Ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει σήμερα μεταξύ των ἄλλων Ἁγίων καὶ τὴ μνήμη ἑνὸς σημαντικοῦ καὶ μεγάλου πατρὸς καὶ Ἁγίου τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ὁποῖος ὅμως εἶναι ὀλίγον γνωστὸς εἰς τοὺς πολλούς. Τὴν μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἠμῶν Ἀμφιλοχίου Ἐπισκόπου Ἰκονίου τοῦ ἐκ Καππαδοκίας.
Ὁ Ἅγιος Ἀμφιλόχιος εἶναι σύγχρονος τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν καὶ τῶν μεγάλων Καππαδοκῶν καὶ συγγενεῖς κάποιων ἐκ τῶν Καππαδοκῶν. Τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης. Γεννήθηκε καὶ αὐτὸς κατὰ πάσαν πιθανότητα στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, ἔγινε πνευματικὸ καὶ θεολογικὸ τέκνο τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἦταν νεώτερος περίπου 15 χρόνια. Ὁ Μέγας Βασίλειος γεννήθηκε τὸ 330 μ.Χ., ὁ Ἅγιος Ἀμφιλόχιος ὑπολογίζεται ὅτι θὰ γεννήθηκε γύρω στὸ 345 μ.Χ. Ἦταν πρῶτος ἐξάδελφος τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Ἡ μητέρα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ἡ Νόνα, καὶ ὁ πατέρας τοῦ Ἁγίου Ἀμφιλοχίου, ὀνομαζόμενος καὶ αὐτὸς Ἀμφιλόχιος, ἤσαν ἀδέλφια. Ὅπως ἐπίσης ἡ ἀδελφή τοῦ Ἁγίου Ἀμφιλοχίου του Ἰκονίου, ἡ Θεοδοσία, ἦταν μητέρα τῆς πολὺ γνωστῆς Διακοννίσης Ὀλυμπιάδος, ποὺ ἦταν πολὺ πεφιλημένη καὶ ἀγαπητὴ στὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο.

Τὴν περίοδο αὐτή, λίγο μετά, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἔφθασε στὴν Κωνσταντινούπολη. Ὁ πατέρας τοῦ Ἁγίου Ἀμφιλοχίου, Ἀμφιλόχιος καὶ αὐτὸς ὅπως εἴπαμε καλούμενος, ἦταν συμφοιτητὴς στὴ Ἀντιόχεια, τοῦ μεγάλου ἐθνικοῦ ρήτορος Λιβανίου. Στὸν ὁποῖο ρήτορα Λιβάνιο παρακολούθησε καὶ ὁ υἱός, ὁ Ἅγιος Ἀμφιλόχιος, μαθήματα ρητορικῆς τέχνης.
Στὴ συνέχεια μάλιστα ἤσκησε στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ λίγα χρόνια το ἐπάγγελμα τοῦ ρήτορος, τοῦ δικηγόρου, ἀλλὰ ἀτύχησε στὴν ἄσκηση τοῦ ἐπαγγέλματος αὐτοῦ καὶ ὅπως παραδίδουν οἱ πηγές, κάποιος ἰδιοτελὴς φίλος του ἐκμεταλλεύτηκε τὴν ἐντιμότητά του ὡς δικηγόρου, τὸν ἐνέπλεξε κι αὐτόν σε οἰκονομικὲς ἀτασταλίες καὶ βρέθηκε καὶ ὑπόδικος καὶ ὁ Ἅγιος Ἀμφιλόχιος.
Παρενέβη καὶ τὸν βοήθησε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἀλλὰ ἐξ’αἰτίας αὐτῆς τῆς κοσμικῆς συγχύσεως καὶ τῆς ἀπογοητεύσεως ἀπὸ τὴν ἄσκηση τοῦ κοσμικοῦ ἐπαγγέλματος τοῦ δικηγόρου, ἀποφάσισε ὁ Ἀμφιλόχιος σὲ πολὺ νεαρὰ ἡλικία, δὲν ἦταν καν 25 ἐτῶν, νὰ ἐγκαταλείψει τὰ κοσμικά, τὴν κοσμικὴ ἐνασχόληση καὶ νὰ γίνει μοναχός. Τὸν ἐγνώρισε μὲ τὸν Ἅγιο Βασίλειο, ἕνας φίλος καὶ συνάδελφός του ὁ Ἡρακλείδης, ὅπως καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Πρὶν συνδεθεῖ ὁριστικὰ μὲ τὸν Ἅγιο Βασίλειο, πῆγε στὴ Μονὴ τῆς Ἁγίας Θέκλης στὴ Σελεύκεια, καὶ στὴ συνέχεια πῆγε στὴν Καππαδοκία κοντὰ στὸ χωριὸ Ὀζίζαλα, κοντὰ στὸν πατέρα του κι ἐκεῖ ἐμόνασε ἐπὶ ἀρκετὰ χρόνια.
Ὁ Μέγας Βασίλειος ὅμως μὲ τὸν ὁποῖο γνωρίστηκε στὴ συνέχεια, βλέποντας τὶς μεγάλες ἀνάγκες ποὺ εἶχε καὶ τότε ἡ Ἐκκλησία, στὴν ἀντιμετώπιση τῆς μεγάλης αἱρέσεως τῶν ἀρειανῶν, τοῦ ἀρειανισμοῦ, καὶ θεωρώντας πὼς ὁ Ἀμφιλόχιος εἶναι ἱκανὸς θεολόγος καὶ πολὺ μορφωμένος καὶ ἅγιος, ὡς διατελέσας προηγουμένως καὶ ἐνάρετος μοναχός, τὸν ἐξέλεξε καὶ τὸν ἐτοποθέτησε ὡς Ἐπίσκοπο στὸ Ἰκόνιο καὶ τὸν εἶχε συνεργάτη ὁ Μέγας Βασίλειος εἰς ὅλα τα θέματα τὰ ἐκκλησιαστικὰ τὴν περίοδο ἐκείνη.
Μολονότι μάλιστα καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ἀμφιλόχιος ἦταν πολὺ ἱκανὸς συγγραφεὺς καὶ σώζονται σημαντικὰ ἔργα του, σώζονται ἰδιαίτερα ὁμιλίες του, ἐν τούτοις περισσότερο γνωστὸς δὲν εἶναι ἀπὸ τὰ δικά του τὰ ἔργα, ἀπὸ τὶς δικές του συγγραφές, ἀλλὰ περισσότερο γνωστὸς εἶναι ἀπὸ ἐρωτήματα τὰ ὁποῖα ὑπέβαλλε πρὸς τὸν Μέγα Βασίλειο μὲ ἐπιστολὲς καὶ στὰ ὁποῖα ἐρωτήματα ὁ Μέγας Βασίλειος ἀπάντησε καὶ αὐτὲς οἱ ἀπαντήσεις τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ὅπως θὰ δοῦμε θεωροῦνται ἀπὸ τὶς καλύτερες δογματικὲς καὶ κανονικὲς ἀπαντήσεις του.
Παραδείγματος χάριν τὸ περίφημο ἔργο τοῦ Μεγάλου Βασιλείου “Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος”, εἶναι κλασσικὸ δογματικὸ ἔργο περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πρὶν νὰ γράψει ὁ Μέγας Φώτιος περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ ἔγραψε ὁ Μέγας Βασίλειος ἀπαντώντας σὲ σχετικὴ ἐρώτηση τοῦ Ἀμφιλοχίου Ἰκονίου.
Ἐπίσης γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τοὺς ἀρειανοὺς ὁ Ἀμφιλόχιος στὸ Ἰκόνιο καὶ σ’ὅλη τὴν περιοχὴ ἐκεῖ, ἔγραψε διάφορα ἐρωτήματα στὸν Μέγα Βασίλειο στὰ ὁποῖα ἀπήντησε ὁ Μέγας Βασίλειος μὲ τρεῖς ἐκτενεῖς ἐπιστολές, τὶς ἐπιστολὲς ὅπως ἀριθμοῦνται στὶς ἐκδόσεις 233, 234 και 235, οἱ ὁποῖες θεωροῦνται ὡς δογματικὲς ἐπιστολὲς καὶ οἱ ὁποῖες δογματικὲς ἐπιστολὲς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ἀπαντήσεις στὸν Ἀμφιλόχιο τοῦ Ἰκονίου, λύνουν θεολογικά τό πρόβλημα τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ. Καὶ εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Θεολογίας, πολὺ πρὶν ἀπὸ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμὰ γίνεται διάκριση ἀνάμεσα στὴν οὐσία καὶ στὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ. Καὶ τί προηγεῖται, ἡ γνῶσις ἢ πίστις στὸν Θεό. Θὰ δοῦμε στὴν συνέχεια δύο – τρία στοιχεῖα ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἐπιστολὲς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου.
Ὁ Ἀμφιλόχιος ἔζησε πολὺ μετὰ ἀπὸ τὸν Μέγα Βασίλειο, ἔλαβε μέρος καὶ αὐτὸς μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο καὶ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης, στὴν Β’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, τὸ 381 ὅπου καταδικάστηκαν οἱ πνευματομάχοι. Ἦταν μάλιστα τόσο μεγάλη ἡ ἐπίδραση καὶ ἡ φήμη ποὺ ἀπέκτησε ὡς θεολόγος ὥστε ὁ Μέγας Θεοδόσιος ὁ Βασιλεύς, σ’ ἕνα διάταγμα ποὺ ἐξέδωσε σ’ ὅλη τὴν Αὐτοκρατορία, τὸν ὅριζε ὡς «τύπον ὀρθοδοξίας» στὴν περιοχὴ τῆς Ἀσίας.
Ἂν οἱ τῆς Ἀσίας θέλουν νὰ ἔχουν ἕναν τύπον ὀρθοδοξίας, ἕναν δάσκαλο ὀρθοδοξίας, ἕνα ὑπόδειγμα ὀρθοδοξίας, λέει ὁ Αὐτοκράτωρ Θεοδόσιος, αὐτὸς εἶναι ὁ Ἀμφιλόχιος Ἰκονίου. Εἶχε τόσο ταυτιστεῖ μὲ τὴν θεολογία τῶν Ἁγίων Μεγάλων Καππαδοκῶν, τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καὶ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Θεολόγου, ὥστε στὴ συνέχεια ἐθεωρείτω αὐτὸς διάδοχός τους θεολογικὰ καὶ ὡς τύπος ὀρθοδοξίας σὲ ὅλη τὴν Μικρὰ Ἀσία.
Συνεκάλεσε καὶ ὁ ἴδιος κάποιες Συνόδους, ἔγραψε ἐπίσης καὶ αὐτὸς ὅπως σᾶς εἶπα ὁρισμένα συγγράμματα, τὰ πιὸ γνωστὰ συγγράμματά του εἶναι οἱ ὁμιλίες οἱ ὀκτὼ – ἐννέα τὶς ὁποῖες ἔγραψε, ὅπως ἐπίσης ἔγραψε καὶ ἕνα ἰαμβικὸ ποίημα, μία ἰαμβικὴ ἐπιστολὴ πρὸς κάποιον Σέλευκον, καὶ στὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ τὴν ἰαμβική, στηριζόμενος στὸ ἔργο τοῦ Μ.Βασιλείου ‘’Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων’’, συνιστᾶ στοὺς νέους νὰ διαβάζουν κι αὐτοὶ τὰ συγγράμματα τῆς κλασσικῆς παιδείας ὅπως συνιστοῦσε καὶ ὁ Μ.Βασίλειος.
Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὸ μάλιστα ὅτι σὲ μία ἀπὸ τὶς ὀχτὼ ὁμιλίες του, τὴν ὁποίαν ἀπηύθηνε τὴν ἡμέραν τοῦ Ἁγίου Σαββάτου, ἔχει κάποιες ἐκφράσεις οἱ ὁποῖες θυμίζουν τὸν ὕμνο τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς «Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας». Καὶ εἰδικοὶ γραμματολόγοι καὶ ἐρευνηταὶ θεωροῦν πὼς ὁ συντάκτης αὐτοῦ του ὕμνου «Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας», εἶχε ὡς πρότυπο αὐτὸν τὸν λόγο τοῦ Ἁγίου Ἀμφιλοχίου Ἰκονίου, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ Ἁγίου Σαββάτου, μὲς στὸν ὁποῖον λέει τὰ ἑξῆς: «Ξύλω τείνεται ὁ λόγω τείνας τὸν οὐρανόν· καὶ δεσμοῖς περιβάλλεται ὁ δήσας ψάμμω τὴν θάλασσαν· ποτίζεται χολήν, ὁ τὰς πηγᾶς μέλιτας χαρισάμενος». Εἶναι σαφὴς ἡ ὁμοιότητα ἀνάμεσα στοὺς δύο ὕμνους.
Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὰ τὰ σύντομα βιογραφικὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπα, φαίνεται πὼς ὁ Ἅγιος Ἀμφιλόχιος κοιμήθηκε γύρω στὸ 400, γύρω στὸ 398-97, σὲ ἀρκετὰ μεγάλη ἡλικία. Τὰ Συναξάρια ἀλλὰ καὶ οἱ πηγές μας καὶ οἱ εἰκονογράφοι τοῦ Βυζαντίου, διασώζουν δύο πολὺ ἐνδιαφέροντα περιστατικὰ ἀπὸ τὴν ζωὴ τοῦ τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς ἀναφέρω σύντομα καὶ κατόπιν θὰ διαβάσω ἕνα – δύο κομμάτια ἀπὸ κάποια ἐπιστολὴ ποὺ στέλνει ὁ Μ.Βασίλειος πρὸς τὸν Ἀμφιλόχιο Ἰκονίου.
Τὰ στοιχεῖα αὐτὰ τὰ ὁποῖα σώζονται ἀπὸ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου Ἀμφιλοχίου Ἰκονίου, εἶναι ἀξιοπρόσεκτα. Τὸ ἕνα στοιχεῖο ἔχει σχέση μὲ τὴν ἐκλογὴ του εἰς Ἐπίσκοπον. Ἐπειδὴ ἦταν πολὺ εὐλαβὴς μοναχός, λέει ἐδῶ ὁ βίος του, ὁ ἀρχαῖος βίος, ὑπάρχει καὶ ὁ νεώτερος βίος του, ἀρχαῖος κι αὐτός, τὸν ὁποῖον πολλὲς φορὲς ἐγὼ ἔχω ἐμνημονεύσει, τὸν ἔγραψε ὁ Συμεὼν ὁ Μεταφραστής, γνωστὸς Ἁγιολόγος. Ὑπάρχουν δύο βίοι του, αὐτὸς ὁ ἀρχαῖος καὶ ὁ βίος τὸν ὁποῖον συνέγραψε ὁ Συμεὼν ὁ Μεταφραστής.
Αὐτὸς ὁ πιὸ ἀρχαῖος βίος του λοιπὸν μᾶς λέει ὅτι ἦταν κάποιος μοναχὸς ποὺ ὀνομαζόταν Ἀμφιλόχιος. Καὶ ἦταν δίκαιος καὶ θεοσεβὴς καὶ ὅτι αὐτὸς ὁ μοναχὸς ὁ Ἀμφιλόχιος ζοῦσε σὲ ἕνα σπήλαιο καὶ ζοῦσε μὲ αὐστηρὴ νηστεία καὶ διεκρίνετο γιὰ τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν ἀρετή του. Ἐξ’αἰτίας λοιπὸν αὐτῆς τῆς ἁγιότητος καὶ ἀρετῆς του τὰ χρόνια ποὺ ἐμόναζε ἀφοῦ ἐγνώρισε τὸν Μ.Βασίλειο κάπου ἐκεῖ στὴν Καππαδοκία, κάποια φορᾶ λέει ἐχήρευσε ὁ θρόνος τοῦ Ἰκονίου, «…», τοῦ ἐμφανίστηκε τὸ βράδυ Ἄγγελος Κυρίου καὶ τοῦ εἶπε: «…» Ἀμφιλόχιε νὰ πᾶς στὸ Ἰκόνιο, γιὰ νὰ ποιμάνεις ἐκεῖ τα πρόβατα τοῦ Χριστοῦ. «…» Αὐτὸς ὅμως δὲν ἐπείστηκε. «…» Καὶ τὴ δεύτερη φορὰ ἀπείθησε ὁ Ἀμφιλόχιος. «…» Δὲν πρέπει εὔκολα νὰ πιστεύουμε στὰ ὁράματα καὶ στὶς ὀπτασίες. Πρέπει νὰ ἀντιδροῦμε. Δυὸ φορὲς τοῦ ἐμφανίστηκε Ἄγγελος καὶ δὲν δέχθηκε αὐτὴ τὴν ὀπτασία ὁ Ἅγιος Ἀμφιλόχιος. ‘Ελεγε γὰρ ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ Σατανᾶς μετασχηματίζεται εἰς Ἄγγελο Φωτός. «…» Σήκω ἀπὸ τὸ κρεβάτι σου καὶ πήγαινε ἐκεῖ πού σοῦ εἶπα. Τρίτη φορά. «Καὶ ἀναστᾶς» σηκώθηκε ὁ Ἀμφιλόχιος «κατέσχεν αὐτόν», τὸν ἐπίασε τὸν Ἄγγελο, τὸν ἐπίασε, ἔλα ἐδῶ, πού μοῦ ἐμφανίζεσαι τρίτη φορὰ τώρα, «….». Ἅμα εἶσαι Ἄγγελος τοῦ Θεοῦ ἔλα νὰ κάμουμε μαζὶ προσευχὴ πρὸς τὸν Θεὸν «καὶ εὐθέως κλίνει τὴν κεφαλὴν ὁ Ἄγγελος Κυρίου καὶ ἐβόησε λέγων Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαώθ· πλήρης ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ τῆς δόξης σου» καὶ πείσθηκε πλέον ὁ Ἀμφιλόχιος ποὺ δὲν ἦταν σατανικὴ ὀπτασία ἀλλὰ ἀγγελικὴ ὀπτασία. Καὶ τὸν πῆρε ἀπὸ τὸ δεξί του χέρι ὁ Ἄγγελος τὸν Ἀμφιλόχιο καὶ τὸν πῆγε μὲς στὴν ἐκκλησία καὶ ἄνοιξαν αὐτόματα οἱ πόρτες τῆς ἐκκλησίας, μέσα στὴ νύχτα, χωρὶς νὰ ἔχουν κλειδιά, ἄνοιξαν ἀμέσως οἱ πόρτες τῆς ἐκκλησίας « …» σᾶ νὰ ἦταν γιορτή «…» τὸν πῆραν μοναχοί, Ἄγγελοι ὡς μοναχοί, τὸν πῆραν τὸν Ἀμφιλόχιο καὶ τὸν πῆγαν στὸ θυσιαστήριο «…». Τὸν χειροτόνησε ὁ Ἄγγελος. Τὸν χειροτόνησε ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς Ἐπίσκοπο τήν ὥρα ἐκείνην ἐκεῖ, παρισταμένων Ἀγγέλων, ἐμφανιζομένων ὡς μοναχῶν «…». Καὶ ὁ Ἄγγελος καὶ ὅλοι οἱ μοναχοὶ ποὺ ἐμφανίστηκαν ὡς Ἄγγελοι, ἐξαφανίστηκαν.
Καὶ τὴν ἄλλη μέρα λέει ἑπτὰ Ἐπίσκοποι «…». Ἔδωσε ἐντολὴ ὁ Θεὸς καὶ σὲ ἑπτὰ Ἐπισκόπους νὰ πᾶν καὶ νὰ τὸν βροῦν καὶ νὰ τὸν χειροτονήσουν Ἐπίσκοπο «…» Ἐγὼ εἶμαι ὁ Ἀμφιλόχιος μοναχός «…» πῆγαν νὰ τὸν ξαναχειροτονήσουν οἱ Ἐπίσκοποι. «…» Μὴ μὲ ξαναχειροτονήσετε, μὲ χειροτόνησαν Ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ Ἐπίσκοπό του Ἰκονίου «…». Χειροτονήθηκε λοιπὸν ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Ἀγγέλους. Ἕνα περιστατικὸ εἶναι αὐτό.
Τὸ δεύτερο περιστατικὸ εἶναι πολὺ χαριτωμένο καὶ ἔχει σχέση μὲ τὸ πῶς κατόρθωσε ὁ Ἅγιος Ἀμφιλόχιος ὁ Ἰκονίου, νὰ πείσει τὸν Αὐτοκράτορα Θεοδόσιο, νὰ καταπολεμήσει τοὺς ἀρειανούς. Δὲν ἦταν σίγουρος ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὁ Αὐτοκράτωρ Θεοδόσιος πῶς πρέπει νὰ καταπολεμήσει τὴν αἵρεση τοῦ Ἀρείου, τῶν ἀρειανῶν. Καὶ ὑπάρχει πολὺ μεγάλη ἱστορία ἐδῶ γύρω ἀπὸ τὸ θέμα αὐτό, δὲν μᾶς παίρνει ὁ χρόνος νὰ σᾶς τὴν πῶ, θὰ σᾶς τὴν πῶ μόνον ὅπως σύντομα τὴ λέει τὸ Συναξάρι, καὶ ἡ ἱστορία αὐτὴ ἔχει ὡς ἑξῆς:
…Ὁ Άρειος ἐδίδασκε πὼς τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ Υἱός, ὁ Λόγος, δὲν εἶναι ἴσος μὲ τὸν Πατέρα, εἶναι κατώτερος ἀπὸ τὸν Πατέρα. Δὲν εἶναι καν Θεός, ὅτι εἶναι κτίσμα, εἶναι ἄνθρωπος. Τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι κτίσμα, εἶναι ἄνθρωπος. Ὑποτιμοῦσε ἑπομένως ὁ Ἄρειος, περιφρονοῦσε τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὸν Υἱό. Τί νὰ κάνει λοιπὸν τώρα ὁ Ἅγιος Ἀμφιλόχιος γιὰ νὰ θείξει τὸν Αὐτοκράτορα καὶ νὰ τοῦ πεῖ ὅτι δὲν εἶναι κακὸ πράγμα πού ὑποτιμάει ὁ Ἄρειος τό δεύτερο πρόσωπο, τὸν Υἱό Του; Ποῦ ὑποτιμάει τὸν Υἱό Του; Καὶ ἔκανε λέει τὴν ἑξῆς σκηνή. Τί ἔκανε: Πῆγε λέει ἐκεῖ ποὺ ἦταν μία μέρα συγκεντρωμένοι ὅλοι ἐκεῖ «…» τοῦ ἔλεγε νὰ διώξει τοὺς ἀρειανοὺς καὶ νὰ δώσει τὶς ἐκκλησίες στοὺς Ὀρθοδόξους….
Βρῆκε ἕνα κόλπο, μιὰ μηχανή, ἕνα τέχνασμα ὁ Ἀμφιλόχιος, ποιὸ τέχνασμα: Πῆγε λοιπὸν στὰ ἀνάκτορα «…» ἐκεῖ ποὺ καθόταν ὁ πατέρας ὁ Αὐτοκράτωρ μαζὶ μὲ τὸν γιὸ τὸν Ἀρκάδιο, τὸν Βασιλιὰ τὸν χαιρέτησε μὲ σεβασμό, τὸν Ἀρκάδιο ὅμως τὸν περιφρόνησε. Τὸν υἱὸν τοῦ Βασιλέως. «…» Θύμωσε ὁ Βασιλιὰς καὶ περιγράφεται αὐτὴ ἡ ὀργὴ του ἐκεῖ καὶ τί εἶπε ἐναντίον τοῦ Ἀμφιλοχίου καὶ θεώρησε «δὲν χαιρετᾶς τὸν γιό μου, αὐτὸν δὲν χαιρετᾶς εἶναι σᾶ νὰ βρίζεις κι ἐμένα, γιός μου εἶναι, γιατί δὲν τὸν χαιρετᾶς;». «…» Βλέπεις Βασιλιά μου ὅτι ἐσὺ δὲν ἀντέχεις τὴν ἀτιμία τοῦ παιδιοῦ σου, τοῦ υἱοῦ σου ἀλλὰ στενοχωριέσαι καὶ στρέφεσαι ἐναντίον μου; «…» Νὰ ξέρεις λοιπὸν ὅπως ἐσὺ στεναχωριέσαι ἔτσι καὶ ὁ Θεός, αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι βλασφημοῦν τὸν Υἱό Του, τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοὺς ἀποστρέφεται καὶ τοὺς μισεῖ. «…» τότε κατάλαβε ὁ Βασιλεὺς ἀπὸ τὴν σκηνὴ αὐτή «…» κι ἔγραψε νόμους κι ἔλαβε μέτρα ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν…Μὲ τὸν βίο λοιπὸν τοῦ Ἁγίου Ἀμφιλοχίου ὅπως καὶ μὲ τὸν βίο ὅλων των Ἁγίων, ἃς ἐνισχύσουμε κι ἐμεῖς τὴν πίστη μας κι ἃς ἀντιδράσουμε σ’αὐτὴ τὴν κατρακύλα καὶ σ’αὐτὴ τὴν παρακμή, σ’αὐτὴ τὴ νόθευση τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Ἀμήν.


ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητοῦ

Ο 4ος μ. Χ. αἰώνας θεωρεῖται ὠς ὁ χρυσὸς αἰώνας τῆς Θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας μας. Πρωταγωνιστὲς οἱ Καππαδόκες Πατέρες, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνο σφράγισαν μὲ τὶς προσωπικότητές του καὶ τὸ ἔργο τοὺς τὴν ταραγμένη ἐποχή τους, ἀλλὰ σημάδεψαν μὲ τὸ ἔργο τοὺς τὴν κατοπινὴ πορεία τῆς ἀνθρωπότητας. Σὲ μιὰ ἐποχὴ ἔντονων θεολογικῶν ζυμώσεων, ἀπέτρεψαν τὴ νόθευση τῆς γνήσιας ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης καὶ ἀποκρυστάλλωσαν τὴ σώζουσα ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ὑπῆρξε καὶ ὁ ἅγιος Ἀμφιλόχιος ἐπίσκοπος Ἰκονίου, ἐφάμιλλός του Μ. Βασιλείου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης καὶ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Γεννήθηκε στὴν Καισάρεια τὸ 344. Οἱ γονεῖς τοῦ ὀνομαζόταν Ἀμφιλόχιος καὶ Λιβύη. Ἦταν ἐπίσης ἀδελφός της Θεοδοσίας, μητέρας τῆς περίφημης διακόνισσας ἁγίας Ὀλυμπιάδας καὶ ἐξάδελφος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ. Σπούδασε στὶς ὀνομαστὲς σχολὲς τῆς Καισάρειας καὶ ἄσκησε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ τὸ 364 ἕως τὸ 370.
Ἀλλὰ ἡ βαθιὰ πίστη του στὸ Χριστὸ τὸν ὁδήγησε νωρὶς στὴν ἀπόφαση νὰ ἀφιερωθεῖ στὴν ὑπηρεσία τῆς Ἐκκλησίας. Ἄφησε τὸ ἐπικερδές του ἐπάγγελμα, ντύθηκε τὸ μοναχικὸ ἔνδυμα καὶ ἀποσύρθηκε στὴν ἔρημο Ὀζίζαλα τῆς Καππαδοκίας γιὰ νὰ ἀσκηθεῖ καὶ νὰ καθαρθεῖ μὲ νηστεία, προσευχὴ ἀγρυπνία καὶ δάκρυα. Ἐκεῖ ἔζησε τρία χρόνια, ἀπὸ τὸ 370 ἕως τὸ 373.
Τὸ 373 κοιμήθηκε ὁ ἐπίσκοπος Ἰκονίου Ἰωάννης. Ὁ Ἀμφιλόχιος εἶδε ἕνα ὅραμα, μὲ τὸ ὁποῖο καλοῦνταν ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ ποιμάνει τὴν χηρεύουσα ἐπισκοπῆ. Ὁ ταπεινὸς ἀσκητὴς ὅμως δὲν ἀποδέχτηκε ἀρχικὰ τὴν θεϊκὴ πρόσκληση, φοβούμενος ὅτι ἦταν δαιμονικὴ παγίδα. Ἀκολούθησε καὶ δεύτερη ὀπτασία, ὅπου ἕνας ἄγγελος τοῦ διαμήνυσε τὴ θεία βουλὴ καὶ γιὰ νὰ τὸν πείσει, τὸν ὁδήγησε στὸ ναὸ νὰ συμπροσευχηθοῦν. Ἐκεῖ συνάντησε ἑπτὰ ἐπισκόπους, τῶν γύρω ἐπισκοπῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχαν δεῖ καὶ αὐτοὶ τὸ ἴδιο ὅραμα. Μὲ τὴν ψῆφο ὅλων ἐκλέχτηκε καὶ χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος Ἰκονίου τὸ 373.
Ἡ ἐπισκοπική του διακονία ὑπῆρξε θαυμαστή. Ποίμανε τὴν τοπικὴ Ἐκκλησία θεάρεστα. Μὲ τὴν ρητορική του δεινότητα κήρυττε συνεχῶς καὶ ἔτρεφε πνευματικά τα λογικά του πρόβατα ποὺ τοῦ ἐμπιστεύτηκε ὁ Θεός. Ἀπέκτησε κύρος καὶ φήμη ὥστε τοῦ ἐπέτρεπε νὰ διευθετεῖ προβλήματα ποὺ ἀνέκυπταν καὶ σὲ ὅμορες ἐπισκοπές. Παρενέβαινε μὲ πνεῦμα διάκρισης καὶ σοφίας διασφαλίζοντας τὴν εἰρήνη καὶ ὀρθοτομώντας τὸ λόγο τῆς ἀληθείας. Ὁ φίλος του Μ. Βασίλειος σὲ ἐπιστολὴ του φανερώνει τὴ λαμπρὴ ἠθικὴ καὶ πνευματικὴ φυσιογνωμία τοῦ Ἀμφιλοχίου. Τὸν παρακαλεῖ νὰ παραστεῖ στὴν τιμητικὴ γιορτὴ ὑπὲρ τῶν μαρτύρων τῆς Καισαρείας, γιὰ νὰ ἀποβεῖ αὐτὴ σεμνότερη, διότι ὁ λαὸς τῆς Καισαρείας τὸν ἀγαπᾶ, ὅσο κανένα ἄλλο ἐπίσκοπο.
Συντάσσει σπουδαία θεολογικὰ ἔργα, μέσω τῶν ὁποίων ἐκφράζει τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας καὶ στηλιτεύει τὶς κακόδοξες διδασκαλίες, οἱ ὁποῖες ἦταν σὲ φοβερὴ ἔξαρση τὴν ἐποχὴ ἐκείνη καὶ ταλάνιζαν τὴν Ἐκκλησία. Ἰδιαιτέρως σὲ ἔξαρση ἦταν ἡ αἵρεση τοῦ Ἀρείου, τῆς ὁποία οἱ ψευδεπίσκοποι εἶχαν καταλάβει τὶς περισσότερες ἐπισκοπὲς τῆς Ἀνατολῆς, μὲ τὴν ἀνοχὴ καὶ τὴ βοήθεια τῶν ἀρειανόφρονων αὐτοκρατόρων. Ὁ ἴδιος ὁ Ἀμφιλόχιος ὑπέφερε τὰ πάνδεινα ἀπὸ τοὺς διωγμοὺς τῶν ἀρειανῶν τῆς περιοχῆς του.
Τὴν ἴδια ἐποχὴ δύο ἐξίσου ἐπικίνδυνοι αἱρεσιάρχες ὁ Μακεδόνιος καὶ ὁ Εὐνόμιος ἔκαναν τὴν ἐμφάνισή τους καὶ ἀπειλοῦσαν τὴν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὶς κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κακοδοξίες τους. Μετέβη ὁ Ἀμφιλόχιος στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἔπεισε τὸν Μ. Θεοδόσιο νὰ στηρίξει τὴν Ἐκκλησία. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ συγκλήθηκε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα ἡ Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 381, στὴν ὁποία ἔλαβε μέρος καὶ ὁ ἅγιος Ἀμφιλόχιος, μαζὶ μὲ ἄλλους 149 θεοφόρους Πατέρες, στὴν ὁποία ἀποκρυσταλλώθηκε τὸ ὀρθόδοξο δόγμα καὶ συμπληρώθηκε τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως. Ἡ συμβολὴ τοῦ ἁγίου Ἀμφιλοχίου ὑπῆρξε καθοριστικὴ στὶς ἐργασίες τῆς Συνόδου, ὅπου ὁ θεοφόρος καὶ μορφωμένος ἐπίσκοπος κατόρθωσε νὰ ἀποδείξει τὶς πλάνες τῶν αἱρεσιαρχῶν. Ὡς εὐγνωμοσύνη πρὸς αὐτὸν ὁ Θεοδόσιος ἀποφάσισε νὰ κτίσει δύο περίλαμπρους ναοὺς στὸ Ἰκόνιο, τὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας καὶ τοῦ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου.
Ὁ Ἀμφιλόχιος ἐπέστρεψε στὴν ἐπισκοπὴ του ὅπου ἐργάστηκε δραστήρια, ξεριζώνοντας τὶς κακοδοξίες. Ἔζησε μιὰ ἁγία ζωὴ καὶ κοιμήθηκε εἰρηνικά το 394. Ἡ κηδεία τοῦ ὑπῆρξε πάνδημη καὶ ἡ ἁγιότητά του δὲν ἄργησε νὰ φανεῖ μὲ θαύματα ποὺ γινόταν στὸν χαριτόβρυτο τάφο του. Ἡ μνήμη τοῦ ἑορτάζεται στὶς 23 Νοεμβρίου.
Ὁ ἅγιος Ἀμφιλόχιος ἔχει τὴ δική του συμβολὴ στὴν ἀνάπτυξη τῆς Θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας μας, σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ἐνδογενεῖς καὶ ἐξωγενεῖς παράγοντες πάσχιζαν νὰ νοθεύσουν τὴ γνήσια ἐκκλησιαστικὴ παράδοση. Μαζὶ μὲ τοὺς φίλους του Μ. Βασίλειο καὶ Γρηγόριο Νύσσης, καθὼς καὶ τὸν ἐξάδελφό του ἅγιο Γρηγόριο Θεολόγο, ἀποτελοῦν τὶς τέσσερις μεγάλες καὶ μοναδικὲς χαρισματικὲς προσωπικότητες, οἱ ὁποῖοι κλήθηκαν ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ θεμελιώσουν τὸ ὀρθόδοξο δόγμα σὲ μιὰ δύσκολη ἱστορικὴ περίοδο, διότι ἡ ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι συνώνυμη μὲ τὴ σωτηρία. Ἐξέφρασαν μὲ ἀκρίβεια τὴν αὐτοσυνειδησία τῆς Ἐκκλησίας, γι’ αὐτὸ χαρακτηρίζονται ὡς θεοφόροι καὶ χαρακτηρίζονται ὡς οἱ αὐθεντίες τῆς Θεολογίας μας.
Ἐκτὸς αὐτοῦ ἡ συμβολή, τόσο τοῦ ἁγίου Ἀμφιλοχίου, ὅσο καὶ τῶν ἄλλων τριῶν Καππαδοκῶν Πατέρων, ὑπῆρξε καθοριστικὴ γιὰ τὴν ὁμαλὴ μετάβαση τῆς ἀνθρωπότητας ἀπὸ τὸν καταρρέοντα καὶ ἡμιθανῆ ἀρχαῖο κόσμο στὴ νέα εὔρωστη χριστιανικὴ ἐποχή. Μόνο αὐτοὶ μπόρεσαν νὰ διακρίνουν τὶς ὅποιες ἀξίες τοῦ παρελθόντος, τὶς ἐναρμόνισαν, τὶς ἐνέταξαν καὶ τὶς διέσωσαν στὸ νέο πνευματικὸ μέγεθος, τὸν Χριστιανισμὸ καὶ θεμελίωσαν ἔτσι τὸν ἀπαράμιλλο ἑλληνοχριστιανικὸ πολιτισμό, τὴ βάση τοῦ συγχρόνου παγκόσμιου πολιτισμοῦ. Ἀντίθετα μ’ αὐτούς, ἄλλοι σύγχρονοί τους, ὅπως ὁ ἀνεδαφικὸς παγανιστὴς Ἰουλιανός, προσκολλημένοι δουλικὰ στὸ νεκρὸ προχριστιανικὸ παρελθόν, δὲ μπόρεσαν νὰ δοῦν τὴ ροὴ τῆς ἱστορίας, προβάλλοντας στείρα ἀντίσταση, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν οἰκτρὴ ἀποτυχία τους καὶ τὸν διαχρονικὸ στιγματισμὸ τῆς οὐτοπικῆς τους προσπάθειας!

Ὁ ἅγιος Ἀμφιλόχιος, νέος καὶ ἐπιτυχημένος πιὰ στὸ βίο του, περιφρόνησε λοιπὸν τὰ ἐγκόσμια, τὰ παράτησε ὅλα κι ἔφυγε στὴν ἔρημο. Ἔζησε ἀσκητικὰ πολλὰ χρόνια, νηστεύοντας καὶ προσευχόμενος. Ὅλοι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὡρίμασαν στὴν ἔρημο κι ἀπὸ ἐκεῖ ξεκίνησαν γιὰ τὸ κατοπινό τους ἔργο. Τὸ 373 ὁ Μέγας Βασίλειος πρωτοστάτησε καὶ οἱ ἐπίσκοποι τῆς ἐπαρχίας τὸν ἐξέλεξαν καί, παρὰ τὶς διαμαρτυρίες του, τὸν χειροτόνησαν ἐπίσκοπο Ἰκονίου. Τότε ὁ Μέγας Βασίλειος τοῦ ἔστειλε χαιρετιστήρια ἐπιστολή, στὴν ὁποία τοῦ γράφει· «Χαίρει καὶ ἡ πατρὶς καὶ εὐφραίνεται ταῖς τοῦ Κυρίου οἰκονομίαις». Ἡ ἐκλογὴ καὶ χειροτονία τοῦ ἁγίου Ἀμφιλοχίου χαροποίησε τὴν Καππαδοκία.
Μέσα στὶς πολλὲς ἐπιστολὲς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου πρὸς τὸν ἅγιο Ἀμφιλόχιο βλέπομε ποιὸς ἦταν ὁ Ἅγιος, τοῦ ὁποίου τὴ μνήμη ἑορτάζουμε σήμερα. Σὲ μία του ἐπιστολὴ ὁ Μέγας Βασίλειος γράφει πρὸς τὸν ἅγιο Ἀμφιλόχιο. «Θαύμασα καὶ τὴ φιλομάθειά σου καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη σου, ὅτι καταδέχεσαι καὶ νὰ μάθεις ἐσὺ ὁ δάσκαλος καὶ νὰ μαθαίνεις ἀπὸ μένα, ποὺ δὲν ἔχω τίποτε νὰ σὲ διδάξω γιὰ νὰ μάθεις». Αὐτὰ δὲν εἶναι μόνο φιλοφρόνηση τοῦ Μέγ. Βασιλείου, ἀλλὰ δείχνουν καὶ ποιὸς ἦταν ὁ ἅγιος Ἀμφιλόχιος.
Ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν ἁγιωσύνη τοῦ ἁγίου Ἀμφιλοχίου γράφει ὁ Μέγας Βασίλειος στὶς ἐπιστολές του. Εἶναι γνωστὸ πὼς ὁ Μέγας Βασίλειος εἶχε κλονισμένη ὑγεία, γι’ αὐτὸ καὶ ζητοῦσε τὶς προσευχὲς ἑνὸς ἁγίου ἀνθρώπου καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ τὸν ἐπισκέπτεται, γιὰ νὰ τοῦ δίνει δύναμη καὶ χαρά. Γράφει λοιπὸν σὲ μιὰ του ἐπιστολή· «Σὲ παρακαλῶ νὰ προσεύχεσαι γιὰ μένα, τώρα ποὺ περισσότερο ἀπὸ ἄλλη φορᾶ μοῦ χρειάζεται ἡ βοήθεια τῶν προσευχῶν σου» Καὶ σὲ μιὰ ἄλλη ἐπιστολὴ γράφει πάλι ὁ Μέγας Βασίλειος πρὸς τὸν ἅγιο Ἀμφιλόχιο· «Ἂν μπορέσεις, ὅσο ἀκόμα εἶμαι στὴ ζωή, δῶσε μου τὴ χαρὰ νὰ σὲ δῶ». Πολύ μας συγκινεῖ αὐτὸς ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖο οἱ ἅγιοι Πατέρες ἀλληλογραφοῦσαν μεταξύ τους.
Ὁ ἅγιος Ἀμφιλόχιος ἔλαβε μέρος στὴ δεύτερη οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ ἔγινε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 381. Ἐκεῖ τὸν θαύμασαν ὅλοι, καὶ τοὺς ἔκαμε μεγάλη ἐντύπωση ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖο διετύπωνε τὰ ἐπιχειρήματά του ἐναντίον τοῦ πνευματομάχου Μακεδονίου. Ὅταν ἔληξε ἡ Σύνοδος, ὁ αὐτοκράτορας Θεοδόσιος θέλησε νὰ τὸν κρατήσει κοντά του, ἀλλὰ ὁ ἅγιος Ἀμφιλόχιος δὲν δέχθηκε καὶ εἶπε στὸν αὐτοκράτορα· «ὁ βοσκός, Βασιλιά μου, πρέπει νὰ εἶναι κοντὰ στὰ πρόβατά του». Τὸν παρακάλεσε μόνο νὰ τοῦ κτίσει δύο ναοὺς στὸ Ἰκόνιο. Ὁ αὐτοκράτορας ἔκτισε τοὺς ναούς, τοὺς ὁποίους ὁ ἅγιος Ἀμφιλόχιος κάλεσε καὶ τοὺς ἐγκαινίασε ὁ Μέγας Βασίλειος.
Στὸ Πηδάλιο τοῦ ἁγίου Νικόδημου τοῦ Ἁγιορείτη, ποὺ εἶναι ὅλοι οἱ Κανόνες τῶν οἰκουμενικῶν καὶ τῶν τοπικῶν Συνόδων, ὡς καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων, εἶναι καὶ οἱ 92 Κανόνες τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Οἱ 92 αὐτοὶ Κανόνες, ὅλοι σχεδόν, εἶναι ἀπὸ τὶς τρεῖς κανονικὲς ἐπιστολὲς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου πρὸς τὸν ἅγιο Ἀμφιλόχιο. Φαίνεται στὶς ἐπιστολὲς αὐτὲς ὄχι μόνο ἡ σοφία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνύσταχτη φροντίδα τοῦ ἁγίου Ἀμφιλοχίου, ποὺ διαρκῶς ζητοῦσε νὰ ἔχει τὴ γνώμη τοῦ συμπατριώτη τοῦ ἀρχιεπισκόπου Καισαρείας, γιὰ ζητήματα τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων τοῦ πνευματικοῦ του ποιμνίου. Ἐπίσης τὴ σπουδαία πραγματεία του «Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», ὁ Μέγας Βασίλειος τὴ γράφει καὶ τὴν ἀφιερώνει πρὸς τὸν «ἐν ἁγίοις Ἀμφιλόχιον ἐπίσκοπον Ἰκονίου». Ἀμήν.

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *