29 Ἰανουαρίου 

Ὁ Δημήτριος γεννήθηκε τὸ 1780 στὸ Παλαιοκάστρο τῆς Χίου ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς, τὸν Ἀπόστολο καὶ τὴν Μαρουλῶ. Νέος ἀκόμη πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ νὰ ἐργασθῆ ἐκεῖ στὸν μεγαλύτερο ἀδελφό του, ποὺ ἦταν ἔμπορος. Λίγον καιρὸ ἀργότερα ἀρραβωνιάσθηκε, χωρὶς νὰ ζητήση τὴν γνώμη τοῦ ἀδελφοῦ του, ὁ ὁποῖος ὠργίσθηκε καὶ ἔδιωξε τὸν Δημήτριο ἀπὸ τὴν οἰκία του. Στερημένος τὰ πάντα, ἀκόμη καὶ τὴν τροφή, θυμήθηκε ὁ Δημήτριος ὅτι ἕνας πλούσιος Τοῦρκος, ὁ Σέι σου Ἐσελέμης, πελάτης τοῦ ἀδελφοῦ του, τοῦ χρωστοῦσε χρήματα, δύο δηνάρια. Πῆγε λοιπὸν σὲ αὐτόν, δῆθεν, ὅτι τὸν ἔστειλε ὁ ἀδελφός του, γιὰ νὰ εἰσπράξη τὴν ὀφειλή, μὲ πρόθεσι νὰ τὴν οἰκειοποιηθῆ.

Καθὼς ὁ Τοῦρκος ἀπουσίαζε, τὸν δέχθηκε ἡ κόρη του, ἡ ὁποία βλέποντας νὰ ἔρχεται τόσο συχνὰ στὸ σπίτι τους, φέρνοντας διάφορα ἐμπορεύματα αὐτὸς ὁ νέος καὶ ὡραῖος χριστιανός, τὸν εἶχε ἐρωτευθῆ. Τὸν ἔπεισε νὰ ἀπαρνηθῆ τὴν πίστι του καὶ νὰ τῆς ὑποσχεθῆ, ὅτι θὰ γίνη μουσουλμάνος, γιὰ νὰ τὴν παντρευθῆ.
Ἔμεινε ἔτσι περίπου δύο μῆνες μαζί της στὸ ἀρχοντόσπιτο σὰν φυλακισμένος, διότι οἱ Τοῦρκοι, βλέποντας τὸ θλιμμένο ὕφος του, φοβούταν, ὅτι δὲν θὰ τηρήση τὴν ὑπόσχεσί του. Τελικὰ ἡ συνείδησί του ἀφυπνίσθηκε, κατάλαβε τὸ λάθος του καὶ ἐκμεταλλευόμενος τὸν ὕπνο τους, μία νύχτα τοῦ ραμαζανιοῦ, κατέφυγε στὸ σπίτι ἑνὸς γνώριμού του χριστιανοῦ στὴν περιοχὴ Σταυροδρόμι. Τὰ δάκρυά του ἔτρεχαν ποτάμι, ἔγδερνε τὸ πρόσωπό του μὲ τὰ νύχια του στενάζοντας καὶ ἐξομολογεῖτο τὸ ἁμάρτημά του. Κάλεσαν τὸν ἀδελφό του καὶ τὸν ἐξομολόγο του. Τοὺς ὠμολόγησε τὰ πάντα, ἐξωμολογήθηκε τὴν ἄρνησι τῆς πίστεώς του καὶ δήλωσε, ὅτι ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα μοναδική του ἐπιθυμία ἦταν νὰ ξεπλύνη τὸ σφάλμα του μὲ τὸ αἷμα τοῦ μαρτυρίου.
Λίγο ἀργότερα ἔστειλε γραπτὴ ἐξομολόγησι στοὺς γονεῖς του, ζητώντας τὴν εὐλογία τους, ὥστε νὰ ὁμολογήση τὸν Χριστὸ ἐνώπιον τῶν Τούρκων. Ὁ πνευματικός του, φοβούμενος μήπως ἡ ἐπιθυμία του ἦταν ἀπόρροια ἀνθρώπινου λογισμοῦ, ἀποφάσισε νὰ τὸν δοκιμάση ἐπιβάλλοντάς του ἕναν αὐστηρὸ κανόνα νηστείας καὶ προσευχῆς. Εἴκοσι ἡμερόνυχτα, σχεδὸν ἄυπνος καὶ νηστικός, θρηνώντας ἀδιάκοπα καὶ μὲ τὸ πνεῦμα προσηλωμένο μόνον στὸν Θεό, ὁ ἅγιος μάρτυρας μὲ ζῆλο ὁλοένα πιὸ διάπυρο ἐπεδίωκε τὴν πραγματοποίησι τῆς ἀποφάσεώς του. Τέλος, ἔλαβε σὲ φωτεινὸ ὅραμα τὴν πληροφορία, ὅτι ἡ ἀπόφασί του ὄντως ἦταν θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Θεοτόκου, ὁ Χριστὸς θὰ τοῦ ἔδινε τὴν δύναμι, γιὰ νὰ τελειωθῆ μαρτυρικά.
Ἔλαβε τότε τὴν εὐλογία τοῦ πνευματικοῦ, μετέλαβε τῶν ἀχράντων Μυστηρίων καὶ παρουσιάσθηκε μὲ θάρρος στὸν Τοῦρκο δικαστῆ. Διηγήθηκε τὴν ἄρνησί του, ὠμολόγησε τὴν πίστι του στὸν Χριστὸ καί, ρίχνοντας καταγῆς το μουσουλμανικὸ σαρίκι του, δήλωσε, ὅτι ἦταν ἕτοιμος νὰ ὑποστῆ κάθε λογὴς τιμωρία. Τὸν ἔκλεισαν πολλὲς ἡμέρες σὲ ἕνα σκοτεινὸ καὶ ὑγρὸ κελλί, τὸ ὁποῖο μετέτρεψε σὲ νυφικὴ παστάδα μὲ τὶς προσευχές του καὶ ὑποβλήθηκε σὲ ἀλλεπάλληλες ἀνακρίσεις καὶ ραβδισμούς. Ὅλα αὐτὰ ὅμως ἐνίσχυσαν τὴν ἀπόφασί του.
Ἡ δόλια μουσουλμανίδα τὸν ἀκολούθησε ἀκόμη καὶ μέσα στὴν φυλακὴ καὶ μεταχειρίσθηκε κάθε πανουργία της, γιὰ νὰ τὸν ἑλκύση ἄλλη μία φορὰ πρὸς τὸ μέρος της. Μάταια· ὁ ἅγιος μάρτυρας εἶχε πλέον ἁγνὴ σύντροφο τὴν Παναγία. Οἱ Χιῶτες τῆς Πόλης, ἀπὸ φόβο μήπως ὑποκύψη στὸ μαρτύριο καὶ ἀρνηθῆ τὸν Χριστό, ἔκαναν ἔρανο καὶ συγκέντρωσαν ἕνα ποσὸ ποὺ ἀρκοῦσε γιὰ τὴν προσωρινή του ἀποφυλάκισι. Μαθαίνοντάς το ὁ ἅγιος, ἐνοχλημένος τοὺς ἐπιτίμησε μὲ δριμύτητα καὶ ζήτησε νὰ μοιράσουν τὸ ποσὸ στὶς ἐκκλησίες τῆς Πόλης, ὥστε νὰ ἀναπεμφθῆ δέησις ὑπὲρ αὐτοῦ τὴν ὥρα τοῦ ἀγώνα.
Ἀντιστεκόμενος σὰν ἀδάμαντας στοὺς βασανισμοὺς καὶ στὰ γλυκόλογα τῆς κοπέλας, ὀργάνου τοῦ διαβόλου, ὁ ἅγιος μάρτυς δέχθηκε μὲ χαρὰ τὴν καταδίκη του σὲ θάνατο. Ἀρνήθηκε νὰ τοῦ δέσουν τὰ μάτια, γονάτισε ἥσυχα μπροστὰ στὸ ξύλο τοῦ ἀποκεφαλισμοῦ καὶ ἔσκυψε τὸ κεφάλι λέγοντας: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ βασιλεία Σου!» Οἱ πολυάριθμοι χριστιανοί, ποὺ παραβρίσκονταν, ἔσπευσαν τότε, περιφρονώντας τὰ χτυπήματα τῶν στρατιωτῶν, ἄλλοι γιὰ νὰ βρέξουν ἕνα μαντήλι στὸ αἷμα τοῦ μάρτυρα, ἄλλοι γιὰ νὰ πάρουν ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὰ ροῦχα του. Ὅλοι ἤσαν γεμάτοι ἀπὸ χαρά, διότι ἡ ἑκούσια θυσία τοῦ ἁγίου Δημητρίου θὰ ἀπέβαινε γι’ αὐτοὺς πηγὴ εὐλογίας. Τὸ τίμιο λείψανό του τὸ παρέλαβαν οἱ Χριστιανοὶ καὶ τὸ ἐνταφίασαν σὲ κάποιο Μοναστήρι στὸ νησὶ Πρώτη.

Πηγή: Βενεδίκτου Ἱερομονάχου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς 19ου καὶ 20ου αιώνα, σελ. 48-50, Ἔκδοσις Συνοδίας Σπυρίδωνος Ἱερομονάχου, Ἱερὰ Καλύβη «Ἅγιος Σπυρίδων Α΄», Νέα Σκήτη Ἁγίου Ὅρους, 2013.


Ἀπολυτίκιον Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Χαῖρε βλάστημα, τερπνόν της Χίου` χαῖρε καύχημα, τῶν ὀρθοδόξων, καρτερόψυχε, νέε Δημήτριε` τὴν γὰρ ἀντίχριστον πλάνην ἐφαύλισας, ἔνθα του κράτους ὑπάρχει τὸ φρύαγμα, ὡς ἀνέκραζες, Θεὸν τὸν Χριστὸν ἐπίσταμαι, δωρούμενον ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Κοντάκιον Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Ἡ λαμπρά του Βύζαντος, καὶ μεγαλώνυμος Πόλις, μελωδείτω σήμερον, μεγαλοφώνως βοώσα, σκάμματα τὰ ὑπὲρ φύσιν τοῦ Δημητρίου, νέου μέν, μετὰ τὸν πάλαι τὸν Μυρορροᾶν, διὰ σὲ Χριστὸν σφαγέντος, ὅνπερ ἀνύμνει σε, ὡς φύσει Θεοῦ Υἱόν.

 

Κάθισμα Ἦχος α’. Τὸν τάφον Σου Σωτήρ.

Εὐφράνθησαν ἐν σοῖ, Ὀρθοδόξων τα πλήθη, φαυλίσαντι λαμπρῶς, τῶν ἀνόμων τὴν πλάνην` ἀνῆλθες ἐπὶ βήματος, ὑπερτάτου της Βύζαντος, καὶ ἀνέκραζες, ὢ ἀσεβείας προστᾶται, τὸν θεάνθρωπον, ἐγὼ κηρύττω Σωτήρα, τοῦ κόσμου καὶ Κύριον.

Ὁ Οἴκος

Δημητρίου τοῦ Χιοπολίτου τὴν ἄθλησιν, τὰ παλαίσματα καὶ τὸν ἔνδοξον ὑπὲρ Χριστοῦ θάνατον, δεῦτε φιλέορτοι συνελθόντες, ὕμνοις, ἐγκωμίων, καὶ ὠδαῖς πνευματικαῖς εὐφημήσωμεν` ὅτι τὴ δυνάμει τοῦ Χριστοῦ καθοπλισθεῖς, τὴν κακέμφατόν των τῆς Ἄγαρ κατέπτυσε πλάνην, ἐν αὐτῶ τῷ τοῦ κράτους ὑπρτάτω βήματι, καταπλήξας αὐτούς, τὴ τοῦ φρονήματος παρρησία, καὶ τὴν τούτων μιαιφόνον ἐρεθίσας μανίαν, εἰς τὸ παρ` αὐτῶν σφαγῆναι, ὅτι τρανῶς Θεὸν ἀληθινὸν τὸν Χριστὸν ὠμολόγει, ὡς φύσει Θεοῦ Υἱόν.

Μεγαλυνάριον

Τοὺς ἀνευφημούντας σου εὐλαβῶς, τοὺς λαμπροὺς ἀγώνας, καὶ τοὺς ἄθλους Μάρτυς Χριστοῦ, καὶ τὴν θείαν μνήμην τελοῦντας ἐτησίως, περίσωζε Δημήτριε ταῖς πρεσβείαις σου.

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *