ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὸ 12ο κεφάλαιό της πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολῆς του, πλέκει τὸ ἐγκώμιο ὅλων των Ἁγίων ποὺ μὲ τὴ θερμή τους πίστη στὸν Θεὸ ἔκαναν μεγάλα κατορθώματα, νίκησαν τοὺς ἐχθρούς τῆς πίστεως, ἔκαναν θαύματα, ἀνάστησαν καὶ νεκροὺς ἀκόμη, ἔδειξαν ἀξιοθαύμαστη ὑπομονὴ καὶ καρτερία στὶς θλίψεις καὶ στοὺς διωγμούς, θυσίασαν τὶς ἀνέσεις κι ἀκολούθησαν τὴν ζωὴν τῶν στερήσεων.
Γράφοντας αὐτὰ ἐννοεῖ ὅσους ἀναφέρονται στὴν Π. Διαθήκη καὶ τοὺς μάρτυρες τῆς χριστιανικῆς πίστεως, ἀπὸ τὸν Στέφανο μέχρι ἐκείνους ποὺ μαρτύρησαν στοὺς τρεῖς διωγμούς, ποὺ εἶχαν κάνει οἱ Ἰουδαῖοι καὶ ὁ Νέρων.
Μετὰ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο ἡ Ἐκκλησία μας ἀνέδειξε πάρα πολλοὺς τέτοιους ἥρωες τῆς πίστεως, ὥστε μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ περικοπὴ αὐτὴ εἶναι μᾶλλον προφητική. Ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν προβλέπει τὶς θυσίες τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί καὶ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου: «ἰδοὺ ἀποστέλλω ὑμᾶς ὡς πρόβατα ἐν μέσω λύκων» εἶναι πηγὴ προφητικῶν ἐμπνεύσεων γιὰ τοὺς διωγμοὺς τοῦ Νέρωνα, τότε ποὺ ἡ σταθερότητα τῶν πιστῶν χάριζε πυκνὸ νέφος μαρτύρων στὴν ἔνδοξη Ἐκκλησία τοῦ Κυρίου.

Ὁ βίος τῶν Ἁγίων εἶναι ἡ ἔμπρακτη ἐφαρμογὴ τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ μας, εἶναι ἀδιαφιλονίκητη ἀπόδειξη τῆς δυνάμεως τῆς θείας χάριτος. Μὲ τὴ μελέτη τῆς ζωῆς τῶν φωστήρων αὐτῶν φωτιζόμαστε καὶ μεῖς. Μαθαίνουμε ὅτι οἱ ἅγιοί μας ὁμολόγησαν τὴν πίστη τους στὸν Χριστὸ σὲ πολὺ δύσκολες περιστάσεις. Τὸ φωτεινό τους παράδειγμα συγκλονίζει, ἠλεκτρίζει τοὺς ἀναγνῶστες καὶ τοὺς παρακινεῖ νὰ ζοῦν Χ ρ ι σ τ ι α ν ι κ ά.
Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ
Ἀπὸ τελώνης – Εὐαγγελιστής.
Ὁ ἅγιος αὐτὸς Ἀπόστολος ἦταν ἀπ΄ τὴν Κανὰ τῆς Γαλιλαίας, ἐκεῖ ὅπου ἔκανε τὸ πρῶτο θαῦμα του ὁ Κύριος.
Ἦταν τελώνης, δηλαδὴ ἐνοικιαστῆς στὰ τέλη καὶ τοὺς φόρους. Οἱ Ἑβραῖοι θεωροῦσαν τὸ ἐπάγγελμα αὐτὸ ἄδικο καὶ περιφρονοῦσαν τοὺς τελῶνες, γιατί πλούτιζαν μὲ πολλὲς ἀδικίες. Κατάντησε τὸ ὄνομα τελώνης νὰ σημαίνει ἁμαρτωλός, ἄδικος, σκληρός, ἀπάνθρωπος συμφεροντολόγος, ἀνελέητος.
Ὁ Κύριος λοιπὸν βρῆκε τὸν Ματθαῖο στὸ τελωνεῖο. Ἀκολουθοῦσαν χιλιάδες λαοῦ τὸ Διδάσκαλο καὶ χιλιάδες καρδιὲς δροσίζονταν ἀπ’ τὰ ἐμπνευσμένα λόγια του. Ὁ τελώνης παράτησε τὴ δουλειά του γιὰ μιὰ στιγμὴ κι ἄφησε τὴν καρδιὰ του ἐλεύθερη στὰ λόγια τοῦ Νέου Προφήτου. Πλημμύρισε ἡ καρδιά του. Ἡ πέννα ἔπεσε ἀπ’ τὸ χέρι του. Τὰ μάτια τοῦ βούρκωσαν. Ὁ Χριστὸς σὰν καρδιογνώστης διάβασε τὰ κρυμμένα βάθη τῆς καρδιᾶς του, ἔρριξε ἐπάνω του τὴ θεϊκή του ματιὰ καὶ τοῦ εἶπε:
«Ἀκολούθει μοὶ»
Κι ὁ τελώνης χωρὶς ἄλλη κουβέντα παράτησε τὸ τελωνεῖο, τὴν ἀδικίαν καὶ τὴ σκληρότητα, ὅλα ὅσα δὲν συμφωνοῦσαν μὲ τὴν ἱερὴ πρόσκληση κι ἀκολούθησε τὸ Χριστὸ μαζὶ μὲ τοὺς ἁπλοϊκοὺς ψαράδες τῆς Γεννησαρέτ.
Δέχτηκε τὸ Χριστὸ στὸ σπίτι του, ὅπως λέγει ὁ ἴδιος στὸ εὐαγγέλιό του. Κάλεσε καὶ τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς φίλους του γιὰ νὰ παρακινηθοῦν κι αὐτοὶ καὶ νὰ πιστέψουν στὸ Χριστό, ὅπως κι ἔγινε, ποὺ πίστεψαν πρόθυμα. Οἱ Γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι ποὺ ζητοῦσαν εὐκαιρία νὰ κατακρίνουν τὸν Χριστὸ εἶπαν στοὺς μαθητές του: «Γιατί ὁ Δάσκαλός σας πίνει καὶ τρώει μὲ τελῶνες καὶ ἁμαρτωλούς;»
Ὁ καρδιογνώστης Χριστὸς μας τοὺς ἔδωσε ἄλλη μέρα τὴν σωστὴ ἀπάντηση: Οἱ ὑγιεῖς δὲν ἔχουν ἀνάγκη γιατροῦ ἀλλὰ οἱ ἀσθενεῖς. Δὲν ἦλθα γιὰ νὰ καλέσω δικαίους, ἀλλ’ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν.
Ἀπὸ τότε ἔγινε ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα Ἀποστόλους. Κι αἰσθάνθηκε τόσο βαθειὰ τὸν Χριστό, ὥστε πρῶτος ἀπ’ ὅλους τους Εὐαγγελιστὲς ἔγραψε τὸ βίο Του καὶ διέσωσε σπουδαῖες λεπτομέρειες τῆς ζωῆς Του.
Ὁ ἀπόστολος Ματθαῖος ἔγινε αὐτόπτης σ’ ὅλα τα θαύματα ποὺ ἔκανε ὁ Κύριος πρὶν ἀπ’ τὴ σωτήριο Σταύρωση καὶ τὴν ἔνδοξο Ἀνάστασή του.
Ὁ Ἀναστάσιος, ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας, ἑρμηνεύει ὅτι τὸ ὄνομα Ματθαῖος σημαίνει πρόσταγμα Ὑψίστου, καλλίτερα ὅμως ἐτυμολογεῖ ὁ Ἰσίδωρος, ὅτι Ματθαῖος προέρχεται ἐκ τοῦ Ματθᾶν ποὺ σημαίνει δῶρο. Ὁ Κλήμης ὁ Στρωματεὺς ἀναφέρει ὅτι ὁ Ματθαῖος δὲν ἔφαγε ποτὲ κρέας, ἀλλὰ ζοῦσε μόνο μὲ χόρτα κὰ ὄσπρια. Ἔγραψε τὸ Εὐαγγέλιο Ἑβραϊκά, ὀκτὼ χρόνια μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς τῆς Παλαιστίνης, ποὺ τοὺς καταδίωκαν γιὰ τὴν πίστη τους, ὅπως γράφει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Τὸ μετέφρασε στὰ Ἑλληνικὰ ὁ Ἱεροσολύμων Ἰάκωβος.

Τὸ περιεχόμενο τοῦ Εὐαγγελίου του.
Ὁ Ματθαῖος διέσωσε ὁλόκληρό το ἠθικοφιλοσοφικὸ σύστημα τοῦ Χριστιανισμοῦ, ποὺ θεμελίωσε ὁ Κύριός μας ἐπάνω στοὺς βράχους τοῦ εὐλογημένου ὅρους τῆς Γαλιλαίας, ὅταν ὅπως ὁ Ἱερὸς Εὐαγγελιστὴς περιγράφει: Ἰδὼν τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ Ὅρος καὶ καθίσαντος Αὐτοῦ προσῆλθον οἱ Μαθηταὶ Αὐτοῦ καὶ ἀνοίξας τὸ στόμα Αὐτοῦ ἐδίδασκεν αὐτούς. Τὰ θεμέλια αὐτὰ ἔμειναν ἀδιάσειστα ἀνάμεσα στοὺς αἰῶνες. Τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ βρέθηκαν ἀρκετοί, ποὺ ἐπιχείρησαν νὰ προσβάλουν, μὰ τὰ θεμέλια ποὺ μπῆκαν στὸ ὅρος τῆς Γαλιλαίας κανένας δὲν ἐπιχείρησε νὰ κλονίση.
Ὁ ἴδιος Εὐαγγελιστὴς μᾶς πληροφορεῖ ὅτι κάθε δυστυχισμένος ποὺ σπογγίζουμε τὸ δάκρυ του, εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός: «Ὅσα ἐποιήσατε ἐνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε». Ἀνύψωσε δὲ τὴν φιλανθρωπία στὰ ὕψη τῆς ὡραιότερης πράξης τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς κι ἐγλύκανε τὸν πόνο.

Ἰδιαίτερη ἀποστολή του
Μετὰ τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, οἱ Ἀπόστολοι ἔβαλαν κλήρους σὲ ποιὰ μέρη τῆς γῆς θὰ πάει ὁ καθένας νὰ διδάξει. Τότε ὁ ἱερὸς Ματθαῖος ἀφοῦ δέχτηκε τὴν δύναμη τοῦ Παναγίου Πνεύματος τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, δίδαξε πρῶτα μὲ πολὺ ζῆλο τοὺς Ἑβραίους, ποὺ τοὺς ἀγαποῦσε πολὺ καὶ ἤθελε νὰ γνωρίσουν τὴν Ἀλήθεια. Γι’ αὐτὸ ἔγραψε πρῶτος τό ἅγιο Εὐαγγέλιο στὴν Ἑβραϊκὴ διάλεκτο, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὴν γενεαλογία τοῦ Χριστοῦ.
Διηγεῖται τὴν γέννηση τοῦ Χριστοῦ, βάπτιση, τοὺς πειρασμοὺς καὶ τὴν κλήση τοῦ ἴδιου, ὀμολογώντας ὅτι ἦταν ἀρχιτελώνης καὶ κατηγορώντας τὸν ἑαυτό του. Δίδαξε τοὺς Πάρθους καὶ τοὺς Μήδους καὶ ἵδρυσε τὶς Ἐκκλησίες τοὺς βασανίστηκε καὶ σὲ ἄλλα ἔθνη, κακοπάθησε, δίψασε, πείνασε, μαστιγώθηκε. Τὰ ὑπόμεινε ὅμως ὅλα, μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, κηρύσσοντας Σωτήρα καὶ σώζοντας πολλούς.
Στὸν Εὐαγγελιστὴ Ματθαῖο ὀφείλει ὁ κόσμος τὰ τόσο διδακτικὰ γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ματαιότητα λόγια τοῦ Χριστοῦ μας γιὰ τὰ τελευταῖα χρόνια της ἀνθρώπινης ζωῆς.
Τοῦ ὀφείλει πολλὰ ὁ χριστιανικὸς κόσμος.
Ἡ παράδοση λέγει ὅτι σκέφτηκε ὁ ἅγιος Ἀπόστολος νὰ πάει σὲ κανένα ἥσυχο μέρος νὰ ἡσυχάσει καὶ νὰ προσευχηθεῖ. Ἀνέβηκε λοιπὸν σ’ ἕνα ἤρεμο λόφο κοντὰ στὴν πόλη Μυρμήνη καὶ ἐκεῖ ἀσκήτευε ἀρκετὸ χρόνο, μὲ μόνη σκέπη του τὸν οὐρανό.
Ἐκεῖ παρουσιάστηκε ἐμπρός του ἕνα ἀκτινοβόλο παιδί, κρατώντας ἕνα ραβδὶ στὸ χέρι του καὶ τοῦ τὸ πρόσφερε λέγοντας:
«Πάρε αὐτὸ τὸ ξερὸ ραβδί, κατέβα ἀπ’ τὸ βουνό, πήγαινε στὴν πόλη καὶ φύτεψέ το κοντὰ στὴ βρήση. Ἐγὼ θὰ τὸ ριζώσω καὶ θὰ τὸ μεγαλώσω σὲ δέντρο πολύκαρπο καὶ στοὺς χυμούς του θὰ δώσω μέλι καὶ ἀπ’ τοὺς καρπούς του θὰ φᾶνε οἱ θηριόγνωμοι κάτοικοι τῆς γειτονικῆς Μυρμήνης καὶ θ’ ἀλλάξουν ζωὴ καὶ θὰ γίνουν εὐλογημένοι».

Τὸ ξερὸ ραβδὶ ἔφερε καρπούς.
Ὁ Ματθαῖος πῆρε μὲ φόβο τὸ ραβδὶ καὶ δοξολογώντας τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ κατεβαίνει ἀπ’ τὸ λόφο, μπαίνει στὴν πόλη καὶ τὸ φυτεύει κοντὰ στὴ βρύση. Τὸ ξερὸ ραβδὶ βλάστησε κι ἔδωσε γλυκύτατους καρπούς. Ἔτρεχαν οἱ ἄνθρωποι νὰ κόψουν τὰ σωτήρια ἐκεῖνα φροῦτα κι ὅσοι εἶχαν τὴν εὐτυχία νὰ φᾶνε ἀπ’ αὐτά, αἰσθάνθηκαν ἀπερίγραπτη γλυκύτητα νὰ χύνεται μέσα τους καὶ μυστηριώδη μεταβολὴ νὰ γίνεται στὴν ψυχή τους, στὸ χαρακτήρα καὶ στὴ ζωή τους. Ἀπ’ τὰ κλαδιὰ τοῦ πολύκαρπου ἐκείνου δένδρου ἔσταζε γλυκύτατο μέλι κι ἀπ’ τὴ ρίζα τοῦ ἔτρεχε σωτήριο ἁγίασμα.
Ὅταν ὁ ἐπίσκοπός της πόλεως Πλάτων ἔμαθε ὅτι ὁ ἱερὸς Ἀπόστολος πῆγε ἐκεῖ, βγῆκε μὲ ὅλους τους κληρικούς του νὰ τὸν προϋπαντήσουν, ὅπως ἔπρεπε. Ἐθαύμασαν οἱ ἄνθρωποι ὅταν εἶδαν τὸ θαῦμα κι ἔτρεχαν νὰ γευθοῦν τοὺς γλυκεῖς καρποὺς ποὺ μετέβαλαν τὴν πρωτινή τους ἀγριότητα σὲ πραότητα. Λέγεται μάλιστα ὅτι καθὼς πήγαινε ὁ ἅγιος Ἀπόστολος νὰ φυτεύσει τὸ ραβδί, συνάντησε τὴν βασίλισσα τῆς πόλης ἐκείνης μὲ τὸν γιό της καὶ τὴ νύφη της ποὺ ἦταν δαιμονισμένοι. Τὰ δαιμόνια φώναζαν κι ἔλεγαν. «Ποιός σου εἶπε νὰ ἔλθεις στὸν τόπο μας καὶ σοῦ ἔδωσε αὐτὸ τὸ ραβδὶ γιὰ νὰ μᾶς ἀφανίσεις;» Ὁ Ἀπόστολος τοὺς γιάτρεψε καὶ τοὺς ἔκανε ν’ ἀκολουθοῦν σωφρονισμένοι.
Ὁ βασιλιὰς θύμωσε γιατί ἡ βασίλισσα ἀκολουθοῦσε τὸν Ἀπόστολο καὶ ἤθελε νὰ τὸν βασανίσει. Ὁ Σωτήρας μᾶς ὅμως παρουσιάστηκε στὸν ἱερὸ Ματθαῖο καὶ τὸν ἐνθάρρυνε: Ὁ βασιλιὰς θέλει τὸ κακό σου, ἀλλὰ μὴ φοβᾶσαι, γιατί ἔχεις τὴν βοήθειά μου. Ὁ Ἀπόστολος φανέρωσε αὐτὸ τὸ ὅραμα στὸν ἐπίσκοπο κι εὐχαρίστησε τὸν Πανάγαθο γιὰ τὴν προστασία του.
Ἔστειλε τότε ὁ βασιλιὰς τέσσερεις στρατιῶτες νὰ τὸν συλλάβουν, ὅταν ὅμως συνάντησαν τὸν Ἅγιο, τυφλώθηκαν γύρισαν πίσω στὸν βασιλιὰ καὶ τοῦ εἶπαν τί συνέβη. Θύμωσε περισσότερο ὁ βασιλιὰς κι ἔστειλε ἄλλους. Ὅταν τὸν πλησίασαν ἦταν ἐκεῖ ὁ Κύριος, σὰν ἕνα ὡραῖο παιδὶ ποὺ ἦταν τόσο ἀκτινοβόλο ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ δοῦν. Ἔτσι γύρισαν ἄπρακτοι κι ἐξήγησαν στὸν βασιλέα τί εἶδαν. Τότε πῆγε ὁ ἴδιος, πολὺ θυμωμένος, γιὰ νὰ θανατώση τὸν Ἀπόστολο μὲ τὰ ἴδια τοῦ τὰ χέρια. Ἀλλὰ μόλις πλησίασε τυφλώθηκε. Ταπεινωμένος ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ Ἁγίου καὶ ζητώντας συγχώρηση τὸν παρακάλεσε νὰ τοῦ φωτίσει τὰ μάτια. Ὁ Ἀπόστολος τὸν σπλαχνίστηκε, καὶ τὸν θεράπευσε μὲ τὴν δύναμη τοῦ ζωοποιοῦ Σταυροῦ.

Βασανιστήρια καὶ θάνατος.
Ἀλλὰ φάνηκε ἀχάριστος πρὸς τὸν εὐεργέτη του καὶ διέταξε τοὺς στρατιῶτες του νὰ καρφώσουν στὴ γῆ τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια του. Ἔπειτα νὰ βάλουν ἐπάνω του ἕνα σωρὸ ξύλα καὶ νὰ τὰ περιχύσουν μὲ λάδι καὶ πίσσα καὶ νὰ τὸν κάψουν. Ἅρπαξαν οἱ δήμιοι τὸν Ἅγιο, τὸν κάρφωσαν κι ἄναψαν τὰ ξύλα. Ἀλλὰ δὲν ἔκαιαν τὰ ξύλα. Οἱ εἰδωλολάτρες τρόμαξαν κι ἐδόξαζαν τὸν Θεὸ τοῦ Ἀποστόλου. Ὁ βασιλιὰς ταράχτηκε καὶ ρώτησε γιατί φωνάζουν. Ὅταν ἔμαθε τί ἔγινε, εἶπε: γιὰ ν’ ἀποδείξω τὴν εὐσέβεια τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, θὰ φέρετε ἀναμμένα κάρβουνα καὶ φρύγανα. Ἔβαλε τοὺς χρυσούς του θεοὺς πάνω στὴν κάμινο ὅπου ἦταν ὁ Ἀπόστολος, ἔβαλε γύρω κι ἄλλα εἴδωλα καὶ παρακαλοῦσε τοὺς Θεούς του νὰ τὸν βοηθήσουν. Προσευχήθηκε κι ὁ Ἀπόστολος κι ἡ φωτιὰ ξεχύθηκε στὰ εἴδωλα καὶ τὰ ἔκανε στάκτη. Φοβισμένος ὁ βασιλιὰς ἔφευγε, μήπως καὶ τὸν κάψη ἡ φωτιά. Γύρισε στὴν κάμινο ζητώντας τὴν βοήθεια τοῦ Ἀποστόλου. Ὁ Ἅγιος προσευχήθηκε κι ἡ φλόγα γύρισε ἐπάνω του κι ἔτσι λύτρωσε τὸν βασιλιὰ ἀπὸ τὸν κίνδυνο.
Ἔπειτα λέγει: «Κύριε στὰ χέρια σου παραδίδω τὴν ψυχή μου», καὶ πῆγε στὴν οὐράνια ἀγαλλίαση. Τὸ τίμιο λείψανό του ἔμεινε ἀβλαβὲς ἀπ’ τὴ φωτιά, κι ὁ βασιλιὰς διατάζει νὰ τὸ βάλουν σὲ βασιλικὴ κλίνη καὶ νὰ τὸ φέρουν οἱ αὐλικοὶ κι οἱ ἄρχοντες στὰ ἀνάκτορα.
Ἐπειδὴ δὲν εἶχε ἀκόμη σωστὴ πίστη, παράγγειλε ν’ ἀσφαλίσουν τὸ πάνσεπτο λείψανο σὲ σιδερένια θήκη καὶ εἶπε: «Ἂν ὁ Θεὸς ποὺ γνωρίσαμε διὰ μέσου του τὸν φυλάξει ἀβλαβῆ ἂπ΄ τὸν βυθὸ τῆς θάλασσας, ὅπως δὲν τὸν ἄγγιξε ἡ φωτιά, αὐτὸς εἶναι δυνατὸς Θεός, ἐξουσιαστὴς καὶ ἀνώτερός των στοιχείων καὶ θὰ σεβόμαστε τέτοιο παντοδύναμο Θεό».

Ὁ Εὐαγγελιστὴς ἐμφανίζεται στὸν Ἐπίσκοπο.
Ἀφοῦ εἶπε αὐτὰ διέταξε νὰ ρίξουν τὴν σιδερένια θήκη στὸ πέλαγος. Τὴν νύκτα παρουσιάστηκε ὁ Εὐαγγελιστὴς στὸν ἐπίσκοπο καὶ τοῦ εἶπε: «Πήγαινε ἀνατολικὰ πρὸς τὸ παλάτι καὶ θὰ βρεῖς τὴν Θήκη τῶν λειψάνων μου». Ὁ ἀρχιερέας πῆγε μὲ ἐκλεκτοὺς ἀνθρώπους στὸν τόπο, ποὺ τοῦ ὑπέδειξε ὁ Ἅγιος καὶ εἶδαν τὴν λάρνακα ποὺ ἔπλεε καὶ ἐρχόταν πρὸς αὐτούς. Ἐδόξασαν τὸν Κύριο ποὺ λύτρωσε τὸν δοῦλο του ἀπ’ τὴ φωτιὰ κι ἀπ’ τὴ θάλασσα.
Ὁ βασιλιὰς τότε παρακαλεῖ τὸν Ἀρχιερέα νὰ τὸν συγχωρήσει. Τὸν κατήχησε καὶ τὸν βάπτισε. Τὴν ὥρα ποὺ τὸν βάπτιζε ἄκουσε μιὰ φωνὴ ἀπ’ τὸν οὐρανὸ ποὺ τοῦ εἶπε: «Μὴν τὸν ὀνομάσεις Ρουλβιανό, ἀλλὰ Ματθαῖο».
Ἔτσι ἀναγγενήθηκε ὁ Βασιλιὰς καὶ τὴν ἑβδόμη ἡμέρα κατάστρεψε ὅλα τα εἴδωλα. Ἔπεισε τοὺς ὑπηκόους του νὰ βαπτισθοῦν καὶ περιποιήθηκε τὸ ἅγιο λείψανο ὅπως ἔπρεπε. Ὁ Ἀπόστολος ἐμφανίστηκε σὲ ὀπτασία στὸν Ἐπίσκοπο καὶ τοῦ εἶπε νὰ χειροτονήσει τὸν βασιλέα ἱερέα καὶ τὸν γιὸ του διάκονο. Σὲ τρία χρόνια θὰ ἔλθει στὸν Κύριον καὶ τότε ὁ υἱός του θὰ γίνει διάδοχός του.
Πραγματικὰ μετὰ τρία ἔτη ὁ Πλάτων ἐκοιμήθει κι ἄφησε τὸν θρόνο του στὸν βασιλέα Ματθαῖο κι ἐκεῖνος πάλι στὸ γιό του, ὅπως παράγγειλε ὁ Ἀπόστολος

Πληροφορίες γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ Ἁγίου.
Ὅσα προηγοῦνται τὰ ἀναφέρει ὁ Νικηφόρος Ξανθόπουλος στὸν Συναξαριστή. Ἀλλὰ ὁ μεταφραστὴς διηγεῖται ὅτι ὁ ἱερὸς Ἀπόστολος πῆγε σὲ διάφορες πόλεις καὶ χῶρες ὅπου κήρυξε. Τελευταία πῆγε στὴν Ἱεράπολη τῆς Συρίας, ποὺ εἶναι στὸν Εὐφράτη κι ἐβάπτισε πολλούς, ἵδρυσε Ἐκκλησίες, χειροτόνησε διακόνους, ἱερεῖς καὶ ἐπισκόπους. Τέλος θεράπευσε πολλοὺς ἀρρώστους καὶ δαιμονισμένους.

Ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τὴν ἡμέρα τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου.
Ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία ψάλλει συγκινητικὰ τροπάρια γιὰ νὰ τιμήσει τὸν ἐμπνευσμένο Εὐαγγελιστή. Κι οἱ εὐσεβεῖς χριστιανοὶ μὲ βαθειὰ συγκίνηση ἐπικαλοῦνται τὴν εὐλογία τοῦ πρώτου Εὐαγγελιστῆ, βλέπουν μὲ τὰ ψυχικά τους μάτια ὁλόκληρη τὴ ζωή του καὶ ἱερὰ ρίγη περνοῦν τὰ κορμιά τους, ὅταν θυμοῦνται τὴν παράδοση γιὰ τὸ μαρτυρικό του τέλος.
Ἃς τιμοῦμε καὶ μεῖς τὸν ἱερὸ Ἀπόστολο μὲ καθαρὴ συνείδηση, μετανοοῦντες εἰλικρινὰ γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, ἔχοντας σὰν φωτεινὸ παράδειγμα τὸν Ἅγιο ποὺ ἀπὸ ἀρχιτελώνης ἔγινε Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ ὁ Κύριος σταυρώθηκε γιὰ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν Λύτρωση. Ἔχει ἀνοικτὴ τὴν ἀγκαλιά Του καὶ μᾶς προσκαλεῖ καί μας, κάθε μέρα μὲ ἀπέραντη εὐσπλαχνία. Μᾶς καλεῖ ὁ σπλαχνικὸς γιατρὸς γιὰ νὰ μᾶς θεραπεύσει καὶ μεῖς ἀπὸ ἀμέλεια δὲν θέλουμε νὰ κοπιάσουμε λίγο καὶ βρίσκουμε διάφορες προφάσεις.
Δὲν μοιάζουμε τὸν Ἀπόστολο Ματθαῖο, ποὺ μόλις τὸν κάλεσε ὁ Κύριος, δὲν τοῦ εἶπε: περίμενε, νὰ κανονίσω τοὺς λογαριασμούς μου μὲ τοὺς χρεῶστες μου. Ἀλλὰ εὐθὺς ἄφησε τὰ πάντα: κτήματα, χρήματα, φίλους συγγενεῖς γιὰ ν΄ ἀποκτήσει τὸν Εὐαγγελικὸ Μαργαρίτη, τὸν πραγματικὰ μόνιμο καὶ πολύτιμο. Ἃς μετανοιώσουμε ἀπ’ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μας, ἃς συνεργασθοῦμε μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ διορθωθοῦμε καὶ τότε θὰ δοῦμε δοξασμένο δίπλα στὸ θεῖο θρόνο τοῦ Χριστοῦ τὸν Εὐαγγελιστὴ νὰ πρεσβεύει στὸν ἐλεήμονα Θεὸν γιὰ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ἡ ἐκκλησία μᾶς γιορτάζει τὴ μνήμη του στὶς 16 Νοεμβρίου.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ
Ἀπόστολε Ἅγιε καὶ Εὐαγγελιστά Ματθαῖε, πρέσβευε τῷ ἐλεήμονι Θεῶ· ἴνα πταισμάτων ἄφεσιν παράσχη ταῖς ψυχαῖς ἠμῶν.

ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ
Τοῦ τελωνείου τὸν ζυγὸν ἀπορρίψας, δικαιοσύνης τῷ ζυγῶ προσηρμόσθης, καὶ ἀνεδείχθης ἔμπορος πανάριστος, πλοῦτον κομισάμενος, τὴν ἐξ ὕψους σοφίαν· ὅθεν ἀνεκήρυξας ἀληθείας τὸν λόγον, καὶ τῶν ραθύμων ἤγειρας ψυχᾶς καθυπογράψας, τὴν ὥραν τῆς κρίσεως

Ἐκδόσεις: «Ὀρθόδοξον ἵδρυμα «Ἀπόστολος Βαρνάβας».
Η/Υ ἐπιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

ΠΗΓΗ

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *