ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ἡ ζωὴ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ ὑπῆρξε ζωὴ συνεχῶν ἀγώνων. Ἀγωνίστηκε ἐναντίον τῆς νέας αἱρέσεως τῶν εἰκονομάχων γιατί ἔζησε κατὰ τὸν 8ον αἰώνα ποὺ ἡ εἰκονομαχία συγκλόνιζε τὰ θεμέλια της Ἐκκλησίας. Ἐναντίον τῆς ὑπερηφάνειας καὶ τῆς ὑψηλοφροσύνης, γιατί ἦταν κάτοχος ὅλης της ἐπιστημονικῆς γνώσεως τῆς ἐποχῆς του, ὅπως φαίνεται καὶ ἀπὸ ἔργα του ποὺ μᾶς ἄφησε.

Ἐναντίον τῆς ἀγάπης τοῦ πλούτου καὶ τῆς ἀνθρώπινης δόξας, γιατί καὶ θέση ἐπίζηλη κατεῖχε, ἀλλὰ καὶ πλούτη εἶχε ἄφθονα.
Παρ’ ὅλα αὐτά, ἐπειδὴ ἀγάπησε τὴ μοναχικὴ πολιτεία, ἐγκατέλειψε τὰ πάντα στὸν κόσμο αὐτὸ καὶ ἔγινε ὑποτακτικὸς σ’ ἐὰν αὐστηρὸ γέροντα. Καὶ στὴ ζωὴ τῆς ὑποταγῆς ὅμως ἔδειξε ὅτι εἶχε πάρει ἀπόφαση νὰ πεθάνει γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος μέσα καὶ νὰ γεννηθεῖ ὁ νέος, ὁ κατὰ Χριστὸν πλασθεῖς.

Νοῦς ὀξὺς καὶ πολυμαθής μας ἄφησε σπουδαία ἔργα δογματικά, ἀλλὰ καὶ σπουδαιότατα τροπάρια καὶ ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας καὶ δικαίως θεωρεῖται σὰν ἕνας ἀπὸ τοὺς κορυφαίους ὑμνογράφους.
Ἡ ὑπακοὴ καὶ ἡ ταπείνωσή του, καθὼς καὶ ἡ ὅλη του ζωὴ ἔμεινε παραδειγματικὴ καὶ σήμερα προβάλλει ἡ μορφή του σὰν ὑπόδειγμα γιὰ μίμηση ὅλων, ὅσων θέλουν νὰ κερδίσουν τὰ μόνιμα καὶ ἀναφέρεται ἀγαθά του οὐρανοῦ.

Οἱ γονεῖς τοῦ Ἰωάννη
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης, ὁ λεγόμενος Δαμασκηνός, ἔζησε κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς βασιλείας τοῦ Λέοντος Γ’ τοῦ Ἰσαύρου (717-741) καὶ μέχρι τῆς βασιλείας τοῦ διαδόχου αὐτοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Κoπρωνύμου.

Ὀνομάσθηκε ὁ ἅγιος «Δαμασκηνὸς» ἀπὸ τὸ ὄνομα τῆς ἰδιαιτέρας τοῦ πατρίδας Δαμασκοῦ. Ἡ πόλη αὐτὴ βρίσκεται στὴ Συρία. Τὴν ἐποχή, ποὺ γεννήθηκε, ἦταν ἡ πόλη ὑποδουλωμένη στοὺς Ἀγαρηνοὺς καὶ οἱ κάτοικοι εἶχαν ἀλλάξει τὴν πίστη τους. Μόνο οἱ γονεῖς τοῦ Ἰωάννη ἤσαν πιστοὶ καὶ εὐσεβεῖς, σὰν τὰ εὐωδιαστὰ ρόδα ἀνάμεσα στὰ ἀγκάθια. Ὁ Θεὸς γιὰ τὴ ἀρετή τους, τοὺς ἀντάμειψε καὶ τοὺς ἔκανε θαυμαστούς. Αὐτοὶ οἱ αἰχμάλωτοι ἔγιναν κριτὲς τῶν κυριῶν τους. Καθὼς συνέβη στοὺς Τρεῖς Παῖδες, ποὺ ἤσαν Αἰχμάλωτοί των Ἀσσυρίων καὶ στὸν Ἰωσήφ, ποὺ ἦταν αἰχμάλωτός των Αἰγυπτίων. Καὶ τώρα ὁ πατέρας τοῦ Ἰωάννη ἔγινε πρωτοσύμβουλός του Ἀμηρᾶ.

Αὐτὸν διάλεξε γιὰ νὰ τὸν ἔχει σύμβουλο καὶ διοικητὴ τῶν δημοσίων, ἂν καὶ ἦταν ἀλλόπιστος, ἐξ’ αἰτίας τοῦ πλούτου του καὶ τῆς καταγωγῆς του.

Σὰν διοικητὴς κυβερνοῦσε τὴ χώρα μὲ δικαιοσύνη καὶ σοφία. Ἦταν πολὺ φιλάνθρωπος καὶ ἔδινε ἀπὸ τὸν πλοῦτο του γιὰ νὰ ἐξαγοράζει καὶ νὰ ἐλευθερώνει τοὺς αἰχμαλώτους ἀπὸ τοὺς Ἀγαρηνούς, γιατί κινδύνευαν νὰ χάσουν τὴν πίστη τους καὶ τὴ ζωή τους. Ἔπειτα ἔδινε γῆ γιὰ νὰ τὴν καλλιεργοῦν σ’ ὅσους ἤθελαν νὰ μείνουν στὴν Ἰουδαία ἢ στὴ Παλαιστίνη, γιατί ἐκεῖ εἶχε πολλὰ χωράφια. Ὅσοι πάλι δὲν ἤθελαν νὰ μείνουν ἐκεῖ, τοὺς ἔδινε χρήματα γιὰ νὰ πᾶνε, ὅπου ἤθελαν.

Δὲν ξόδευε ποτὲ χρήματα σὲ συμπόσια ἢ γιὰ πολύτιμα φορέματα, ὅπως συνηθίζουν οἱ πλούσιοι, ἀλλὰ μόνο γιὰ θεάρεστα ἔργα.

Ὁ Θεὸς σὰν ἀμοιβὴ γιὰ τὰ φιλάνθρωπα ἔργα του, τοῦ χάρισε τὸν Ἰωάννη, τὸν παγκόσμιο φωστήρα τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ τὴ στόλισε μὲ ἐξαιρετικὰ τροπάρια.

Εὕρεση δασκάλου
Χάρηκε, γιατί τοῦ χάρισε ὁ Κύριος κληρονόμο καὶ μόλις μεγάλωσε τὸ παιδί, ἀναζητοῦσε νὰ τοῦ βρεῖ δάσκαλο σοφὸ καὶ ἐπιθυμοῦσε νὰ τὸ ἀναδείξει μεγάλο φιλόσοφο. Ἐπειδὴ ὁ πόθος τοῦ ἦταν θεάρεστος, ὁ Θεὸς ἐξεπλήρωσε τὴν ἐπιθυμία του.

Οἱ βάρβαροί της πόλης ἐκείνης αἰχμαλώτισαν πολλοὺς χριστιανοὺς ἀπὸ διαφόρους τόπους καὶ τοὺς ἔφεραν ἐκεῖ. Ἀπ’ αὐτοὺς ἄλλους πώλησαν κι ἄλλους, ὅσους δὲν θέλησε κανεὶς νὰ τοὺς ἀγοράσει, ἀποφάσισαν νὰ τοὺς φονεύσουν. Ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς ἔτυχε νὰ εἶναι καὶ κάποιος μοναχὸς ἀπὸ τὴν Ἰταλία, Κοσμᾶς στὸ ὄνομα, σεμνὸς κι ἐνάρετος.

Ἐνῶ οἱ βάρβαροι ὁδηγοῦσαν τοὺς αἰχμαλώτους ἐκεῖ, ποὺ θὰ τοὺς θανάτωναν, συνάντησαν τὸν πατέρα τοῦ Ἰωάννη. Ἐκεῖνος βλέποντας τὸν Κοσμᾶ μὲ λυπημένη ὄψη καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια τὸν πλησίασε καὶ τοῦ εἶπε:

– Γιατί κλαῖς, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ; Λυπᾶσαι ποὺ θὰ στερηθεῖς τὸν κόσμο, πού, ὅπως βλέπω ἀπὸ τὸν μοναχικό σου σχῆμα, τὸν ἀπαρνήθηκες καὶ νέκρωσες τὸ σῶμα σου;
Σ’ αὐτὰ τὰ λόγια ἀπάντησε ὁ μοναχός:

– Ὁ Θεὸς γνωρίζει, ὅτι δὲν λυπᾶμαι γιὰ τὴ στέρηση τῆς παρούσας ζωῆς, γιατί ἐγὼ τὸν κόσμο τὸν ἀρνήθηκα ὅπως εἶπες. Ἀλλὰ λυπᾶμαι, γιατί ἔμαθα ὅλες τὶς ἐπιστῆμες. Φιλοσοφία, Ρητορική, Διαλεκτική, Ἀριθμητική, Γεωμετρία καὶ κάθε ἄλλη σοφία. Ἐκπαιδεύτηκα καὶ στὴ Μουσικὴ καὶ ἔμαθα καὶ Ἀστρονομία. Μπορῶ νὰ πῶ, ὅτι δὲν ἄφησα τίποτε, ποὺ νὰ μὴ μάθω, γιὰ νὰ ἐννοήσω ἀπὸ τὴν ἁρμονία καὶ τὴν ὀμορφιὰ τῶν δημιουργημάτων τὸν Δημιουργό της Κτίσεως.

Ἔπειτα σπούδασα καὶ τὴν δική μας Θεολογία. Ἐπειδὴ ὅμως δὲ βρῆκα ἀκόμη μαθητὴ γιὰ νὰ τὸν ἀφήσω διάδοχό της σοφίας μου λυπᾶμαι καὶ θλίβομαι. Γιατί ὅπως θέλουν οἱ πλούσιοι ν’ ἀποκτήσουν παιδιὰ γιὰ νὰ τοὺς κληρονομήσουν, ἔτσι ἐπιθυμοῦν καὶ οἱ φιλόσοφοι ν’ ἀφήσουν διαδόχους στὴ σοφία τους, γιὰ νὰ ἔχουν μνήμη ἀθάνατη. Ἔτσι φεύγει ὁ σοφὸς γιὰ τὴν αἰώνια ζωὴ σὰν τὸν δοῦλο, ποὺ διπλασίασε τὸ τάλαντο. Διαφορετικὰ θὰ κριθεῖ σὰν ἀνωφελής. Γι’ αὐτὸ στεναχωροῦμαι, ἐπειδὴ φοβᾶμαι, μήπως ὁ Δεσπότης μὲ συναριθμήσει μὲ τὸν πονηρὸ δοῦλο ποὺ ἔκρυψε τὸ τάλαντο.

Μόλις ἄκουσε αὐτὰ ὁ ἄρχοντας, ποὺ εἶχε πόθο νὰ βρεῖ τέτοιο σοφὸ ἄνθρωπο, λέγει στὸν Κοσμᾶ.
Μὴ λυπᾶσαι γι’ αὐτὴ τὴν αἰτία, δάσκαλε, καὶ ἴσως ὁ Κύριος ἐκπληρώσει τὰ αἰτήματα τῆς καρδιᾶς σου.

Πῆγε στὸν ἄρχοντα τῶν Σαρακηνῶν καὶ τοῦ ἐζήτησε νὰ τοῦ χαρίσει αὐτὸν τὸν αἰχμάλωτο. Ἔτσι καὶ ἔγινε. Πῆρε, λοιπόν, τὸν Κοσμᾶ, τὸν ὁδήγησε στὸ σπίτι του, τὸν περιποιήθηκε καὶ τοῦ εἶπε:

– Γνώριζε, σοφότατε καὶ λογικότατε, ὅτι ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία σὲ λύτρωσα, ἀλλὰ σὲ κάνω καὶ δεσπότη τοῦ σπιτιοῦ μου, μέτοχο στὶς χαρὲς καὶ στὶς λύπες μου. Ἄλλη χάρη δὲν ζητῶ ἀπὸ τὴν ἁγιοσύνη σου, παρὰ μόνο νὰ καταβάλλεις κάθε προσπάθεια νὰ διδάξεις αὐτὰ τὰ δύο παιδιά, ὅλη τὴν σοφία καὶ τὴν μάθηση ποὺ γνωρίζεις. Εἶναι δὲ τὰ παιδιὰ ὁ Ἰωάννης γνήσιο παιδί μου καὶ ὁ Κοσμᾶς ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, ποὺ τὸν πῆρα ἀπὸ μικρὸ κοντά μου, γιατί ἦταν ὀρφανὸς καὶ τὸν ἀγαπῶ ὄχι λιγότερο ἀπὸ τὸν Ἰωάννη.

Ὁ Κοσμᾶς μόλις ἄκουσε αὐτά, χάρηκε καὶ ὅπως τὸ διψασμένο ἐλάφι ποὺ τρέχει στὸ νερό, ἔτσι καὶ αὐτὸς μὲ μεγάλη ἐπιθυμία δίδασκε τοὺς μαθητὲς τοῦ τὴ φιλοσοφία του.

Οἱ δύο νέοι λόγω τῆς ὀξύτητας τοῦ πνεύματος μέσα σὲ λίγα χρόνια σπούδασαν καὶ ἔμαθαν τὶς ἐπιστῆμες. Τὸ πόσο καλὰ μορφώθηκαν, φαίνεται στὰ ποιήματα καὶ στὰ συγγράμματά τους. Ὁ Ἰωάννης ἔγραψε πολλοὺς λόγους περὶ Ὀρθοδοξίας κατὰ τῶν αἱρετικῶν. Ἔγραψε καὶ ψυχωφελεῖς ὁμιλίες, ποὺ θαυμάζει κανεὶς τὴ σοφία του.

Παρ’ ὅλη τὴ σοφία τοῦ καθόλου δὲν ὑπερηφανευόταν, ἀλλὰ ὅπως τὰ καρπερὰ δέντρα, ὅσο εἶναι φορτωμένα ἀπὸ καρποὺς τόσο καὶ περισσότερο γέρνουν πρὸς τὴ γῆ, ἔτσι κι ὁ πάνσοφος Ἰωάννης.

Ἀναχώρηση τοῦ δασκάλου
Ὅταν ὁ δάσκαλος εἶδε, ὅτι οἱ μαθητὲς τοῦ ἔφτασαν σὲ ἱκανὸ σημεῖο σοφίας πῆγε στὸν πατέρα τους καὶ τοῦ εἶπε:

– Κύριε, ὅπως ἤθελες, ἔγιναν τὰ παιδιά σου θαυμάσια στὴ σοφία. Καὶ δὲν ἀρκέσθηκαν νὰ γίνουν μόνον, ὅπως ὁ δάσκαλός τους, ἀλλὰ κατὰ πολὺ ἀνώτεροι στὸ ὕψος τῆς φιλοσοφίας. Λοιπόν, ἐπειδὴ δὲ μὲ χρειάζονται πιά, ζητῶ ἀπὸ τὴν εὐγένειά σου μιὰ χάρη.

Σὰν πληρωμὴ τοῦ κόπου μου νὰ μ’ ἀφήσεις νὰ πάω σὲ κανένα ἀσκητήριο γιὰ νὰ μελετήσω τὴν ἄνω σοφία, πρὸς τὴν ὁποία ἡ φιλοσοφία μὲ καθοδήγησε.

Ὁ ἄρχοντας, ὅταν ἄκουσε αὐτὰ λυπήθηκε, γιατί δὲν ἤθελε ν’ ἀποχωρισθεῖ τέτοιο χρήσιμο ἄνθρωπο. Ἀλλά, γιὰ νὰ μὴ φανεῖ πρὸς τὸν εὐεργέτη τοῦ ἀχάριστός του ἔδωσε τὴν ἄδεια καὶ χρήματα γιὰ τὸ ταξίδι του.

Ἔφυγε, λοιπόν, ὁ Κοσμᾶς, καὶ πῆγε στὴν Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σάββα. Ἐκεῖ πέρασε τὸ ὑπόλοιπό της ζωῆς τοῦ μέχρι ποὺ ἔφυγε γιὰ τὴν αἰώνια μακαριότητα. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ πατέρας τοῦ Ἰωάννη μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ ἔφυγε γιὰ τὸν οὐρανό.

Ὁ ἀρχηγὸς τῶν Σαρακηνῶν βλέποντας τὴ σοφία τοῦ Ἰωάννη τοῦ ἔδωσε τὸ ἀξίωμα τοῦ πατέρα του. Ὁ Ἰωάννης ἔγινε πρωτοσύμβουλος, παρὰ τὴ θέλησή του. Ἐπιθυμία τοῦ ἦταν νὰ ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸν κόσμο.

Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἦταν αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου ὁ Λέων Γ’ ὁ Ἴσαυρος (717-741), ποὺ σὰν λιοντάρι κατασπάραζε τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ διώκοντας τοὺς πιστούς, ποὺ προσκυνοῦσαν τὶς εἰκόνες.

Ὁ Ἰωάννης, θερμὸς ζηλωτὴς τῆς πίστεως ἔγραφε ἐπιστολὲς καὶ τὶς ἔστελνε στὴν Βασιλεύουσα. Καταπολεμοῦσε τὶς ἀπόψεις τοῦ Λέοντος ἀποδεικνύοντας μὲ φιλοσοφικοὺς συλλογισμοὺς καὶ μὲ ἱστορικὰ παραδείγματα ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων, τὴν ἀναγκαία προσκύνηση τῶν ἁγίων εἰκόνων.
Τέτοιες ἐπιστολές, ἔστελνε καὶ σὲ πολλοὺς ἀνθρώπους γιὰ νὰ τὶς διαβάζουν μεταξύ τους καὶ νὰ στερεώνονται στὴν εὐσέβεια καὶ νὰ μαθαίνουν πὼς θ’ ἀπαντοῦν στοὺς εἰκονομάχους.

Ἡ συκοφαντία
Μόλις ἔμαθε αὐτὰ ὁ ἀσεβὴς βασιλιὰς συζήτησε τὸ θέμα μὲ ἄλλους ἄρχοντες εἰκονομάχους καὶ ἀποφάσισαν νὰ διαβάλλουν τὸν Ἰωάννη στὸν ἄρχοντα τῶν Σαρακηνῶν, γιὰ νὰ τὸν θανατώσει. Βρῆκαν, λοιπόν, μιὰ ἐπιστολὴ τοῦ Ἰωάννη, ποὺ τὴν ἔδειξε ὁ Λέων σὲ μερικοὺς δασκάλους καὶ τοὺς ρώτησε, ἂν μποροῦν νὰ μιμηθοῦν τὸ γραφικὸ χαρακτήρα ἐκείνου.

Βρέθηκε ἕνας ἔμπειρος καλλιγράφος, ποὺ ὑποσχέθηκε, ὅτι θὰ μιμηθεῖ ἀκριβῶς τὸ χαρακτήρα. Αὐτὸν διάταξε ὁ Λέων νὰ ἀντιγράψει μιὰ ἐπιστολὴ γραμμένη ἀπὸ τὸν ἴδιο, σὰν ἀπὸ τὸν Ἰωάννη καὶ ἀπευθυνόμενη στὸν ἴδιο. Ἡ ἐπιστολὴ ἔλεγε: «Βασιλιὰ πολυχρονεμένε, στέλνω τὴν ἁρμόζουσα εὐγνωμοσύνη καὶ τὸν πρέποντα σεβασμὸ στὴ βασιλεία σου. Μάθε ὅτι αὐτὴ τὴν ἐποχὴ ἡ πόλη τῆς Δαμασκοῦ εἶναι παραμελημένη ἀπὸ τοὺς Ἀγαρηνούς, γιατί ὁ στρατὸς τοὺς εἶναι ἐξασθενημένος. Στεῖλε στόλο καὶ στρατὸ πολύ, ὅσο μπορεῖς, νὰ τὴν καταλάβεις χωρὶς πόλεμο. Θὰ σὲ βοηθήσω σ’ αὐτὸ κι ἐγώ, γιατί ὅλη ἡ πόλη εἶναι σχεδὸν στὴν ἐξουσία μου».
Ἔπειτα ἔγραψε ὁ Λέων ὁ ἴδιος ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Σαρακηνὸ ἄρχοντα καὶ τοῦ ἔγραφε:
«Δὲν γνωρίζω τίποτε καλύτερο ἀπὸ τὸ νὰ φυλάσσει ὁ καθένας τὶς συνθῆκες εἰρήνης. Δὲ θέλω νὰ χαλάσω τὴ φιλία, ποὺ ἔχω μὲ τὴν εὐγένειά σου, ἂν καὶ κάποιος ἔμπιστος φίλος σου μὲ παρακινεῖ καὶ μὲ προκαλεῖ σὲ τοῦτο. Πολλὲς φορὲς μάλιστά μου ἔστειλε ἐπιστολὴ νὰ ἔλθω νὰ κυριεύσω τὴ χώρα σου. Γιὰ νὰ βεβαιωθεῖς δὲ ὅτι σου λέω τὴν ἀλήθειά σου στέλνω μία ἀπὸ τὶς ἐπιστολές. Ἔτσι θὰ γνωρίσεις τὴ δική μου ἀληθινὴ φιλία καὶ ἐκεῖνον τὸ δόλιο, πού μου τὶς ἔγραψε.

Ἔστειλε λοιπὸν ὁ βασιλιὰς τὶς ἐπιστολὲς μὲ ἕνα του δοῦλο. Ὁ βάρβαρος ἡγεμόνας θύμωσε καὶ κάλεσε τὸν Ἅγιο.

Κόψιμο τοῦ δεξιοῦ χεριοῦ τοῦ Ἰωάννη.
Ὁ Ἰωάννης ἐννόησε τὸ δόλο τοῦ Λέοντος καὶ ἐξήγησε στὸν ἄρχοντα ὅτι ποτὲ δὲν ἔβαλε στὸ νοῦ τοῦ τέτοια προδοτικὴ πράξη. Ἐζήτησε δὲ προθεσμία ν’ ἀποδείξει τὸ ἄδικο. Ὁ βάρβαρος ὅμως δὲν πίστεψε καὶ πρόσταξε νὰ τοῦ κόψουν τὸ δεξὶ χέρι. Κόπηκε τὸ χέρι, ποὺ ἔλεγχε καθένα ποὺ μισοῦσε τὸν Κύριο καὶ κρεμάστηκε στὴν ἀγορά, γιὰ νὰ τὸ βλέπουν ὅλοι.
Τὸ βράδυ ἔστειλε μεσίτες ὁ Ἰωάννης στὸ βάρβαρο παρακαλώντας νὰ τοῦ χαρίσει τὸ κομμένο χέρι γιὰ νὰ τὸ θάψει. Ὁ Σαρακηνὸς συμφώνησε καὶ τοῦ ἔδωσε τὸ χέρι. Ὁ Ἅγιος το πῆρε τὸ πῆγε στὸ ναό, ποὺ εἶχε στὸ σπίτι του. Ἔπεσε κάτω μπροστὰ στὴ ἁγία εἰκόνα τῆς Θεομήτορος καὶ προσευχόμενος μὲ δάκρυα ἔλεγε:
«Δέσποινα Παναγνὲ Μῆτερ, ἡ τὸν Θεόν μου τεκοῦσα,
διὰ τῆς θείας εἰκόνας ἡ δεξιά μου ἐκόπη.
Οὐκ ἀγνοεῖς τὴν αἰτίαν, δὶ’ ἣν ἐμάνη ὁ Λέων
Προφθασον, τοίνυν, ὡς τάχος καὶ ἰασαί μου τὴν χείρα.
Ἡ δεξιά του Ὑψίστου, ἡ ἀπό Σου σαρκωθεῖσα,
Πολλᾶς ποιεῖ τὰς δυνάμεις διὰ τῆς Σῆς μεσιτείας.
Τὴν δεξιάν μου ταύτην καὶ νῦν ἰασάτω λιταίς σου.
Ὡς ἄν, Σοὺς ὕμνους, οὖς δοίης καὶ τοῦ ἔκ Σοῦ σαρκωθέντος.
Ἐν ρυθμικαῖς ἁρμονίαις συγγράψηται, Θεοτόκε,
Καὶ συνεργὸς χρηματίση τῆς Ὀρθοδόξου λατρείας,
Δύνασαι γὰρ ὅσα ἂν θέλης, ὡς τοῦ Θεοῦ Μήτηρ οὖσα»
Λέγοντας αὐτὰ ὁ Ἰωάννης ἀποκοιμήθηκε καὶ βλέπει τὴν ἁγία εἰκόνα τῆς Ἀειπαρθένου καὶ τοῦ λέγει:

«Γιατρεύτηκε τὸ χέρι σου καὶ μὴ λυπᾶσαι πλέον γι’ αὐτό. Κᾶνε τώρα αὐτὸ γραφίδα γραμματέως ὅπως μου ὑποσχέθηκες».
Θεραπεία τοῦ κομμένου χεριοῦ
Τότε ξύπνησε ὁ Ἅγιος καὶ βλέποντας τὸ χέρι τοῦ θεραπευμένο, δοξολογοῦσε καὶ εὐχαριστοῦσε τὸν Κύριο καὶ τὴν Ἄχραντη Μητέρα του. Ἔψαλλε ὅλη τὴν νύκτα λέγοντας
«Ἡ δεξιά σου χείρ, Κύριε, ἐν ἰσχύι δεδόξασται ἡ δεξιά σου τὴν θραυσθείσαν μου δεξιὰν ἐθεράπευσε. Διὰ τῆς δεξιᾶς μου ταύτης θέλεις θρυμματίσει καὶ συντρίψει τοὺς ὑπεναντίους εἰκονοθραύστας».

Τὴν ἄλλη μέρα εἶδαν τὸ θαῦμα μερικοὶ γείτονες τοῦ Ἁγίου καὶ πῆγαν στὸν Σαρακηνὸ λέγοντας:Ἄρχοντα, αὐτοὶ ποὺ πρόσταξες νὰ κόψουν τὸ χέρι τοῦ Ἰωάννη, δὲν ὑπάκουσαν. Ἀλλὰ κάποιος δοῦλος ἢ φίλος του δέχτηκε νὰ τοῦ κόψουν τὸ δικό του χέρι, ἀφοῦ πῆρε πολλὰ χρήματα. Ἔτσι οἱ δήμιοι ἀφοῦ πῆραν καὶ οἱ ἴδιοι χρήματα δὲν ἐξετέλεσαν τὴν προσταγή.
Ὁ ἄρχοντας διέταξε τότε νὰ ‘ρθει ὁ Ἰωάννης γιὰ νὰ δεῖ τὰ χέρια του. Πῆγε, λοιπόν, ὁ Ἅγιος καὶ ἔδειξε τὸ χέρι του ποὺ εἶχαν κόψει. Γύρω δὲ ἀπὸ τὸ χέρι, στὸ σημεῖο ποὺ εἶχε συγκολληθεῖ, ὑπῆρχε κατὰ θεία οἰκονομία μιὰ γραμμή.
Λέγει τότε ὁ βάρβαρος στὸν Ἰωάννη:
– Ποιὸς γιατρὸς σὲ θεράπευσε; Καὶ τί βότανα ἔβαλε;
– Ὁ παντοδύναμος Κύριος μου καὶ μόνον Αὐτός, ποὺ τὰ πάντα μπορεῖ νὰ κάνει.
– Ἀνεύθυνος εἶσαι, ὅπως φαίνεται καὶ ἄδικα σὲ κατακρίνα, γιατί δὲν ἐξέτασα καλὰ τὴν ὑπόθεση. Σὲ παρακαλῶ συγχώρεσε μὲ καὶ ἔχε τὴν τιμὴ τοῦ πρωτοσύμβουλού μου. Σοῦ ὑπόσχομαι δὲ νὰ μὴν κάνω τίποτε χωρὶς τὴ συμβουλή σου.
Τότε ὁ Ἅγιος ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ τὸν ἀφήσει νὰ πάει σ’ ἄλλη ὑπηρεσία ποὺ περισσότερο ἐπιθυμοῦσε. Ὁ ἄρχοντας εἶχε στὴν ἀρχὴ ἀντιρρήσεις, ἀλλὰ τελικά του ἔδωσε τὴν ἄδεια.

Ἀναχώρηση ἀπὸ τὸν κόσμο
Ἐλευθέρωσε, λοιπόν, τοὺς δούλους του, μοίρασε τὰ πλούτη του στοὺς φτωχοὺς καὶ στὴν ἐκκλησία καὶ πῆγε στὴ Μονὴ τοῦ ἁγίου Σάββα. Παρακάλεσε τὸν ἡγούμενο, λέγοντας μὲ πολλὴ ταπείνωση:

– Ἐγώ, Δέσποτα εἶμαι τὸ χαμένο πρόβατο καὶ ἔρχομαι στὸ Χριστὸ ἀπὸ τὴν ἐρημιὰ τοῦ κόσμου. Νὰ δεχθεῖς, λοιπὸν ἐμένα, τὸν ἀνάξιο, καὶ νὰ μὲ πάρεις στὰ πρόβατα τῆς ποίμνης σου.

Ὁ Ἡγούμενος χάρηκε καὶ ἀφοῦ φώναξε κάποιον ἐπίσημο γέροντα τοῦ ἔδωσε ὑποτακτικὸ τὸν Ἅγιο, γιὰ νὰ τὸν διδάσκει καὶ νὰ τὸν καθοδηγεῖ στὴ μοναχικὴ πολιτεία.

Ὁ γέροντας τὸν πῆρε στὸ κελλί του, τὸν νουθέτησε καὶ τοῦ εἶπε:

– Πρόσεχε νὰ μὴν κάνεις τίποτε χωρὶς τὸ θέλημά μου.

Αὐτὸ εἶναι τὸ θεμέλιό της μοναχικῆς πολιτείας, νὰ κόψεις τὸ θέλημά σου καὶ νὰ προσφέρεις τὶς προσευχὲς καὶ τὰ δάκρυα στὸ Θεό. Αὐτὸ εἶναι ἡ καθαρὴ θυσία. Αὐτό, λοιπόν, ἃς εἶναι ἡ πρώτη σου ἐργασία στὰ σωματικά, δηλαδὴ τὸ ψυχοσωτήριο πένθος. Ὡς πρὸς τὴ ψυχή, πρόσεχε νὰ μὴν ἀφήσεις τὸ νοῦ σου νὰ σκέφτεται ἀνωφελῆ πράγματα καὶ κοσμικά. Νὰ μὴ ὑπερηφανεύεσαι γιὰ τὴ σοφία σου, γιατί δὲ σὲ ὠφελεῖ καθόλου, ἂν δὲν ἀποκτήσεις ταπείνωση.

Τέτοια κι ἄλλα πολλά του εἶπε ὁ γέροντας καὶ μεταξὺ ἄλλων τὸν διέταξε νὰ μὴ στείλει ἐπιστολὴ σὲ κανένα, οὔτε νὰ ψάλλει τροπάριο, οὔτε νὰ πεῖ λόγους φιλοσοφίας. Νὰ σιωπᾶ καὶ νὰ μιλᾶ, ὅταν εἶναι ἀνάγκη. Ὅπως ὁρίζουν οἱ νόμοι τῆς μοναχικὴ ζωῆς.

Σὰν γῆ ἀγαθὴ δέχτηκε ὁ Ἅγιος τὶς συμβουλὲς καὶ ἀγόγγυστα ὑποτασσόταν στὶς προσταγὲς τοῦ γέροντα, χωρὶς ν’ ἀμφιβάλλει ἢ νὰ κατακρίνει τὰ προστάγματά του.

Ὑποταγὴ καὶ ταπείνωση
Μετὰ ἀπὸ καιρὸ θέλοντας ὁ γέροντας νὰ δοκιμάσει τὸν Ἰωάννη, ἂν εἶχε ὑποταγὴ καὶ ταπείνωση, ἔκανε τὸ ἑξῆς. Τοῦ ἔδωσε ζεμπίλια πλεγμένα μὲ φοινικόφυλλα καὶ τοῦ εἶπε:
– Πάρε αὐτὰ τὰ ἐργόχειρα καὶ πήγαινε στὴ Δαμασκό. Ἐκεῖ νὰ τὰ πωλήσεις.
Τοῦ ὅρισε δὲ μιὰ τιμὴ διπλάσια ἀπὸ τὴν ἀξία τους. Τοῦ εἶπε νὰ μὴν τὰ δώσει λιγότερο, γιατί τὸ μοναστήρι εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ χρήματα.
Ὁ μέχρι θανάτου ὑπάκουος δὲν ἐναντιώθηκε καθόλου στὸ γέροντά του, ἀλλὰ πῆρε στὸν ὦμο τὸ φορτίο καὶ πῆγε στὴ Δαμασκό. Ἐκεῖ στὴν ἀγορὰ ρακένδυτος καὶ ἄλουστος ὁ πρώην εὐγενὴς καὶ ἔνδοξος, πωλοῦσε τὰ ζεμπίλια. Οἱ ἀγοραστὲς μόλις ἄκουγαν τιμὴ διπλάσια θύμωναν, ἔβριζαν τὸν Ἅγιο καὶ ἔφευγαν.
Πέρασε ἀπ’ ἐκεῖ ἕνας ἀπὸ τοὺς δούλους του καὶ τὸν γνώρισε. Λυπήθηκε τὸν κύριό του καὶ ἀφοῦ προσποιήθηκε ὅτι δὲν τὸν γνώριζε ἀγόρασε ὅλα τα ζεμπίλια. Ὁ Ἅγιος πῆρε τὰ χρήματα καὶ γύρισε χαρούμενος στὸ μοναστήρι, γιατί νίκησε τὴν ὑπερηφάνειά του.
Μετὰ ἀπὸ καιρὸ πέθανε κάποιος γείτονας τοῦ Ἰωάννη. Ὁ ἀδελφός το νεκροῦ παρακάλεσε τὸν Ἅγιο νὰ συνθέσει κανένα τροπάριο γιὰ νὰ τὸν παρηγορεῖ στὴ λύπη του. Ὁ Ἅγιος ὅμως δὲν θέλησε νὰ παραβεῖ τὴν ἐντολὴ τοῦ γέροντά του. Τελικά, ἐπειδὴ πιέστηκε, ἐσύνθεσε ἕνα ὡραιότατο τροπάριο ποὺ ψάλλεται καὶ σήμερα τὸ «Πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα».
Τιμωρία καὶ ἀνυπακοὴ
Μιὰ μέρα ἦταν μόνος του ὁ Ἰωάννης στὸ κελλί του κι ἔψαλλε τὸ τροπάριο. Ἔτυχε τότε νὰ περάσει ὁ γέροντάς του, ποὺ ὅταν ἄκουσε τὴν ψαλμωδία, θύμωσε καὶ τοῦ εἶπε:
– Ἀντὶ νὰ κλαῖς, γελᾶς καὶ χαίρεσαι;
Ὁ Ἅγιος του ἐξήγησε, ἀλλὰ ὁ γέροντας τὸν ἔδιωξε σὰν ἀνυπάκουο. Ὁ Ἰωάννης θυμήθηκε τὴν παράβαση τῶν πρωτοπλάστων καὶ ἔκλαψε πικρά. Ἔβαλε δὲ μεσίτες ὅλους τους γέροντες καὶ τὸν Ἡγούμενο νὰ παρακαλέσουν τὸ γέροντά του νὰ τοῦ δώσει συγχώρηση. Ἐκεῖνος ὅμως ἦταν αὐστηρὸς καὶ δὲν ἄλλαξε.
Τότε οἱ γέροντες τὸν παρακαλοῦσαν νὰ τοῦ δώσει ἄλλον κανόνα καὶ νὰ μὴν τὸν διώξει τελείως. Εἶπε λοιπόν, ἐκεῖνος:
– Ἂν δεχθεῖ νὰ καθαρίσει τὶς ἀκαθαρσίες τῆς Λαύρας μὲ τὰ χέρια του, θὰ τὸν συγχωρήσω, διαφορετικὰ δὲν τὸν δέχομαι.
Μόλις τὸ ἄκουσε ὁ Ἅγιος χάρηκε καὶ εἶπε:
– Αὐτὸ εἶναι εὔκολο νὰ τὸ κάμω. Εὐλογεῖτε, ἅγιοι πατέρες.

Πῆρε ἀμέσως τὰ ἐργαλεῖα καὶ ἄρχισε μὲ τὰ χέρια νὰ καθαρίζει τὴν κόπρο.

Μόλις τὸν εἶδε ὁ γέροντας τοῦ κατάλαβε τὸ μέγεθος τῆς ταπείνωσής του καὶ τῆς ὑπακοῆς. Ἔτρεξε, τὸν ἀγκάλιασε καὶ τοῦ εἶπε.

– Εἶμαι καλότυχος, γιατί ἀξιώθηκα νὰ ἔχω τέτοιο μαθητή.

Ὁ Ἅγιος ὅταν ἄκουσε τοὺς ἐπαίνους, ἔκλαιγε ταπεινώνοντας, τὸν ἑαυτό του. Ὁ γέροντάς του, τοῦ ἔδωσε συγχώρεση καὶ τὸ συμβούλευσε νὰ διατηρεῖ τὴ ψυχοσωτήρια σιωπή.

Ἄδεια νὰ μελωδεῖ
Μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες εἶδε στὸν ὕπνο τοῦ ὁ γέροντας τὴν Παναγία ποὺ τοῦ εἶπε:

– «Γιατί ἔφραξες τέτοια θαυμάσια βρύση; Ἄφησε τὴν πηγὴ νὰ ποτίσει ὅλη τὴν οἰκουμένη, νὰ σκεπάσει τὶς θάλασσες τῶν αἱρέσεων. Αὐτὸς θὰ ξεπεράσει τὸν Δαβίδ. Θὰ μελωδήσει τὴν οὐράνια μελουργία. Θὰ στηλιτεύσει τὶς αἱρέσεις καὶ θὰ ὀρθοτομήσει τὰ δόγματα τῆς πίστεως».

Τὸ πρωὶ μόλις ξύπνησε ὁ γέροντας, πῆγε στὸν Ἅγιο καὶ τοῦ εἶπε:
– Παιδὶ τῆς ὑπακοῆς τοῦ Χριστοῦ, ἄνοιξε τὸ στόμα σου καὶ πὲς τοὺς λόγους, ποὺ τὸ ἅγιο Πνεῦμα ἔγραψε στὴν καρδιά σου. Ἀνέβα στὸ ὅρος τῆς Ἐκκλησιᾶς καὶ δίδαξε τὸν κόσμο. Συγχώρεσε καὶ μένα γιὰ ὅ,τι ἔφταιξα, διότι σὲ ἐμπόδισα ἀπὸ ἄγνοια.

Ἄρχισε ἀπὸ τότε ὁ Ἰωάννης νὰ συνθέτει ἐκεῖνες τὶς μελωδίες, μὲ τὶς ὁποῖες λαμπρύνονται οἱ ἀκολουθίες τῆς ἐκκλησίας μας. Ἐσύνθεσε ὄχι μόνο κανόνες καὶ τροπάρια, ἰδιόμελα καὶ προσόμοια ἀλλὰ καὶ πανηγυρικοὺς λόγους στὶς Δεσποτικὲς ἑορτὲς καὶ ἐγκώμια στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο καὶ σ’ ἄλλους Ἁγίους.

Σπουδαῖο εἶναι καὶ τὸ ἔργο του, ποὺ ἐπιγράφεται «Πηγὴ Γνώσεως». Περιγράφει σ’ αὐτὸ τὰ μυστήρια καὶ τὰ δόγματα τῆς Πίστεώς μας, μὲ ὀρθὲς ἀποδείξεις γραφικὲς ἀλλὰ καὶ ἐπιστημονικές.

Ἔγραψε καὶ πολλοὺς λόγους γιὰ τὴν προσκύνηση τῶν θείων εἰκόνων. Ποιήματα πολλὰ ἐσύνθεσε μὲ τὸν Ἅγιο Κοσμᾶ, πνευματικὸ ἀδελφό του, ποὺ τὸν εἶχε συμμέτοχο στοὺς κόπους καὶ στοὺς ἀγῶνες τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ἄφησε πολλοὺς κανόνες καὶ τροπάρια. Γιὰ τὴν ἀρετὴ τοῦ χειροτονήθηκε χωρὶς νὰ τὸ θέλει ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων, Ἐπίσκοπός της πόλεως Μαϊουμᾶ.

Ὁ Πατριάρχης χειροτόνησε καὶ τὸν Ἰωάννη πρεσβύτερο, ποὺ ἐξακολούθησε καὶ μετὰ τὴ χειροτονία του νὰ μένει στὴ μονή.

Ὁ Ἅγιος τελείωσε τὴ ζωή του, σᾶς πολυάθλος ἀγωνιστῆς σὲ ἡλικία ἑκατὸν τεσσάρων χρονῶν.
Ἡ Ἐκκλησία μᾶς γιορτάζει τὴ μνήμη του στὶς 4 Δεκεμβρίου.


Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Θεῖον ὄργανον, τῆς Ἐκκλησίας, λύρα εὔσωμος, τῆς εὐσεβείας, ἀνεδείχθης Ἰωάννη πανεύφημε’ ὅθεν πυρσεύεις τοῦ κόσμου τὰ πέρατα, ταῖς τῶν σοφῶν σου δογμάτων ἑλλάμψεσι. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῶ.

Τὸν ὑμνογράφον καὶ σπετὸν Ἰωάννην, τῆς Ἐκκλησίας, παιδευτὴν καὶ φωστήρα, καὶ τῶν ἐχθρῶν ἀντίπαλον ὑμνήσωμεων πιστοί? ὅπλον γὰρ ὀράμενος, τὸν Σταυρὸν τοῦ Κυρίου, πὰ΄σὰν ἀπεκρούσατο, τῶν αἱρέσεων πλάνην? καὶ ὡς θερμὸς προστάτης εἰς Θεόν, πάσι παρέχειν, πταισμάτων συγχώρησιν.
Ἔκδοση Ὀρθοδόξου Ἰδρύματος “Ὁ Ἀπόστολος Βαρνάβας”

πηγή

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *