Κάποια ἐνάρετη γυναίκα εἶχε δυὸ ὄμορφες κόρες, τὶς ὁποῖες δίδασκε νὰ πορεύονται τὴν ἐν Θεῶ ζωὴ καὶ νὰ τρέφουν τὴν ἴδια εὐλάβεια στὴν Παναγία, ὅπως ἔκανε καὶ ἡ ἴδια μέχρι τότε.

Ὅταν πέθανε ὁ ἄντρας της, πτώχευσε καὶ μὴ ἔχοντας χρήματα νὰ παντρέψει τὶς κόρες της, φοβόταν μήπως ἐξ ἀνάγκης προδώσει τὴν τιμή τους…

Τότε, ἔχοντας βαθιὰ πίστη στὸ Θεό, πῆγε μὲ τὶς κόρες της στὴν Ἐκκλησία, στάθηκε μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ τῆς εἶπε μὲ δάκρυα:

– Δέσποινα τῶν Ἀγγέλων, Μητέρα τῶν ὀρφανῶν καὶ τῶν φτωχῶν βοήθεια, μὲ ὅλη μου τὴν ψυχὴ παραδίδω στὴν ἁγία σκέπη καὶ κηδεμονία σου αὐτὲς τὶς δύο ὀρφανὲς κόρες… Στὸ ἑξῆς ἐσὺ νὰ τὶς κυβερνᾶς διότι ἐγὼ δὲν μπορῶ πιὰ νὰ τὶς φυλάξω χωρὶς νὰ προκαλέσω ζημιὰ στὴ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα τους, ἐπειδὴ εἶμαι πολὺ φτωχιὰ καὶ ἄπορη… Σὲ ἱκετεύω, κατὰ τὴν ἄπειρη Εὐσπλαχνία σου, στὸ ἑξῆς Ἐσὺ νὰ τὶς σκεπάζεις μὲ τὴ Θεία Πρόνοια καὶ νὰ τὶς διαφυλάττεις, ὥστε νὰ μὴν μολύνουν τὴν παρθενία τοὺς μόνο καὶ μόνο ἀπὸ ἀνάγκη…

Ἀφοῦ εἶπε αὐτὰ τὰ λόγια ἡ εὐλαβὴς μητέρα πῆρε τὰ χέρια τῶν θυγατέρων της καὶ τὰ ἄγγισε μὲ τὰ χέρια τῆς Παναγίας, πάνω στὴν ἱερὴ εἰκόνα, εἰς ἔνδειξη συμφωνίας. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἀνέθεσε στὴν Παναγία νὰ εἶναι ἡ Μητέρα τους ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη καὶ ὄχι πλέον ἡ ἴδια.

Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν πράξη, ἐπέστρεψαν ὅλες στὸ σπίτι τους.

Μόλις πλησίασαν στὴν πόρτα εἶδαν ἕναν ἀστραπόμορφο νέο νὰ κρατάει ἕνα βαλάντιο γεμάτο μὲ ἀργύρια καὶ νὰ λέει στὴν μητέρα:

– Ἡ Οὐράνια Βασίλισσά σου τὰ στέλνει αὐτὰ τὰ χρήματα γιὰ νὰ φροντίσεις τὶς κόρες σου.

Ἡ γυναίκα πῆρε μὲ εὐγνωμοσύνη τὸ δῶρο τῆς Παναγίας! Ἔπειτα γονάτισε νὰ τὴν εὐχαριστήσει γιὰ τὴν ἄμεση ἀνταπόκριση καὶ θαυμαστὴ βοήθεια ἐνῶ ὁ ἄγγελος ἔφευγε γιὰ τοὺς οὐρανούς!

Αὐτὰ τὰ χρήματα ἡ γυναίκα τὰ ξόδεψε γιὰ νὰ ἀγοράσει ροῦχα καὶ ὅλα τα ἀναγκαῖα γιὰ τὴν ζωὴ τῶν θυγατέρων της. Οἱ πονηρὲς γειτόνισσες ὅμως, ποὺ ἤξεραν τὴν προηγούμενη φτώχεια τοὺς τὶς κατέκριναν καὶ τὶς δυσφημοῦσαν μὲ ἄδικα καὶ αἰσχρὰ λόγια. Ἔλεγαν ὅτι ἡ μητέρα τοὺς τὶς ἐξέδιδε σὲ κάποιον πλούσιο γιὰ νὰ παίρνει χρήματα…

Ὅταν ἄκουσε ἡ εὐλαβὴς ἐκείνη γυναίκα τὶς συκοφαντίες, λυπήθηκε πολύ. Ὅσο περνοῦσαν οἱ μέρες τόσο αὔξαναν καὶ τὰ κουτσομπολιὰ μέχρι ποὺ τὰ ἔμαθαν ὅλοι πιὰ στὴν πόλη.

Μὴ ὑποφέροντας ἄλλο πιὰ τὰ λόγια τοῦ κόσμου, εἶπε στὶς κόρες της:

– Πηγαίνετε κόρες μου στὴν πολυεύσπλαχνη Μητέρα σας καὶ ἱκετεύσατε τὴν μὲ δάκρυα καὶ ταπεινὴ καρδιὰ ἡ ἀγαθότητά της νὰ σᾶς βοηθήσει νὰ λυτρωθεῖτε ἀπὸ τὶς γλῶσσες τῶν ἀνθρώπων. Ἐὰν τὸ ζητήσετε μὲ βαθιὰ πίστη, τότε κι Ἐκείνη ἡ Πολυέλεος Μητέρα θὰ σᾶς ἀκούσει ὅπως μᾶς ἄκουσε καὶ τὴν προηγούμενη φορᾶ καὶ μᾶς βοήθησε!


Στὴ μητρική της παρακίνηση ὑπάκουσαν ἀμέσως οἱ κόρες καί, ἀφοῦ ἔφτασαν στὸν ἱερὸ ναό, ἔκαναν ὅπως τὶς δίδαξε ἡ μητέρα τους.

Προσευχήθηκαν μὲ πολλὰ δάκρυα καὶ θερμὴ πίστη κι ἔπειτα ἐπέστρεψαν πάλι πίσω στὸ σπίτι τοὺς ἐλπίζοντας ὅτι θὰ τοὺς στείλει πάλι ἡ Παναγία τὴν ἀπαραίτητη βοήθεια. Ἔτσι καὶ ἔγινε.

Ἡ κουροτρόφος Βασίλισσα δέχτηκε τὴν ταπεινὴ ἱκεσία καὶ τὰ δάκρυα τῶν μικρῶν κοριτσιῶν καὶ τὶς δικαίωσε θαυματουργικά.

Σὲ μιὰ γιορτή, ὅπου ἦταν μαζεμένη ὅλη ἡ πόλη στὴν Ἐκκλησία τῆς Μητρόπολης καὶ ἕνας Πνευματικὸς ἔκανε διδασκαλία, ἦταν ἐκεῖ καὶ ἡ μητέρα μὲ τὶς δυὸ κόρες της. Στὴ μέση της διδαχῆς καὶ ἐνῶ ὁ διδάσκαλος ξεκουραζόταν λίγο, βλέπουν ὅλοι ἕναν ὡραιότατο ἄγγελο νὰ μπαίνει ἀπὸ ἕνα παράθυρο κρατώντας στὰ χέρια τοῦ δύο ὡραία καὶ θαυμάσια στεφάνια ἀπὸ λευκὰ τριαντάφυλλα καὶ ἄλλα εὐωδιαστὰ ἄνθη. Πλησιάζει τὶς δύο αὐτὲς νέες καὶ τοὺς λέει:

– Αὐτὰ τὰ δύο εὐωδιαστὰ στεφάνια ἀπὸ ἄνθη σᾶς τὰ στέλνει ἡ Βασίλισσα τῶν Οὐρανῶν, ὡς σημεῖο τῆς παρθενίας σας!

Λέγοντας αὐτὰ τὰ λόγια, τοὺς ἔβαλε τὰ στεφάνια στὸ κεφάλι τους κι ἔπειτα ἔγινε ἄφαντος.

Ἀλήθεια, φαντάζεστε τί εὐφροσύνη ἔνιωσαν οἱ νέες καὶ τί ἔκπληξη ὅλοι οἱ παρευρισκόμενοι; Ἡ διδαχὴ ἔμεινε ἀτελείωτη. Ὁ Ἀρχιερέας μαζὶ μὲ τοὺς ἄρχοντες ἔσπευσαν ἀμέσως νὰ ἀσπαστοῦν τὰ οὐράνια αὐτὰ στεφάνια… Ὁ κόσμος συναγωνιζόταν ποιὸς θὰ παινέψει πιὸ πολὺ αὐτὲς τὶς νέες… Ἔπειτα ὅλοι μαζὶ τὶς συνόδεψαν μὲ τιμὲς στὸ σπίτι τους.

Ἐκεῖνες, παρόλες τὶς τιμὲς ποὺ δέχτηκαν, δὲν ἔδειξαν διόλου κενοδοξία ἢ περηφάνια, ἀλλὰ μὲ πολὺ ταπείνωση εὐχαρίστησαν τὴν Βασίλισσα τῶν Οὐρανῶν!

Ὁ Ἀρχιερέας μαζὶ μὲ τοὺς μεγιστάνες τῆς πόλης ξόδεψαν ἀμέτρητα πλούτη καὶ ἔχτισαν δύο Μοναστήρια στὸ ὄνομα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Μετὰ ψήφισαν τὴν κάθε μιὰ κόρη ὡς Ἡγουμένη γιὰ τὸ κάθε ἕνα Μοναστήρι.

Ἐκεῖ, οἱ κόρες τῆς Παναγίας ἔζησαν ἐνάρετο βίο καὶ πολλὲς ἄλλες θυγατέρες ἀρχόντων ἀπὸ διάφορες πόλεις ἀκούγοντας τὴν καλή τους φήμη καὶ θεάρεστη πολιτεία, ἐγκατέλειπαν τὰ πλούτη τους καὶ τὴν μάταια δόξα γιὰ νὰ δώσουν Ὑπακοὴ στὰ Μοναστήρια τους. Μάλιστα, τόσο αὐξήθηκαν οἱ ἀφιερωμένες ψυχὲς μέσα σ’ αὐτὰ καὶ ὅλοι ἔτρεφαν τόση μεγάλη εὐλάβεια, ὥστε θεωρήθηκε ὅτι ἦταν μεγάλη τιμὴ καὶ μακαριότητα νὰ συνταχτεῖ κανεὶς στὰ εὐλογημένα ἐκεῖνα μοναστήρια!

Ἡ ὥρα τῆς τελευτῆς τῆς κάθε Ἡγουμένης ἦταν ἁγιότατη καὶ ἐνῶ τὰ ἅγια λείψανά τους εὐωδίασαν, οἱ μακάριές τους ψυχὲς ἀναχώρησαν γιὰ τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν!

Μὲ τὶς πρεσβεῖες τους, ἐκεῖ εὐχόμαστε καὶ ὅλοι μας νὰ συνευρεθοῦμε! Ἀμήν.

ΑΣ ΖΗΤΗΣΟΥΜΕ ΟΛΟΙ ΜΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ

ΝΑ ΓΙΝΕΙ Η ΜΑΝΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΣ ΑΝΑΛΑΒΕΙ ΥΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ!

πηγή