅτι ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς 70 Ἑβραίους ἑρμηνευτές, τοὺς ὁποίους ὁ Πτολεμαῖος ὁ Φιλάδελφος κάλεσε στὴν Ἀλεξάνδρεια μὲ σκόπο νὰ μεταφράσουν τὴν Παλαιὰ Διαθήκη γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα τῆς ἐποχῆς, τὴν Κοινὴ Ἑλληνιστική. Μετὰ τὴν ἀποπεράτωση αὐτοῦ του ἔργου, κατὰ τὴν ἐπιστροφή, ὁ Συμεὼν σχολίαζε μὲ τοὺς συνοδοιπόρους τοῦ τὴν προφητεία τοῦ Ἠσαΐα: «Ἰδοὺ ἠ Παρθένος εν γαστρι εξει καὶ τέξεται υἱὸν καὶ καλέσουσιν το όνομα αυτουΕμμανουηλ»(Ἡσ. ζ’ 14). Εξέφραζε μάλιστα τὴν δυσπιστία του γιὰ τὴν ἐκπλήρωση τῆς προφητείας καὶ τὸ ἀδύνατό του πράγματος. Ξαφνικά  δεχθηκε ἀοράτως ἕνα ράπισμα καὶ ἄκουσε μία φωνή, ἡ ὁποία τοῦ ἔδινε τὴν ὑπόσχεση ὅτι: «δὲν θὰ πέθαινε, πριν ιδή τον Σωτήρα τοῦ Κόσμου». Θέλοντας μάλιστα νὰ ἐπιβεβαιωθεῖ γιὰ τὰ λεγόμενα, ἔρριξε στὸ Νεῖλο ποταμὸ τὸ δαχτυλίδι του, λέγοντας ὅτι θὰ πίστευε, μονάχα ἂν θὰ τὸ ξαναεύρισκε. Καὶ πράγματι. Τὸ ἴδιο βράδυ, Θεοῦ εὐδοκία, βρῆκε ἔκπληκτός το δαχτυλίδι του στὰ σπλάχνα ἑνὸς ψαριοῦ, ποὺ ἑτοιμαζόταν νὰ φάει.

Μετὰ τὰ θαυμαστὰ αὐτὰ γεγονότα, σταθερὸς πλέον στὴν πίστη παρέμεινε στὸ ναό, προσευχόμενος καὶ μελετώντας τὰ προφητικὰ βιβλία. Προετοίμαζε καθημερινὰ τὸν ἑαυτό του γιὰ τὴν μεγάλη συνάντηση, διανύοντας τὴν ζωή του, μὲ σύνεση, μὲ εὐλάβεια, μὲ δικαιοσύνη, μὲ φόβο Θεοῦ καὶ μὲ ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καθὼς τὸ δηλώνει ἐξ ἄλλου καὶ τὸ ὄνομά του. Γιατὶ «Συμεὼν» στὰ ἑβραϊκὰ σημαίνει ὑπακοή. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ κατόρθωσε νὰ ἀποκτήσει ὅλες τὶς ἀρετὲς καὶ νὰ ἀνέβει στὰ ὕψη τῆς τελειότητος.

