Πῶς ἀποβάλλουμε τὸ χοϊκὸ ἄνθρωπο καὶ ἐνδυόμαστε τὸν Χριστό, καθιστάμενοι συγγενεῖς καὶ ἀδελφοί του.

Ὁ μακάριος Παῦλος ἀφοῦ μᾶς φιλοξένησε καλῶς στὴν προηγούμενη τράπεζα τῶν θείων τοῦ λόγων καὶ εὔφρανε τὶς καρδιές μας, μᾶς προσφέρει πάλι πρὸς φιλοξενία κι’ ἄλλη τράπεζα τῶν θεόπνευστών του λόγων, γεμάτη μὲ πνευματικὰ φαγητά, ἀπὸ τὰ ὁποῖα γνωρίζει ὅτι τρέφεται ὁ ἐσωτερικός μας ἄνθρωπος, εὐφραινόμενος μαζὶ καὶ στηρίζοντας τὴν καρδιὰ μὲ τὸ ζωτικὸ ἄρτο τοῦ λόγου καὶ μὲ τὸν οἶνο τῆς σοφίας καὶ τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ ποὺ εὐφραίνει, γεμάτη μάλιστα καὶ μὲ τὴ θεία χάρη τοῦ Πνεύματος, ἀπὸ τὸ ὁποῖο γεμίζει ἡ ψυχὴ μὲ κάθε εὐφροσύνη καὶ ἡδονὴ καί, ἐγκαταλείποντας τὰ ἐγκόσμια, ἀνέρχεται μὲ ἐλαφρά τα φτερὰ τῆς διανοίας στοὺς οὐρανοὺς καὶ στὸ Θεό.

Ἃς δοῦμε λοιπὸν ποιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ τράπεζα τοῦ Ἀποστόλου καὶ ποιὰ εἶναι τὰ φαγητά της. Ἀλλ’ ἃς ὑψώσουμε τὶς διάνοιές μας ἀπὸ τὰ γήινα καὶ φθειρόμενα καί, ἐπειδὴ πρόκειται ν’ ἀκούσουμε θεϊκὰ λόγια, ἃς προσέχουμε στὰ λεγόμενα μὲ κάθε ἀκρίβεια, ὥστε νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ φιλοξενηθοῦμε ἀξίως μαζὶ μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ ὁποῖο διὰ τοῦ Ἀποστόλου λέγει τὰ κρυμμένα μυστήρια τῆς βασιλείας τῶν οὔρανων. Λέγει πράγματι· «ὁ πρῶτος ἄνθρωπος πλάσθηκε ἀπὸ τὴ γῆ καὶ ἦταν χοϊκός, ὁ δεύτερος ἄνθρωπος, ὁ Κύριος, εἶναι ἀπὸ τὸν οὐρανό». Μὴ προσπεράσεις ἁπλῶς τὸ λόγο, ἀγαπητέ, καὶ τὸν θεωρήσεις ὡς εὐκολοκατανόητο διότι στὸ συλλογισμὸ τοῦ παρόντος λόγου βρίσκεται πολὺ νοηματικὸ βάθος, ποὺ ἀπαιτεῖ μεγάλη ἔρευνα καὶ προσοχή. Ἀλλ’ ἑτοίμασε τὴν ἀκοὴ καὶ θὰ κατανοήσεις τὸ κρυμμένο σ’ αὐτὸν βάθος τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ.

«Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος πλάσθηκε ἀπὸ τὴ γῆ καὶ ἦταν χοϊκός, ὁ δεύτερος ἄνθρωπος, ὁ Κύριος, εἶναι ἀπὸ τὸν οὐρανό. Ὅποιος ἦταν ὁ χοϊκός, τέτοιοι εἶναι καὶ οἱ χοϊκοί· καὶ ὅποιος εἶναι ὁ ἐπουράνιος, τέτοιοι καὶ οἱ ἔπουρανιοι».«Πρώτον» καὶ «χοϊκὸν ἄνθρωπο» ἐννοεῖ τὸν Ἀδάμ, καθὼς ἔχει γραφεῖ· «καὶ ἔπλασε ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο παίρνοντας χῶμα ἀπὸ τὴ γῆ». Αφού λοιπὸν πλάσθηκε χοϊκὸς ἀπὸ τὴ γῆ καὶ ἔλαβε πνεῦμα ζωῆς, τὸ ὁποῖο ὁ Λόγος γνωρίζει ὅτι καλεῖται ψυχὴ νοερὴ καὶ εἰκόνα Θεοῦ, τοποθετήθηκε στὸν παράδεισο, λαμβάνοντας ἐντολὴ νὰ ἐργάζεται καὶ νὰ τὸν φυλάττει.

Μὲ ποιὸν σκοπό; Μὲ σκοπό, ὅσο θὰ φυλάττει αὐτὴν καὶ θὰ ἐνεργεῖ σύμφωνα μ’ αὐτήν, νὰ διαμένει ἀθάνατος καὶ νὰ συναγωνίζεται αἰώνια τους ἀγγέλους, καὶ ν’ ἀνυμνεῖ  μαζί τους τὸ Θεό, νὰ δέχεται τὶς ἀπὸ ἐκεῖ ἐλλάμψεις, καὶ νὰ βλέπει νοερῶς τὸ Θεὸ καὶ ν’ ἀκούει τὶς θεῖες φωνές του· τὴ στιγμὴ ὅμως ποὺ θὰ παραβεῖ τὴν ἐντολὴ ποὺ τοῦ δόθηκε καὶ θὰ φάει ἀπὸ τὸ δένδρο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο τὸν πρόσταζε ὁ Θεὸς νὰ μὴ φάει, νὰ παραδοθεῖ στὸ θάνατο, νὰ καταστραφοῦν οἱ ὀφθαλμοὶ τῆς ψυχῆς, νὰ στερηθεῖ τὴ θεία δόξα, νὰ φραχθοῦν τὰ αὐτιά, νὰ ἐκπέσει ἀπὸ αὐτὴ τὴ διαγωγὴ ποὺ εἶχε μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους καὶ νὰ διωχθεῖ ἀπὸ τὸν παράδεισο.

Κι’ αὐτὸ συνέβηκε ἀφοῦ παρέβηκε τὴν ἐντολὴ καὶ ἐξέπεσε ἀπὸ τὴν ἀθάνατη καὶ ἀΐδια ζωή. Πράγματι, μόλις ὁ Ἀδὰμ παρέβηκε τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ καὶ ἔστρεψε τὸ αὐτί του στὸν ἀπατεώνα διάβολο νὰ τοῦ ψιθυρίσει καὶ τὸν ὑπάκουσε ἀκούγοντας τὰ δόλια λόγια του, μὲ τὰ ὁποῖα μιλοῦσε ἐναντίον τοῦ δημιουργοῦ Δεσπότη, γεύθηκε τὸ δένδρο καί, ἀναβλέποντας αἰσθητικῶς, μόλις θεώρησε καὶ εἶδε ἐμπαθὼς τὴ γύμνωση τοῦ σώματός του, στερήθηκε δικαίως ἀπὸ ὅλα τα ἀγαθά, καὶ κουφάθηκε, γιὰ νὰ μὴν ἀκούσει μὲ βέβηλα αὐτιὰ θεοπρεπεῖς καὶ πνευματικοὺς θείους λόγους, αὐτοὺς ποὺ ἀκούονται μόνον ἀπὸ τοὺς ἄξιους· ἀλλὰ στερήθηκε κι’ ἀπὸ τὴ θεωρία τῆς ἀνέκφραστης ἐκείνης δόξας, ἐπειδὴ ἀπομάκρυνε ἑκουσίως τὸ νοῦ του ἀπὸ αὐτήν, κατανόησε ἐμπαθὼς τὸν καρπὸ τοῦ δένδρου καὶ πίστεψε στὸν ὄφι ποὺ εἶπε· «μόλις φάγετε ἀπὸ αὐτόν, θὰ γίνετε ὡς θεοί, γνωρίζοντας τὸ καλὸ καὶ τὸ πονηρό».

Αὐτὸς λοιπὸν ὁ χοϊκὸς ἄνθρωπος, ἀφοῦ ἀπατήθηκε μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς θεώσεως καὶ ἔλαβε καὶ ἔφαγε ἀπὸ αὐτὸν τὸν καρπό, στερήθηκε τελείως ἀπ’ ὅλα τα νοητὰ καὶ οὐράνια ἀγαθὰ καὶ κατάντησε στὴν παθητικὴ αἴσθηση τῶν ἐπιγείων καὶ ὁρατῶν κτισμάτων καὶ ἀπέναντι σ’ αὐτὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα ξέπεσε, γιὰ νὰ ἐπαναλάβω τὰ ἴδια, ἔγινε κουφός, τυφλός, γυμνός, ἀναίσθητος, καθὼς ἐπίσης καὶ θνητός, φθαρτὸς καὶ ἄλογος, ὅμοιος μὲ τὰ ἀνόητα κτήνη κατὰ τὸν προφήτη ποὺ βοᾶ· «ἀναμείχθηκε μὲ τὰ ἀνόητα κτήνη καὶ ὁμοιώθηκε μ’ αὐτά». Ἔμαθες ἀπὸ ποιὰ δόξα καὶ ἀθάνατη τρυφὴ καὶ διαγωγὴ σὲ ποιὰ ἀτιμία κατρακύλησε ὁ ἄνθρωπος, σὲ ποιὰ ντροπὴ καὶ ἄγνοια, σὲ ποιὰ φτώχεια περιέπεσε ἀπὸ τὸν ἄφθονο πλοῦτο; Ἔτσι λοιπὸν ἔγινε καὶ ἦταν ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ποὺ πλάσθηκε ἀπὸ τὴ γῆ, χοϊκός, ἂν καὶ δὲν μπορέσαμε νὰ ποῦμε τὰ πάντα.

