Άρθρα

ςὉ ᾿Αββᾶς Δανιὴλ διηγήϑη ὅτι κάποτε ζούσε εἰς τὴν Βαθυλῶνα μία νέα, ϑυγάτηρ ἑνὸς ἄρχοντος τοῦ τόπου, ἡ ὁποία εἶχε μέσα της δαιμόνιον. Ο πατὴρ τῆς κόρης αὐτῆς ἐγνώριζε κάποιον Μοναχόν, τὸν ὁποῖον ἠγάπα καὶ ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐζήτει ἐπιμόνως νὰ ϑεραπεύσῃ τὴν κόρην του. Ὁ Μοναχὸς τοῦ ἀπήντησε:

-Κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ϑεραπεύσῃ τὴν κόρην σου, παρὰ μόνον κάποιοι ἀναχωρηταί, τοὺς ὁποίους γνωρίζω· ἐὰν ὅμως τοὺς παρακαλέσωμεν, δὲν ϑὰ δεχϑοῦν, ἀπὸ μετριοφροσύνην, ἕνα τέτοιο πρᾶγμα. Αὐτὸ εἶναι προτιμότερον νὰ κάνωμεν· ὅταν ϑὰ ἔλθουν εἰς τὴν ἀγορὰν διὰ γὰ πωλήσουν τὰ ἐργόχειρά των, νὰ προσποιηϑῆτε, ὅτι, δῆϑεν, ϑέλετε γὰ ἀγοράσετε ἐργόχειρα καὶ νὰ τοὺς φωνάξετε εἰς τὸ σπίτι σας, διὰ νὰ τοὺς δώσετε τὰ χρήματα. Ὅταν δὲ ἔλθουν, νὰ ἀπαιτήσητε νὰ κάνουν προσευχὴν διὰ τὴν ϑεραπείαν τῆς κόρης, ὁπόταν ἐλπίζω, ὅτι ϑὰ ϑεραπευϑῇ ἡ ϑυγάτηρ σου.

 

Πράγματι λοιπὸν ἐξῆλϑον εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ εὗρον τὸν μαϑητὴν ἑνὸς Γέροντος, ὁ ὁποῖος ἐκάϑητο, διὰ νὰ πωλήσῃ τὰ ἐργόχειρά του. Τὸν ἐπῆραν ἀμέσως οἱ ἄνϑρωποι τοῦ ἄρχοντος, μαζὶ μὲ τὰ ζεμπίλια του καὶ τὸν ὡδήγησαν εἰς τὸ σπίτι του, διὰ νὰ παραλάβῃ τὰ χρήματα τῆς ἀξίας τῶν ἐργοχείρων.

 

Μόλις ὅμως εἰσήργετο, τὸν συνάντησεν ἡ δαιμονιζομένη καὶ τὸν ἐρράπισεν. Ὁ Μοναχὸς τότε ἐγύρισε καὶ τὴν ἄλλην σιαγόνα, ἐφαρμόζων τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου, ποὺ λέγει· «ἐὰν κάποιος σὲ κτυπήσῃ εἰς τὸ ἕνα μάγουλο, νὰ γυρίσῃς πρὸς αὐτὸν καὶ τὸ ἄλλο». Ἡ συμπεριφορὰ αὐτὴ ἐβασάνισε τὸν δαίμονα, ὁ ὁποῖος εἶπε μὲ ἀπαισίας κραυγάς· «Ὦ βία! ἡ ἐντολὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ μὲ ἐκδιώκει», ἀμέσως δὲ ἔφυγεν ἀπὸ τὴν γυναῖκα, ἡ ὁποία ἀπὸ τὴν στιγμὴν ἐκείνην κατέστη ὑγιὴς καὶ ἐσωφρονίσϑη.

Τὸ περιστατικὸν αὐτὸ τὸ ἐγνωστοποίησαν εἰς τοὺς Γέροντας, οἱ ὁποῖοι ἐδόξασαν τὸν Θεὸν καὶ εἶπαν, ὅτι τίποτε ἄλλο δὲν ἐκμηδενίζει τόσον τὴν ὑπερηφάνειαν τοῦ διαβόλον, ὅσον ἡ ταπείνωσις, τὴν ὁποίαν ἐμπνέει ἡ ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ.

Γεροντικόν

ΔΥΟ ΑΔΕΛΦΟΙ, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσαν χωριστά, ἐπεσκέφθησαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Καἱ λέγει ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν εἰς τὸν ἄλλον:

– Θέλω νὰ ὑπάγω πρὸς τὸν ᾿Αββᾶν Ζήνωνα, νὰ τοῦ ἔμπιστευθῶ κάποιον λογισμόν µου.

-Καὶ ἐγὼ τὸ ἴδιον θέλω: ἀπήντησεν ὁ ἕτερος.

Ὁ καθένας δὲ ἰδιαιτέρως ἐξωμολογήθησαν εἰς τὸν ᾿Αββᾶν Ζήνωνα τοὺς λογισμούς των.

Ὁ πρῶτος, καθὼς ἐξωμολογεῖτο, ἔπεσεν εἰς τὰ πόδια τοῦ Γέροντος καὶ μὲ πολλὰ δάκρυα τὸν παρεκάλει νὰ προσευχηθῇ εἰς τὸν Θεὸν δι’ αὐτόν,

Ὁ Γέρων εἶπεν εἰς αὐτόν:

-Πήγαινε, μὴ προδώσις τὸν ἑαυτόν σου, καὶ μὴ κατηγορήσῃς κανένα καὶ μὴ παραµελήσῃς τὴν εὐχήν σου.
᾿Αναχωρήσας ἀπὸ τὸν ᾿Αββᾶν Ζήνωνα ὁ ἀδελφὸς αὐτὸς ἐθεραπεύθη.

Ὁ ἄλλος ἀδελφός, ἀφοῦ εἶπε τὸν λογισµόν του εἰς τὸν Γέροντα, προσέθεσε μὲ ἀδιαφορίαν καὶ χωρὶς ὄρεξιν διορθώσεως· εὐχήσου, πάτερ δι ἐμένα, δὲν τὸ ἐζήτησεν ὅμως μὲ ἐπιμονὴν καὶ ψυχικὴν ἀγωνίαν,

Read more

Ἕνας Γέρων ἀπὸ τὴν Θηβαΐδα διηγεῖτο τὰ ἑξῆς, “ἐγὼ ἤμουν παιδὶ ἑνὸς ἱερέως τῶν εἰδώλων. Ὅταν λοιπὸν ἀκόμη ἤμουν μικρός, καϑὼς εἶδον μίαν ἡμέραν τὸν πατέρα μου νὰ εἰσέρχεται εἰς τὸν εἰδωλολατρικὸν ναόν, διὰ νὰ τελέσῃ ϑυσίαν, εἰσῆλθον καὶ ἐγὼ μετὰ ἀπὸ αὐτόν. Καὶ εἶδον νὰ κάϑεται ὁ Σατανᾶς καὶ ὁλόγυρά του νὰ στέκεται ὁλόκληρη ἡ στρατιά του. Εἰς μίαν στιγμὴν προχωρεῖ κοντά του ἕνας ἀπὸ τοὺς ἄρχοντάς του καὶ τὸν προσκυνοῦσε. Ὁ Σατανᾶς τοῦ λέγει:

-Απὸ ποῦ ἔρχεσαι σύ;

-Ἤμουν εἰς αὐτὴν τὴν χώραν – ἀπήντησε – καὶ ἐξήγειρα μεταξὺ τῶν κατοίκων πολέμους καὶ προεκάλεσα πολλὴν αἱματοχυσίαν, καὶ τώρα ἦλϑα νὰ σοῦ τὸ ἀναφέρω.

-Εἰς πόσον χρόνον τὸ ἐπέτυχες αὐτό; ἐρωτᾷ πάλιν ὁ Σατανᾶς.

-Εἰς διάστημα τριάκοντα ἡμερῶν.

Μόλις ἤκουσε τὴν ἀπάντησιν αὐτὴν ὁ Σατανᾶς διέταξε νὰ μαστιγωϑῇ λέγων συγχρόνως:

-Εἰς τόσον χρόνον αὐτὸ μόνον κατώρϑωσες;

Μετὰ ἀπὸ αὐτὸν ἐπλησίασε μὲ τὸν ἴδιον τρόπον τὸν Σατανᾶν καὶ ἄλλος καὶ τοῦ εἶπεν:

– Ἐγὼ εὑρισκόμουν εἰς τὴν ϑάλασσαν καὶ ἐσήκωσα ἀνέμους, κατεπόντισα πλοῖα καὶ ἐθανάτωσα πολλοὺς ἀνθρώπους, ἦλϑα λοιπὸν νὰ σοῦ τὸ ἀναφέρω.

Ὅταν τὸν ἠρώτησεν εις πόσον χρόνον ἐπέτυχεν αὐτὸ καὶ ἔμαϑεν ὅτι τὸ ἐπέτυχεν εἰς εἴκοσιν ἡμέρας, διέταξε νὰ μαστιγωϑῇ καὶ αὐτός, ὅπως καὶ ὁ πρῶτος, διότι τίποτε ἄλλο δὲν κατώρϑωσεν εἰς τόσον διάστήμα,

Ἔν συνεχείᾳ προσῆλϑε καὶ ἄλλος, ὅστις ἀνέφερεν, ὅτι εἰς μίαν πόλιν, ἐνῷ ἐγίνετο γάμος, προεκάλεσε μάχην μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, μὲ πολλὴν αἱματοχυσίαν, ἐπιτυχὼν μάλιστα νὰ φονευϑοῦν καὶ ὁ γαμπρός μὲ τὴν νύμφην. ἔλεγε δὲ ὅτι αὐτὸ τὸ κατώρϑωσεν εἰς δέκα ἡμέρας. Καὶ αὐτὸς ὅμως, ὅπως καὶ οἱ προηγούμενοι, εὑρέϑη ἔνοχος διὰ χρονοτριβὴν καὶ ἐμαστιγώϑη.

Ἔπειτα ἀπὸ αὐτούς, ποὺ ἐμαστιγώϑησαν, προσῆλϑεν εἰς τὸ μέσον καὶ ἕνας ἄλλος διάβολος. Τὸν ἐρωτᾷ τότε ὁ Σατανᾶς”

-Καὶ σὺ ἀπὸ ποῦ μᾶς ἔρχεσαι;

-᾽ Ἐγὼ εὑρισκόμουν εἰς τὴν ἔρημον -ἀπήντησεν ἐκεῖνος – καὶ σαράντα ὁλόκληρα χρόνια ἐπολέμουν ἕνα Μοναχόν, μόλις δὲ αὐτὴν τὴν νύχτα τὸν ἐνίκησα καὶ ἔπεσεν εἰς τὴν ἁμαρτίαν τῆς πορνείας.

Μόλις ὁ Σατανᾶς ἤκουσεν αὐτὸ τὸ κατόρϑωμα, ἐσηκώϑη, τὸν κατεφίλησεν, ἀφήρεσε τὸ στεφάνι ἀπὸ τὸ κεφάλι του καὶ τὸ ἐφόρεσεν εἰς τὸν νικητὴν τοῦ Μοναχοῦ, ἀφοῦ δὲ ἔφεραν ἕνα ϑρόνον καὶ τὸν ἐτοποϑέτησαν πλησίον του, τὸν ἔβαλε νὰ καϑήσῃ δίπλα του καὶ τοῦ ἔλεγεν εὐχαριστημένος:

-Μπράβο! πῶς τόσον μεγάλο ἔργον ἠμπόρεσες νὰ κάμῃς;

Ὅταν ἐγὼ εἶδον ὅλα αὐτὰ – εἶπεν ὁ Γέρων ἀπὸ τὴν Θηθαΐδα – ἀντελήφϑην πόσον μεγάλο εἶναι, εἰς ἀξίαν, τὸ τάγμα τῶν Μοναχῶν καὶ πόσον φοβίζει τοὺς δαίμονας.

 

Read more

Κάποτε πού ὁ ἅγιος Βενέδικτος ἡσύχαζε στό κελλί του, ὁ μαθητής του Πλάκιδος πῆγε στόν λεγόμενο Λάκκο γιά νά πάρει νερό. Ἡ στάμνα ὅμως, μέ τήν ὁποία πῆγε νά πάρει νερό, τοῦ ἔπεσε ἀπό τό χέρι, καί τήν πῆρε τό ρεῦμα. Θέλοντας ὁ ἀδελφός νά ἁρπάξει τή στάμνα ἀπό τό νερό, γλίστρησε καί ἔπεσε καί ὁ ἴδιος στά νερά, καί παρασύρθηκε ἀπό τό δυνατό ρεῦμα στό ἐσωτερικό τοῦ Λάκκου σέ ἀπόσταση περίπου ὅσο πάει ἕνα βέλος.

Τό γεγονός αὐτό φανερώθηκε στόν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ πού ἡσύχαζε, ὅπως εἴπαμε,στό κελλί του.Φώναξε τότε τόν μαθητή του Μαῦρο καί τοῦ εἶπε:«Ἀδελφέ Μαῦρε,τρέξε,γιατί ὁ ἀδελφός Πλάκιδος ἔπεσε μέσα στό Λάκκο καί τό ρεῦμα τόν παρέσυρε σέ ἀρκετή ἀπόσταση». Ὁ Μαῦρος, ἀκούγοντας τήν προσταγή τοῦ πατέρα, ἔφυγε τρέχοντας, καί ὅταν ἔφτασε στόν τόπο, εἴδε τόν Πλάκιδο νά ἔχει παρασυρθεῖ ἀπό τό ρεῦμα μακριά. Μέ ἀδίστακτη πίστη λοιπόν, ἔχοντας τό θάρρος του στίς εὐχές τοῦ πατέρα, πάτησε στά νερά καί βάδιζε ἐπάνω τους σάν στή στεριά, ὥσπου ἔφτασε τόν Πλάκιδο πού παρασυρόταν ἀπό τό ρεῦμα. Τόν ἄρπαξε τότε ἀπό τά μαλλιά καί τόν τραβοῦσε βαδίζοντας πάλι ἐπάνω στά νερά, ὥσπου ἔφτασαν στή στεριά.

Συνῆλθε λοιπόν τότε ὁ Μαῦρος καί κατάλαβε ὅτι περπάτησε ἐπάνω στά νερά καί ὅτι αὐτό ὁπωσδήποτε θά ἦταν ἀδύνατο, ἄν δέν τόν εἶχε ἐνισχήσει ἡ εὐχή τοῦ θαυματουργοῦ πατέρα. Θαύμασε καί τρόμαξε γιά τό γεγονός καί, ἀφοῦ γύρισε στόν πατέρα, τοῦ διηγήθηκε τό θεϊκό θαῦμα πού ἔγινε. Ὁ ἅγιος ὅμως ἀπέδιδε τό θαῦμα αὐτό ὄχι στή δική του ἁγιότητα, ἀλλά στήν ὑπακοή τοῦ Μαύρου. Ἐκεῖνος πάλι ἔλεγε ὅτι ἡ ἐντολή τοῦ ἁγίου ἦταν πού τό ἔκανε, καί πρόσθετε ὅτι δέν ἔνιωθε πλέον τόν ἑαυτό του σέ ἐκείνη τή δύναμη πού ἦταν ὅταν περπάτησε στά νερά.

Read more


Ἑορτάζει στις 7 Μαρτίου


Ὁ μακάριος Ἀββᾶς Παῦλος ὁ ἁπλός, ὁ μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου, διηγήθηκε στοὺς Πατέρες τὰ παρὰ κάτω:
Ὅτι πῆγε κάποτε σ΄ ἕνα Μοναστήρι γιὰ νὰ προσκυνήση καὶ νὰ ἀποκομίση ὠφέλεια γιὰ τοὺς ἀδελφούς. Καὶ ἀφοῦ συνωμίλησαν γύρω ἀπὸ τὰ συνηθισμένα, εἰσῆλθαν στὴν Ἁγία τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία, γιὰ νὰ κάμουν τὴν τακτικὴ λατρεία.
Ὁ δὲ μακάριος Παῦλος, -λέγει-, πρόσεχε τὸν καθένα ὀποῦ ἔμπαινε στὴν ἐκκλησία, γιὰ νὰ δὴ μὲ τί ἄρα ψυχῆ ἔμπαιναν στὴν σύναξη. Γιατί τοῦ ἦταν δοσμένο καὶ αὐτὸ τὸ χάρισμα ἀπὸ τὸν Κύριο, νὰ βλέπη τὸν καθένα ὅπως ἦταν στὴν ψυχή, καθὼς ἐμεῖς βλέπουμε ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου τὸ πρόσωπο. Read more

11 Σεπτεμβρίου.

Σὲ κάποιο κοινόβιο ἦταν ἕνας ἀδελφὸς νέος στὴν ἡλικία, στὸ ὄνομα Εὐφρόσυνος, ὁ ὁποῖος ὑπηρετοῦσε τοὺς ἀδελφοὺς στὸ μαγειρεῖο καὶ σχεδὸν κανεὶς δὲν τὸν πρόσεχε, γιατί ἔκρυβε τὴ λαμπρὴ ἀρετή του μὲ τὸ νὰ εἶναι συνεχῶς μέσα στὶς στάχτες καὶ στὴ μουτζούρα. Καθὼς δηλαδὴ ἦταν πάντοτε γεμάτος κάπνα καὶ βρώμικος, ὅσοι ἀδελφοὶ ἦταν ἀμελεῖς γελοῦσαν μαζί του καὶ τὸν κορόιδευαν λούζοντας τὸν συνεχῶς μὲ προσβολὲς καὶ βρισιὲς καὶ χλευασμούς, γιατί, πέρα ἀπὸ τὴν εὐτελῆ του ἐνδυμασία, ἔπαιρναν ἀφορμὴ καὶ ἀπὸ τὴν πραότητα, τὴ σιωπὴ καὶ τὴν ἀνεξικακία του, γιὰ νὰ τὸν μυκτηρίζουν χωρὶς φόβο καὶ νὰ τὸν ἐξευτελίζουν, συχνὰ μάλιστα καὶ νὰ τὸν χτυποῦν. Ἐκεῖνος ὅμως, ἐνῶ τέτοια ἄκουγε καὶ πάθαινε κάθε ὥρα ἀπὸ πολλούς, ὑπέμενε μὲ γενναιότητα, χωρὶς ποτὲ νὰ ἀντιμιλήσει ἢ νὰ κατηγορήσει κανέναν ἢ ἔστω νὰ κατσουφιάσει γιὰ τὸ ὅτι τὸν ἔβριζαν ἄδικα ἢ καὶ τὸν χτυποῦσαν. Read more

Ὁ Εὐλόγιος καί ὁ λωβός

Παλλαδίου

ΚΑΠΟΙΟΣ μορφωμένος ἀπὸ τὴν ’Αλεξάνδρειαν, ὀνόματι Εὐλόγιος, ἐκυριεύθη ἀπὸ θεϊκὸν ἔρωτα καὶ ἀπεφάσισε νὰ ἀρνηθῇ τὸν κόσμον. Δι’ αὐτό, ἀφοῦ ἐμοίρασε τὴν περιουσίαν του, ἐκτὸς ἀπὸ ὀλίγα, τὰ ὁποῖα ἐκράτησε διὰ τὴν συντήρησιν του, ἐπειδὴ δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἐργάζεται, ἤρχισε νὰ σκέπτεται τί νὰ κάμῃ διὰ τὸν ἑαυτόν ταυ διότι οὔτε εἰς μοναστικὴν συνοδείαν ἀπεφάσιζε νὰ εἰσέλθῃ, οὔτε καὶ ἡ συνείδησίς του τὸν ἐβεβαίωνε ὅτι ἦτο καλὸν νὰ μένῃ μόνος. Ἔτσι λοιπὸν καθὼς ἦτο διστακτικὸς εὑρῆκεν εἰς τὴν ἀγορὰν κάποιον λωβιασμένον, ὁ ὁποῖος ἦτο παραπεταγμένος ἐκεῖ. Αὐτὸς οὔτε πόδια εἶχεν, οὔτε χέρια· μονάχα ἡ γλῶσσα τοῦ εἶχε μείνει καὶ μὲ αὐτὴν παρακαλοῦσε τοὺς περαστικοὔς νὰ τὸν λυπηθοῦν. Read more

Δύο σαρκικοὶ ἀδελφοὶ ἀπηρνήθησαν τὸν κόσμον καὶ ὑπετάχθησαν εἰς Γέροντα, ὁ ὁποῖος ἠσκήτευεν εἰς τὸ ὄρος τῆς Νιτρίας. Ὁ Θεὸς λοιπὸν καὶ εἰς τοὺς δύο ἔδωσε τὸ χάρισμα τῶν δακρύων καὶ τῆς κατανύξεως.

Μίαν ἡμέραν βλέπει ἕνα ὅραμα ὁ Γέρων’ εἰδεν ὅτι καὶ οἱ δύο οἰδελφοὶ προσηύχοντο καὶ ὁ καθένας ἐκρατοῦσεν ἕνα γραμμένον χαρτὶ καὶ τὸ ἔβρεχε μὲ τὰ δάκρυά του. Τὰ γράμματα ὅμως τοῦ ἑνὸς ἔσβυναν εὔκολα ἀπὸ τὸ χαρτί, ἐνῷ τοῦ ἄλλου μὲ κόπον’ ἐφαίνοντο δηλαδὴ ὡς νὰ ἦσαν χαραγμένα ἀπὸ πυρωμένον σίδηρον. Παρεκάλεσε τότε ὁ Γέρων νὰ τοῦ ἐξηγηθῇ τὸ ὄνειρον. Read more

ἴδιος αὐτὸς Μακάριος, ὅταν ἐπληροφορήθη διὰ τοὺς Ταβεννησιώτας, ὅτι ἔχουν μεγάλην αὐστηρότητα εἰς τὴν ζωήν των, ἀφοῦ ἄλλαξεν ἐνδύματα καὶ ἔγινεν ὡσὰν κοσμικός, ἐβἀδισεν ἐπὶ δεκαπέντε ἡμέρας καὶ ἀνέβηκεν εἰς Θηβαϊδα. Μόλις ἔφθασεν εἰς τὸ Μοναστήριον τῶν Ταβεννησιωτῶν, ἐζήτησε νὰ εἰδοποιἤσουν, διὰ τὸν ἐρχομόν του, τὸν ’Αρχιμανδρίτην Παχὠμιον, πού ἦτο ἄνθρωπος μὲ προφητικὸν χάρισμα κατὰ θείαν ὅμως οἰκονομίαν, τὸ Πνεῦμα δὲν τοῦ ἐφανέρωσεν τὴν περίπτωσιν τοῦ Μακαρίου.

’Αφοῦ, λοιπόν, τὸν ἐκάλεσαν μέσα εἰς τὸ Μοναστήριον καὶ συνήντησε τὸν Παχώμιον, τοῦ εἶπε: . . . Read more

Τοῦ ἀββᾶ Ἠσαΐα
ΑΠΛΟΤΗΤΑ καὶ τὸ νὰ μὴ θεωρεῖ κανεὶς τὸν ἑαυτὸ τοῦ σπουδαῖο, ἁγιάζουν τὴν καρδιὰ (καὶ τὴν καθιστοῦν ἀπρόσβλητη) ἀπὸ τὸν πονηρό. Ἀπεναντίας, ὁποῖος βρίσκεται μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό του ἔχοντας μέσα τοῦ πονηρία, δὲν θ’ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν καρδιακὴ λύπη. Μάταια εἶναι Ὅλα τὰ ἔργα ἐκείνου πού, μὲ πονηρὴ διάθεση, ἄλλα λέει καὶ ἄλλα ἔχει μέσα στὴν καρδιά του. Read more

Ἀπὸ τὸ Γεροντικὸ
ΜΕΡΙΚΟΙ ἀδελφοὶ ἀπὸ ἕνα κοινόβιο βγῆκαν στὴν ἔρημο καὶ ἐπισκέφθηκαν κάποιον ἀναχωρητή. Ἐκεῖνος τοὺς δέχθηκε μὲ χαρά, καί, ὅπως συνηθίζουν οἱ ἐρημίτες, βλέποντας τοὺς κουρασμένους, ἔστρωσε τὸ τραπέζι νωρίτερα ἀπὸ τὴν κανονικὴ ὥρα, τοὺς φίλεψε μὲ ὅτι εἶχε καὶ τοὺς ξεκούρασε.
Μόλις βράδιασε, διάβασαν (μόνο) τοὺς δώδεκα ψαλμούς. Τὸ ἴδιο ἔκαναν καὶ τὴ νύχτα. Read more

Ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης ὁ Κολοβὸς εἶπε. Ἄλλη ἀρετὴ δὲν ὑπάρχει, σὰν τὸ νὰ μὴν ἐξευτελίζει κανεὶς τὸν πλησίον.
Δυὸ ἀδελφοὶ ἦρθαν κάποτε στὸν ἀββᾶ Παμβῶ. Καὶ τὸν ρώτησε ὁ ἕνας:
Ἄββα, ἐγὼ νηστεύω γιὰ δυὸ συνεχόμενες ἡμέρες Καὶ τὴν Τρίτη τρώγω δυὸ ψωμάκια. “Ἄραγε σώζομαι ἔτσι ἢ βρίσκομαι σὲ πλάνη; Ἄββα, τὸν λέει καὶ ὁ ἄλλος, ἐγὼ βγάζω ἀπὸ τὸ ἐργόχειρό μου δυὸ κεράτια τὴν ἡμέρα. Κρατάω (ἀπ’ αὐτά) λίγα νουμία γιὰ τὴ διατροφή μου, Καὶ τὰ ὑπόλοιπα τὰ δίνω ἐλεημοσύνη.
Ἄραγε σώζομαι ἔτσι ἢ βρίσκομαι σὲ πλάνη; Read more

Ἀπὸ τὸ Βίο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ ἐλεήμονος
Ο ΜΕΓΑΣ Βιτάλιος ἀρχικὰ ἡσύχαζε στὴ μονὴ τοῦ μονάχου Σερίδωνος. Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ (τῆς πατριαρχίας τοῦ ἁγίου Ἰωάννου) ἦρθε στὴν Ἀλεξάνδρεια. Τὴ ζωὴ τοῦ ἐδῶ, στὴν Ἀλεξάνδρεια, πολὺ εὔκολα θὰ μποροῦσαν νὰ τὴν κατηγορήσουν οἱ ἄνθρωποι, στὸ Θεὸ ὅμως ἦταν ἐξαιρετικὰ εὐάρεστη, ὅπως τελικὰ ἀποδείχθηκε. Read more

Ἀπὸ τὸ Βίο τῆς ἁγίας Συγκλητικῆς
Η ΜΑΚΑΡΙΑ Συγκλητικὴ ἔλεγε (στὶς ἀδελφές):
– Ἡ καταλαλιὰ εἶναι πολὺ βαρὺ καὶ ὀλέθριο (ἁμάρτημα). Ὡστόσο μερικοὶ ἄνθρωποι τὴν ἔχουν σὰν τροφὴ καὶ ξεκούραση. Ἐσὺ ὅμως, πιστὴ (στὸν Κύριο ἀδελφή), νὰ μὴ δεχθεῖς μέσα σου τὰ ξένα κακά, ἀλλὰ νὰ διατηρεῖς τὴν ψυχή σου ἀμόλυντη. Γιατί ἂν δεχθεῖς τὰ βρωμερὰ λόγια ἐκείνου ποὺ καταλαλεῖ, θὰ προξενήσεις στὴν προσευχή σου, μὲ τοὺς λογισμούς, κηλίδες ἀκαθαρσίας, καὶ θὰ μισήσεις ἀδικαιολόγητα αὐτοὺς ποὺ σὲ συναναστρέφονται. Γιατί ὅταν τ’ αὐτιά σου θὰ γεμίσουν ἀπ’ τὴν ἀπανθρωπιὰ αὐτῶν ποὺ καταλαλοῦν, τότε ὅλους θὰ τοὺς ὑποτιμᾶς καὶ ὅλους θὰ τοὺς θεωρεῖς τὸ ἴδιο ἀκάθαρτους• ὅπως ἀκριβῶς καὶ τὸ μάτι, ὅταν θαμπωθεῖ ἀπὸ δυνατὸ ἔγχρωμο φῶς, δὲν μπορεῖ νὰ διακρίνει καθαρὰ τὸ σχῆμα τῶν ἀντικειμένων ποὺ βλέπει. Read more

Ἀπὸ τὸ Βίο τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου
ΕΝΑΣ ἄνθρωπος, ποὺ λεγόταν Κυριάκος καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν κωμόπολη Φαρᾶν, ἦταν βοσκὸς προβάτων καὶ ἔβοσκε τὸ κοπάδι του στὶς ἐρημικὲς ἐκεῖνες περιοχές. Κάποιος ἄλλος, φτωχὸς κι αὐτός, ἀπὸ τὴν ἴδια κωμόπολη, τοῦ ἐμπιστεύθηκε δέκα πρόβατα ἀκόμα, γιὰ νὰ τὰ βόσκει κι αὐτὰ μαζὶ μὲ τὰ δικά του. Πέρασε κάποιο χρονικὸ διάστημα, καὶ ὁ φτωχὸς βρέθηκε σὲ μία μεγάλη ἀνάγκη. Ἐπειδὴ λοιπὸν δὲν εἶχε τίποτ’ ἄλλο, ὁ νοῦς τοῦ πῆγε ἀμέσως στὸ μικρό του κοπάδι. Ἀποφάσισε βιαστικὰ νὰ τὸ πουλήσει, γιατί τὸν ἕσφιγγε ἡ ἀνάγκη. Read more

Τοῦ Παλλαδίου
ΤΗΝ Καισαρεία τῆς Παλαιστίνης ἡ παρθένα θυγατέρα ἑνὸς πρεσβυτέρου διακορεύτηκε (ἀπὸ κάποιον) καὶ ἔμεινε ἔγκυος. Ὁ διακορευτῆς τῆς τὴν ὁρμήνεψε νὰ συκοφαντήσει (σὰν ἔνοχο) κάποιον ἀναγνώστη τῆς πόλης, (ποὺ λεγόταν Εὐστάθιος). Καθὼς λοιπὸν ἀνακρινόταν ἀπὸ τὸν πατέρα της, κατηγόρησε τὸν
ἀναγνώστη. Ὁ πρεσβύτερος ἐνημέρωσε τὸν ἐπίσκοπο. καὶ ὁ ἐπίσκοπος, ἀφοῦ συγκάλεσε τὸ ἱερατεῖο, ἔφερε στὴ μέση τὸν ἀναγνώστη καὶ ἄρχισε νὰ τὸν ρωτάει γιὰ τὸ ζήτημα.
Ἐγὼ δὲν ἔχω σχέση μ’ αὐτὴ τὴν ὑπόθεση, ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος. Read more

Ἀπὸ τὸ Γεροντικὸ
ΡΩΤΗΣΑΝ ἕνα γέροντα: – Τί εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ μονάχου;
Καὶ ἀποκρίθηκε: Στόμα ἀληθινό, σῶμα ἅγιο, καρδιὰ καθαρή.

Ἕνας γέροντας εἶπε:
Τὸ ψέμα εἶναι “ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος, ὁ φθειρόμενος κατὰ τᾶς ἐπιθυμίας τῆς ἀπάτης” (Ἔφ. 4:22). Καὶ ἡ ἀλήθεια, “ὁ καινὸς ἄνθρωπος, ὁ κατὰ Θεὸ κτισθεῖς” (Ἔφ. 4:24).

Εἶπε πάλι (ὁ ἴδιος γέροντας):
Ἡ ἀλήθεια εἶναι ἡ ρίζα τῶν καλῶν ἔργων. Καὶ τὸ ψέμα εἶναι ὁ (πνευματικός) θάνατος. Read more

Ἀπὸ τὸ Γεροντικὸ
ΕΛΕΓΑΝ γιὰ τὸν ἀββᾶ Μακάριο τὸν Αἰγύπτιο ὅτι ἀνέβαινε κάποτε ἀπὸ τὴ Σκήτη πρὸς τὸ ὀρὸς τῆς Νιτρίας, καὶ ὅταν πλησίασε στὸν τόπο εἶπε στὸ μαθητή του: Προχώρα ἐσὺ λίγο.
Καθὼς προχωροῦσε λοιπὸν ὁ μαθητής, συναντάει κάποιον εἰδωλολάτρη ἱερέα νὰ τρέχει, καὶ τοῦ φωνάζει δυνατά:
Ἔ, ἔ, δαίμονα! Ποῦ τρέχεις;
Ὀργίστηκε τότε ἐκεῖνος καὶ μὲ τὸ ραβδὶ του τὸν χτύπησε δυνατά, τὸν καταπλήγωσε καί, ἀφήνοντάς τον μισοπεθαμένο, συνέχισε τὸ δρόμο του. Ἀφοῦ προχώρησε λίγο, τὸν συναντάει ὁ ἀββᾶς Μακάριος νὰ τρέχει καὶ τοῦ λέει:
Ὁ Θεὸς μαζί σου, κουρασμένε ἄνθρωπε, ὁ Θεὸς μαζί σου! Read more

Τοῦ ἀββᾶ Ἰσαὰκ
ΝΑ ΜΗ μισήσεις τὸν ἁμαρτωλό, γιατί ὅλοι εἴμαστε ἔνοχοι. Καὶ ἂν τὸν ἀποδοκιμάζεις ἀπὸ ζῆλο Θεοῦ, νὰ κλάψεις γιὰ χάρη του. Νὰ μὴ μισήσεις τὸν ‘ίδιο, ἀλλὰ τὶς ἁμαρτίες του. Γιὰ τὸν ἴδιο νὰ προσευχηθεῖς, κι ἔτσι θὰ μοιάσεις στὸ Χριστό, ποὺ δὲν ἀγανακτοῦσε ἐναντίον τῶν ἁμαρτωλῶν, ἀλλὰ προσευχόταν πολὺ γι’ αὐτούς• ἔκλαψε μάλιστα Καὶ γιὰ τὴν Ἱερουσαλὴμ (Ματθ. 23:37. Λουκ. 13:34). Ἀφοῦ, ἄλλωστε, κι ἐμᾶς μας ξεγελάει σὲ πολλὲς περιπτώσεις ὁ διάβολος, γιατί νὰ μισήσουμε Καὶ ν’ ἀποστραφοῦμε ἐκεῖνον ποῦ, κατὰ τὴν ἀντίληψή μας, ἐξαπατήθηκε ἀπὸ τὸν κοινό μας ἐχθρό; Read more

Τοῦ ἁγίου Διαδόχου
ΟΠΩΣ τὸ κερί, ἂν δὲν ζεσταθεῖ καὶ μαλαχθεῖ πολύ, δὲν μπορεῖ νὰ δεχθεῖ τὴ σφραγίδα ποὺ βάζουμε πάνω του, ἔτσι καὶ ὁ ἄνθρωπος, ἂν δὲν δοκιμαστεῖ μὲ κόπους καὶ ἀσθένειες, δὲν μπορεῖ νὰ δεχθεῖ τὴ σφραγίδα τῆς ἀρετῆς τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος λέει στὸν θεσπέσιο Παῦλο: “Ἀρκεῖ σοὶ ἡ χάρις μου ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται” (Β’ Κορ. 12:9). Μὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος καυχιέται μὲ τὰ ἕξης λόγια: “Ἡδιστα οὒν μᾶλλον καυχήσομαι ἐν ταὶς ἀσθενείαις μου, ἴνα ἐπισκηνώση ἐπ’ ἐμὲ ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ” (ὁ.π.). Read more