Τὰ χρόνια περνοῦσαν. Ὁ πρεσβύτης Συμεὼν ἀνέμενε μὲ μεγάλη λαχτάρα νὰ συναντήσει τὸν ποθούμενο Μεσσία. Καὶ ὅταν ἔφθασε σὲ βαθειὰ γηρατειά, σάραντα ἡμέρες μετὰ τὴν γέννηση τοῦ Θεοῦ Λόγου, πληροφορεῖται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ πάει γρήγορα στὸ Ἱερό. Χωρὶς χρονοτριβὴ ἔφθασε μεταρσιωμένος στὴν εἴσοδο τοῦ Ἱεροῦ. Καὶ ἐκεῖ ἐκπληρώθηκε ἡ οὐράνια ὑπόσχεση, γιὰ τὴν ὁποία καὶ μόνο ζοῦσε τὴν μακροχρόνια ζωή του. Προϋπάντησε μὲ σεβασμὸ καὶ δέος τὸν Ἰωσὴφ τὸν Μνήστορα καὶ τὴν Παρθένο Κόρη, ἡ ὁποία κρατοῦσε τὸν Δεσπότη Χριστὸ βρέφος καὶ ὑποδέχθηκε στὴν γηρασμένη ἀγκαλιά του, σὰν ἱερέας καὶ ἀνώτερος ἱερέως, μὲ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση ἀλλὰ καὶ μὲ συστολὴ καὶ φόβο, τὸ ἀναμενόμενο Σωτήριο Βρέφος. Διέκρινε σ’ Αὐτὸ μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς τοῦ τὸ κρυμμένο φῶς τῆς Θεότητος καὶ ἀνεγνώρισε ὅτι εἶναι ὁ Δημιουργός του σύμπαντος καὶ ὁ ἀληθινὸς Θεός. Γὶ  αὐτὸ ὑμνώντας καὶ εὐλογώντας τὸν Θεὸ ἀνεφώνησε μὲ χαρά: «Νυν απολύεις τον δοῦλον σου Δέσποτα, κατὰ τὸ ρῆμα σου εν ειρήνη· ». Παράλαβε Κύριε αὐτὴν την ώρα ειρηνικα τὴν ψυχή μου, ἀφοῦ ἐκπληρώθηκε ἠ μεγαλύτερη επιθυμια της ζωῆς μου. «Ὄτι ειδον οἰ οφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, ὁ ἠτοίμασας κατα πρόσωπον πάντων των λαῶν, φῶς εἰς αποκάλυψιν ἐθνῶνκαι δόξαν λαοῦ σου Ισραήλ.», διότι αξιωθηκα να δῶ μὲ τὰ μάτια μου καὶ να εγγίσω με τὰ χέρια μου, Αὐτὸν ποὺ λαχταροῦσαν νὰ δουν όλοι οι προφῆτες καὶ περιμεναν όλες οι γενεές, τὸ Φως όλων των λαῶν, τὸν Λυτρωτὴ τοῦ κόσμου.

Καὶ μετὰ στρεφόμενος πρὸς τὴν Θεοτόκο εἶπε τὰ ἑξῆς προφητικὰ λόγια: «Ἰδού ουτος κεῖται εἰς πτῶσιν και ανάστασιν πολλων εν τω Ισραηλ, καὶ εἰς σημείον αντιλεγομενον· καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται ρομφαια, ὅπως ἂν ἀποκαλυφθῶσιν ἐκ πολλῶν καρδιῶν διαλογισμοί». (Λουκ. β’ 34-35). Τα ὁποία σήμαιναν τὴν βαθειὰ θλίψη, ποὺ σὰν δίκοπο μαχαίρι θὰ διαπερνοῦσε τὰ σωθικὰ τῆς Παναγίας, ὅταν θὰ ἔβλεπε τὸν Υἱὸ Τῆς κρεμασμένο καὶ ἀτιμασμένο ἐπάνω στὸν Σταυρό.

Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΔΟΧΟΥΕὐθὺς ἀμέσως πλήρης χαρᾶς καὶ εἰρήνης ἀνεχώρησε ἀπὸ αὐτὴν τὴν ζωή, σὲ ἡλικία 270 ἐτῶν. Ἡ ψυχὴ τοῦ πῆγε στὸν Ἅδη, γιὰ νὰ ἀναγγείλει στοὺς ἐκεῖ εὑρισκομένους τὸ χαρμόσυνο Εὐαγγέλιο, ὡς ὁ πρῶτος Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ. Τὸ δὲ σῶμα τοῦ τάφηκε στὸν ἰδιόκτητο τάφο του, στὸ Καταμόνας, ὅπου ὁ τάφος τοῦ σώζεται μέχρι καὶ σήμερα. Τὸ ἱερό του λείψανο μεταφέρθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐπὶ αὐτοκράτορος Ἰουστίνου Β’ (565-578 μ.Χ.), στο ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, τὸν ὁποῖο εἶχε οἰκοδομήσει ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανὸς Ἃ’(527-565 μ.Χ.).

Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη τοῦ τήν 3ηΦεβρουαριου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

  1. Κωνσταντίνου Δουκάκη, Σάπφειρος τοῦ Νοητοῦ Παραδείσου, ἐν Ἀθήναις 1890, σέλ. 26-70.
  2. Οσίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἑορτοδρόμιον, Τόμος 1ος , ἔκδοσις «Ὀρθόδοξος Κυψέλη» Θεσσαλονίκη 1987, ἑρμηνεία εἰς τὸν κανόνα τῆς Ὑπαπαντῆς, σέλ. 333-375.
  3. Ν. Μ. Δαμαλά, Ἐρμηνεία εις τὴν Καινὴν Διαθήκην, τόμος Β’, ἐν Ἀθήναις 1892, σέλ. 154-168.
  4. Ευθυμίου τοῦ Ζιγαβηνοῦ, Ἐρμηνεία εις τὰ τέσσαρα Εὐαγγέλια, ὑπὸ Θεοκλήτου Φαρμακίδου, τόμος 2ος , ἐν Ἀθήναις1842, σέλ. 155-159, κεφάλ. Γ’, Εὐαγ. κατὰ Λουκᾶν.
  5. Π. Ν. Τρεμπέλα, Ὑπομνημα εις τὸ Κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιον, ἔκδοσις Β’, Ἀδελφ. Θεολόγων «Ο ΣΩΤΗΡ» Ἀθῆναι, Ἰούνιος 1972, Τὸ κατὰ Λουκᾶν κέφ. Β’ 25-35, σέλ. 102-111.
  6. Στεργίου Ν. Σάκκου, Ἐρμηνεία στο κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιον τόμος Ἅ’, ἐκδόσεις «Χριστιανικὴ Ἐλπίς», Θεσσαλονίκη 2008, Κεφάλαιο β’25-35, σέλ. 111-117.
  7. Migne, P.G. Τόμος 50ος , Ἰωάννου του Χρυσοστόμου, Λόγος εἰς την Υπαπαντήν,σέλ. 808-812.

8.Α. Μαρίνου, Θρησκευτικὴ και Ηθικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια, Ἀθῆναι 1967, τόμος 11ος, λῆμμα «Συμεών», σέλ. 531-533 καὶ Ἀθῆναι 1966, τόμος 9ος λήμμα «Ὁ’ Μετάφρασις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης», σέλ. 667-673.

  1. Αρχιμ. Κυρίλλου Ἀθανασιάδη, Τὸ προσκυνητάρι τοῦ Καταμόνας, Ἱεροσόλυμα 2005, σέλ. 3-7.
  2. Ζαχαρίου Κλ. Ραπτοπούλου, Ταξιδεύοντας στην Αγία Γη, Ἔκδοσις στ’, Λεμεσὸς 1996, Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Δικαίου Συμεών, (Κατὰ-μόνας), σέλ. 107-109.
  3. Γεωργίου καὶ Βασιλικῆς Μπουτσούρη, Γνωριμία μὲ την Αγία Γη Ισραηλ-Σινᾶ καὶ Αἴγυπτο, Ἔκδοσις Ἐ’, Ἀθῆναι 2004, Τὸ Καταμόνας, σέλ. 83-84.

πηγή


Οἱ δύο προφητεῖες τοῦ Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Θεοδόχου

Σύμφωνα μὲ τὸν Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ, ὁ δίκαιος Συμεών, ἀφοῦ εὐλόγησε τὴν Θεοτόκο καὶ τὸν Ἰωσήφ, στράφηκε πρὸς τὴν Θεοτόκο καὶ τῆς εἶπε δύο θαυμαστὲς προφητεῖες. Ἡ πρώτη ἀναφερόταν στὸ πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ: «Ἰδοὺ οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραὴλ καὶ εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον». Ἡ δεύτερη ἀναφερόταν στὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου «Καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται ρομφαία, ὅπως ἂν ἀποκαλυφθῶσιν ἐκ πολλῶν καρδιῶν διαλογισμοὶ»[1]. Ἃς δοῦμε τὴν ἑρμηνεία τῶν δύο αὐτῶν προφητειῶν.

Ἡ πρώτη προφητεία ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο μέρη. Τὸ πρῶτο μέρος εἶναι: «Ἰδοὺ οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραήλ».

Ἐδῶ λέγεται καὶ ἑρμηνεύεται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἅγιο Συμεὼν τὸν θεοδόχο πῶς ὁ Χριστὸς εἶναι πτώση πολλῶν καὶ ἀνάσταση. Λέει, λοιπόν, ὅτι αὐτὸς ὁ Θεὸς Λόγος, ποὺ ἐνηπίασε καὶ βαστάζεται τώρα ἀπὸ τὸν ἅγιο Συμεών, ἐπειδὴ εἶναι φύσει ζωή, θὰ γίνει ἀνάσταση μὲν στοὺς πιστούς, ἐπειδὴ ἰδιαίτερο χαρακτηριστικό της ζωῆς εἶναι το νὰ ζωογονεῖ καὶ νὰ ἀνιστᾶ τοὺς νεκρούς. Στοὺς μὲν ἀπειθεῖς καὶ ἀπίστους θὰ γίνει ἐκ τοῦ ἐναντίου πτώση, ὄχι διότι Αὐτὸς τοὺς καταβάλλει καὶ τοὺς κάνει νὰ πίπτουν – ἀλλοίμονο! ὁ Θεὸς δὲν εἶναι αἴτιος πτώσεως, ἀλλὰ ἀναστάσεως – ἀλλὰ διότι ἐκεῖνοι, ἂν καὶ αὐτεξούσιοι, σκόνταψαν ἐξαιτίας τῆς ἀπειθείας τους στὸ κατὰ Χριστὸν Μυστήριο καὶ ἔπεσαν ἢ πίπτουν συνεχῶς. Γι’αὐτὸ καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέει περὶ τῶν Ἰουδαίων ὅτι προσκόπτουν στὴν σάρκα τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ ἱερὸς Ἀμφιλόχιος ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι πτώση τῶν ἀπίστων Ἰουδαίων καὶ ἀνάσταση τῶν πιστευόντων Ἐθνῶν. Ὁ δὲ Θεοφόρος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς τονίζει ὅτι ὁ Χριστὸς νοεῖται ὡς πτώση τῶν παθῶν καὶ τῶν πονηρῶν λογισμῶν κάθε πιστοῦ καὶ ὡς ἀνάσταση τῶν ἀρετῶν καὶ κάθε θεοφιλοῦς λογισμοῦ.

Τὸ δεύτερο μέρος εἶναι: «Καὶ εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον».

Σημεῖο ἀληθῶς ξένο εἶναι ἡ σάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου, κατὰ τὸν ἱερὸ Θεοφύλακτο. Μὲ τὸ νὰ εἶναι ὁ Χριστὸς διπλός, δηλ. Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, προβάλλει καὶ τὶς ἐνέργειες διπλές, ἀνάλογες μὲ τὶς διπλὲς φύσεις Του. Πότε μὲν ὡς ἄνθρωπος πεινᾶ, διψᾶ, ἀπεύχεται νὰ πιεῖ τὸ ποτήριον τοῦ θανάτου, σταυρώνεται, πάσχει, θανατώνεται καὶ θάπτεται. Πότε μὲν ὡς Θεὸς ἐνεργεῖ παράδοξα θαύματα, τρέφει μυριάδες ἀνθρώπων, ἀνασταίνει νεκρούς, διώκει δαίμονες, ἀνασταίνεται ἐκ νεκρῶν, ἀναλαμβάνεται στὸν ὑπερουράνιο τόπο καὶ κάθεται στὰ δεξιά του Πατρός. Τὰ μὲν εἶναι ἴδια τῆς ἀνθρωπότητος, τὰ δὲ τῆς θεϊκῆς ἐξουσίας. Γι’αὐτὸ ὅποιος θεωρεῖ καὶ ἀποδέχεται αὐτὲς τὶς διπλὲς ἐνέργειες τοῦ Χριστοῦ, δὲν λαμβάνει ἀντιλογία, ἀμφιβολία τί ἀπὸ τὰ δύο εἶναι ὁ Χριστός, Θεὸς ἢ ἄνθρωπος, ἐπειδὴ πιστεύει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἕνας μὲν κατὰ τὴν ὑπόσταση καὶ τὸ πρόσωπο, δύο δὲ κατὰ τὶς φύσεις, σύμφωνα μὲ τὶς ὁποῖες ὁ εἰς καὶ ὁ αὐτὸς Χριστὸς ἐνεργεῖ πότε μὲν τὰ θεοπρεπῆ, πότε δὲ τὰ ἀνθρωποπρεπή. Ὁ δὲ ἱερὸς Θεοφύλακτος λέει ὅτι ἡ σάρκωση τοῦ Χριστοῦ ἀντιλέγεται, ἀμφισβητεῖται καθότι ἄλλοι μὲν εἶπαν ὅτι ἐξ οὐρανοῦ ἔφερε τὸ σῶμα ὁ Κύριος, ὅπως οἱ αἱρετικοὶ Ἀπολιναριστές, καὶ ἄλλοι ὅτι κατὰ φαντασίαν σαρκώθηκε, ὅπως οἰαιρετικοὶ Μανιχαῖοι.

Ὁ Εὐθύμιος Ζυγαβηνὸς θεωρεῖ ὡς σημεῖο ἀντιλεγόμενο τὴν σταύρωση. Σημεῖο μὲν ὡς σύμβολο φιλανθρωπίας, ἐπειδὴ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τὴν ὑπέμεινε. Ἀντιλεγόμενο δέ, ἐπειδὴ ἡ σταύρωση ὑβρίζεται ἀπὸ τοὺς ἀπίστους. Ὁ δὲ ἅγιος Μόδεστος Ἱεροσολύμων λέει ὅτι ὁ Χριστὸς κεῖται εἰς πτῶσιν μὲν τῆς ἁμαρτίας, ἀνέγερσιν δὲ τῆς δικαιοσύνης, καὶ σημεῖο ἀντιλεγόμενο γιὰ τοὺς κυριοκτόνους Ἰουδαίους, ποὺ εἶπαν ὅτι, ἂν εἶσαι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, κατέβα ἀπὸ τὸν Σταυρὸ καὶ θὰ σὲ πιστέψουμε.

Ἡ δεύτερη προφητεία εἶναι: «Καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται ρομφαία, ὅπως ἂν ἀποκαλυφθῶσιν ἐκ πολλῶν καρδιῶν διαλογισμοί».

Ὁ Θεοδόχος Συμεὼν προφητεύει στὴ Θεοτόκο καὶ τῆς λέει? Ὢ ἄφθορε Μαρία, νὰ γνωρίζεις ὅτι τὴν καρδιά σου θὰ διαπεράσει μία ρομφαία, μία μάχαιρα, ἕνα δίκοπο μαχαίρι. Ἐρμηνεύοντας ποιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ μάχαιρα, λέει ὅτι εἶναι ἡ λύπη, ἡ θλίψη, ἡ ὀδύνη, ποὺ ἔλαβε στὴν ἁγιωτάτη καρδιά της γιὰ τὸν Σταυρὸ καὶ τὸ πάθος τοῦ παμφίλτατου Υἱοῦ της. Συμφώνως λένε καὶ ὁ ἱερὸς Θεοφύλακτος, ὁ Εὐθύμιος Ζυγαβηνὸς καὶ ὂ  Ἱεροσολύμων Μόδεστος. Ἡ ἔννοια τοῦ λόγου τοῦ ἁγίου Συμεὼν πρὸς τὴν Θεοτόκο εἶναι ἡ ἑξῆς? Ἀληθῶς, ὢ Παρθένε, ἐσὺ γέννησες κοινὴ χαρὰ σὲ ὅλη τὴν κτίση καὶ παγκόσμια ἀγαλλίαση. Πόνους δὲν δοκίμασες, ὅταν γέννησες, καὶ πρὶν ἀπ’αὐτὰ εὐαγγελίσθηκες ἀπὸ τὸν Ἀρχάγγελο Γαβριὴλ καὶ ἄκουσες ἀπ’αὐτὸν τὸ κοσμοχαρμόσυνο Χαῖρε. Παρ’ὂλ’αὐτὰ κι ἐσένα τῆς ἰδίας, ποὺ ἔλαβες τὰ ἀνωτέρω χαροποιὰ καὶ προξένησες στοὺς ἄλλους σωτηρία, θὰ διαπερωνήσει, θὰ διαπεράσει τὴν καρδιά σου μιὰ ὀξυτάτη ρομφαία. Πότε; Ὅταν θὰ δεῖς τὸν Μονογενῆ καὶ πολυαγαπημένο Υἱὸ καὶ Θεό σου κρεμάμενον ἐπὶ Σταυροῦ καὶ ὑπομένοντα κατὰ τὸ ἀνθρώπινόν το κοσμοσωτήριο πάθος γιὰ’ μᾶς.

Γιατί, ὅμως, αὐτὴ ἡ τόση λύπη θὰ διαπεράσει τὴν καρδιά σου; Γιὰ νὰ φανερωθοῦν οἱ ἀμφίβολοι λογισμοί, τοὺς ὁποίους πολλοὶ τρέφουν στὴν καρδιά τους, ἂν ὄντως εἶσαι ἡ γνήσια καὶ ἀληθινὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Βλέποντας αὐτοὶ ἐσένα νὰ εἶσαι λυπημένη ὑπερβαλλόντως γιὰ τὸ πάθος τοῦ Υἱοῦ σου, συμπεραίνουν ὅτι εἶσαι ἡ γνήσια Μητέρα Του. Ἔτσι, λοιπόν, ἀπὸ τὴ λύπη, ποὺ ἔλαβε ἡ Κυρία Θεοτόκος στὸ πάθος τοῦ Υἱοῦ της, γνωρίσθηκε ὅτι εἶναι ἡ ἀληθινὴ Μητέρα Του. Αὐτὸ τὸ νόημα ἐπιβεβαιώνει καὶ ὁ Θεσσαλονίκης θεῖος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὸν λόγο του στὴν Ὑπαπαντή.

Ἃς μιμηθοῦμε, λοιπόν, τὸν δίκαιο καὶ εὐλαβῆ ἅγιο Συμεὼν τὸν Θεοδόχο καὶ τὴν σωφρονεστάτη προφήτιδα Ἄννα καὶ ἃς εὐχαριστήσουμε τὸν Κύριον ἠμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν γιὰ τὴν μεγάλη καὶ ἀκατάληπτη εὐεργεσία, ποὺ προξένησε σ’ἐμᾶς, ἐπειδὴ ἀνέπλασε τὴν φθαρεῖσα φύση μας μὲ τὴν ἐν σαρκὶ παρουσία Του. Ἃς κηρύττουμε τὴν Ἀειπάρθενο Θεοτόκο, ἡ ὁποία μεσίτευσε στὴν ἀνάπλαση καὶ σωτηρία τοῦ γένους μας, μεγαλύνοντας τὴν μὲ μεγαλοπρεπῆ νοήματα, μὲ θεοπρεπῆ λόγια καὶ μὲ θεάρεστα ἔργα, ὥστε μὲ τὶς πρεσβεῖες της νὰ τύχουμε καὶ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίω ἠμῶν, ὢ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίω Πνεύματι εἰς τοὺς αἰώνας. Ἀμὴν[2]!

Πρωτοπρεσβ. π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος εφημεριος Ι. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Καλλιπόλεως Πειραιῶς

[1] Λκ. 2, 34-35

[2] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Ἑορτοδρόμιον ἤτοι ἑρμηνεία εἰς τοὺς ἀσματικοὺς κανόνας τῶν Δεσποτικῶν καὶ Θεομητορικῶν ἑορτῶν, τ. Ά΄, ἔκδ. Ὀρθόδοξη Κυψέλη, Θὲσ/κὴ 1987, σσ. 361-362, 366-367 καὶ ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ κ. ΙΕΡΟΘΕΟΣ, Οἱ Δεσποτικὲς ἑορτές? εἰσαγωγὴ στὸ Δωδεκάορτο καὶ τὴν Ὀρθόδοξη Χριστολογία, ἔκδ. Ι. Μ. Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας) 1995, σσ. 94-98.

πηγή