Ἃς δοῦμε λοιπὸν καὶ ἃς διδαχθοῦμε ἀπὸ τὶς θεῖες Γραφὲς ποιὸς εἶναι καὶ ὁ δεύτερος ἄνθρωπος, ὁ Κύριος ἀπὸ τὸν οὐρανό. Αὐτός, ὄντας Θεὸς ἀπὸ Θεό, ἄναρχο γέννημα ἀνάρχου Πατρός, γέννημα ἀσώματο ἀσωμάτου, ἀκατάληπτο ἀκαταλήπτου, αἰώνιο αἰωνίου, ἀπρόσιτο ἀπροσίτου, ἀχώρητο ἀχωρήτου, ἀθάνατο ἀθανάτου, ἀόρατο ἀοράτου, Λόγος Θεοῦ καὶ Θεός, διὰ τοῦ ὁποίου ἔγιναν τὰ πάντα, καὶ τὰ οὐράνια καὶ τὰ ἐπίγεια καί, γιὰ νὰ ἀνακεφαλαιώσω, αὐτὸς λοιπὸν ὄντας ἔτσι καὶ μένοντας ἔτσι μέσα στὸν Πατέρα καὶ ἔχοντας τὸν Πατέρα νὰ μένει μέσα του, χωρὶς νὰ χωριστεῖ ἀπὸ αὐτὸν οὔτε νὰ τὸν ἐγκαταλείψει τελείως, κατέβηκε στὴ γῆ καὶ σαρκώθηκε ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα καὶ τὴν παρθένο Μαρία.

Καὶ ἐνανθρώπησε, γενόμενος ἀτρέπτως ἴσος κατὰ πάντα μ’ ἐμᾶς χωρὶς ἁμαρτίες, ὥστε, διερχόμενος ἀπὸ ὅλα τα δικά μας, νὰ ἀναχωνεύσει καὶ νὰ ἀνακαινίσει ἐκεῖνον τὸν πρώτον ἄνθρωπο καὶ δὶ’ ἐκείνου ὅλους ὅσοι γεννήθηκαν καὶ γεννῶνται ἀπὸ αὐτόν, καὶ νὰ γίνουν ὅμοιοι μ’ ἐκεῖνον ποὺ τοὺς γέννησε. Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ γεννήτορας Ἀδὰμ ἔγινε φθαρτὸς καὶ θνητός, θὰ προσθέσω καὶ κουφὸς καὶ τυφλός, ἐξαιτίας τῆς παραβάσεως, καὶ διετέλεσε γυμνὸς ἀπὸ τὴν ἔνθεη ἐνδυμασία καὶ ἀναίσθητος, ὅπως αὐτὸς ὁ χοϊκός, ἔτσι καὶ ὅλοι ὅσοι γεννήθηκαν ἀπὸ αὐτόν, ἔγιναν χοϊκοί, φθαρτοί, θνητοί, κουφοί, τυφλοί, γυμνοὶ καὶ ἀναίσθητοι, μὴ διαφέροντας σὲ τίποτε ἀπὸ τὰ ἄλογα ζῶα, ἢ νὰ πῶ καλύτερα ὑπῆρξαν χειρότεροι κι’ ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἴδια, ἐπειδὴ συμπεριέλαβαν τὸ καθένα ἀπὸ τὰ πάθη ἐκείνων καὶ τὰ προσάρτησαν μέσα τους.

Σὲ τέτοια λοιπὸν ἄγνοια Θεοῦ καὶ τῶν θείων τοῦ ἐντολῶν ὁδηγήθηκαν οἱ γεννημένοι χοϊκοὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν χοϊκό, ὥστε τὴν τιμὴ ἐκείνη ποὺ ὄφειλαν ν’ ἀποδώσουν στὸν Θεὸ τὴν ἀπέδωσαν στὴν ὁρατὴ αὐτὴ κτίση· καὶ ὄχι μόνο στὸν οὐρανό, στὴ γῆ, στὸν ἥλιο, στὴ σελήνη, στὰ ἄστρα, στὸ πῦρ, στὸ ὕδωρ καὶ στὰ ὑπόλοιπα, ἀλλὰ ἀφοῦ θεοποίησαν κι’ αὐτὰ ἀκόμη τὰ αἰσχρὰ πάθη, τὰ ὁποῖα ὁ Θεὸς τοὺς ἀπαγόρευσε οὔτε νὰ τὰ σκέπτονται, πολὺ περισσότερο νὰ τὰ πράττουν, καὶ τὰ ἔστησαν (πῶ, πῶ ἀναισθησία!), τὰ προσκύνησαν ὡς θεούς. Ποιὰ ἀπὸ αὐτά; Τὴν πορνεία, τὴ μοιχεία, τὴν ἀνδρομανία, τὴν ἀλληλοφονία καὶ ὁτιδήποτε παρόμοιο μὲ αὐτά, τὰ ὁποῖα ὄχι ὁ Θεὸς (μακριὰ μιὰ τέτοια βλασφημία!), ἀλλ’ ὁ διάβολος προστάζει, ὑποβάλλει καὶ ἀποδέχεται, καὶ μὲ τὰ ὁποῖα ὑποδούλωσε καὶ ὑποδουλώνει ὅλο το ἀνθρώπινο γένος καὶ τοὺς ἔκανε καὶ τοὺς κάνει ὑποχειρίους καὶ δούλους του.

Ἔτσι, κι’ ἂν ἀκόμη βρέθηκε ἀπὸ παλαιὰ κάποιος ἀπὸ τὶς ἄπειρες ἐκεῖνες μυριάδες καὶ χιλιάδες ποὺ νὰ μὴν ὑπέκυψε στὰ αἰσχρὰ προστάγματά του καὶ τὰ θελήματά του, ἀλλ’ ἐπειδὴ κι αὐτὸς καταγόταν ἀπὸ τὸ σπέρμα τῶν ἁμαρτωλῶν ἦταν δοῦλος τοῦ τυράννου θανάτου καὶ παραδιδόταν στὴ φθορά του καὶ παραπεμπόταν ἀσυμπαθῶς στὸν ἅδη, χωρὶς δηλαδὴ νὰ ὑπάρχει κάποιος ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ τὸν σώσει καὶ νὰ τὸν λυτρώσει· γι’ αὐτὸν λοιπὸν μᾶς λυπήθηκε ὁ δημιουργός μας Θεὸς Λόγος καὶ κατέβηκε, ὡς γνωστόν, καὶ ἔγινε ἄνθρωπος ὄχι ἀπὸ συνουσία ἢ ρεύση (διότι αὐτὰ συνέβηκαν μετὰ τὴν παράβαση), ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα καὶ τὴν ἀειπάρθενο Μαρία. Πράγματι, ἀναλαμβάνοντας ἔμψυχη σάρκα ἀπὸ τὰ παναγνὰ αἵματά της, ἔγινε ἄνθρωπος, διατέλεσε καὶ ἔγινε δηλαδὴ ὁλόκληρος σάρκα, ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀτρέπτως, ἀναλλοιώτως, ὅπως ἔχει γραφεῖ· «καὶ ὁ Λόγος ἔγινε σάρκα καὶ κατασκήνωσε μεσά μας». Αυτό εἶναι τὸ ἀκατάληπτο καὶ ἀκατανόητο σ’ ὅλους θαῦμα, ὅτι δηλαδὴ ὁ ἴδιος καὶ ἄτρεπτος ἔμεινε κατὰ τὴ θεότητα καὶ τέλειος ἄνθρωπος ἔγινε.

Συνέβηκε δηλαδὴ ὅ,τι καὶ μὲ τὸν Ἀδάμ· ὁ Θεὸς τὸν ἔπλασε ἀπὸ τὴ γῆ καὶ τοῦ χάρισε πνεῦμα ζωῆς, καὶ ἔγινε τέλειος ἄνθρωπος μὲ ζωντανὴ ψυχὴ χωρὶς συνουσία καὶ ρεύση· ἔτσι κι αὐτὸς ποὺ τὸν δημιούργησε χωρὶς συνουσία καὶ ρεύση γίνεται ἄνθρωπος. Καὶ ὅπως γράφτηκε ἐκεῖ στὴν παλαιὰ Γραφή, ὅτι ὁ Θεὸς ἔβαλε ἔκσταση πάνω στὸν Ἀδὰμ καὶ τὸν ὕπνωσε καὶ λαμβάνοντας μία πλευρὰ τοῦ οἰκοδόμησε καὶ ἔπλασε τὴ γυναίκα, ἔτσι ἔκανε κι’ ἐδῶ. Πῶς καὶ μὲ ποιὸν τρόπο; Πρόσεχε. Ἡ πλευρὰ τοῦ Ἀδὰμ εἶναι ἡ γυναίκα. Ἀπὸ αὐτὴν λοιπὸν τὴν πλευρὰ τοῦ Ἀδάμ, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ γυναίκα, ἔλαβε ὁ Θεὸς Λόγος ἔμψυχη σάρκα καὶ τὴν οἰκοδόμησε σὲ τέλειο ἄνδρα, ὥστε νὰ γίνει ἀληθῶς υἱὸς τοῦ Ἀδάμ· κι ἀφοῦ διετέλεσε ἄνθρωπος κι ἔγινε ὅμοιός μας κατὰ πάντα πλὴν τῆς ἁμαρτίας, ἀμέσως ἔγινε κατὰ σάρκα συγγενὴς ὅλων των ἀνθρώπων.

Αὐτὸ ὅμως τὸ εἶπε καὶ κάποιος ἄλλος πρὶν ἀπὸ ἐμᾶς λέγοντας τὸ ἑξῆς· «ἐνδυόμενος τὴ σάρκα, ἐνδύθηκε καὶ τὴν ἀδελφότητα». Ἀλλὰ ὄντας αὐτὸς Θεὸς καὶ ἄνθρωπος μαζί, καὶ ἡ σάρκα του καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ ἦταν καὶ εἶναι ἁγία καὶ ὑπεραγία ὅπως ἦταν Θεὸς ἅγιος, ὁ ἴδιος καὶ εἶναι ἅγιος καὶ θὰ εἶναι, διότι καὶ ἡ παρθένος ἦταν ἄμωμη, ἄσπιλη καὶ ἀμίαντη· ἀλλὰ τέτοια ἦταν καὶ ἡ πλευρὰ ποὺ ἀφαιρέθηκε ἀπὸ τὸν Ἀδάμ. Οἱ ἄλλοι ὅμως ἄνθρωποι, παρ’ ὅλο ποὺ ὑπῆρξαν κατὰ σάρκα ἀδελφοὶ καὶ συγγενεῖς του, ἀλλὰ ὄντας χοϊκοὶ ἔμειναν ἔτσι καὶ δὲν ἔγιναν ἀμέσως ἅγιοι καὶ υἱοὶ τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ προσέχετε ἀκριβῶς τὸ Πνεῦμα ποὺ λέγει αὐτά· ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος καὶ διετέλεσε συγγενὴς καὶ ἀδελφὸς ὅλων των ἀνθρώπων. Μόνο λοιπὸν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, μόνος ἦταν καὶ εἶναι ἅγιος, ὅπως θὰ εἶναι στοὺς αἰῶνες, μόνος δίκαιος, μόνος ἀληθινός, μόνος ἀθάνατος, μόνος φιλάνθρωπος, μόνος ἐλεήμων καὶ εὔσπλαχνος, μόνος δυνάστης, μόνος φῶς τοῦ κόσμου καὶ ὄντας φῶς τὸ ἀπρόσιτο.

                Ἐνῶ λοιπὸν αὐτὸς ἦταν τέτοιος καὶ ἐμεῖς βρισκόμασταν στὸ θάνατο καὶ τὴ φθορὰ χωρὶς νὰ ἔχουμε καμμία τελείως ἐπικοινωνία μαζί του, παρὰ μόνον, ὅπως εἴπαμε, τὴν κατὰ σάρκα συγγένεια, ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς τοὺς δύο, τὸ Θεὸ δηλαδὴ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, μεσίτευσε ἡ πρὸς αὐτὸν πίστη, ὥστε, ἐπειδὴ ἤμασταν πτωχοὶ καὶ τίποτε δὲν μπορούσαμε νὰ προσφέρουμε γιὰ τὴ σωτηρία μας, δεχόμενος τὴν πρὸς αὐτὸν πίστη ἀντὶ πάντων, μᾶς ἐλέησε καὶ μᾶς χάρισε τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτημάτων, τὴν ἀπαλλαγὴ τοῦ θανάτου καὶ τῆς φθορᾶς καὶ τὴν ἐλευθερία. Αὐτὰ τὰ χαρίζει καὶ μέχρι σήμερα σ’ ἐκείνους ποὺ πιστεύουν ὁλοψύχως, καὶ ὄχι μόνον αὐτά, ἀλλὰ καὶ τὰ ὑπόλοιπά τα ὁποῖα μᾶς ὑποσχέθηκε καὶ μᾶς ἐπαγγέλλεται καθημερινὰ διὰ τῶν ἁγίων εὐαγγελίων.

Ποιὰ ὅμως εἶναι αὐτά; Ἡ ἀναγέννηση καὶ ἀνάπλασή μας δὶ’ ὕδατος καὶ Πνεύματος, ἡ συναρίθμησή μας μὲ τοὺς ἁγίους του δούλους, ἡ παροχὴ τῆς χάριτος τοῦ ἁγίου του Πνεύματος σὲ μᾶς, ἡ δωρεὰ τῆς συμμετοχῆς δὶ’ αὐτοῦ στὰ ἀγαθά της γῆς τὴν ὁποία κληρονομοῦν οἱ πράοι μὲ εὐφροσύνη καὶ ἀγαλλίαση καρδιᾶς, ἡ ἕνωση καὶ σύναψή του μαζί μας, ὥστε νὰ γίνουμε καὶ οἱ δύο ἕνα στὸν ἴδιο τὸν Θεὸ καὶ Πατέρα συνδεόμενοι δὶ’ αὐτοῦ μὲ τὸ Πνεῦμα.

Μετέχομε λοιπὸν σ’ ὅλα αὐτὰ τὰ ἀγαθὰ καὶ τὰ ἀπολαμβάνομε, ὅταν τηροῦμε ἀκριβῶς ὅλα ὅσα ὑποσχεθήκαμε σ’ αὐτὸν καὶ ὅταν ἀποφεύγουμε ὅσα πάλι ἀπορρίψαμε, μὴ ἐπιστρέφοντας στὸ ἴδιο ἐξέραμα (ἐμετὸ) ὅπως οἱ σκύλοι. Ἔτσι λοιπὸν ἂν φυλάξουμε ὅλα ὅσα μᾶς εἶπε καὶ μᾶς λέει ὁ ἴδιος ὁ Θεός, εἴμαστε πράγματι πιστοί, ἀποδεικνύοντας τὴν πίστη μας ἀπὸ τὰ ἔργα, καὶ γινόμαστε ὅπως ἐκεῖνος ἅγιοι καὶ τέλειοι, ὅλοι τελείως ἐπουράνιοι, τέκνα ἐπουράνιου Θεοῦ, ὅμοια μαζί του κατὰ πάντα θέσει καὶ χάριτι, ἐπειδὴ εἶναι καὶ αὐτὸς ὅπως ἐμεῖς ὅμοιός μας πλὴν τῆς ἁμαρτίας.

Ἐὰν ὅμως, περιφρονώντας τὶς ἅγιες καὶ ζωοποιὲς τοῦ ἐντολές, ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ ἀμέλεια καὶ ἐνεργήσουμε κάτι ἐναντίον τῶν προσταγμάτων του, ἐπειδὴ πράξαμε ὅσα δὲν μᾶς παρήγγειλε, ἀμέσως ἐκπίπτουμε ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἀγαθὰ ποὺ μᾶς δόθηκαν ἀπὸ τὸ Θεὸ διὰ τοῦ βαπτίσματος. Καὶ ὅπως ὁ Ἀδὰμ μετὰ τὴν παράβαση ἐκβάλλεται καὶ ἀπογυμνώνεται ἀπὸ τὸν παράδεισο καὶ τὴν τρυφὴ καὶ τὴν μετὰ τῶν ἀγγέλων διαβίωση καὶ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴ θέα τοῦ Θεοῦ, ἔτσι κι ἐμεῖς ἀμαρτάνοντας ἀποχωριζόμαστε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῶν ἁγίων δούλων του καὶ τὴ θεία ἐνδυμασία τὴν ὁποία ἐμεῖς οἱ βαπτιζόμενοι ἐνδυθήκαμε, τὸν ἴδιο δηλαδὴ τὸ Χριστό, ὅπως πιστεύουμε, αὐτὸν τὸν ἀποδυόμαστε διὰ τῆς ἁμαρτίας· καὶ ὄχι μόνον αὐτά, ἀλλὰ στερούμαστε καὶ τὴν ἴδια τὴν αἰώνια ζωὴ κι αὐτὸ τὸ ἄδυτο φῶς, τὰ αἰώνια ἀγαθά, τὸν ἁγιασμὸ καὶ τὴν υἱοθεσία.

φωτο:Ν. Χαρίσης

Καὶ ἔτσι γινόμαστε πάλι χοϊκοί, ὅπως κι’ ἐκεῖνος ὁ πρῶτος χοϊκός, ἀντὶ νὰ γίνουμε ἐπουράνιοι καὶ ὅμοιοι κατὰ πάντα μὲ αὐτὸν τὸν δεύτερο ἄνθρωπο καὶ Κύριο Ἰησοῦ Χριστό· κι’ ἀκόμη μαζὶ μ’ αὐτὰ γινόμαστε ὑπόδικοι στὸ θάνατο καὶ στὸ σκοτάδι, καὶ παραπεμπόμαστε στὸ ἄσβεστο πῦρ, βασανιζόμενοι μὲ μεγάλο κλαυθμὸ καὶ μὲ τρίξιμο τῶν δοντιῶν. Διότι τώρα δὲν ἀποβαλλόμαστε κι’ ἐμεῖς ἀπὸ αἰσθητὸ παράδεισο, ὅπως τότε ὁ Ἀδάμ, οὔτε κατακρινόμαστε νὰ ἐργαζόμαστε ὅπως κι ἐκεῖνος τὴ γῆ, ἀλλ’ ἀποβαλλόμαστε ἀπὸ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ ἀπὸ τὰ ἀγαθὰ ἐκεῖνα γιὰ τὰ ὁποῖα ἔχει γραφεῖ· «ὅσα ὀφθαλμὸς δὲν εἶδε καὶ αὐτὶ δὲν ἄκουσε καὶ σὲ καρδιὰ ἀνθρώπου δὲν ἀνέβηκαν»· ἀπ’ αὐτὰ λοιπὸν ἀποβάλλομε τοὺς ἑαυτούς μας καὶ γινόμαστε ὑπεύθυνοί της κολάσεως. Κι ἂν δὲν μᾶς ἀποδιδόταν ἡ ἀνάκληση διὰ τῆς μετανοίας, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ σωθεῖ κανεὶς ποτέ.

Γι’ αὐτὸ λοιπόν, ὄντας φιλάνθρωπος ὁ Θεὸς καὶ οἰκτίρμων καὶ ἐπιθυμώντας τὴ σωτηρία μας, ἔθεσε σαφῶς ἀνάμεσα σ’ ἐμᾶς καὶ σ’ ἐκεῖνον τὴν ἐξομολόγηση καὶ τὴ μετάνοια· ἔδωσε ἐξουσία στὸν καθένα ποὺ θέλει ν’ ἀνακληθεῖ ἀπὸ τὴν πτώση καὶ δὶ’ αὐτῆς νὰ εἰσέλθει στὴν προηγούμενη οἰκειότητα καὶ δόξα καὶ παρρησία ἀπέναντι στὸ Θεό, καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ καὶ νὰ γίνει πάλι κληρονόμος ὅλων ἐκείνων τῶν ἀναφερθέντων ἀγαθῶν, ἐὰν θελήσει νὰ ἐπιδείξει θερμὴ μετάνοια, ἢ καὶ μεγαλυτέρων. Καὶ κατὰ τὴν ἀναλογία τῆς μετανοίας κάθε ἄνθρωπος βρίσκει ἀνάλογη τὴν πρὸς τὸν Θεὸ παρρησία καὶ οἰκειότητα καὶ μάλιστα γνωστῶς καὶ καταφανῶς, ὅπως ἕνας φίλος πρὸς φίλο, καὶ συνομιλεῖ μαζί του πρόσωπο πρὸς πρόσωπο καὶ τὸν βλέπει καθαρὰ μὲ νοεροὺς ὀφθαλμούς.

Ὅσοι λοιπὸν μετὰ τὸ βάπτισμα δὲν ἔχουν μὲ κάθε βεβαιότητα αὐτὴν τὴν οἰκειότητα καὶ παρρησία καὶ τὴν συμμετοχὴ τῶν ἀναφερθέντων ἀγαθῶν, οὔτε γνωρίζουν ὅτι ἔχουν ἐνδυθεῖ τὸν Χριστό, οὔτε θεωροῦν στὸ φῶς τοῦ Πνεύματος τὸ φῶς τῆς θεότητός του, ἃς σκύψουν μέσα στὴ συνείδησή τους· κι ἀφοῦ τὴν ἐξερευνήσουν μὲ προσοχὴ μεγάλη, θὰ βροῦν ὅτι ἀθέτησαν ἐντελῶς τὶς ὁμολογίες (=συνετάξω τῷ Χριστῷ, συνεταξάμην) κατὰ τὸ βάπτισμα εἴτε ἐν μέρει εἴτε τελείως· καὶ ἐὰν ὄχι αὐτό, θὰ ἀνακαλύψουν ὅτι παράχωσαν τὸ τάλαντο τοῦ ἁγιασμοῦ καὶ τῆς υἱοθεσίας ποὺ τοὺς δόθηκε καὶ δὲν τὸ καλλιέργησαν καὶ γι’ αὐτὸ ἀποστερήθηκαν τὴν θέα τοῦ Δεσπότη, ἐπειδὴ ἐκεῖνος εἶναι ἀψευδὴς καὶ ἀμεταμέλητος στὰ χαρίσματά του. Πράγματι εἶπε· «ἐκεῖνος ποὺ μὲ ἀγαπᾶ θὰ τηρήσει τὶς ἐντολές μου καὶ ἐγὼ θὰ τὸν ἀγαπήσω καὶ θὰ τοῦ φανερωθῶ».

Ἀκούσατε, τί λέει ὃ Δεσπότης· «ἐκεῖνος ποὺ μὲ ἀγαπᾶ θὰ τηρήσει τὶς ἐντολές μου, κι ἐγὼ θὰ τὸν ἀγαπήσω καὶ θὰ τοῦ ἐμφανισθῶ». Εάν λοιπὸν ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ἀλήθεια, καθὼς ὁ ἴδιος εἶπε γιὰ τὸν ἑαυτό του, «ἐγὼ εἶμαι ἠ αλήθεια», καὶ ἡ ἀλήθεια δὲν μπορεῖ νὰ ψεύδεται (διότι «εἶναι ἀδύνατο», λέει ὁ Ἀπόστολος, «νὰ ψεύδεται ὁ Θεός», κανεὶς ἀπὸ ἐκείνους ποὺ δὲν βλέπουν τὸν Κύριο νὰ μὴ λέει ὅτι εἶναι αὐτὸ ἀδύνατο· διότι δὲν εἶναι ἀδύνατο, ἀλλὰ καὶ πολὺ δυνατό. Πράγματι, ἐὰν ἐκεῖνος λέει, «ἐγὼ εἶμαι τὸ φῶς τοῦ κόσμου», ἐκεῖνοι ποὺ δὲν τὸν βλέπουν εἶναι ἐντελῶς τυφλοί, ἔμειναν ὁπωσδήποτε τυφλοί, ἐπειδὴ δὲν ἀγάπησαν τὸν Κύριο καὶ δὲν τήρησαν τὶς ἐντολές του.

Ἐὰν ὅμως τὸν ἀγαποῦσαν καὶ τηροῦσαν τὶς ἐντολές του, θὰ ἐπιθυμοῦσαν νὰ τὸν δοῦν καὶ θὰ τοῦ τὸ ζητοῦσαν αὐτὸ μὲ ὅλη τους τὴ ψυχὴ καὶ θὰ τοὺς φανερωνόταν ὁ ἴδιος, ὁ ἀψευδής, ὁ ἐκ φύσεως ἀληθὴς καὶ ἡ ἀλήθεια, ποὺ γι’ αὐτὸ παρουσιάστηκε στὸν κόσμο, ὥστε νὰ φωτίσει ὅλους ὅσοι βρίσκονται στὸν κόσμο, δηλαδὴ ἐκείνους ποὺ κάθονται στὸ σκοτάδι, ὄχι μὲ κάποιο ξένο φῶς, ἀλλὰ μὲ τὸ φῶς τῆς δίκης τοῦ δόξας καὶ θεότητας. Κανεὶς λοιπὸν ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ποὺ δὲν βλέπουν νοερῶς τὸν Κύριο, κανεὶς ποὺ δὲν φωτίζεται τρανῶς καὶ γνωστῶς μὲ τὸ φῶς του οὔτε μένει στὴ θεωρία τῆς δόξας τοῦ διαπαντὸς οὔτε μένοντας βλέπει μέσα του τὸ Θεό, νὰ μὴ πεῖ ὅτι εἶναι ἀδύνατον αὐτὸ οὔτε νὰ ὁμιλεῖ κι αὐτὸς ὡς ἄπιστος λέγοντας αὐτά, ἀλλὰ ὁ καθένας σας, ἀγαπητοί, ἐρευνώντας, ὅπως εἴπαμε, τὴ συνείδησή του, θὰ βρεῖ τὸν ἑαυτὸ τοῦ αἴτιο τῆς στερήσεως τοῦ Δεσπότη καὶ τῆς θέας τῆς δόξας του.

Ἃς μετανοήσει λοιπὸν ὁ καθένας σας καὶ ἃς θρηνήσει τὸν ἑαυτό του, ὁπότε θὰ δεῖ ὅτι βρίσκεται σὲ τέτοια κατάσταση, ἐπειδὴ στέρησε τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τόσα καὶ τέτοια ἀγαθά, ἐκπίπτοντας ἀπὸ τὴ δόξα καὶ τὴ θεωρία τοῦ βασιλέως τῶν οὐρανῶν, καὶ ἃς φροντίσει μὲ τὴ μετάνοια καὶ τὴν ἐξομολόγηση νὰ ἐπιτύχει τὰ αἰώνια ἀγαθά, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας. Σ’ αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα στοὺς αἰῶνες. Γένοιτο.

(Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, Ἠθικὸς Λόγος ΙΒ΄, Ε.Π.Ἐ Φιλοκαλία τῶν νηπτικῶν καὶ Ἀσκητικῶν 19Γ΄, σ.245-263)

πηγή 

 

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *