Τὴν πρώτη Κυριακή τῶν Νηστειῶν τελοῦμε τὴν ἀνάμνηση τῆς ἀναστήλωσης τῶν ἁγίων καὶ σεπτῶν εἰκόνων, ἡ ὁποία ἔγινε ἀπὸ τοὺς ἀείμνηστους αὐτοκράτορες Κωνσταντινουπόλεως Μιχαὴλ καὶ Θεοδώρα, τὴ μητέρα του, ἐπὶ πατριαρχίας τοῦ ἁγίου Μεθοδίου τοῦ ὁμολογητῆ.

* * *
Ὁ Λέων ὁ Ἴσαυρος, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἦταν ὀνηλάτης καὶ χωρικός, μὲ παραχώρηση Θεοῦ ἔγινε βασιλιάς. Ἀμέσως κάλεσε τὸν ἅγιο Γερμανό, ποὺ μόλις εἶχε γίνει πατριάρχης καὶ τοῦ εἶπε: «Ὅπως ἐγὼ νομίζω, δέσποτα, οἱ ἅγιες Εἰκόνες δὲν διαφέρουν καθόλου ἀπὸ τὰ εἴδωλα. Πρόσταξε, λοιπόν, νὰ τὶς ἀπομακρύνουν τὸ γρηγορότερο. Ἂν πάλι εἶναι ἀληθινὲς οἱ μορφὲς τῶν Ἁγίων, ἃς κρεμαστοῦν ψηλά, γιὰ νὰ μὴ τὶς μολύνουμε προσκυνώντας τές, καθὼς εἴμαστε πάντοτε μέσα στὶς ἁμαρτίες».
Ὁ πατριάρχης προσπάθησε νὰ τὸν ἀποτρέψει ἀπὸ τέτοιο ἀνόσιο ἔργο λέγοντάς του: «Μὴ τὸ κάνεις αὐτό, βασιλιά μου. Γιατί ἔχουμε ἀκούσει πὼς κάποιος πρόκειται κάποτε νὰ λυσσάξει ἐναντίον τῶν ἁγίων Εἰκόνων, καὶ θὰ τὸν λένε Κόνωνα». Καὶ ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε: «Μὰ ἐγὼ μικρὸς ἔτσι λεγόμουν».
Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ πατριάρχης δὲν πειθόταν νὰ συμφωνήσει, ὁ βασιλιὰς τὸν ἐξόρισε καὶ τὸν ἀντικατέστησε μὲ τὸν ὁμόφρονά του Ἀναστάσιο. Καὶ ἔτσι ξεκίνησε φανερὰ τὸν πόλεμο ἐναντίον τῶν ἁγίων Εἰκόνων. Λένε μάλιστα ὅτι πρῶτα κάποιοι Ἑβραῖοι τοῦ ὑπέδειξαν αὐτὸ τὸ ἀνόσιο ἔργο, καθὼς μὲ κάποια μαγικὴ τέχνη τοῦ προεῖπαν ὅτι θὰ γίνει βασιλιάς, ὅταν αὐτὸς ἦταν φτωχὸς καὶ γιὰ νὰ ζεῖ ἐργαζόταν μαζί τους ὡς ὀνηλάτης.
Ὅταν ὁ Λέων πέθανε μὲ κακὸ τρόπο, ὁ γιὸς τοῦ Κωνσταντῖνος ὁ Κοπρώνυμος, ποὺ ἦταν πιὸ ὠμὸς ἀπὸ τὸν πατέρα του, τὸν διαδέχτηκε ὄχι μόνο στὴ βασιλεία ἀλλὰ πολὺ περισσότερο στὴ λύσσα ἐναντίον τῶν ἁγίων Εἰκόνων. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος εἶχε χειρότερο τέλος, καὶ ἔγινε βασιλιὰς ὁ γιός του ἀπὸ τὴ Χαζάρα σύζυγο (ὁ Λέων ὁ Δ’ ). Ὅταν καὶ αὐτὸς πέθανε μὲ ἄθλιο τρόπο, κληρονόμησαν τὴ βασιλεία ἡ σύζυγός του Εἰρήνη καὶ ὁ γιὸς τοῦ Κωνσταντῖνος. Αὐτοί, καθοδηγούμενοι ἀπὸ τὸν ἁγιότατο πατριάρχη Ταράσιο, συνεκάλεσαν τὴν ἕβδομη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἔλαβε πάλι τὶς ἅγιες Εἰκόνες.
Ὕστερα ἀπ’ αὐτοὺς ἀνέβηκε στὸν θρόνο ὁ Νικηφόρος, ποὺ προηγουμένως εἶχε τὸ ἀξίωμα τοῦ Γενικοῦ, ἔπειτα ὁ γιὸς τοῦ Σταυράκιος, καὶ μετὰ ἀπ’ αὐτὸν ὁ Μιχαὴλ ὁ Ραγκαβές, ποὺ ὅλοι τους σέβονταν τὶς ἅγιες Εἰκόνες.
Τὸν Μιχαὴλ τὸν διαδέχτηκε ὁ θηριώδης Λέων ὁ Ἀρμένιος, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἀπατήθηκε δολερὰ ἀπὸ κάποιον αἱρετικὸ ἔγκλειστο μοναχό, ξεκίνησε τὴ δεύτερη Εἰκονομαχία, καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ πάλι ἀπογυμνώθηκε ἀπὸ τὸν στολισμό της.
Αὐτὸν τὸν διαδέχτηκε ὁ Ἀμοραῖος Μιχαὴλ (Μιχαὴλ Β’ ὁ Τραυλός), καὶ αὐτὸν ὁ γιὸς τοῦ Θεόφιλος, ὁ ὁποῖος τοὺς ξεπέρασε ὅλους στὴ μανία κατὰ τῶν Εἰκόνων.
Αὐτὸς λοιπὸν ὁ Θεόφιλος βασάνισε πολλοὺς ἀπὸ τοὺς ἁγίους πατέρες μὲ ποινὲς καὶ τιμωρίες ποικίλες γιὰ χάρη τῶν σεπτῶν Εἰκόνων, ὅμως ἱστορεῖται ὅτι καὶ τὴ δικαιοσύνη ἀγαποῦσε πολύ, ὥστε κάποια μέρα θέλησε νὰ μάθει ἂν ὑπάρχει κανεὶς μέσα στὴν πόλη ποὺ νὰ ἐνοχλεῖ τὸν πλησίον του, καὶ ἀφοῦ αὐτὴ ἡ ἀναζήτηση κράτησε γιὰ πολλὲς μέρες, δὲν βρέθηκε κανείς.
Ὅταν, μετὰ ἀπὸ δώδεκα χρόνια βασιλείας, ἀρρώστησε ἀπὸ δυσεντερία καὶ ἔμελλε νὰ πεθάνει, τὸ στόμα τοῦ ἄνοιξε τόσο πολύ, ὥστε φαινόταν καὶ αὐτὰ τὰ ἐντόσθια του. Ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτὸ πόνεσε πολὺ ἡ βασίλισσα Θεοδώρα. Καὶ μόλις τὴν πῆρε λίγο ὁ ὕπνος, εἶδε σὲ ὄνειρο τὴν ἄχραντη Θεοτόκο μὲ τὸ προαιώνιο βρέφος στὴν ἀγκαλιά της, περικυκλωμένη ἀπὸ λαμπροὺς ἀγγέλους, οἱ ὁποῖοι ἔδερναν καὶ μάλωναν τὸν Θεόφιλο, τὸν σύζυγό της.
Ὅταν αὐτὴ ξύπνησε, συνῆλθε λίγο καὶ ὁ Θεόφιλος καὶ φώναξε: «Ἀλίμονό μου τὸν ἄθλιο, γιὰ τὶς ἅγιες Εἰκόνες μὲ δέρνουν». Ἀμέσως ἡ βασίλισσα ἔβαλε πάνω του τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου καὶ τὴν παρακαλοῦσε μὲ δάκρυα. Ὁ Θεόφιλος, ἂν καὶ ἦταν σὲ τέτοια κατάσταση, βλέποντας ἕναν ἀπὸ τοὺς παρευρισκόμενους νὰ ἔχει στὸν λαιμὸ τοῦ ἕνα ἐγκόλπιο, ἅπλωσε τὸ χέρι του, τὸ ἅρπαξε καὶ τὸ καταφιλοῦσε. Ἀμέσως τὸ στόμα του ποὺ εἶχε λυσσάξει ἐναντίον τῶν ἁγίων Εἰκόνων καὶ ὁ ὀρθάνοιχτος λάρυγγας γύρισαν στὴ φυσική τους κατάσταση, καὶ αὐτός, ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὸ φοβερὸ βάσανό του, ἀποκοιμήθηκε ὀμολογώντας πὼς πρέπει νὰ τιμοῦμε καὶ νὰ σεβόμαστε τὶς ἅγιες Εἰκόνες. Ἡ βασίλισσα λοιπὸν ἔβγαλε τὶς σεπτὲς καὶ ἅγιες Εἰκόνες ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ τὶς ἔκρυβε καὶ ἔκανε τὸν Θεόφιλο νὰ τὶς τιμᾶ καὶ νὰ τὶς ἀσπάζεται μὲ ὅλη του τὴν ψυχή.
Μετὰ ἀπὸ λίγο πέθανε ὁ Θεόφιλος, καὶ ἡ Θεοδώρα ἀνακάλεσε ὅλους, ὅσοι ἦταν σὲ ἐξορία ἢ στὶς φυλακές, καὶ διέταξε νὰ ζοῦν ἀνενόχλητοι. Ταυτόχρονα γκρεμίστηκε ἀπὸ τὸν πατριαρχικὸ θρόνο ὁ Ἰωάννης, ὁ λεγόμενος καὶ Ἰαννὴς (ὄνομα ἑνὸς ἀπὸ τοὺς μάγους τοῦ Φαραώ), καὶ ἦταν μᾶλλον μαντιάρχης καὶ δαιμονιάρχης παρὰ πατριάρχης. Καὶ στὸν θρόνο ἀνέβηκε ὁ ὁμολογητὴς τοῦ Χριστοῦ Μεθόδιος, ὁ ὁποῖος προηγουμένως ἔπαθε πολλὰ καὶ φυλακίστηκε ζωντανὸς σὲ τάφο.
Ἐνῶ τὰ πράγματα στὴν βασιλεύουσα ἦταν ἔτσι, ἔγινε θεία ἐπίσκεψη στὸν μέγα Ἰωαννίκιο, ποὺ ἀσκήτευε στὸν Ὄλυμπο (τῆς Βιθυνίας). Ἦλθε δηλαδὴ σ’ αὐτὸν ὁ μέγας ἀσκητὴς Ἀρσαάκιος καὶ τοῦ εἶπε: «Ὁ Θεὸς μ’ ἔστειλε σὲ σένα, γιὰ νὰ πᾶμε μαζὶ στὸν ὀσιότατο Ἠσαΐα ποὺ ζεῖ ἔγκλειστος στὴ Νικομήδεια, καὶ νὰ μάθουμε ἀπ’ αὐτὸν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας».
Ὅταν πῆγαν στὸν ὀσιότατο Ἠσαΐα, αὐτὸς τοὺς εἶπε: «Αὐτὰ λέει ὁ Κύριος: Ἰδού, ἔφτασε τὸ τέλος τῶν ἐχθρῶν της εἰκόνας μου. Ἐσεῖς λοιπὸν νὰ πᾶτε στὴ βασίλισσα Θεοδώρα, ἀλλὰ καὶ στὸν πατριάρχη Μεθόδιο, καὶ νὰ τοῦ πεῖτε: «Νὰ παύσεις ὅλους τους ἀνίερούς (τους εἰκονομάχους κληρικοὺς) καὶ ἔτσι μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους νὰ μοῦ προσφέρεις θυσία, σεβόμενος τὴν εἰκόνα τῆς μορφῆς μου καὶ τοῦ Σταυροῦ»».
Ἀφοῦ ἄκουσαν αὐτὰ τὰ λόγια, ἀμέσως πῆγαν στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὰ φανέρωσαν στὸν πατριάρχη Μεθόδιο καὶ σὲ ὅλους τους ἐκλεκτούς. Καὶ αὐτοὶ πῆγαν ὅλοι μαζὶ στὴ βασίλισσα καὶ τὴν βρῆκαν πρόθυμη σὲ ὅλα, γιατί ἀπὸ μικρὴ ἦταν εὐσεβὴς καὶ φιλόθεη. Ἀμέσως ἡ βασίλισσα ἔβγαλε τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου ποὺ εἶχε κρεμασμένη στὸν λαιμό της καὶ ἐνώπιον ὅλων ἄρχισε νὰ τὴν ἀσπάζεται λέγοντας: «Ὅποιος δὲν προσκυνεῖ τὶς Εἰκόνες καὶ δὲν τὶς ἀσπάζεται μὲ πόθο, τιμητικὰ καὶ ὄχι λατρευτικά, ὄχι ὡς θεοὺς ἀλλὰ ὡς ἀπεικονίσεις τῶν ἀρχετύπων, αὐτὸς ἃς ἔχει τὸ ἀνάθεμα». Καὶ ὅλοι χάρηκαν πάρα πολύ.
Τοὺς ζήτησε τότε καὶ αὐτὴ νὰ κάνουν δέηση γιὰ τὸν Θεόφιλο τὸν ἄνδρα της. Ἐκεῖνοι, ἂν καὶ δὲν ἤθελαν, ὅμως βλέποντας τὴν πίστη τῆς πείσθηκαν. Καὶ ὁ ἅγιος Μεθόδιος συγκέντρωσε στὴν Μεγάλη Ἐκκλησία ὅλο τὸν λαό, ὅλο τὸν κλῆρο καὶ τοὺς ἀρχιερεῖς, καὶ πῆγε ἐκεῖ καὶ ὁ ἴδιος. Μεταξύ των ἄλλων ἦταν καὶ οἱ διακεκριμένοι αὐτοὶ γέροντες ἀπὸ τὸν Ὄλυμπο, δηλαδὴ ὁ μέγας Ἰωαννίκιος καὶ ὁ Ἀρσάακιος, ὅπως ἐπίσης καὶ ὁ Ναυκράτιος, οἱ μαθητὲς τοῦ Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, οἱ ὁμολογητὲς Θεοφάνης τοῦ Μεγάλου Ἀγροῦ καὶ Θεόδωρος οἱ λεγόμενοι Γραπτοί, ὁ σύγκελλος Μιχαὴλ ὁ Ἁγιοπολίτης καὶ πολλοὶ ἄλλοι.
Ὅλοι αὐτοὶ ἔκαναν ὁλονύχτια δέηση πρὸς τὸν Θεὸ γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ Θεοφίλου καὶ ὅλοι προσεύχονταν μὲ δάκρυα καὶ θέρμη. Καὶ αὐτὸ τὸ ἔκαναν ὅλη τὴν πρώτη ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν, ἐνῶ καὶ ἡ ἴδια ἡ βασίλισσα Θεοδώρα ἔκανε τὸ ἴδιο μὲ τὶς γυναῖκες τῆς αὐλῆς καὶ τὸν ὑπόλοιπο λαό.
Ἐνῶ γίνονταν αὐτά, ἡ βασίλισσα Θεοδώρα κατὰ τὸ χάραμα τῆς Παρασκευῆς ἀποκοιμήθηκε γιὰ λίγο, καὶ τῆς φάνηκε πὼς βρέθηκε κοντὰ στὴν κολόνα τοῦ Σταυροῦ καὶ ὅτι ἀπὸ ἐκεῖ περνοῦσαν μὲ θόρυβο κάποιοι ποὺ εἶχαν διάφορα ὄργανα βασανισμοῦ, καὶ ἀνάμεσά τους εἶδε τὸν βασιλιὰ Θεόφιλο νὰ τὸν σέρνουν μὲ τὰ χέρια δεμένα πίσω. Τοὺς ἀκολούθησε καὶ αὐτή, καὶ ὅταν ἔφτασαν στὴν Χαλκὴ Πύλη εἶδε κάποιον μὲ ὑπερφυσικὴ ὄψη ποὺ καθόταν μπροστὰ στὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, καὶ μπροστά του ἔστησαν τὸν Θεόφιλο.
Ἡ βασίλισσα ἔπεσε τότε στὰ πόδια του καὶ παρακαλοῦσε γιὰ τὸν βασιλιά. Αὐτὸς κάποια στιγμὴ τῆς εἶπε: «Γυναίκα, μεγάλη ἡ πίστη σου! Νὰ ξέρεις ὅτι γιὰ τὰ δάκρυά σου καὶ τὴν πίστη σου, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς δεήσεις καὶ ἱκεσίες τῶν δούλων μου καὶ τῶν ἱερέων μου, συγχωρῶ τὸν Θεόφιλο τὸν ἄνδρα σου». Ἔπειτα εἶπε στοὺς φρουρούς: «Λύστε τὸν καὶ δῶστε τὸν στὴ γυναίκα του». Ἐκείνη τὸν πῆρε καὶ ἔφυγε χαρούμενη, καὶ ἀμέσως ξύπνησε.
Αὐτὰ εἶδε ἡ βασίλισσα Θεοδώρα. Ὁ δὲ πατριάρχης Μεθόδιος, τὸν καιρὸ ποὺ γίνονταν οἱ δεήσεις καὶ οἱ προσευχὲς γιὰ τὸν Θεόφιλο, πῆρε ἕνα λευκὸ χαρτὶ καὶ ἔγραψε τὰ ὀνόματα ὅλων των αἱρετικῶν βασιλέων, ὅπως καὶ τοῦ Θεοφίλου, καὶ ἔβαλε τὸ χαρτὶ κάτω ἀπὸ τὴν ἁγία Τράπεζα. Κατὰ τὴν Παρασκευὴ βλέπει καὶ αὐτὸς ἕναν φοβερὸ ἄγγελο νὰ μπαίνει μέσα στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία, νὰ τὸν πλησιάζει καὶ νὰ τοῦ λέει: «Ἡ δέησή του εἰσακούστηκε, ἐπίσκοπε, καὶ ὁ βασιλιὰς Θεόφιλος συγχωρήθηκε. Πάψε πλέον νὰ ἐνοχλεῖς τὸν Θεὸ γι’ αὐτόν».
Ὁ πατριάρχης, θέλοντας νὰ δεῖ ἂν τὸ ὅραμα ἦταν ἀληθινό, κατέβηκε ἀπὸ τὸ θρόνο καὶ πῆρε τὸ χαρτί, τὸ ξεδίπλωσε καὶ –ὢ τὰ ἀκατάληπτα κρίματα τοῦ Θεοῦ!– βρῆκε σβησμένο ἐντελῶς τὸ ὄνομα τοῦ Θεοφίλου μὲ θεϊκὸ τρόπο. Ὅταν τὸ ἔμαθε αὐτὸ ἡ βασίλισσα χάρηκε πάρα πολὺ καὶ μήνυσε στὸν πατριάρχη νὰ συγκεντρώσει ὅλο τὸν λαὸ μὲ τοὺς τιμίους Σταυροὺς καὶ τὶς ἅγιες Εἰκόνες στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία, ὥστε νὰ ἀποδοθεῖ σὲ αὐτὴ ὁ στολισμὸς τῶν ἁγίων Εἰκόνων καὶ νὰ γίνει γνωστὸ σὲ ὅλους το μεγάλο καὶ παράδοξο θαῦμα.
Καὶ ἀφοῦ ὅλοι σχεδὸν συγκεντρώθηκαν στὴν Ἐκκλησία μὲ κεριά, ἦλθε καὶ ἡ βασίλισσα μὲ τὸν γιό της. Ἔκαναν τότε λιτανεία μὲ τὶς ἅγιες Εἰκόνες καὶ μὲ τὰ θεία καὶ σεβάσμια ξύλα τοῦ Σταυροῦ καὶ μὲ τὸ ἱερὸ καὶ θεῖο Εὐαγγέλιο καὶ ἔφθασαν μέχρι τὸ λεγόμενο Μίλιο, κράζοντας τὸ Κύριε ἐλέησον.
Στὴ συνέχεια ἐπέστρεψαν στὴν Ἐκκλησία καὶ τέλεσαν τὴ θεία Λειτουργία, ἀφοῦ πρῶτα οἱ ἅγιοι ἄνδρες ἀναστήλωσαν τὶς ἅγιες καὶ σεβάσμιες Εἰκόνες, καὶ ἔγινε τιμητικὴ ἀνακήρυξη τῶν εὐσεβῶν καὶ ὀρθόδοξων, ἐνῶ οἱ ἀντίθετοι ἀσεβεῖς ποὺ ἀπέρριπταν τὴν τιμὴ τῶν ἁγίων Εἰκόνων ἀποκηρύχθηκαν καὶ παραδόθηκαν στὸ ἀνάθεμα.
Καὶ ἀπὸ τότε οἱ ἅγιοι ἐκεῖνοι ὁμολογητὲς ὅρισαν νὰ γίνεται κάθε χρόνο αὐτὴ ἡ ἱερὴ πανήγυρη, γιὰ νὰ μὴν τύχει νὰ πέσουμε πάλι σὲ μιὰ τέτοια ἀσέβεια.
Κύριε, ἀπαράλλακτη εἰκόνα τοῦ Πατέρα, ἐλέησέ μας μὲ τὶς πρεσβεῖες τῶν ἁγίων σου ὁμολογητῶν. Ἀμήν.

Διασκευὴ γιὰ τὴν Κ.Ο. τοῦ κειμένου τοῦ Τρωδίου μὲ τὴ βοήθεια καὶ τῆς μετάφρασης τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Παρίου ποὺ περιέχεται στὸ βιβλίο Νέον Λειμωνάριον, Βενετία 1819, σέλ. 281.

πηγή