Βίος Ἁγίου Πατριάρχου Ἰωσήφ τοῦ Παγκάλου

3 total views, 1 views today

Ὁ Ἰωσὴφ ἦταν Πατριάρχης τοῦ Ἰσραὴλ καὶ πρόγονος τοῦ Ἰησοῦ. Ήταν ὁ ἑνδέκατος γιὸς καὶ ὁ πιὸ ἀγαπημένος γιὸς τοῦ Ἰακὼβ καὶ ὁ πρῶτος της Ραχὴλ (Γένεση 30,22-24). Σύμφωνα μὲ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν χρονολογιῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὁ Ἰωσὴφ θὰ πρέπει νὰ ἔζησε περίπου τὸ 1916-1806 π.Χ. Γεννήθηκε στὴ Μεσοποταμία ὅταν ὁ πατέρας τοῦ ἦταν 90 ἐτῶν. Το ὄνομά του στὰ ἑβραϊκὰ σημαίνει «εἴθε νὰ δώσει κι ἄλλον» καὶ εἶναι σχετικὸ μὲ τὰ λόγια τῆς Ραχὴλ «ὁ Κύριος ἔβγαλε ἀπὸ πάνω μου τὴ ντροπή μου».

Ἀδερφός του Ἰωσὴφ ἀπὸ τὴν ἴδια μάνα, τὴ Ραχήλ, ἦταν ὁ Βενιαμίν. Ἀδέρφια του ἀπὸ τὸν Ἰακὼβ καὶ ἀπὸ ἄλλη μάνα ἦταν ὁ Ρουβήν, ὁ Συμεών, ὁ Λευΐ, ὁ Ἰούδας, ὁ Ἰσάχαρ, ὁ Ζαβουλῶν, ὁ Δᾶν, ὁ Νεφθαλίμ, ὁ Γάδ, ὁ Ἀσὴρ καὶ ἡ Δείνα (Γένεση 29,31-35. 30,1-24. Γένεση 35,22-26. Παραλειπομένων Ἃ’ 2,1-2). Γυναίκα τοῦ Ἰωσὴφ ἦταν ἡ Ἀσεννὲθ (Γένεση 41,45) καὶ ἀπέκτησε δύο γιούς, τὸν Μανασσὴ καὶ τὸν Ἐφραὶμ (Γένεση 46,20. Ἀριθμοὶ 26,32. Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ 17,1).

Ὁ Ἰωσὴφ ἦταν ὄμορφος καὶ μὲ ὡραῖο παράστημα (Γένεση 39,6) καὶ ἦταν ποιμένας προβάτων ἀπὸ τὴν ἡλικία τῶν 17 χρόνων (Γένεση 37,2).

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΩΣΗΦ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΔΕΡΦΩΝ ΤΟΥ

Ἡ μητέρα τοὺ  πέθανε, ὅταν ὁ Ἰακὼβ καὶ ἡ οἰκογένεια τοῦ ἔφυγαν ἀπὸ τὴ Βαιθήλ, καὶ ἐνῶ ἔμενε ἀκόμα μικρὴ ἀπόσταση γιὰ νὰ φτάσουν στὴν Ἐφραθὰ (Βηθλεέμ), ἦρθε ἡ ὥρα τῆς Ραχὴλ νὰ γεννήσει τὸ δωδέκατο γιό του, τὸ Βενιαμίν. Ἡ Ραχὴλ εἶχε δύσκολη γέννα καὶ μόλις γεννήθηκε τὸ παιδὶ πέθανε. Ὁ Ἰακὼβ τὴν ἔθαψε στὸ δρόμο πρὸς τὴν Ἐφραθά, δηλαδὴ στὴ Βηθλεέμ, καὶ ἔστησε πάνω στὸν τάφο τῆς μιὰ λίθινη στήλη, ποὺ σώζεται μέχρι σήμερα (Γένεση 35,16-21).

Κατόπιν ὀ Ιακὼβ ἐγκαταστάθηκε στὴ Χαναᾶν, ἐκεῖ ὅπου εἶχε μείνει ὁ πατέρας του. Ὁ Ἰωσὴφ ἦταν ἀκόμη παιδὶ δεκαεφτὰ ἐτῶν, ὅταν ἔβοσκε τὰ πρόβατα μαζὶ μὲ τοὺς ἀδερφούς του. Ὁ Ἰωσὴφ ἀνέφερε συχνὰ στὸν πατέρα τοὺς τὴν κακή τους φήμη.

Ὁ Ἰακὼβ περισσότερο ἀπ’ ὅλα τα παιδιὰ τοῦ ἀγαποῦσε τὸν Ἰωσήφ, γιατί τὸν εἶχε ἀποκτήσει στὰ γηρατειά του. Γι’ αὐτὸ καὶ τοῦ ἔκανε δῶρο ἕναν πολύχρωμο χιτώνα. Ὅταν εἶδαν οἱ ἀδερφοί του ὅτι ὁ πατέρας τοῦ τὸν ἀγαποῦσε περισσότερο ἀπὸ ὅλους τους ἄλλους, ἄρχισαν νὰ τὸν μισοῦν καὶ νὰ μὴν τοῦ φέρονται φιλικά.

Κάποτε ὁ Ἰωσὴφ εἶδε ἕνα ὄνειρο καὶ τὸ διηγήθηκε στοὺς ἀδερφούς του, κι ἐκεῖνοι τότε τὸν μίσησαν ἀκόμη περισσότερο. Εἶχε δεῖ πὼς ἔδεναν δεμάτια ἀπὸ ἄχυρα καταμεσῆς στοὺς ἀγρούς. Ξάφνου τὸ δικό του δεμάτι σηκώθηκε καὶ στάθηκε ὄρθιο, καὶ τὰ δεμάτια τῶν ἀδερφῶν τοῦ προσκύνησαν τὸ δικό του. Τ’ ἀδέρφια τοῦ τὸν εἰρωνεύτηκαν καὶ τὸν μίσησαν γιὰ τὸ ὄνειρο αὐτό.

Στὴ συνέχεια εἶδε ἀκόμη ἕνα ὄνειρο καὶ τὸ διηγήθηκε κι αὐτὸ στοὺς ἀδερφούς του. Εἶχε δεῖ πὼς ὁ ἥλιος, τὸ φεγγάρι καὶ ἕντεκα ἀστέρια τὸν προσκυνοῦσαν. Τὸ ὄνειρο αὐτό, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἀδερφούς του, τὸ διηγήθηκε καὶ στὸν πατέρα του. Ἐκεῖνος τὸν μάλωσε ἐνῶ τ’ ἀδέρφια τοῦ τὸν φθόνησαν καὶ τὸν μίσησαν ἀκόμα περισσότερο (Γένεση 37,1-11).

Ο Ἰωσὴφ καὶ τ’ ἀδέρφια του

Μια μέρα, ὁ Ἰακὼβ ἔστειλε τὸν Ἰωσὴφ νὰ πάει νὰ δεῖ ἂν εἶναι καλὰ τ’ ἀδέρφια του ποὺ ἔβοσκαν τὰ πρόβατα στὴ Συχέμ. Καθὼς πλησίαζε πρὸς τὴ Συχέμ, ρώτησε κάποιον ἂν εἶχε δεῖ τ’ ἀδέρφια του. Ἐκεῖνος τοῦ εἶπε πὼς ἔφυγαν ἀπὸ τὴ Συχὲμ καὶ πῆγαν πρὸς τὴ Δωθᾶν. Ἔτσι ὁ Ἰωσὴφ κατευθύνθηκε πρὸς τὴ Δωθᾶν, ποὺ βρίσκεται βόρειά της Συχέμ.

Μόλις ἐκεῖνοι τὸν εἶδαν ἀπὸ μακριὰ καὶ πρὶν ἀκόμα τοὺς πλησιάσει, κατέστρωσαν σχέδιο νὰ τὸν σκοτώσουν. Ὁ Ρουβὴν προσπάθησε νὰ τὸν γλιτώσει ἀπὸ τὰ χέρια τους καὶ τοὺς πρότεινε νὰ μὴν τὸν σκοτώσουν, ἀλλὰ νὰ τὸν ρίξουν σ’ ἕνα ξεροπήγαδο. Εἶχε σκοπὸ νὰ ἔρθει ἀργότερα καὶ νὰ τὸν ἐλευθερώσει.

Ὅταν ὁ Ἰωσὴφ ἔφτασε κοντὰ στ’ ἀδέρφια του, τοῦ ἔβγαλαν τὸν πολύχρωμο χιτώνα ποὺ φοροῦσε, καὶ τὸν ἔριξαν σ’ ἕνα ξεροπήγαδο. Καθὼς κοίταζαν τριγύρω, εἶδαν καραβάνια Μαδιανιτῶν (Ἰσμαηλιτῶν) ποὺ πήγαιναν στὴν Αἴγυπτο. Ὕστερα ἀπὸ πρόταση τοῦ Ἰούδα ἀποφάσισαν νὰ τὸν πουλήσουν στοὺς ἐμπόρους. Ὅταν περνοῦσαν οἱ ἔμποροι, ἀνέβασαν τὸν Ἰωσὴφ ἀπ’ τὸ πηγάδι καὶ τὸν πούλησαν γιὰ εἴκοσι σίκλους ἀσήμι στοὺς Ἰσμαηλίτες ἐμπόρους. Ἐκεῖνοι μὲ τὴ σειρὰ τοὺς τὸν μετέφεραν καὶ τὸν πούλησαν στὴν Αἴγυπτο, στὸν Πετεφρή, τὸν αὐλικό του Φαραώ.

Ὅταν γύρισε ὁ Ρουβὴν πίσω στὸ πηγάδι καὶ ὁ Ἰωσὴφ δὲν ἦταν πιὰ ἐκεῖ, ἔσκισε τὰ ροῦχα του καὶ ἐπέπληξε τ’ ἀδέρφια του. Ἐκεῖνοι πῆραν τὸ χιτώνα τοῦ Ἰωσήφ, ἔσφαξαν ἕνα κατσίκι καὶ τὸν ἔβαψαν μὲ τὸ αἷμα. Μετὰ ἔστειλαν τὸν πολύχρωμο χιτώνα καὶ τὸν παρουσίασαν στὸν πατέρα τους, καὶ τοῦ μήνυσαν ὅτι κάποιο ἄγριο θηρίο σκότωσε τὸν Ἰωσήφ.

Ὁ Ἰακὼβ ἔσκισε τότε τὰ ροῦχα του, φόρεσε στὴ μέση του ἕνα πένθιμο τρίχινο ἔνδυμα καὶ θρηνολογοῦσε τὸ παιδί του γιὰ πολὺν καιρό. Ἦρθαν κι ὅλα τα παιδιά του καὶ οἱ θυγατέρες του νὰ τὸν παρηγορήσουν. Ἀλλὰ αὐτὸς ἦταν ἀπαρηγόρητος κι ἔλεγε: «Πενθώντας θὰ κατεβῶ στὸ παιδί μου στὸν ἅδη» καὶ συνέχεια τὸν ἔκλαιγε (Γένεση 37,12-36).

Ο ΙΩΣΗΦ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ

Ὅταν οἱ Ἰσμαηλίτες ἔφεραν τὸν Ἰωσὴφ στὴν Αἴγυπτο, τὸν ἀγόρασε ὁ Πετεφρής, ποὺ ἦταν ἀξιωματοῦχος τοῦ Φαραὼ καὶ ἀρχηγὸς τῆς σωματοφυλακῆς του. Ὁ Κύριος ὅμως ἦταν μαζὶ μὲ τὸν Ἰωσήφ, κι ἀποδείχτηκε ἄνθρωπος ἱκανός. Τὸ ἀφεντικὸ τοῦ εἶδε ὅτι ὁ Κύριος ἦταν μαζί του καὶ πὼς αὐτὸς μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου πετύχαινε κάθε ἔργο ποὺ ἀναλάμβανε. Ἔτσι ὁ Ἰωσὴφ κέρδισε τὴν εὔνοια τοῦ ἀφεντικοῦ του κι ἐκεῖνος τὸν ἔκανε ἐπιστάτη στὸ σπίτι του. Ὅλα τα ὑπάρχοντα τοῦ τὰ ἐμπιστεύτηκε στὰ χέρια του. Ἀπὸ τότε ποὺ τὸν ἔκανε ἐπιστάτη στὸ σπίτι του καὶ στὴν περιουσία του, ὁ Κύριος εὐλόγησε τὸ σπίτι, τὰ ὑπάρχοντα καὶ τὰ κτήματα τοῦ Πετεφρῆ, ἐξαιτίας τοῦ Ἰωσήφ.

Ὁ Ἰωσὴφ εἶχε ὡραῖο παράστημα κι ὄμορφο πρόσωπο. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ὑπάκουσε στὶς ἐρωτικὲς διαθέσεις τῆς συζύγου τοῦ Πετεφρῆ, αὐτὴ τὸν συκοφάντησε στὸν ἄντρα της. Ὅταν ὁ Πετεφρης ἄκουσε τὴ γυναίκα του, ἄναψε ἀπ’ τὸ θυμό του. Ἔδωσε διαταγὴ νὰ πιάσουν τὸν Ἰωσὴφ καὶ νὰ τὸν βάλουν στὴ φυλακὴ (Γένεση 39,1-20).

Ο ΙΩΣΗΦ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ

Ὁ Κύριος ὅμως ἦταν μαζί του καὶ τὸν ἐλέησε, ὥστε νὰ κερδίσει τὴν εὔνοια τοῦ ἀρχιδεσμοφύλακα. Ὁ ἀρχιδεσμοφύλακας ἐμπιστεύτηκε στὸν Ἰωσὴφ ὅλους τους κρατούμενους, καὶ καθετὶ ποὺ γινόταν στὴ φυλακὴ αὐτὸς τὸ φρόντιζε (Γένεση 39,21-23).

Ὕστερα ἀπὸ τὰ γεγονότα αὐτά, ὁ οἰνοχόος τοῦ βασιλιὰ τῆς Αἰγύπτου καὶ ὁ ἀρχιαρτοποιός, ἔκαναν κάτι ποὺ πρόσβαλε τὸ βασιλιά. Ὁ Φαραὼ ὀργίστηκε ἐναντίον τῶν δύο αὐτῶν αὐλικῶν του, καὶ τοὺς ἔβαλε σὲ περιορισμὸ στὴ φυλακή, στὸ μέρος ὅπου ἦταν φυλακισμένος καὶ ὁ Ἰωσήφ. Ἔμειναν σὲ περιορισμὸ ἀρκετὸν καιρὸ καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῶν σωματοφυλάκων τοποθέτησε κοντά τους τὸν Ἰωσὴφ γιὰ νὰ τοὺς ὑπηρετεῖ.

Μιὰ νύχτα, τόσο ὁ οἰνοχόος ὅσο καὶ ὁ ἀρχιαρτοποιὸς εἶδαν στὴ φυλακὴ ἀπὸ ἕνα ὄνειρο, μὲ τὴ δίκη τοῦ ξεχωριστὴ σημασία τὸ καθένα. Τὸ πρωί, ὅταν ὁ Ἰωσὴφ ἦρθε νὰ τοὺς δεῖ, πρόσεξε ὅτι ἦταν ταραγμένοι. Τοὺς ρώτησε λοιπόν, γιατί εἶναι σκυθρωποί.

Αὐτοὶ τοῦ ἀποκρίθηκαν «εἴδαμε ἕνα ὄνειρο, καὶ δὲν ὑπάρχει κανεὶς νὰ τὸ ἐξηγήσει». Τότε ὁ Ἰωσὴφ τοὺς εἶπε: «Στὸ Θεὸ δὲν ἀνήκει κάθε ἐξήγηση; Διηγηθεῖτε τὸ λοιπὸν σ’ ἐμένα».

Ὁ οἰνοχόος τοῦ εἶπε: «Στὸ ὄνειρό μου εἶδα μπροστά μου ἕνα κλῆμα, μὲ τρεῖς κληματόβεργες. Τὸ κλῆμα βλάστησε, ἄνθισε, καὶ τὰ τσαμπιὰ τοῦ ἔγιναν ὥριμα σταφύλια. Στὰ χέρια μου κρατοῦσα τὸ ποτήρι τοῦ Φαραώ. Πῆρα τὰ σταφύλια, τὰ ἔστυψα στὸ ποτήρι του καὶ τοῦ τὸ ἔδωσα στὰ χέρια».

Ὁ Ἰωσὴφ τοῦ εἶπε: «Νὰ ποιὰ εἶναι ἡ ἐξήγηση τοῦ ὀνείρου: Οἱ τρεῖς κληματόβεργες εἶναι τρεῖς μέρες. Τρεῖς μέρες ἀκόμη κι ὁ Φαραὼ θὰ σὲ ἐξυψώσει καὶ θὰ σὲ ἀποκαταστήσει στὴ θέση σου. Τότε θὰ τοῦ δίνεις τὸ ποτήρι στὸ χέρι του, ὅπως ἔκανες καὶ πρωτύτερα, ποὺ ἤσουν ὁ οἰνοχόος του. Ἀλλὰ θυμήσου κι ἐμένα, ὅταν ὅλα θὰ ἔχουν πάει γιὰ σένα καλά, καὶ δεῖξε μου καλοσύνη. Μίλησε γιὰ μένα στὸ Φαραὼ καὶ βγάλε μὲ ἀπ’ αὐτὸ ἐδῶ το μέρος. Δὲν ἔκανα τίποτε γιὰ νὰ μὲ ρίξουν στὴ φυλακή».

Ὁ αρχιαρτοποιός εἶδε ὅτι ἡ ἐξήγηση ποὺ ἔδωσε ὁ Ἰωσὴφ ἦταν εὐνοϊκή, καὶ τοῦ εἶπε: «Κι ἐγὼ εἶδα στὸ ὄνειρό μου ὅτι εἶχα τρία καλάθια μὲ ἀρτοσκευάσματα πάνω στὸ κεφάλι μου. Στὸ πάνω καλάθι ἦταν διάφορα γλυκίσματα γιὰ τὸ Φαραώ, ἀπ’ αὐτὰ ποὺ ψήνονται στὸ φοῦρνο, ἀλλὰ τὰ πουλιὰ τὰ ἔτρωγαν ἀπ’ τὸ καλάθι ποὺ ἦταν πάνω στὸ κεφάλι μου». Ὁ Ἰωσὴφ τοῦ ἀποκρίθηκε: «Νὰ ποιὰ εἶναι ἡ ἐξήγηση: Τὰ τρία καλάθια εἶναι τρεῖς μέρες. Τρεῖς μέρες ἀκόμα καὶ ὁ Φαραὼ θὰ σοῦ πάρει τὸ κεφάλι, θὰ σὲ κρεμάσει σ’ ἕνα ξύλο καὶ τὰ πουλιὰ θὰ τρῶνε τὶς σάρκες σου».

Τὴν τρίτη μέρα, ποὺ ἦταν τὰ γενέθλια του Φαραώ, αὐτὸς παρέθεσε δεῖπνο σ’ ὅλους τους αὐλικούς του. Θυμήθηκε τότε τὸν οἰνοχόο καὶ τὸν ἀρχιαρτοποιὸ ἀνάμεσα στοὺς αὐλικούς του. Τὸν οἰνοχόο τὸν ἀποκατέστησε στὸ ἀξίωμά του, κι ἐκεῖνος ἔδωσε πάλι τὸ ποτήρι στὸ χέρι τοῦ Φαραώ. Τὸν ἀρχιαρτοποιὸ ὅμως τὸν κρέμασε, ὅπως ἀκριβῶς τοὺς εἶχε ἐξηγήσει ὁ Ἰωσήφ. Ἀλλὰ ὁ οἰνοχόος δὲ θυμήθηκε τὸν Ἰωσὴφ καὶ τὸν εἶχε ξεχάσει (Γένεση κέφ. 40).

Ο ΙΩΣΗΦ ΕΞΗΓΕΙ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΟΥ ΦΑΡΑΩ

Ὁ Ἰωσὴφ καὶ ὁ Φαραὼ

Μετά ἀπὸ δύο χρόνια, ὁ Φαραὼ εἶδε ἕνα ὄνειρο: Στεκόταν, λέει, κοντὰ στὸν ποταμὸ Νεῖλο, καὶ εἶδε ν’ ἀνεβαίνουν ἀπὸ τὸ ποτάμι ἑφτὰ ἀγελάδες εὔρωστες καὶ παχιές, κι ἔβοσκαν στὸ χορτάρι. Ὕστερα ἀπὸ αὐτές, ἀνέβηκαν ἀπὸ τὸ Νεῖλο ἄλλες ἑφτὰ ἀγελάδες ἄσχημες καὶ καχεκτικὲς καὶ στάθηκαν κοντὰ στὶς πρῶτες, πλάι στὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ. Οἱ ἑφτὰ ἄσχημες καὶ καχεκτικὲς ἀγελάδες ἔφαγαν τὶς ἄλλες ἑφτά, τὶς εὔρωστες καὶ παχιές.

Τότε ὁ Φαραὼ ξύπνησε. Ξανακοιμήθηκε καὶ εἶδε δεύτερο ὄνειρο: Ἑφτὰ στάχυα βλάστησαν πάνω στὸ ἴδιο στέλεχος, μεστωμένα καὶ ὡραία. Καὶ μετὰ ἀπὸ κεῖνα, βλάστησαν ἄλλα ἑφτὰ στάχυα, λεπτὰ καὶ καμένα ἀπὸ τὸ λίβα. Τὰ λεπτὰ καὶ καμένα στάχυα κατάπιαν τὰ ἑφτὰ στάχυα ποὺ ἦταν μεστωμένα καὶ παχιά. Ὁ Φαραὼ ξύπνησε καὶ κατάλαβε πὼς ἦταν ὄνειρο.

Τὸ πρωὶ ὁ Φαραὼ ἦταν ἀνήσυχος. Ἔστειλε καὶ κάλεσε ὅλους τους μάγους καὶ τοὺς σοφούς της Αἰγύπτου καὶ τοὺς διηγήθηκε τὰ ὄνειρά του. Κανεὶς ὅμως δὲν μπόρεσε νὰ τοῦ τὰ ἐξηγήσει. Τότε ὁ οἰνοχόος ὑπέδειξε τὸν Ἰωσὴφ ὡς τὸν πιὸ κατάλληλο γιὰ νὰ ἐξηγήσει τὰ ὄνειρα (Γένεση 41,1-13).

Τότε ὁ Φαραὼ ἔστειλε καὶ κάλεσε τὸν Ἰωσήφ. Τὸν ἔβγαλαν γρήγορα ἀπὸ τὴ φυλακή, ἔκοψε τὰ μαλλιά του, ἄλλαξε ροῦχα καὶ παρουσιάστηκε στὸ Φαραώ. Ὁ Φαραὼ τοῦ εἶπε: «Εἶδα ἕνα ὄνειρο, ἀλλὰ κανεὶς δὲν μπόρεσε νὰ μοῦ τὸ ἐξηγήσει. Ἄκουσα νὰ λένε γιὰ σένα ὅτι ἐξηγεῖς ἕνα ὄνειρο ὅταν τὸ ἀκούσεις». Ὁ Ἰωσὴφ τοῦ ἀπάντησε: «Ὄχι ἐγώ, ἀλλὰ ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ ἐξηγήσει τὰ ὄνειρα».

Τότε ὁ Φαραὼ τοῦ διηγήθηκε τὰ δύο ὄνειρα. Ὁ Ἰωσὴφ εἶπε στὸ Φαραώ: «Τὸ ὄνειρό σου εἶναι ἕνα. Ὁ Θεὸς φανέρωσε στὸ Φαραὼ ἐκεῖνο ποὺ πρόκειται νὰ κάνει. Ὁ ἑφτὰ ὡραῖες ἀγελάδες σημαίνουν ἑφτὰ χρόνια, καὶ τὰ ἑφτὰ ὡραῖα στάχυα σημαίνουν ἑφτὰ χρόνια. Πρόκειται γιὰ ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ ὄνειρο. Οἱ ἑφτὰ ἀγελάδες, οἱ ἀδύνατες καὶ ἄσχημες, ποὺ ἀνέβηκαν κατόπιν, σημαίνουν ἑφτὰ χρόνια, ὅπως καὶ τὰ ἑφτὰ στάχυα τὰ λεπτὰ καὶ τὰ καμένα ἀπὸ τὸ λίβα, σημαίνουν ἑφτὰ χρόνια πείνας. Ὁ Θεὸς φανέρωσε στὸ Φαραὼ ἐκεῖνο ποὺ πρόκειται νὰ κάνει: θὰ ἔρθουν ἑφτὰ χρόνια μεγάλης ἀφθονίας σ’ ὁλόκληρη τὴ Αἴγυπτο. Ὕστερα ὅμως ἀπ’ αὐτὰ θὰ ἔρθουν ἑφτὰ χρόνια πείνας, ἡ ὁποία θὰ ἐρημώσει τὴ χώρα. Τόσο βαριὰ θὰ εἶναι ἐκείνη ἡ πείνα, ποὺ κανένας στὴν Αἴγυπτο δὲ θὰ θυμᾶται πιὰ τὴν προηγούμενη ἀφθονία στὴ χώρα. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Φαραὼ εἶδε τὸ ὄνειρο νὰ ἐπαναλαμβάνεται καὶ δεύτερη φορά, σημαίνει ὅτι τὸ πράγμα εἶναι ἀποφασισμένο ἀπ’ τὸ Θεό, καὶ ὅτι θὰ τὸ πραγματοποιήσει γρήγορα. Καὶ τώρα, ἃς φροντίσει ὁ Φαραὼ νὰ βρεῖ ἕναν ἄνθρωπο μυαλωμένο καὶ σοφό, καὶ νὰ τὸν διορίσει ἄρχοντα σ’ ὅλη τὴν Αἴγυπτο. Ἐπίσης, ἃς φροντίσει ὥστε νὰ διοριστοῦν ἐπόπτες στὴ χώρα, γιὰ νὰ κρατοῦν ἀπ’ αὐτὴν τὸ ἕνα πέμπτο κατὰ τὰ ἑφτὰ χρόνια της ἀφθονίας. Θὰ συγκεντρώσουν ὅλα τα τρόφιμα τῶν καλῶν χρόνων ποὺ ἔρχονται, καὶ θὰ ἀποθηκεύσουν τὰ σιτηρὰ μὲ ἐξουσιοδότηση τοῦ Φαραὼ καὶ θὰ τὰ φυλάξουν. Αὐτὲς οἱ προμήθειες θὰ φυλαχτοῦν γιὰ τὰ ἑφτὰ χρόνια της πείνας ποὺ θὰ ἔρθουν στὴν Αἴγυπτο, κι ἔτσι ἡ χώρα δὲ θὰ ἀφανιστεῖ ἀπὸ τὴν πείνα» (Γένεση 41,14-36).

Ο ΙΩΣΗΦ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΡΧΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ

Ο πατριάρχης Ἰωσὴφ

Αυτή ἡ πρόταση φάνηκε καλὴ στὸ Φαραὼ καὶ τοῦ εἶπε: «Ἀφοῦ ὁ Θεὸς σὲ ἔκανε νὰ τὰ ξέρεις ὅλα αὐτά, δὲν ὑπάρχει κανένας ἄλλος τόσο συνετὸς καὶ σοφός, ὅπως ἐσύ. Ἐσὺ θὰ προΐστασαι στὸ ἀνάκτορό μου καὶ ὅλος ὁ λαός μου θὰ ὑπακούει στὶς διαταγές σου. Μόνον ὡς πρὸς τὸ θρόνο θὰ εἶμαι ἀνώτερός σου. Σ’ ἐσένα, παραδίδω τὴν ἐξουσία πάνω σε ὅλη τὴν Αἴγυπτο. Ἐγὼ εἶμαι ὁ Φαραώ, χωρὶς ὅμως τὴ δική σου ἔγκριση, κανεὶς δὲ θὰ κάνει τίποτα σ’ ὅλη τὴ χώρα».

Μ’ αὐτὰ τὰ λόγια ὁ Φαραὼ ἔβγαλε ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ τὸ δαχτυλίδι μὲ τὸ σφραγιδόλιθό του καὶ τὸ πέρασε στὸ χέρι τοῦ Ἰωσήφ, τὸν ἕντυσε μὲ λινὴ φορεσιά, καὶ τοῦ ἔβαλε τὴ χρυσὴ ἁλυσίδα στὸ λαιμό του. Τὸν ἀνέβασε στὸ δεύτερο μετὰ τὸ δικό του ἅρμα, καὶ οἱ προπορευόμενοι ἀξιωματοῦχοι φώναζαν στὸ λαὸ νὰ γονατίσει. Ἔτσι ὁ Φαραὼ ἔδωσε στὸν Ἰωσὴφ ἐξουσία πάνω σε ὅλη τὴν Αἴγυπτο.

Ὁ Ἰωσὴφ ἦταν τριάντα χρονῶν ὅταν παρουσιάστηκε στὸ Φαραώ, τὸ βασιλιὰ τῆς Αἰγύπτου. Αὐτὸς τὸν ὀνόμασε Ψονθομφανήχ, ποὺ σημαίνει «ὁ τροφοδότης τῆς γῆς», καὶ τοῦ ἔδωσε γιὰ γυναίκα τὴν Ἀσεννὲθ (Ἀσενάθ), κόρη τοῦ Πετεφρῆ, ἱερέα τῆς Ἡλιούπολης.

Μετὰ ὁ Ἰωσὴφ ἔφυγε νὰ ἐπιθεωρήσει ὅλη τὴ χώρα. Στὰ ἑφτὰ χρόνια της ἀφθονίας, ἡ παραγωγὴ τῆς χώρας ἦταν ὑπερεπαρκής. Ὁ Ἰωσὴφ συγκέντρωσε ὅλη τὴν παραγωγὴ αὐτῶν τῶν ἑφτὰ χρόνων στὴν Αἴγυπτο καὶ ἀποθήκευσε τὰ τρόφιμα στὶς πόλεις. Σὲ κάθε πόλη ἀποθήκευε τὴν παραγωγὴ τῶν χωραφιῶν ποὺ ἦταν γύρω ἀπ’ αὐτήν. Ἔτσι συσσώρευσε σιτηρὰ τόσο πολλά, ὥστε ἔπαψε πιὰ νὰ τὰ μετράει.

Πρὶν ἔρθουν τὰ χρόνια της πείνας, ὁ Ἰωσὴφ ἀπέκτησε ἀπὸ τὴν Ἀσεννέθ, ποὺ ἦταν κόρη τοῦ Πετεφρῆ, ἱερέα τῆς Ἡλιούπολης, δύο παιδιά. Τὸν πρῶτο τὸν ὀνόμασε Μανασσὴ καὶ τὸν δεύτερο τὸν ὀνόμασε Ἐφραίμ. Το ὄνομά του Μανασσῆ σημαίνει λησμονῶ. Ὁ Ἰωσὴφ ἔδωσε αὐτὸ τὸ ὄνομα στὸ γιὸ τοῦ ἐπειδὴ τὸν ἔκανε νὰ ξεχάσει τὶς ταλαιπωρίες του καὶ τὴν στέρηση τοῦ πατέρα του. Τὸ ὄνομα τοῦ Ἐφραὶμ τοῦ τὸ ἔδωσε ἐπειδὴ ὁ Θεὸς τὸν ἔκανε μεγάλο σ’ αὐτὴ τὴ χώρα.

Τὰ ἑφτὰ χρόνια της ἀφθονίας στὴν Αἴγυπτο πέρασαν, κι ἄρχισαν νὰ ἔρχονται τὰ ἑφτὰ χρόνια της πείνας, ὅπως τὸ εἶχε προβλέψει ὁ Ἰωσήφ. Καὶ ἐνῶ σὲ ὅλες τὶς χῶρες ἐπικρατοῦσε πείνα, στὴν Αἴγυπτο ὑπῆρχε ψωμί. Ὅταν ὅμως ἡ Αἴγυπτος ἄρχισε κι αὐτὴ νὰ πεινάει καὶ ἡ πείνα γινόταν ὅλο καὶ μεγαλύτερη κι ἁπλωνόταν σ’ ὁλόκληρη τὴ χώρα, ὁ Ἰωσὴφ τότε ἄνοιξε τὶς ἀποθῆκες καὶ πουλοῦσε στοὺς Αἰγυπτίους ὅσο σιτάρι ὑπῆρχε σ’ αὐτές. Ἀπ’ ὅλες τὶς χῶρες ἔρχονταν στὴν Αἴγυπτο, στὸν Ἰωσήφ, γιὰ νὰ ἀγοράσουν σιτηρά, γιατί ἡ πείνα ἦταν φοβερὴ σ’ ὁλόκληρη τὴ γῆ (Γένεση 41,37-57).

ΤΑ ΑΔΕΡΦΙΑ ΤΟΥ ΙΩΣΗΦ

ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ ΓΙΑ ΣΙΤΑΡΙ

Ὁ Ἰωσὴφ καὶ τ’ ἀδέρφια του

Ὁ Ἰακὼβ ἔμαθε ὅτι στὴν Αἴγυπτο ὑπῆρχε σιτάρι, καὶ εἶπε στοὺς γιούς του νὰ πᾶνε στὴν Αἴγυπτο καὶ ν’ ἀγοράσουν σιτάρι. Κατέβηκαν λοιπὸν στὴν Αἴγυπτο οἱ δέκα ἀπὸ τοὺς ἀδερφοὺς τοῦ Ἰωσήφ, γιὰ νὰ ἀγοράσουν σιτάρι. Ἀλλὰ τὸ Βενιαμίν, τὸν ἀδερφὸ τοῦ Ἰωσήφ, ὁ Ἰακὼβ δὲν τὸν ἔστειλε μαζὶ μὲ τ’ ἀδέρφια του, γιατί φοβήθηκε μήπως τοῦ συμβεῖ κανένα κακό.

Ἔφτασαν λοιπὸν οἱ γιοὶ τοῦ Ἰακὼβ στὴν Αἴγυπτο γιὰ ν’ ἀγοράσουν σιτάρι, μαζὶ μὲ ἄλλους ποὺ ἔρχονταν κι αὐτοί, γιατί ἡ πείνα εἶχε ἐπικρατήσει παντοῦ στὴ Χαναᾶν.

Ὁ Ἰωσὴφ ἦταν ὁ ἄρχοντας στὴν Αἴγυπτο καὶ αὐτὸς προσωπικὰ πουλοῦσε τὸ σιτάρι σὲ ὅλους τους ξένους. Ἔτσι ἦρθαν τὰ ἀδέρφια του καὶ τὸν προσκύνησαν, σκύβοντας ὡς τὴ γῆ. Ἐκεῖνος τοὺς εἶδε καὶ τοὺς ἀναγνώρισε, ἀλλὰ ἔκανε σὰν νὰ τοὺς ἦταν ξένος καὶ τοὺς μίλησε σκληρά: «Ἀπὸ ποῦ ἐρχόσαστε;» τοὺς ρώτησε.

Αὐτοὶ ἀπάντησαν «Ἀπὸ τὴ Χαναᾶν, γιὰ ν’ ἀγοράσουμε τροφές».

Τ’ ἀδέρφια τοῦ Ἰωσὴφ δὲν τὸν ἀναγνώρισαν, ἐκεῖνος ὅμως τοὺς ἀναγνώρισε. Θυμήθηκε τὰ ὄνειρα ποὺ εἶχε δεῖ γι’ αὐτούς, καὶ τοὺς εἶπε: «Ἐσεῖς εἶστε κατάσκοποι, καὶ ἤρθατε γιὰ νὰ ἐπισημάνετε τὰ ἀνοχύρωτα σημεῖα τῆς χώρας».

Ἐκεῖνοι τοῦ ἀπάντησαν: «Ὄχι, κύριε, οἱ δοῦλοι σου ἤρθαμε ν’ ἀγοράσουμε τροφές. Εἴμαστε ὅλοι παιδιὰ τοῦ ἴδιου ἀνθρώπου. Οἱ δοῦλοι σου εἴμαστε εἰλικρινεῖς ἄνθρωποι, δὲν εἴμαστε κατάσκοποι».

Ὁ Ἰωσὴφ τοὺς ξαναεῖπε: «Ὄχι,  Ἤρθατε γιὰ νὰ παρατηρήσετε σὲ ποιὰ σημεῖα ἡ χώρα εἶναι ἀνοχύρωτη».

Ἐκεῖνοι ἄρχισαν πάλι: «Οἱ δοῦλοι σου εἴμαστε δώδεκα ἀδέρφια, παιδιὰ τοῦ ἴδιου ἀνθρώπου, ποὺ ζεῖ στὴ χώρα τῆς Χαναᾶν. Ὁ μικρότερος εἶναι τώρα μαζὶ μὲ τὸν πατέρα μας κι ὁ ἄλλος δὲν ὑπάρχει πιά».

Τοὺς φώναξε ὁ Ἰωσήφ: «Καλά σας εἶπα ἐγὼ πὼς εἴσαστε κατάσκοποι! Καὶ νὰ πῶς θ’ ἀποδειχτεῖ τὸ ἀντίθετο: Μὰ τὴ ζωὴ τοῦ Φαραώ, δὲ θὰ φύγετε ἀπὸ ‘δω ἂν δὲν ἔρθει ἐδῶ ὁ ἀδερφὸς σᾶς ὁ μικρότερος. Στεῖλτε ἕναν ἀπὸ σᾶς νὰ τὸν πάρει. Ὅσο γιὰ σᾶς θὰ μείνετε φυλακισμένοι. Ἔτσι θ’ ἀποδειχτεῖ ἂν εἶναι ἀληθινὰ αὐτὰ ποὺ λέτε. Κι ἂν δὲν εἶναι, μὰ τὴ ζωὴ τοῦ Φαραώ, εἶστε κατάσκοποι!»

Τοὺς ἔβαλε λοιπὸν στὴ φυλακὴ ὅλους μαζὶ γιὰ τρεῖς μέρες. Τὴν τρίτη μέρα ὁ Ἰωσὴφ τοὺς εἶπε: «Νὰ τί θὰ κάνετε γιὰ νὰ ζήσετε, γιατί ἐγὼ φοβᾶμαι τὸ Θεό: Ἂν εἶστε εἰλικρινεῖς, ἕνας ἀπὸ ὅλους σας θὰ μείνει κλεισμένος στὴ φυλακή, κι ἐσεῖς οἱ ἄλλοι νὰ φύγετε καὶ νὰ πᾶτε σιτάρι στὶς πεινασμένες οἰκογένειές σας. Ὕστερα θὰ μοῦ φέρετε τὸν ἀδερφὸ σᾶς τὸ μικρότερο, γιὰ νὰ φανεῖ ἂν εἶναι ἀληθινά τα λόγια σας καὶ νὰ μὴν πεθάνετε».

Ἔτσι κι ἔκαναν. Τότε εἶπαν ἀναμεταξύ τους: «Πράγματι, εἴμαστε ἔνοχοι ἀπέναντι στὸν ἀδερφό μας. Βλέπαμε τὴν ἀγωνία τοῦ ὅταν μᾶς παρακαλοῦσε, κι ἐμεῖς δὲν ἀκούγαμε. Γι’ αὐτὸ μας βρῆκε αὐτὴ ἡ στενοχώρια». Αὐτοὶ ὅμως δὲν ἤξεραν ὅτι ὁ Ἰωσὴφ τοὺς καταλάβαινε, γιατί χρησιμοποιοῦσε διερμηνέα. Τότε ἐκεῖνος ἀποσύρθηκε καὶ ἔκλαψε. Ἔπειτα ξανάρθε καὶ τοὺς μίλησε. Πῆρε ἀπ’ ἀνάμεσά τους τὸ Συμεὼν καὶ τὸν ἁλυσόδεσε μπροστὰ στὰ μάτια τοὺς (Γένεση 42,1-24).

Ὁ Ἰωσὴφ διέταξε νὰ γεμίσουν τὰ σακιὰ τῶν ἀδερφῶν του μὲ σιτάρι, νὰ βάλουν τὰ χρήματα τοῦ καθενὸς στὸ σακί του καὶ νὰ τοὺς δώσουν τροφὴ γιὰ τὸ δρόμο. Ἔτσι καὶ τοὺς ἔκαναν. Ἐκεῖνοι φόρτωσαν τὸ σιτάρι στὰ γαϊδούρια τους καὶ ἔφυγαν.

Ὅταν ὅμως ἕνας ἄνοιξε τὸ σακί του νὰ δώσει τροφὴ στὸ γαϊδούρι του, ἐκεῖ ποὺ διανυκτέρευαν, εἶδε μέσα τα χρήματά του. Ἦταν στὸ ἄνοιγμα τοῦ σάκου του. Ὅταν τὰ εἶδαν τοὺς ἦρθε λιποθυμία καὶ ἔτρεμαν ἀπὸ τὸ φόβο.

Ὅταν ἦρθαν στὸν πατέρα τοὺς τὸν Ἰακώβ, στὴ Χαναᾶν, τοῦ διηγήθηκαν ὅλα ὅσα εἶχαν συμβεῖ στὴν Αἴγυπτο. Μετὰ ἄρχισαν ν’ ἀδειάζουν τὰ σακιά τους κι ὁ καθένας ἔβρισκε μέσα στὸ σακὶ τοῦ τὸ κομπόδεμά του. Ὅταν αὐτοὶ καὶ ὁ πατέρας τοὺς εἶδαν τὰ χρήματά τους, φοβήθηκαν. Ὁ Ἰακὼβ τότε τοὺς εἶπε: «Μοῦ παίρνετε τὰ παιδιά μου. Ὁ Ἰωσὴφ δὲν ὑπάρχει πιά. Ὁ Συμεὼν δὲν εἶναι ἐδῶ καὶ τώρα θέλετε νὰ πάρετε καὶ τὸ Βενιαμίν. Πάνω σ’ ἐμένα πέφτουν ὅλα!»

Τότε ὁ Ρουβὴν εἶπε στὸν πατέρα του: «Ἔχεις τὸ δικαίωμα νὰ θανατώσεις τὰ δύο μου παιδιά, ἂν δὲ σοῦ φέρω πίσω το Βενιαμίν. Ἐμπιστέψου τὸν σ’ ἐμένα προσωπικὰ καὶ ἐγὼ θὰ σοῦ τὸν ξαναφέρω».

Ἀλλὰ ὁ Ἰακὼβ εἶπε: «Ὄχι. Ὁ γιὸς μου δὲν θὰ ἔρθει μαζί σας, γιατί ὁ ἀδερφὸς τοῦ πέθανε, καὶ μόνον αὐτὸς ἔχει ἀπομείνει. Ἂν τοῦ συμβεῖ κάτι κακὸ στὸ ταξίδι σας, τότε θὰ κάνετε τ’ ἄσπρα μου μαλλιὰ νὰ κατεβοῦνε μὲ πόνο στὸν ἅδη» (Γένεση 42,25-38).

ΝΕΑ ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΤΩΝ ΑΔΕΡΦΩΝ ΤΟΥ ΙΩΣΗΦ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ

Ο Ἰωσὴφ καὶ τ’ ἀδέρφια του

Ἡ πείνα ὅμως δυνάμωνε στὴ χώρα κι ὅταν στὴν οἰκογένεια τοῦ Ἰακὼβ σώθηκε ὅλο το σιτάρι ποὺ εἶχαν φέρει ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, ὁ Ἰακὼβ εἶπε στοὺς γιούς του νὰ ξαναπᾶνε πάλι στὴν Αἴγυπτο. Ὁ Ἰούδας ὅμως τοῦ ἀπάντησε, ὅτι δὲν μποροῦν νὰ πᾶνε ἂν δὲν ἔχουν μαζὶ τὸν μικρότερο ἀδερφό τους. Ὁ Ἰακὼβ παρὰ τὶς ἀντιρρήσεις του, πείστηκε ἀπὸ τὶς ἐγγυήσεις τοῦ Ἰούδα, ὅτι θὰ εἶναι ὑπεύθυνος γιὰ τὴν ἀσφάλεια τοῦ Βενιαμίν.

Ἔτσι ὁ Ἰακὼβ ἔστειλε ὅλους τους γιούς του, τοὺς ἔδωσε και τα καλύτερα ἀπὸ τὰ προϊόντα της χώρας γιὰ νὰ τὰ προσφέρουν ὡς δῶρα στὸν ἄρχοντα τῆς Αἰγύπτου. Τοὺς ἔδωσε ἀκόμη διπλάσια χρήματα, ἀκόμη κι ἐκεῖνα ποὺ εἶχαν βρεῖ μέσα στὰ σακιά. Τέλος τοὺς ἔδωσε καὶ τὸν Βενιαμίν.

Οἱ γιοὶ τοῦ Ἰακὼβ ἀφού πηράν τα δῶρα, τὰ διπλάσια χρήματα καὶ τὸ Βενιαμίν, ξεκίνησαν γιὰ τὴν Αἴγυπτο. Ἐκεῖ παρουσιάστηκαν στὸν Ἰωσήφ. Ὅταν ὁ Ἰωσὴφ εἶδε ὅτι εἶχαν μαζί τους τὸ Βενιαμίν, εἶπε στὸν προϊστάμενο τοῦ σπιτιοῦ του, νὰ τοὺς ὁδηγήσει στὸ σπίτι του καὶ νὰ ἑτοιμάσει τραπέζι γιὰ φιλοξενία. Αὐτοὶ φοβήθηκαν ποὺ τοὺς ὁδήγησαν στὸ σπίτι τοῦ Ἰωσήφ, καὶ νόμιζαν ὅτι τοὺς ὁδήγησαν ἐκεῖ γιὰ νὰ τοὺς συκοφαντήσουν καὶ νὰ τοὺς πάρουν ὡς δούλους. Ο προϊστάμενος τοῦ σπιτιοῦ τοῦ Ἰωσὴφ τοὺς καθησύχασε καὶ τοὺς ἔφερε τὸ Συμεών. Τοὺς ἔφερε νερὸ νὰ πλύνουν τὰ πόδια τοὺς καθὼς καὶ τροφὴ γιὰ τὰ ζῶα τοὺς (Γένεση 43,1-25).

Ὅταν ὁ Ἰωσὴφ γύρισε στὸ σπίτι, τοῦ πρόσφεραν τὰ δῶρα ποὺ τὰ εἶχαν φέρει μαζί τους καὶ τὸν προσκύνησαν ὡς τὴ γῆ. Αὐτὸς τοὺς ρώτησε γιὰ τὴν ὑγεία τους καὶ ὕστερά τους εἶπε: «Εἶναι καλὰ ὁ γέροντας πατέρας σας, ποῦ μου ‘χετε μιλήσει γι’ αὐτόν; Ζεῖ ἀκόμη;»

Αὐτοὶ ἀπάντησαν: «Καλὰ εἶναι ὁ πατέρας μας. Ζεῖ ἀκόμη». Κι ἔσκυψαν καὶ προσκύνησαν.

Ὅταν ὁ Ἰωσὴφ εἶδε τὸ Βενιαμίν, τὸν ἀδερφό του ἀπὸ τὴν ἴδια μάνα, ρώτησε: «Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀδερφὸς σᾶς ὁ μικρότερος ποῦ μου λέγατε; Ὁ Θεὸς νὰ σὲ εὐλογεῖ παιδί μου», τοῦ εἶπε.

Ὕστερα ἔφυγε βιαστικά, γιατί ἄρχισε νὰ δακρύζει. Εἶχε συγκινηθεῖ βαθιὰ ποὺ εἶδε τὸν ἀδερφό του καὶ ἤθελε νὰ κλάψει. Ἔπειτα ἔπλυνε τὸ πρόσωπό του, βγῆκε ἀπὸ τὸ ἰδιαίτερο δωμάτιό του καὶ προσπαθώντας νὰ συγκρατηθεῖ πρόσταξε: «Φέρτε τὸ φαγητό».

Ἔφεραν τὸ φαγητό, χωριστὰ σ’ αὐτὸν καὶ χωριστὰ στοὺς Αἰγυπτίους, ποὺ ἔτρωγαν μαζί του. Δὲν ἐπιτρεπόταν στοὺς Αἰγυπτίους νὰ τρῶνε μαζὶ μὲ τοὺς Ἑβραίους, γιατί ἦταν γι’ αὐτοὺς βδελυρό. Τ’ ἀδέρφια τοῦ Ἰωσὴφ κάθισαν ἀπέναντί του κατὰ σειρὰ ἡλικίας, ἀπὸ τὸν μεγαλύτερο ὡς τὸν μικρότερο. Καὶ ἔκπληκτοι κοίταζαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Ὁ Ἰωσὴφ διέταξε νὰ τοὺς προσφέρουν ἀπὸ τὰ φαγητὰ ποὺ εἶχε στὸ δικό του τραπέζι. Καὶ ἡ μερίδα τοῦ Βενιαμὶν ἦταν πέντε φορὲς μεγαλύτερη ἀπὸ ὅλων των ἄλλων. Ἤπιαν μαζί του καὶ μέθυσαν (Γένεση 43,26-34).

Ὁ Ἰωσὴφ διέταξε τὸν προϊστάμενο τοῦ σπιτιοῦ του νὰ γεμίσει τὰ σακιὰ τῶν ἀδερφῶν του μὲ τρόφιμα καὶ νὰ βάλει τὰ χρήματα τοῦ καθενὸς στὸ ἄνοιγμα τοῦ σακιοῦ του. Στὸ ἄνοιγμα τοῦ σακιοῦ τοῦ νεότερου, μαζὶ μὲ τὰ χρήματα γιὰ τὸ σιτάρι του, νὰ βάλει καὶ τὸ ποτήρι μου τὸ ἀσημένιο. Ἐκεῖνος ἔκανε ὅπως τοῦ εἶπε ὁ Ἰωσήφ.

Τὸ πρωὶ μόλις χάραξε, τοὺς ἄφησαν νὰ φύγουν. Βγῆκαν ἀπὸ τὴν πόλη, ἀλλὰ πρὶν ἀπομακρυνθοῦν, ὁ Ἰωσὴφ εἶπε στὸν προϊστάμενο τοῦ σπιτιοῦ του νὰ πάει νὰ τοὺς προλάβει καὶ νὰ τοὺς κατηγορήσει ὅτι πῆραν τὸ ποτήρι του. Ὁ προϊστάμενος ἔκανε ὅπως τοῦ εἶπε ὁ Ἰωσήφ.

Ἐκείνοι απαντησαν: «Γιατί μιλάει ἔτσι ὁ κύριός μας; Δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ δοῦλοι σου νὰ κάναμε τέτοιο πράγμα! Ἂν τὸ χρῆμα ποῦ βρήκαμε στὸ ἄνοιγμα τῶν σακιῶν μάς σου τὸ ἐπιστρέψαμε ἀπὸ τὴ Χαναᾶν, πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ κλέψουμε ἀσήμι ἢ χρυσάφι μέσα ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ κυρίου σου; Σὲ ὅποιον ἀπ’ τοὺς δούλους σου βρεθεῖ αὐτὸ τὸ ποτήρι, νὰ θανατωθεῖ, κι ἐμεῖς θὰ γίνουμε δοῦλοι τοῦ κυρίου μας».

Ὁ προϊστάμενος ἀπάντησε «Ἃς γίνει λοιπὸν ὅπως εἴπατε. Ἀλλὰ μόνον ἐκεῖνος στὸν ὁποῖο θὰ βρεθεῖ τὸ ποτήρι, θὰ γίνει δοῦλος μου οἱ ὑπόλοιποι θὰ εἶστε ἐλεύθεροι».

Ἀμέσως κατέβασαν ὁ καθένας τὸ σακί τους στὴ γῆ καὶ τὸ ἄνοιξαν. Ὁ προϊστάμενος ἄρχισε τὴν ἔρευνα ξεκινώντας ἀπὸ τὸν μεγαλύτερο καὶ τέλειωσε μὲ τὸν νεότερο. Τὸ ποτήρι βρέθηκε στὸ σακὶ τοῦ Βενιαμίν. Τότε τὰ ἀδέρφια τοῦ ἔσκισαν τὰ ροῦχα τους, ξαναφόρτωσαν τὰ ζῶα τους καὶ γύρισαν πίσω στὴν πόλη (Γένεση 44,1-13). 

Ο ΙΩΣΗΦ ΦΑΝΕΡΩΝΕΤΑΙ ΣΤ’ ΑΔΕΡΦΙΑ ΤΟΥ

Ο Ἰωσὴφ φανερώνεται στ’ ἀδέρφια του

Ὁ Ἰωσὴφ ἦταν ἀκόμα στὸ σπίτι του, ὅταν ἔφτασαν ἐκεῖ τ’ ἀδέρφια του. Καὶ ἔπεσαν μπροστά του στὸ ἔδαφος. Τότε ὁ Ἰωσὴφ τοὺς εἶπε: «Τί πράξη ἦταν αὐτὴ ποῦ κάνατε;»

Ὁ Ἰούδας ἀπάντησε: «Τί νὰ ποῦμε στὸν κύριό μας; πῶς νὰ μιλήσουμε καὶ πῶς νὰ δικαιολογηθοῦμε; Ὁ Θεὸς ἀποκάλυψε τὴν ἁμαρτία τῶν δούλων σου. Εἴμαστε δοῦλοι τοῦ κυρίου μας καὶ ἐμεῖς καὶ ἐκεῖνος στὸν ὁποῖο βρέθηκε τὸ ποτήρι».

Ὁ Ἰωσὴφ ὅμως εἶπε: «Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάνω κάτι τέτοιο! Ὁ ἄνθρωπος στὸν ὁποῖο βρέθηκε τὸ ποτήρι, αὐτὸς θὰ γίνει δοῦλος μου. Ἐσεῖς, γυρίστε ἥσυχα πίσω στὸν πατέρα σας».

Τότε ὁ Ἰούδας τὸν πλησίασε καὶ τοῦ εἶπε: «Παρακαλῶ, κύριέ μου. Ἐπίτρεψε στὸ δοῦλο σου νὰ σοῦ μιλήσει ἐλεύθερα, χωρὶς νὰ ὀργιστεῖς ἐναντίον μου γιατί ἐσὺ εἶσαι σὰν Φαραώ. Ἔχουμε ἕνα γέροντα πατέρα καὶ ἕνα μικρὸ ἀδερφό, ποὺ ὁ πατέρας μᾶς τὸν ἀπέκτησε στὰ γηρατειά του. Ὁ ἀδερφὸς αὐτοῦ του μικροῦ πέθανε. Αὐτὸς ἔμεινε ὁ μόνος ἀπὸ τὴν ἴδια μάνα, καὶ ὁ πατέρας μᾶς τὸν ἀγαπάει. Τώρα, λοιπόν, ἂν γυρίσω πίσω στὸν πατέρα μου καὶ δὲν εἶναι μαζί μας αὐτὸ τὸ παιδί, ἡ ζωὴ τοῦ εἶναι τόσο δεμένη μὲ τὴ ζωὴ τοῦ πατέρα του, ὥστε ἐκεῖνος, μόλις δεῖ ὅτι τὸ παιδὶ δὲν ὑπάρχει, θὰ πεθάνει. Κι ἐμεῖς οἱ δοῦλοι σου θὰ γίνουμε αἰτία νὰ κατεβοῦν τὰ ἄσπρα μαλλιὰ τοῦ πατέρα μας μὲ θλίψη στὸν ἅδη. Ὁ δοῦλος σου ἔχω ἐγγυηθεῖ στὸν πατέρα μου γιὰ τὸ παιδί, ὅτι ἂν δὲν τοῦ τὸ φέρω πίσω, θὰ εἶμαι ἰσόβια ἔνοχος ἀπέναντί του. Τώρα λοιπόν, ἐπίτρεψε νὰ παραμείνει ὁ δοῦλος σου ἀντὶ γιὰ τὸ παιδὶ δοῦλος στὸν κύριό μου, καὶ τὸ παιδὶ ἃς γυρίσει πίσω μὲ τοὺς ἀδερφούς του. Πῶς μπορῶ νὰ γυρίσω πίσω στὸν πατέρα μου, χωρὶς νὰ εἶναι μαζί μου καὶ τὸ παιδί; Καλύτερα νὰ μὴ δῶ τὴ δυστυχία ποὺ θὰ τὸν εὕρει» (Γένεση 44,14-34).

Ὁ Ἰωσὴφ δὲν μποροῦσε πιὰ νὰ συγκρατηθεῖ μπροστὰ σ’ ὅλους ἐκείνους ποὺ τὸν περιστοίχιζαν καὶ φώναξε: «Νὰ φύγουν ὅλοι ἀπὸ μπροστά μου!» Ἔτσι ἦταν μόνος μὲ τ’ ἀδέρφια τοῦ ὅταν τοὺς φανερώθηκε. Τότε ξέσπασε σ’ ἕνα κλάμα τόσο δυνατό, ποὺ τὸν ἄκουγαν οἱ Αἰγύπτιοι καὶ τὸ ἔμαθαν ἀκόμα καὶ στὸ ἀνάκτορο τοῦ Φαραώ.

Ὁ Ἰωσὴφ εἶπε στοὺς ἀδερφούς του: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Ἰωσήφ! Ζεῖ ἀκόμα ὁ πατέρας μου;» Οἱ ἀδερφοὶ τοῦ ὅμως δὲν μποροῦσαν νὰ τοῦ ἀπαντήσουν καὶ στέκονταν μπροστά του ἐμβρόντητοι.

Τοὺς εἶπε πάλι ὁ Ἰωσήφ: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Ἰωσὴφ ὁ ἀδερφός σας, ποὺ τὸν πουλήσατε στὴν Αἴγυπτο. Ἀλλὰ τώρα μὴ λυπάστε καὶ μὴν ἔχετε τύψεις ποὺ μὲ πουλήσατε, γιατί ὁ Θεὸς μὲ ἔστειλε ἐδῶ πρὶν ἀπὸ σᾶς γιὰ νὰ σᾶς σώσω τὴ ζωή. Εἶναι δύο χρόνια τώρα ποὺ ἡ πείνα κυριαρχεῖ στὴ χώρα. Καὶ γιὰ πέντε ἀκόμα χρόνια δὲ θὰ ὑπάρχει οὔτε ὄργωμα οὔτε θερισμός. Ὁ Θεὸς ὅμως μὲ ἔστειλε ἐδῶ πρὶν ἀπὸ σᾶς γιὰ νὰ σᾶς σώσω μὲ θαυμαστὸ τρόπο, καὶ νὰ μπορέσετε νὰ ἐπιβιώσετε στὴ χώρα. Δὲ μὲ στείλατε, λοιπόν, ἐσεῖς ἐδῶ, ἀλλὰ ὁ Θεός. Μὲ ἔκανε σύμβουλο τοῦ Φαραώ, ὑπεύθυνο στὸ ἀνάκτορό του, καὶ κυβερνήτη ὅλης της Αἰγύπτου. Τώρα βιαστεῖτε νὰ πᾶτε πίσω στὸν πατέρα μου καὶ νὰ τοῦ πεῖτε ὅτι ὁ γιὸς τοῦ ὁ Ἰωσὴφ ζεῖ καὶ ἔγινε κύριος ὅλης της Αἰγύπτου. Νὰ ἔρθει λοιπὸν νὰ ἐγκατασταθεῖ στὴν Αἴγυπτο μαζὶ μὲ τὰ παιδιά του καὶ τὰ ἐγγόνια του, τὰ ζῶα του καὶ ὅλα του τὰ ὑπάρχοντα. Ἐγὼ θὰ φροντίσω γιὰ τὴ συντήρησή του, γιατί μένουν ἀκόμα πέντε χρόνια πείνας. Διηγηθεῖτε στὸν πατέρα μου ὅλη τὴ δόξα ποὺ ἔχω ἐδῶ στὴν Αἴγυπτο καὶ ὅλα ὅσα εἴδατε, καὶ βιαστεῖτε νὰ τὸν φέρετε ἐδῶ».

Ὕστερα ἔπεσε στὸ λαιμὸ τοῦ Βενιαμὶν τοῦ ἀδερφοῦ του καὶ ἔκλαψε. Ἔκλαψε κι ὁ Βενιαμὶν πεσμένος στὸν τράχηλό του. Φίλησε ἀκόμα ὅλους τους ἀδερφοὺς τοῦ κλαίγοντας. Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ οἱ ἀδερφοὶ τοῦ μπόρεσαν νὰ μιλήσουν μαζί του (Γένεση 45,1-15).

Τὸ γεγονὸς μαθεύτηκε στὸ ἀνάκτορο τοῦ Φαραώ, ὅτι εἶχαν ἔρθει τ’ ἀδέρφια τοῦ Ἰωσήφ, καὶ χάρηκαν ὁ Φαραὼ καὶ οἱ ἄρχοντές του. Ὁ Φαραὼ πρότεινε στὸν Ἰωσὴφ νὰ φέρει τὸν πατέρα του, τ’ ἀδέρφια τοῦ μαζὶ μὲ τὶς οἰκογένειές τους καὶ ὅλα τους τὰ ὑπάρχοντα στὴν Αἴγυπτο. Ἔτσι ὁ Ἰωσὴφ ἔδωσε στ’ ἀδέρφια τοῦ ἁμάξια, σύμφωνα μὲ τὴ διαταγὴ τοῦ Φαραώ, καθὼς καὶ ἐφόδια γιὰ τὸ δρόμο. Ἔδωσε σ’ ὅλους τους ἀπὸ μιὰ γιορτινὴ φορεσιά, ἀλλὰ στὸ Βενιαμὶν ἔδωσε τριακόσιους σίκλους ἀσήμι καὶ πέντε γιορτινὲς φορεσιές. Στὸν πατέρα τοῦ ἔστειλε δέκα γαϊδούρια φορτωμένα μὲ τὰ καλύτερα προϊόντα της Αἰγύπτου, καὶ δέκα γαϊδούρια φορτωμένα σιτάρι, ψωμὶ καὶ τρόφιμα γιὰ τὸ ταξίδι τοῦ πατέρα του. Ὕστερα κατευόδωσε τοὺς ἀδερφούς του.

Ἐκεῖνοι πῆγαν στὴ Χαναᾶν καὶ διηγήθηκαν στὸν πατέρα τοὺς τὸν Ἰακὼβ τὰ γεγονότα. Ἀλλὰ ὁ Ἰακὼβ ἔμενε ἀσυγκίνητος, γιατί δὲν τοὺς πίστευε. Τοῦ ἐπανέλαβαν τότε ὅλα ὅσα τοὺς εἶχε πεῖ ὁ Ἰωσήφ. Ὕστερα εἶδε τ’ ἁμάξια ποὺ εἶχε στείλει ὁ Ἰωσὴφ γιὰ νὰ τὸν μεταφέρουν, καὶ τότε ὁ Ἰακὼβ συνῆλθε καὶ εἶπε: «Μοῦ φτάνει ὅτι ζεῖ ἀκόμα ὁ Ἰωσήφ, τὸ παιδί μου. Θὰ πάω νὰ τὸν δῶ πρὶν πεθάνω» (Γένεση 45,16-28).

Η ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒ ΚΑΙ ΤΩΝ ΓΙΩΝ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ

Ὁ Ἰακὼβ στὴν Αἴγυπτο

Ὁ Ἰακὼβ ἔφυγε ἀπὸ τὴ Χαναᾶν παίρνοντας μαζί του ὅλα του τὰ ὑπάρχοντα. Οι γιοί του τὸν ἀνέβασαν, μαζὶ μὲ τὰ παιδιά τους καὶ τὶς γυναῖκες τοὺς πάνω στ’ ἁμάξια ποὺ εἶχε στείλει ὁ Φαραὼ γιὰ νὰ τοὺς μεταφέρουν. Πῆραν ἀκόμη τὰ κοπάδια τους καὶ ὅλη τους τὴν περιουσία, ποὺ εἶχαν ἀποκτήσει στὴ Χαναᾶν, καὶ ἦρθαν στὴν Αἴγυπτο.

Ὅλοι ὅσοι ἦρθαν μαζὶ μὲ τὸν Ἰακὼβ στὴν Αἴγυπτο καὶ προέρχονταν ἀπ’ αὐτόν, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς γυναῖκες τῶν γιῶν του, ἦταν ἑξήντα ἕξι ἄτομα. Ὅλοι ὅσοι ἀνῆκαν στὴν οἰκογένεια τοῦ Ἰακὼβ καὶ ἦρθαν στὴν Αἴγυπτο ἦταν ἑβδομήντα ἄτομα.

Ὁ Ιακώβ ἔστειλε τὸν Ἰούδα νὰ προπορευτεῖ πρὸς τὸν Ἰωσήφ. Σὰν ἔφτασαν στὴν περιοχὴ τῆς Γεσέν, ὁ Ἰωσὴφ ἔζεψε τὸ ἁμάξι του κι ἀνέβηκε νὰ συναντήσει τὸν πατέρα του. Μόλις τὸν εἶδε, ἔπεσε στὸ λαιμό του καὶ ἔκλαιγε συνέχεια στὴν ἀγκαλιά του. Ὁ Ἰακὼβ εἶπε «Ἃς πεθάνω τώρα, ἀφοῦ σὲ εἶδα ὅτι ἀκόμα ζεῖς» (Γένεση κέφ. 46).

Ὁ Ἰωσὴφ πῆγε καὶ εἰδοποίησε τὸ Φαραώ, ὅτι ὁ πατέρας του καὶ τ’ ἀδέρφια τοῦ ἔφτασαν ἀπὸ τὴ Χαναᾶν μὲ τὰ ζῶα τους καὶ ὅλα τους τὰ ὑπάρχοντα, καὶ τώρα βρίσκονται στὴν περιοχὴ τῆς Γεσέν.

Ὁ Φαραὼ εἶπε στὸν Ἰωσὴφ νὰ ἐγκαταστήσει τὴν οἰκογένειά του στὸ καλύτερο μέρος τῆς χώρας. Μετὰ ὁ Ἰωσὴφ ἔφερε τὸν πατέρα τοῦ τὸν Ἰακὼβ καὶ τὸν παρουσίασε στὸ Φαραώ.

Ὁ Ἰωσήφ ἐγκατέστησε τὸν πατέρα του, ποὺ ἦταν τότε 130 ἐτῶν, καὶ τ’ ἀδέρφια του στὸ καλύτερο μέρος τῆς Αἰγύπτου. Τοὺς παραχώρησε γιὰ ἰδιοκτησία τὴν περιοχὴ Ραμεσσή, ὅπως εἶχε διατάξει ὁ Φαραώ, καὶ φρόντιζε γιὰ τὴ διατροφὴ τοῦ πατέρα του, τῶν ἀδερφῶν του καὶ ὅλης της οἰκογένειας τοῦ πατέρα του.

 Έτσι οἱ Ἰσραηλίτες ἐγκαταστάθηκαν στὴν Αἴγυπτο, στὴν περιοχὴ της Γεσὲμ (Γεσέν). Ἐκεῖ ἀπέκτησαν κτήματα, καὶ πάρα πολλὰ παιδιὰ (Γένεση 47,1-11. 47,27).

Ο ΙΩΣΗΦ ΑΓΟΡΑΖΕΙ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ ΓΙΑ ΤΟ ΦΑΡΑΩ

Ἔφτασε νὰ μὴν ὑπάρχει πιὰ τροφὴ σ’ ὁλόκληρη τὴν Αἴγυπτο, γιατί ἡ πείνα εἶχε γίνει πολὺ βαριά. Ἡ Αἴγυπτος καὶ ἡ Χαναᾶν εἶχαν ἐξαντληθεῖ τελείως ἀπὸ τὴν πείνα. Ὁ Ἰωσὴφ μάζεψε ὅλο το χρῆμα ποὺ ὑπῆρχε στὴν Αἴγυπτο καὶ στὴ Χαναᾶν καὶ ἦταν τὸ ἀντάλλαγμα γιὰ τὸ σιτάρι ποὺ ἀγόραζε ὁ κόσμος, καὶ τὸ ἔφερε στὸ ἀνάκτορο τοῦ Φαραώ. Ὅταν τὸ χρῆμα ἔλειψε ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ τὴ Χαναᾶν, ἔρχονταν ὅλοι οἱ Αἰγύπτιοι στὸν Ἰωσὴφ καὶ τοῦ ζήτησαν ψωμί, γιὰ νὰ μὴν πεθάνουν ἀπὸ τὴν πείνα ἐπειδὴ τὰ χρήματα τοὺς εἶχαν τελειώσει. Ὁ Ἰωσὴφ τοὺς ἔδωσε ψωμὶ καὶ σὲ ἀντάλλαγμα ἀγόρασε γιὰ τὸ Φαραὼ ὅλα τους τὰ κοπάδια καὶ ὅλα τους τὰ ζῶα.

Ὅταν πέρασε ἐκείνη ἡ χρονιά, ἦρθαν στὸν Ἰωσὴφ καὶ τὴν ἄλλη χρονιὰ καὶ τοῦ ζήτησαν πάλι ψωμί. Ἐπειδὴ τὸ χρῆμα καὶ τὰ κοπάδια τῶν ζώων τοὺς εἶχαν τελειώσει, ἔδιναν ὡς ἀντάλλαγμα τοὺς ἑαυτούς τους ὡς δούλους στὸ Φαραὼ καὶ τὰ χωράφια τους.

Ὁ Ἰωσήφ, λοιπόν, ἀγόρασε ὅλα τα χωράφια τῶν Αἰγυπτίων γιὰ λογαριασμὸ τοῦ Φαραώ, ἀφοῦ οἱ Αἰγύπτιοι πούλησαν ὁ καθένας τὸ χωράφι του, γιατί τοὺς εἶχε ἀναγκάσει ἡ πείνα. Ἔτσι ὅλη ἡ χώρα ἔγινε ἰδιοκτησία τοῦ Φαραώ. Καὶ μετέβαλε τὸ λαὸ σὲ δούλους ἀπὸ ἄκρη σ’ ἄκρη στὴν Αἴγυπτο. Μόνο τα χωράφια τῶν ἱερέων δὲν ἀγόρασε, γιατί ὁ Φαραὼ εἶχε χορηγήσει ἐπίδομα στοὺς ἱερεῖς γιὰ νὰ συντηροῦνται μ’ αὐτό. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο δὲν ἦταν ἀνάγκη οἱ ἱερεῖς νὰ πουλήσουν τὰ χωράφια τους.

Ὁ Ἰωσὴφ ἔδωσε στὸ λαὸ σπόρο γιὰ νὰ σπείρουν τὰ χωράφια τους. Ἀπὸ τὴ σοδειὰ θὰ δίνουν τὸ ἕνα πέμπτο στὸ Φαραώ, καὶ τὰ ὑπόλοιπα γιὰ νὰ ζήσουν αὐτοὶ καὶ οἱ οἰκογένειές τους. Ἔτσι ὁ λαὸς χρωστοῦσε εὐγνωμοσύνη στὸν Ἰωσὴφ γιατί τοὺς εἶχε σώσει τὴ ζωὴ σ’ αὐτὴ τὴ δύσκολη περίοδο τῆς πείνας (Γένεση 47,13-26).

Ο ΙΑΚΩΒ ΕΥΛΟΓΕΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΙΩΣΗΦ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒ

Ὁ Ἰακὼβ ὅταν πλησίαζε ὁ καιρὸς τοῦ θανάτου του, κάλεσε τὸ γιὸ τοῦ τὸν Ἰωσὴφ καὶ τοῦ ζήτησε νὰ μὴν τὸν θάψει στὴν Αἴγυπτο, ἀλλὰ στὸν τάφο τῶν πατέρων του. Ὁ Ἰωσὴφ τοῦ τὸ ὑποσχέθηκε (Γένεση 47,28-31).

Μετὰ ἀπ’ αὐτὰ τὰ γεγονότα ἀνάγγειλαν στὸν Ἰωσὴφ ὅτι ὁ πατέρας τοῦ ἦταν ἄρρωστος. Πῆρε τότε τὰ δυό του παιδιά, τὸ Μανασσὴ καὶ τὸν Ἐφραίμ, καὶ πῆγε στὸν πατέρα του. Ὅταν ἀνάγγειλαν στὸν Ἰακὼβ ὅτι ὁ γιὸς τοῦ ὁ Ἰωσὴφ ἦρθε νὰ τὸν δεῖ, ὁ Ἰακὼβ ἔβαλε ὅλες του τὶς δυνάμεις καὶ ἀνακάθισε πάνω στὸ κρεβάτι του.

Ὁ Ἰακώβ ειπε στὸν Ἰωσήφ: «Ὁ Θεὸς παντοκράτορας, μὲ εὐλόγησε καὶ μοῦ εἶπε: «θὰ σοῦ δώσω πολλὰ παιδιά· θὰ κάνω νὰ προέλθει ἀπὸ σένα πλῆθος λαῶν καὶ θὰ δώσω τὴ χώρα αὐτὴ στοὺς ἀπογόνους σου γιὰ παντοτινὴ ἰδιοκτησία»…  Δὲν ἔλπιζα νὰ σὲ ξαναδῶ, καὶ νὰ τώρα, ποὺ ὁ Θεὸς μὲ ἀξιώνει νὰ δῶ καὶ τοὺς ἀπογόνους σου».

Κατόπιν ὁ Ἰακὼβ εὐλόγησε τον Ἰωσὴφ καὶ τὰ παιδιά του, ἀλλὰ ὁ Ἰακὼβ ἅπλωσε τὸ δεξί του χέρι καὶ τὸ ἔβαλε στὸ κεφάλι τοῦ Ἐφραίμ, σὰν νὰ ἦταν ὁ πρωτότοκος, καὶ τὸ ἀριστερό του χέρι στὸ κεφάλι τοῦ Μανασσῆ καὶ τοὺς εὐλόγησε.

Ὁ Ἰωσὴφ εἶδε μὲ δυσαρέσκεια ὅτι ὁ πατέρας τοῦ ἔβαλε τὸ δεξί του χέρι στὸ κεφάλι τοῦ Ἐφραίμ, γι’ αὐτὸ ἐπίασε τὸ χέρι τοῦ πατέρα του γιὰ νὰ τὸ πάρει ἀπ’ τὸ κεφάλι τοῦ Ἐφραὶμ καὶ νὰ τὸ φέρει πάνω στὸ κεφάλι τοῦ Μανασσῆ. Ὁ Ἰωσὴφ τοῦ εἶπε «Ὄχι ἔτσι πατέρα μου! Αὐτὸς ἐδῶ εἶναι ὁ πρωτότοκος· βάλε τὸ δεξί σου χέρι πάνω σ’ αὐτοῦ το κεφάλι». Ἀλλὰ ὁ πατέρας τοῦ ἀρνήθηκε καὶ εἶπε: «Τὸ ξέρω, γιέ μου, τὸ ξέρω. Κι αὐτὸς ἐπίσης θὰ γίνει λαός, κι αὐτὸς ἐπίσης θὰ γίνει μεγάλος. Ἀλλὰ ὁ μικρότερος ἀδερφός του θὰ γίνει μεγαλύτερος ἀπ’ αὐτὸν καὶ οἱ ἀπόγονοί του θ’ ἀποτελέσουν πλῆθος λαῶν».

Τοὺς εὐλόγησε λοιπὸν ὁ Ἰακὼβ ἐκείνη τὴν ἡμέρα καὶ εἶπε: «Τὸ δικό σας ὄνομα θὰ χρησιμοποιεῖ ὁ λαὸς τοῦ Ἰσραὴλ ὅταν θὰ εὐλογοῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, καὶ θὰ λένε: «Ὁ Θεὸς νὰ σὲ κάνει σὰν τὸν Ἐφραὶμ καὶ τὸ Μανασσή»». Ὕστερα εἶπε στὸν Ἰωσήφ: «Τώρα ἐγὼ πεθαίνω, ἀλλὰ ὁ Θεὸς θὰ εἶναι μαζί σας καὶ θὰ σᾶς φέρει πίσω στὴ γῆ τῶν πατέρων σας. Σ’ ἐσένα, ὅμως, δίνω περισσότερα ἀπ’ ὅτι στοὺς ἀδερφούς σου: Τὴ Συχὲμ ποὺ τὴν πῆρα ἀπὸ τοὺς Ἀμορραίους, μὲ τὸ ξίφος καὶ τὸ τόξο μου» (Γένεση κέφ. 48).

Ὅταν ὁ Ἰακώβ, λίγο πρὶν τὸ θάνατό του, εἶχε καλέσει τὰ παιδιά του γιὰ νὰ τοὺς εὐλογήσει καὶ νὰ τοὺς ἀναγγείλει τί θὰ συνέβαινε στὸ μέλλον, προφήτευσε ὅτι ἐναντίον τῶν ἀπογόνων του πονηροὶ καὶ πολεμοχαρεῖς ἄνθρωποι θὰ τοὺς φθονήσουν καὶ θὰ τοὺς μισήσουν. Ὅμως ὅλες τους οἱ κινήσεις θὰ παραλύσουν ἀπὸ τὴ δύναμη τοῦ παντοδύναμου Θεοῦ. Ἀκόμη προφήτευσε ὅτι ὅπως ὁ Κύριος εὐλόγησε τὸν Ἰωσήφ, ἔτσι θὰ εὐλογήσει καὶ τοὺς ἀπογόνους ποὺ θὰ προκύψουν ἀπὸ αὐτόν. Καὶ οἱ εὐλογίες αὐτὲς εἶναι πιὸ πλούσιες ἀπὸ τὰ ἐδάφη ποὺ θὰ πάρουν τ’ ἀδέρφια τοῦ (Γένεση 49,22-26). Ὅταν ὁ Ἰακὼβ τελείωσε τὶς τελευταῖες του ὁδηγίες, μάζεψε τὰ πόδια του στὸ κρεβάτι καὶ ξεψύχησε (Γένεση 49,28-33).

Τότε ὁ Ἰωσὴφ ἔπεσε πάνω στὸ πρόσωπο τοῦ πατέρα του καὶ τὸν ἔκλαιγε καὶ τὸν φιλοῦσε. Ὕστερα διέταξε τοὺς γιατροὺς ποὺ ἦταν στὴν ὑπηρεσία του νὰ βαλσαμώσουν τὸν πατέρα του. Οἱ Αἰγύπτιοι κήρυξαν κι αὐτοὶ πένθος ἑβδομήντα ἡμερῶν γιὰ τὸν Ἰακώβ.

Ὅταν πέρασαν οἱ μέρες τοῦ θρήνου, ὁ Ἰωσὴφ τὸ μετέφερε στὴ γῆ Χαναᾶν. Μαζί τοῦ ἀνέβηκαν ὅλοι οἱ ἄρχοντες τοῦ Φαραώ, οἱ ἀξιωματοῦχοι τῶν ἀνακτόρων του καὶ ὅλοι οἱ ἀξιωματοῦχοι τῆς Αἰγύπτου. Ἐπίσης ἀνέβηκε ὅλη ἡ οἰκογένεια τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τοῦ πατέρα του, καὶ τ’ ἀδέρφια του. Δὲν ἄφησαν στὴν περιοχὴ τῆς Γεσὲμ παρὰ μόνο τα παιδιά τους καὶ τὰ ζῶα τους.

Πρῶτα στάθηκαν στὸ ἁλώνι τοῦ Ἀτάδ, ποὺ βρίσκεται ἀνατολικά του Ἰορδάνη, καὶ ἐκεί ο Ἰωσὴφ θρήνησε τὸν πατέρα του καὶ κήρυξε πένθος ἑφτὰ ἡμερῶν. Μετά πῆραν τὸ σῶμα τοῦ Ἰακὼβ μόνο οἱ γιοί του, χωρὶς τὴ συνοδεία τῶν Αἰγυπτίων, καὶ τὸ μετέφεραν στη Χεβρῶν, ὅπου το ἔθαψαν στὸν τάφο τοῦ Ἀβραὰμ στὸν ἀγρὸ Μαχπελά, ποὺ βρίσκεται ἀπέναντι ἀπὸ τὴ Δρῦς Μαμβρὴ (Γένεση 50,1-13).

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΩΣΗΦ

Ο πάγκαλος Ἰωσὴφ

Μετά τὴν ταφὴ τοῦ πατέρα του, ὁ Ἰωσὴφ ἐπέστρεψε στὴν Αἴγυπτο μαζὶ μὲ τ’ ἀδέρφια του καὶ μὲ ὅλους ὅσους εἶχαν πάει μαζί του. Ὅταν τ’ ἀδέρφια τοῦ Ἰωσὴφ εἶδαν ὅτι πέθανε ὁ πατέρας τους, φοβήθηκαν μήπως ὁ Ἰωσὴφ τοὺς φερθεῖ ἐχθρικὰ καὶ τοὺς ἀνταποδώσει τὸ κακὸ ποὺ τοῦ εἶχαν κάνει. Γι’ αὐτὸ πῆγαν στὸν Ἰωσὴφ καὶ τοῦ ὑπενθύμισαν τὸ μήνυμα τοῦ πατέρα τους νὰ συγχωρήσει τὴν ἁμαρτία τῶν ἀδερφῶν του καὶ τὴν ἀνομία τους γιὰ τὸ μεγάλο κακὸ ποὺ τοῦ ἔκαναν. Ὅταν ὁ Ἰωσὴφ ἄκουσε αὐτὰ τὰ λόγια ἔκλαψε.

Μετὰ οἱ ἀδερφοὶ τοῦ ἦρθαν οἱ ἴδιοι καὶ ἔπεσαν μπροστά του καὶ τὸν παρακάλεσαν νὰ τοὺς συγχωρήσει. Ὁ Ἰωσὴφ τοὺς καθησύχασε καὶ τοὺς εἶπε: «Μὴ φοβάστε! Μήπως ἐγὼ μπορῶ ν’ ἀντικαταστήσω τὸ Θεό; Ἐσεῖς σκεφτήκατε νὰ μοῦ κάνετε κακό, ὁ Θεὸς ὅμως τὸ μετέτρεψε σὲ καλό, γιὰ νὰ κάνω αὐτὸ ποὺ γίνεται σήμερα, νὰ διατηρήσω δηλαδὴ στὴ ζωὴ ἕναν πολυάριθμο λαό. Τώρα λοιπὸν μὴ φοβάστε! Ἐγὼ θὰ σᾶς συντηρήσω ἐσὰς καὶ τὰ παιδιὰ σᾶς» (Γένεση 50,15-21).

Ὁ Ἰωσὴφ ἐξακολουθοῦσε νὰ κατοικεῖ στὴν Αἴγυπτο, μαζὶ μὲ τὴν οἰκογένεια τοῦ πατέρα του. Ὁ Ἰωσὴφ ἔζησε 110 χρόνια ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὰ 90 χρόνια στὴν Αἴγυπτο. Τὰ παιδιὰ καὶ τὰ ἐγγόνια ποὺ ἀπέκτησε ὁ Ἰωσὴφ στὴν Αἴγυπτο ἦταν 9 ἄνδρες. Εἶδε γιοὺς ἀπὸ τὸν Ἐφραίμ, ὡς τὴν τρίτη γενιὰ καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ Μαχίρ, γιοῦ τοῦ Μανασσῆ, γεννήθηκαν πάνω στὰ γόνατα τοῦ Ἰωσήφ.

Τέλος ὁ Ἰωσὴφ εἶπε στοὺς ἀδερφούς του: «Ἐγὼ θὰ πεθάνω. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς τὸ δίχως ἄλλο θὰ σᾶς προστατέψει, καὶ θὰ σᾶς φέρει ἀπὸ τὴ χώρα αὐτὴ πίσω στὴ χώρα, ποὺ ὁρκίστηκε νὰ δώσει στὸν Ἀβραάμ, στὸν Ἰσαὰκ καὶ στὸν Ἰακώβ». Μετὰ ὅρκισε τ’ ἀδέρφια τοῦ μ’ αὐτὰ τὰ λόγια: «Ὅταν ὁ Θεὸς σᾶς δείξει μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο τὴν προστασία του, τότε νὰ πάρετε ἀπὸ ‘δω τὰ ὀστᾶ μου» (Γένεση 46,27. 50,22-25).

Ὁ Ἰωσὴφ πέθανε σὲ ἡλικία 110 ἐτῶν. Τὸν ταρίχευσαν καὶ τὸν ἔβαλαν σὲ μιὰ σαρκοφάγο στὴν Αἴγυπτο (Γένεση 50,26). Σύμφωνα μὲ τὸ ἀπόκρυφο κείμενο «Διαθῆκαι τῶν 12 Πατριαρχῶν» στὴ Διαθήκη τοῦ Λευΐ δίνεται ἡ πληροφορία ὅτι ὁ Ἰωσὴφ πέθανε σὲ ἡλικία 118 ἐτῶν, ἀλλὰ εἶναι ἀβέβαιη αὐτὴ ἡ πληροφορία (Διαθῆκαι τῶν 12 Πατριαρχῶν 11,8).

Κατὰ τὴν ἔξοδο τῶν Ἰσραηλιτῶν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, ὁ Μωυσῆς πῆρε τὰ ὀστᾶ τοῦ Ἰωσὴφ μαζί του (Ἔξοδος 13,19). Ἀργότερα ὅταν οἱ Ἰσραηλίτες κατέλαβαν τὴ Χαναᾶν, τὰ ἔθαψαν στὴ Συχέμ, στὸν ἀγρὸ ποὺ εἶχε ἀγοράσει ὁ Ἰακὼβ ἀπὸ τοὺς Ἀμορραίους καὶ τὸν ὁποῖο ἔδωσε στοὺς ἀπογόνους του Ἰωσήφ, ὡς κληρονομιὰ καὶ ἰδιοκτησία τοὺς (Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ 24,32). Η ἱστορία τοῦ Ἰωσὴφ ἀναφέρεται μὲ συντομία καὶ στὸ βιβλίο τῶν Ψαλμῶν (Ψαλμοὶ 104,16-22).

Στὴν Καινὴ Διαθήκη, καὶ στὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή, ὁ Ἰωσὴφ ἀναφέρεται μεταξύ των ἡρώων τῆς πίστεως (πρὸς Ἑβραίους 11,21-22). Το ὄνομά του ἀναφέρεται καὶ στοὺς γενεαλογικοὺς πίνακες στὸ βιβλίο τῶν Παραλειπομένων (Ἃ’ Παραλειπομένων 2,1-2). Ὁ Ἰωσὴφ ἑορτάζεται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τὴν Κυριακὴ πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως (Κυριακή των Προπατόρων).

πηγή

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *