Βίος Ἁγίου Ἀποστόλου Φιλίππου

No views yet

Α Φίλιππος14 Νοεμβρίου

Ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα. Καὶ μάλιστα ἐπίλεκτο μέλος τῆς ἁγίας αὐτῆς ὁμάδος.
Τὴν πρώτη γνωριμία του μὲ τὸν Χριστὸ μᾶς τὴν παρουσιάζει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης μὲ τοῦτα τὰ λόγια: «Τὴ ἐπαύριον ἠθέλησεν ὁ Ἰησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τὴν Γαλιλαίαν·καὶ εὑρίσκει Φίλιππον καὶ λέγει αὐτώ· ἀκολουθει μοὶ» (Ἰωάν. α’ 44). Ὕστερα ἀπὸ τὸ βάπτισμά Του καὶ τὴν τεσσαρακονθήμερη νηστεία Του στὴν ἔρημο καὶ τοὺς πειρασμούς Του ἀπὸ τὸν διάβολο, νικητὴς ἀποφασίζει νὰ ἀναχωρήσει ἀπὸ τὴν Ἰουδαία στὴν Γαλιλαία γιὰ τὴν ἔναρξη τοῦ ἔργου του. Περισσότερα

Οἱ Κληρικοὶ καὶ Μοναχοὶ στὰ ἔσχατα χρόνια

No views yet

Τοῦ Ἰωάννου Ρίζου

Στὰ ἐνταλτήρια γράμματα μὲ τὰ ὁποῖα ἐφοδίαζε ἡ Ἐκκλησία τοὺς χειροτονηθέντες Ἀρχιερεῖς, τὸ πρῶτο καθῆκον ποὺ τοὺς ὑπενθύμιζε ἦταν ἡ φύλαξη τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Διὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς Ἀρχιερωσύνης «τὰ τῆς καθαρᾶς καὶ ἀμωμήτου πίστεως διαφυλάττεται γνωρίσματα καὶ ἀνόθευτον ταύτης ἐναστράπτει τῆς Ὀρθοδοξίας τὸ κάλλος». Καί «τὰ θεῖα καὶ ἀποστολικὰ θεσπίσματα, χερσὶν ὑπτίαις, εἰσδέχεσθαι καὶ ὡς θεοχαράκτους πλάκας ταῦτα τιμᾶν καὶ φυλάττειν». Καὶ μόνον τὸ ὄνομα τοῦ Ἐπισκόπου –παρατηρεῖ ὁ Ζωναρᾶς στὴν ἑρμηνεία τοῦ ΝΗ΄ Ἀποστολικοῦ Κανόνα– πρέπει νὰ εἶναι μία διαρκὴς ὑπόμνηση τοῦ πνευματικοῦ χρέους τοῦ ἐπισκόπου ἀπέναντι στὸν λαό. Ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι ὁ φρουρός, ποὺ ἀπὸ ὑψηλὸ μέρος ἐπισκοπεῖ, μηπως ἀντιληφθεῖ ἔγκαιρα κάποια ἐχθρικὴ ἐνέργεια. Ἀλλοίμονο ἐὰν ὁ Ἐπίσκοπος κοιμηθεῖ. Ἡ πόλη θὰ καταστραφεῖ ἐξ αἰτίας του. Πρὸς αὐτὸν ἀπευθύνεται ἡ φωνὴ τοῦ Ἰεζεκιήλ: «Υἱὲ ἀνθρώπου, σκοπὸν τέθεικά σε τῷ οἴκῳ Ἰσραὴλ καὶ τῷ οἴκῳ Ἰούδα· εἰ μὴ διαστείλῃ, μηδὲ λαλήσῃς ἀποθανεῖται ὁ ἄνομος ἐν τῇ ἀνομίᾳ αὐτοῦ καὶ τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐκ τῆς χειρός σου ἐκζητήσω». Ὅταν ὁ ὕπαρχος τοῦ αὐτοκράτορα Οὐάλεντα (304-378), ὁ Μόδεστος, πίεζε τοὺς Ἐπισκόπους νὰ ὑπο-γράψουν ὑπὲρ τοῦ ἀρειανισμοῦ, ὁ Μ. Βασίλειος ἀπτόητος ἀπὸ τὶς ἀπειλὲς γιὰ δήμευση τῆς περιουσίας του, ἐξορία καὶ θανατικὴ καταδίκη, ἀρνοῦνταν. Ὁ Μόδεστος ἐξοργισμένος τοῦ εἶπε ὅτι κανεὶς Ἐπίσκοπος δὲν τοῦ μίλησε ἔτσι. Καὶ ὁ Μ. Βασίλειος ἀπάντησε: «Φαίνεται ὅτι δὲν συνάντησες πραγματικὸ Ἐπίσκοπο». Τέτοιοι ἦταν οἱ Ἐπίσκοποι τοῦ Χριστοῦ. Πῶς θὰ εἶναι ὅμως οἱ Κληρικοὶ καὶ Μοναχοὶ τῶν ἐσχάτων χρόνων; Τί λένε οἱ Ἅγιοί μας; Περισσότερα

,

Λόγος γιά τά πνεύματα-Λόγος γιά τόν θάνατο. Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ.

No views yet


Ὁ γέροντας αὐτός, καθὼς προσευχόταν, θέλησε νὰ δεῖ τὴν ψυχὴ ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ καὶ τὴν ψυχὴ ἑνὸς δικαίου τὴν ὥρα πού θὰ χωρίζονταν ἀπὸ τὰ σώματά τους………..

Παρήγορη, διδακτικὴ καὶ ψυχοσωτήρια εἶναι ἡ ἄκολουθη διήγηση, ἀπὸ τὴν ὁποία μαθαίνουμε μὲ πόση καρδιακὴ συντριβὴ καὶ ταπείνωση ἑτοιμάζονται οἱ δίκαιοι γιὰ τὸν θάνατο καὶ μὲ πόσον ἅγιο φόβο τὸν ὑποδέχονται:

Ὁ Θεὸς ἱκανοποιοῦσε πάντοτε τὰ αἰτήματα ἑνὸς γέροντα μὲ μεγάλη ἀρετή. Μιὰ μέρα, λοιπόν, ὁ γέροντας αὐτός, καθὼς προσευχόταν, θέλησε νὰ δεῖ τὴν ψυχὴ ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ καὶ τὴν ψυχὴ ἑνὸς δικαίου τὴν ὥρα πού θὰ χωρίζονταν ἀπὸ τὰ σώματά τους.

Ὁδηγημένος ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ, ἔφτασε σὲ μιὰ πόλη. Ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, σ’ ἕνα μοναστήρι, ζοῦσε ἕνας ἀναχωρητὴς μὲ μεγάλη φήμη, πού τώρα ἦταν ἄρρωστος καὶ περίμενε τὸν θάνατο. Ὃ γέροντας εἶδε νὰ ἔχουν ἑτοιμαστεῖ γι’ αὐτὸν πολλὰ κεριὰ καὶ καντήλια. Ὅλη ἡ πόλη τὸν ἔκλαιγε, λέγοντας:
— Ό Θεὸς μὲ τὶς εὐχὲς τοῦ ἀναχωρητῆ μᾶς ἔδινε τὸ ψωμὶ καὶ τὸ νερό. Ὅλη τὴν πόλη τὴν ἔσωζε ὁ Θεὸς χάρη σ’ αὐτόν. Ἄν, λοιπόν, πάθει κάτι, ὅλοι θὰ πεθάνουμε.

Ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα τοῦ θανάτου του, ὁ γέροντας εἶδε τὸν ἄγγελο τοῦ θανάτου μὲ πύρινη τρίαινα στὸ χέρι νὰ ἔρχεται κοντὰ στὸν ἀναχωρητή, καὶ ἄκουσε μιὰ φωνὴ νὰ λέει:

— Όπως οὔτε γιὰ μία ὥρα δὲν μὲ ἀνέπαυσε ἡ ψυχή του, ἔτσι κι ἐσὺ νὰ μὴν τὸν λυπηθεῖς, καθὼς θὰ τοῦ τὴ βγάζεις.
Ἔμπηξε, λοιπόν, ὁ ἄγγελος τὴν πύρινη τρίαινα στὴν καρδιὰ τοῦ ἀναχωρητῆ καί, ἀφοῦ τὸν βασάνισε γιὰ πολλὴ ὥρα, τράβηξε τὴν ψυχή του.

Ὓστερ’ ἂπ’ αὐτὸ ὁ γέροντας μπῆκε στὴν πόλη. Ἐκεῖ βρῆκε ριγμένο στὴν ἄκρη ἑνὸς δρόμου κάποιον ξένο ἀδελφό, πού ἦταν ἑτοιμοθάνατος. Δὲν εἶχε κανέναν νὰ τὸν φροντίζει, γὶ` αὐτὸ ὁ γέροντας ἔμεινε κοντά του ὅλη τὴ μέρα. Τὴν ὥρα πού πέθαινε ὁ ξένος ἐκεῖνος, ὁ γέροντας εἶδε τοὺς ἀρχαγγέλους Μιχαὴλ καὶ Γαβριὴλ νὰ ἔρχονται γιὰ νὰ παραλάβουν τὴν ψυχή του. Στάθηκαν ὁ ἕνας ἀπὸ τὰ δεξιὰ καὶ ὁ ἄλλος ἀπὸ τ’ ἀριστερά του ἑτοιμοθάνατου ἀδελφοῦ, παρακαλώντας τὴν ψυχὴ νὰ βγεῖ. Ἢ ψυχή, ὅμως, δὲν ἤθελε ν’ ἀφήσει τὸ σῶμα. Εἶπε, λοιπόν, ὁ Μιχαὴλ στὸν Γαβριήλ:
— Τράβηξέ τὴν, γιὰ νὰ φύγουμε.
Μὰ ὁ Γαβριὴλ ἀποκρίθηκε:
— Ό Κύριος μας πρόσταξε νὰ τὴ βγάλουμε χωρὶς νὰ πονέσει. Γὶ` αὐτὸ δὲν μποροῦμε νὰ χρησιμοποιήσουμε βία.

Τότε ὁ Μιχαὴλ φώναξε δυνατά:
— Κύριε, ποιὸ εἶναι τὸ θέλημά Σου γι` αὐτὴν ἐδῶ τὴν ψυχή, πού δὲν θέλει νὰ βγεῖ;
Καὶ ἄκουσε μιὰ φωνὴ νὰ τοῦ λέει:
— Τώρα στέλνω τὸν Δαβὶδ μὲ τὴν κιθάρα καὶ ὅλους τους θείους ὑμνωδοὺς τῆς οὐράνιας Ἱερουσαλήμ. Μόλις ἀκούσει ἡ ψυχὴ τὶς μελωδικὲς φωνές τους, θὰ βγεῖ μὲ χαρά.
Πράγματι, ὅλοι αὐτοὶ κατέβηκαν καὶ κύκλωσαν τὴν ψυχή, ψάλλοντας θεσπέσιους ὕμνους. Τότε ἡ ψυχὴ ἀναπήδησε καὶ τινάχθηκε χαρούμενη στὰ χέρια τοῦ Μιχαήλ.

Ποιὸς δὲν θὰ θαυμάσει τὴν εὐσπλαχνία καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ ἀνθρώπινο γένος; Δυστυχῶς, ὅμως, ἐμεῖς, οἱ σκληροτράχηλοι, διώχνουμε μακριὰ μας τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου καὶ μὲ τὴν ἄλογη τυφλότητά μας γινόμαστε ὀπαδοὶ καὶ δοῦλοι τοῦ ἐχθροῦ του Θεοῦ καὶ ἐχθροῦ δικοῦ μας.
Τὰ τέλη τῶν ἐκλεκτῶν δούλων τοῦ Θεοῦ εἶναι ἔνδοξα. Τὸ πρόσωπο τοῦ ἄββα Σισώη, ὅταν πλησίαζε ἡ ὥρα τοῦ θανάτου του, ἔλαμψε σὰν τὸν ἥλιο.

Εἶπε τότε στοὺς πατέρες, πού κάθονταν γύρω του:
— Να, ἦρθε ὁ ἄββας Ἀντώνιος.
‘Ὓστερ’ ἀπὸ λίγο εἶπε:
— Να, ἦρθε ἡ χορεία τῶν προφητῶν.
Τὸ πρόσωπό του ἔλαμψε πάλι περίσσια.
— Να, εἶπε, ἦρθε ἡ χορεία τῶν ἄποστολων.
Τὸ πρόσωπό του ἔγινε ἀκόμα πιὸ λαμπερό. Φαινόταν σὰν νὰ μιλοῦσε μὲ κάποιους.
— Μέ ποιὸν μιλᾶς, πάτερ; τὸν ρώτησαν οἱ πατέρες.
— Να, εἶπε ἐκεῖνος, ἄγγελοι ἦρθαν νὰ μὲ πάρουν, καὶ τοὺς παρακαλῶ νὰ μὲ ἀφήσουν λίγο ἀκόμα, γιὰ νὰ μετανοήσω.
— Εσύ, πάτερ, δὲν ἔχεις ἀνάγκη νὰ μετανοήσεις, τοῦ εἶπαν οἱ γέροντες.
Μὰ ὁ ἄββας ἀποκρίθηκε:
— Αλήθεια σᾶς λέω, δὲν βλέπω νὰ ἔχω βάλει ἀρχή.
«Ἔτσι κατάλαβαν ὅλοι πῶς εἶχε φτάσει στὴν τελειότητα. Καὶ πάλι, ξαφνικά, τὸ πρόσωπό του ἔγινε σὰν τὸν ἥλιο. Ὅλοι φοβήθηκαν.
— Κοιτάξτε!, τοὺς εἶπε. Ἦρθε ὁ Κύριος καὶ λέει: “Φέρτε μου τὸ σκεῦος τῆς ἐρήμου”.

Καὶ ἀμέσως παρέδωσε τὸ πνεῦμα. Φάνηκε σὰν ν’ ἄστραψε, καὶ ὅλο το κελὶ γέμισε ἀπὸ εὐωδία.


Η ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΙΑ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΕΝΟΣ ΑΡΧΙΛΗΣΤΗ.

Ἀλλὰ καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ πού εἰλικρινὰ μετανοοῦν, ἀξιώνονται τοῦ θείου ἐλέους, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν ἑπόμενη διήγηση.
Στὰ χρόνια του αὐτοκράτορα Μαυρίκιου (582-602), ἦταν στὴ Θράκη ἕνας ἀρχιληστὴς ἄγριος καὶ σκληρός, πού οἱ ἀρχὲς δὲν μποροῦσαν νὰ τὸν συλλάβουν. Ὃ αὐτοκράτορας, ἀκούγοντας γὶ` αὐτόν, τοῦ ἔστειλε τὸν ἐπιστήθιο σταυρό του καὶ τοῦ μήνυσε νὰ μὴ φοβᾶται. Τοῦ συγχωροῦσε ὅλα τα κακουργήματα πού εἶχε διαπράξει, φτάνει νὰ διορθωνόταν. Ὃ ληστὴς κατανύχθηκε. Πῆγε στὸν βασιλιὰ κι ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ μετανοημένος. Καὶ ὁ Μαυρίκιος, ὅπως εἶχε ὑποσχεθεῖ, τὸν συγχώρησε.
‘Ὓστερ’ ἀπὸ λίγες μέρες ὁ ληστὴς ἀρρώστησε. Ἐπειδὴ ἡ κατάστασή του ὅλο καὶ χειροτέρευε, τὸν ἔβαλαν στὸ νοσοκομεῖο τοῦ Ἁγίου Σαμψῶν. Τὴ νύχτα, στὸν ὕπνο του, εἶδε ἰὸ φοβερὸ κριτήριο τοῦ Κυρίου. Ξυπνώντας, κατάλαβε ὅτι πλησίαζε τὸ τέλος του καὶ ἄρχισε νὰ προσεύχεται μὲ δάκρυα:
— Φιλάνθρωπε Κύριε, Ἐσὺ πού ἔσωσες τὸν ὅμοιό μου ληστῆ, στεῖλε καὶ σ’ ἔμενα τὸ ἔλεός Σου. Σοῦ προσφέρω τὸ ἐπιθανάτιο κλάμα μου. Ὅπως δέχτηκες ἐκείνους πού ἦρθαν τὴν «ἑνδεκάτη ὥρα», μολονότι τίποτα τὸ σπουδαῖο δὲν ἔπραξαν, δέξου καὶ τὰ δικά μου λιγοστὰ δάκρυα. Βάπτισε μὲ σ’ αὐτὰ καὶ καθάρισε μὲ ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μου. Τίποτε’ ἄλλο μὴ μοῦ ζητήσεις, γιατί δὲν ἔχω καιρὸ- οἱ δανειστὲς πλησιάζουν γιὰ ν’ ἀπαιτήσουν τὰ χρέη μου. Μὴν ἀναζητήσεις μέσα μου κανένα καλὸ- δὲν πρόκειται νὰ βρεῖς. Νυχτώθηκα πιά, καὶ μὲ πρόλαβαν οἱ ἀνομίες μου. Ἀναρίθμητα εἶναι τὰ κακουργήματά μου. Ὅπως δέχτηκες τὸν πικρὸ κλαυθμὸ τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, ἔτσι δέξου καὶ τὸν δικό μου, Φιλάνθρωπε, καὶ ρίξε τὰ δάκρυά μου πάνω στὸ χρεόγραφο τῶν ἁμαρτημάτων μου. Σβῆσε τὰ ὅλα μὲ τὸ σφουγγάρι τῆς εὐσπλαχνίας Σου.
’Ἔτσι προσευχόταν γιὰ μερικὲς ὧρες ὁ ληστής, σκουπίζοντας μ’ ἕνα μαντήλι τὰ δάκρυά του, ὥσπου παρέδωσε τὸ πνεῦμα.
Τὴν ὥρα τοῦ θανάτου του, ὁ ἀρχίατρος τοῦ νοσοκομείου, πού κοιμόταν στὸ σπίτι του, εἶδε τὸ ἑξῆς ὄνειρο: Στὸ κρεβάτι τοῦ ληστῆ ἦρθαν δαίμονες, σὰν Αἰθίοπες, μὲ χαρτιά, ὅπου ἦταν γραμμένα τὰ πολυάριθμα ἁμαρτήματά του. Μετὰ πλησίασαν δύο πανέμορφοι νέοι μὲ μιὰ ζυγαριά. Ἦταν ἄγγελοι. 05 δαίμονες ἔβαλαν στὸν ἕνα δίσκο τῆς ζυγαριᾶς τὰ χαρτιὰ μὲ τὶς ἁμαρτίες τοῦ ληστῆ.
Ἀμέσως ὁ δίσκος αὐτός, βαραίνοντας, χαμήλωσε, ἔνω ὁ ἄλλος ἀνέβηκε.
— Δεν ἔχουμε ἐμεῖς νὰ βάλουμε κάτι ἐδῶ; ἀναρωτήθηκαν οἱ ἅγιοι ἄγγελοι.
— Τί νὰ ἔχουμε; εἶπε ὁ ἕνας ἂπ’ αὐτούς. Δὲν εἶναι πάνω ἀπὸ δέκα μέρες πού σταμάτησε νὰ σκοτώνει.
— Ας ψάξουμε, ὡστόσο, εἶπε ὁ ἄλλος, κάτι τὸ καλὸ μπορεῖ νὰ βροῦμε.
Ψάχνοντας, βρῆκαν τὸ μαντήλι τοῦ ληστῆ ποτισμένο μὲ τὰ δάκρυά του.
— Ας τὸ βάλουμε στὸν ἄλλο δίσκο τῆς ζυγαριᾶς μαζὶ μὲ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, εἶπαν, καὶ βλέπουμε…
Μόλις ἔβαλαν τὸ μαντήλι στὸν δίσκο, αὐτὸς βάρυνε τόσο, πού σήκωσε ψηλὰ τὸν ἄλλο μὲ τὶς ἁμαρτίες τοῦ ληστῆ. 0ι ἄγγελοι ἀναφώνησαν χαρούμενοι:
— Νίκησε ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ!
Πῆραν, λοιπόν, μαζί τους τὴν ψυχὴ τοῦ ληστῆ, ἔνω ὁ! δαίμονες ἔφυγαν ντροπιασμένοι μὲ θρηνητικὲς κραυγές.

Ὃ γιατρός, ξυπνώντας, πῆγε στὸ νοσοκομεῖο. Πλησιάζοντας στὸ κρεβάτι τοῦ ληστῆ, βρῆκε τὸ σῶμα τοῦ ζεστὸ ἄλλα ἐγκαταλειμμένο ἤδη ἀπὸ τὴν ψυχή. Τὸ μαντήλι του, μουσκεμένο ἀπὸ τὰ δάκρυα, ἦταν ἁπλωμένο πάνω στὰ μάτια του. Μαθαίνοντας ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἄρρωστους ἀλλὰ τὰ σχετικὰ μὲ τὶς τελευταῖες του ὧρες, πῆρε τὸ μαντήλι καὶ πῆγε στὸν αὐτοκράτορα Μαυρίκιο.

— Βασιλιά μου, τοῦ εἶπε, ἃς δοξάσουμε τὸν Θεό. Σώθηκε ὁ ληστής!
Ὡστόσο, ὅπως πολὺ συνετὰ σημειώνει στὸ τέλος τῆς διηγήσεως ὁ συντάκτης της, εἶναι πολὺ καλύτερα να ετοιμάζει κανεὶς ἔγκαιρα ἰὸν ἑαυτό του γιὰ τὴ φοβερὴ ὥρα τοῦ θανάτου μὲ τὴ μετάνοια. Γιατί, παρατηρεῖ ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, «ὅποιος ἔχει ζυμωθεῖ πιὰ μὲ τὴν κακία, ἀπὸ τὴ μακροχρόνια συνήθεια, μένει τελείως ἀδιόρθωτος» «Ἢ κακὴ συνήθεια τύραννε! πολλὲς φορὲς καὶ τὸν ἄνθρωπο πού πενθεῖ» ἐπισημαίνει μὲ θλίψη ὁ μεγάλος διδάσκαλος τῶν μοναχῶν.

Ἃς προσθέσουμε σ’ αὐτὰ πῶς ἡ ἀληθινὴ μετάνοια προϋποθέτει ὀρθὴ πίστη καὶ ἀκριβῆ —ἔστω καὶ ἀπλὴ— γνώση αὐτῆς τῆς πίστεως. Ἢ ἀληθινὴ μετάνοια εἶναι ξένη πρὸς κάθε αἵρεση καὶ κάθε διαφθορὰ τοῦ νοῦ. Ὅσοι, λοιπόν, υἱοθετοῦν τὶς ἀπόψεις τῶν αἱρετικῶν βιβλίων ἥ των κοσμικῶν περιοδικῶν γιὰ τὶς ἀρετὲς καὶ τοὺς κανόνες τῆς ζωῆς, δὲν μποροῦν νὰ ἔχουν ἀληθινὴ μετάνοια.

Σὲ τέτοια βιβλία καὶ περιοδικά, πολλὰ θανάσιμα ἅμαρτηματα, πού ὁδηγοῦν στὸν ἅδη, παρουσιάζονται σὰν ἀσήμαντα καὶ συγγνωστὰ παραπτώματα καὶ πολλὰ ἁμαρτωλὰ πάθη παρουσιάζονται σὰν ἐλαφριὲς καὶ εὐχάριστες ἀδυναμίες. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού παραδίνονται ἄφοβα σὲ τέτοια πάθη, ἔνω βρίσκονται κιόλας μπροστὰ στὶς πύλες τοῦ θανάτου. Πόσο μεγάλη συμφορὰ εἶναι ἡ ἄγνοια τοῦ Χριστιανισμοῦ!

Ὃ Κύριος μας καλεῖ σὲ μετάνοια καὶ σωτηρία ὡς τὴν τελευταία στιγμὴ τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας. Αὐτὴ τὴν τελευταία στιγμὴ εἶναι ἀκόμη ἀνοιχτῆ ἡ θύρα τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ σ’ ὅποιον θελήσει νὰ τὴ διαβεῖ. Κανεὶς ἃς μὴν ἀπελπίζεται! Λίγες στιγμὲς ἀρκοῦν γιὰ
πολλοῖς τὲ καὶ πικροῖς ἔπι πολλᾶς ὥρας λέγοντος ταύτην [Α. Δ. Σιμωνώφ, Μέγα Προσευχητάριο, ἔκδ. Πελεκάνος, Ἄθηναι σελ. 440]).

Πρβλ. Ἀναστασίου πατριάρχου Ἀντιόχειας τοῦ Σιναίτου, Λόγος εἰς τὸν ἕκτον ψαλμὸ (ἀπόσπασμα). (Σ.τ.Μ.: Πρβλ. Εὐχὴ τοῦ ἐπὶ Μαυρίκιου βασιλέως ἀρχιληστοῦ ψυχορραγοϋντος καὶ σὺν δάκρυσι

πηγή


ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΜΟΝΑΧΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ

Σ’ ἕνα γυναικεῖο μοναστήρι μόναζε μαζὶ μὲ τὴν ἡγουμένη καὶ ἢ ἀνιψιά της, ποῦ ἦταν πανέμορφη σωματικὰ καὶ ἄμεμπτη ψυχικά. Ὅλες οἱ ἀδελφὲς τὴ θαύμαζαν καὶ παραδειγματίζονταν ἀπὸ τὴν ἀγγελικὴ ἁγνότητα τῆς ἄλλα καὶ τὴ σπάνια μετριοφροσύνη της.

Ὅταν κοιμήθηκε, τὴν κήδεψαν μὲ μεγαλοπρέπεια, βέβαιες πῶς ἢ καθαρὴ ψυχὴ τῆς εἶχε ἀνέβει στὸν παράδεισο. Ἢ ἡγουμένη, λυπημένη γιὰ τὴ στέρηση τῆς ἐνάρετης ἀνιψιᾶς της, ἀγρυπνοῦσε μὲ νηστεία καὶ προσευχή, παρακαλώντας τὸν Κύριο νὰ τῆς ἄποκαλυψει τὴν οὐράνια δόξα τῆς κεκοιμημένης ἀνάμεσα στὶς ἄλλες μακάριες παρθένες. Καὶ κάποτε, περασμένα μεσάνυχτα, καθὼς προσευχόταν μέσα στὴν ἡσυχία τοῦ κελιοῦ της, ἄνοιξε ξαφνικὰ ἢ γῆ μπροστά της, κι ἀπὸ τὸ ρῆγμα, ποῦ δημιουργήθηκε, τινάχτηκε καυτὴ λάβα. Ἔντρομη ἢ γερόντισσα, ἔριξε μιὰ ματιὰ στὴν ἄβυσσο, ποῦ ἔχασκε σχεδὸν κάτω ἀπὸ τὰ πόδια της, καὶ εἶδε τὴν ἀνιψιὰ τῆς μέσα στὶς φλόγες τοῦ ἅδη. 

— Θεέ μου! ἀναφώνησε μὲ ἀπελπισία. Ἐσένα βλέπω 

ἐκεῖ; 

— Ναί, ἀποκρίθηκε ἐκείνη, ἀναστενάζοντας μὲ πόνο. 

— Καὶ γιατί ἔγινε αὐτό; τὴ ρώτησε ἢ θεία της μὲ φωνὴ γεμάτη πικρία καὶ συμπόνια Ἤλπιζα νὰ σὲ δῶ στὴ δόξα τοῦ παραδείσου, στὴ χορεία τῶν ἀγγέλων, ἀνάμεσα στὶς ἄμεμπτες κόρες τοῦ Χριστοῦ, κι ἐσύ… Γιατί; Γιατί; 

Βαριαναστέναξε πάλι ἢ ἀνιψιά της καὶ ἀναφώνησε: 

— Συμφορὰ σ’ ἐμένα, τὴν ἄθλια! Ἐγὼ ἢ ἴδια εἶμαι ἢ αἰτία τοῦ αἰώνιου θανάτου μου μέσα σὲ τοῦτες τὶς φλόγες, ποῦ διαρκῶς μὲ καταβροχθίζουν χωρὶς νὰ μὲ ἀφανίζουν. Ἤθελες νὰ δεῖς ποῦ βρίσκομαι, καὶ νὰ ποῦ σου τὸ ἀποκάλυψε ὃ Θεός! 

— Μὰ γιατί, τέλος πάντων, ἔγινε αὐτό; τὴν ξαναρώτησε κλαίγοντας ἢ ἡγουμένη. 

— Ἐπειδὴ δὲν ἤμουνα παρθένα ἄσπιλη σὰν ἄγγελος, ὅπως νομίζατε. Δὲν μόλυνα, βέβαια, τὸ σῶμα μὲ σαρκικὸ ἅμαρτημα, ἀλλὰ οἱ λογισμοί μου, οἱ ἐπιθυμίες μου καὶ οἱ ἁμαρτωλὲς φαντασιώσεις μου μὲ ἔριξαν στὴ γέεννα. Δὲν μπόρεσα νὰ διατηρήσω τὴν ψυχή μου ἀμόλυντη, ὅπως τὸ παρθενικὸ σῶμα μου, καὶ γὶ` αὐτὸ παραδόθηκα στὰ βασανιστήρια τοῦ ἅδη. ’Ἀπὸ ἀπροσεξία, ἄφησα νὰ γεννηθεῖ καὶ νὰ στερεωθεῖ στὴν καρδιά μου μιὰ ἐμπαθὴς ἕλξη πρὸς ἕναν ὄμορφο νέο. Ἔφερνα στὸν νοῦ μου τὴ μορφή του κι ἔνιωθα εὐχαρίστηση, ὅταν ἑνωνόμουν φανταστικὰ μαζί του. Καταλάβαινα πῶς αὐτὸ ἦταν ἁμαρτία, ἄλλα ντρεπόμουνα νὰ τὸ φανερώσω στὸν πνευματικὸ κατὰ τὴν Ἐξομολόγηση. Καὶ νὰ ποιὰ εἶναι ἢ συνέπεια τῆς αἰσχρῆς ἱκανοποιήσεώς μου μὲ τοὺς ἀκάθαρτους λογισμοὺς καὶ τὶς ἀσελγεῖς φαντασιώσεις: Στὸ τέλος μου, οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μὲ ἀποστράφηκαν καὶ μὲ ἄφησαν στὰ χέρια τῶν δαιμόνων. Ἔτσι, τώρα καίγομαι στὶς φλόγες τῆς γέεννας, καὶ θὰ φλέγομαι αἰώνια χωρὶς ποτὲ νὰ καῶ, καθὼς δὲν τελειώνει ὃ βασανισμὸς ἐκείνων ποῦ δὲν ἀξιώθηκαν ν’ ἀνέβουν στὸν οὐρανό! Ἀναστέναξε πάλι, ἢ δύστυχη, κι ἔτριξε τὰ δόντια της, πρὶν τὴν ἁρπάξει ἢ κοχλαστὴ λάβα καὶ τὴν ἐξαφανίσει ἀπὸ τὰ μάτια τῆς ἡγούμενης. 


Στις παρακάτω δύο περιπτώσεις η λεπτή ύλη του Παραδείσου, με παραχώρηση του Θεού, συμπυκνώθηκε, για να γίνει αισθητή στους ανθρώπους

Αξιομνημόνευτες είναι καί δύο διηγήσεις γιά τούς οσίους Παύλο τόν Υποτακτικό καί Ευφρόσυνο τόν Μάγειρο, τίς οποίες διέσωσε ή εκκλησιαστική παράδοση.

Τόν όσιο Παύλο τόν είδαν στον παράδεισο οι πιο ευλαβείς αδελφοί της μονής του, την ώρα τού ύπνου τους, καί τόν όσιο Ευφρόσυνο τόν είδε, επίσης, στον παράδεισο ό ηγούμενός του Βλάσιος, πέφτοντας σε έκσταση -κατάσταση στήν οποία βρίσκονται συνήθως όσοι βλέπουν οράματα, όπως γίνεται φανερό καί από τίς Πράξεις τών Αποστόλων.
Καί στις δύο περιπτώσεις ό παράδεισος περιγράφεται ώς μεγάλος κήπος μέ ανέκφραστη ωραιότητα καί υπέροχη ευωδία Ό όσιος Παύλος μοίρασε στούς πατέρες λουλούδια, κλαδιά, φύλλα, βότανα, ότι ήθελε ό καθένας από τόν θεϊκό κήπο. Κι εκείνοι, μόλις ξύπνησαν, βρήκαν στα χέρια τους αυτά πού είχαν πάρει από την παραδείσια βλάστηση. Ό όσιος Ευφρόσυνος, πάλι, έδωσε στον ηγούμενο Βλάσιο τρία μυρωδάτα μήλα. Ό ηγούμενος, όταν συνήλθε, βρήκε τά μήλα στα χέρια του. Τά έκοψε καί τά μοίρασε στούς αδελφούς, πού, όταν τά γεύθηκαν, ένιωσαν μιαν ανέκφραστη πνευματική ευφροσύνη όσοι, μάλιστα, ήταν άρρωστοι, θεραπεύθηκαν.
Στις παραπάνω δύο περιπτώσεις ή λεπτή ύλη τού παραδείσου, με παραχώρηση τού Θεού, συμπυκνώθηκε, γιά να γίνει αισθητή στους ανθρώπους.

 

 

Βίος του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

No views yet

 (347-407 μ.Χ.)

Σημειώσεις π τ Συναξάρι το Συμεν το Μεταφραστο

Περιληπτικὴ  Παρουσίαση  ὑπό π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΔΡΑΓΑ, δθ, δφ, Πρωτοπρεσβυτέρου

   Στὶς 13 Νοεμβρίου γιορτάζει ἡ Ἐκκλησία τὴν κοίμηση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου ποὺ μεταφέρθηκε ἀπὸ τὶς 14 Σεπτεμβρίου λόγω τῆς Δεσποτικῆς Ἑορτῆς τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Τὸ τρέχον ἔτος 2007 ἀποτελεῖ τὴν 1600η ἐπέτειο τῆς κοιμήσεως τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἁγίου πατρὸς καὶ οἰκουμενικοῦ διδασκάλου τῆς Ἐκκλησίας (407-2007). Γὶ αὐτὸ καὶ ἔχει ἀφιερωθεῖ ὁλόκληρό το ἔτος στὸν ἱερὸ Χρυσόστομο. Στὸ πλαίσιο τῶν πολλῶν ἑορταστικῶν ἐκδηλώσεων συμμετέχει καὶ τὸ περιοδικὸ τῆς ἐνορίας τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ Βοστώνης μὲ τὴν καταχώρηση κειμένων τοῦ ἁγίου ἢ ἀναφερομένων στὸν ἅγιο πατέρα. Ὁ Βίος τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου του μεγάλου Συναξαριστοῦ τοῦ Βυζαντίου Συμεὼν τοῦ Μεταφραστοῦ εἶναι ἀπὸ τοὺς πληρέστερους γὶ αὐτὸ καὶ τὸν παρουσιάζουμε στὶς σελίδες τοῦ «Προδρόμου» περιληπτικὰ γιὰ νὰ ὑπενθυμίσουμε τὰ βασικὰ βιογραφικὰ στοιχεῖα ἀλλὰ καὶ τὰ ἔργα, τὰ πάθη καὶ τὴ δόξα τοῦ Ἁγίου Πατέρα καὶ Οἰκουμενικοῦ Διδασκάλου της Ἐκκλησίας.[Σημείωση: ἡ ἀρίθμηση ἀντιπροσωπεύει τὰ κεφάλαια τοῦ κειμένου τοῦ Συμεὼν] Περισσότερα

Βίος τοῦ ὁσίου Νείλου τοῦ μυροβλύτου

No views yet


Ἔκδοση Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου, Ὠρωπὸς Ἀττικῆς
© 2002, Ἱερὸν Κελλίον Ἁγίου Νείλου, Ἅγιον Ὄρος


Εὐφραίνου ἐν Κυρίῳ ὁ ἁγιώνυμος Ἄθως, ὁ νοητὸς τῆς Θεοτόκου καὶ ὡραῖος παράδεισος· ἰδοὺ γὰρ ἐν ταῖς ὑπωρείαις σου ἐξήνθησαν κρίνα ἀειθαλῆ καὶ πανεύοσμα, καὶ ἐν ταῖς κοιλάσι καὶ παραλίοις σου δένδρα οὐρανομήκη καὶ εὐσκιόφυλλα ἀνεβλάστησαν, καρποὺς ἀθανάτους τοῦ Πνεύματος προβαλλόμενα… (ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης)

ΣΤΟ ΝΟΤΙΟ ἄκρο τῆς χερσονήσου τοῦ Ἄθω, σὲ ἀπόσταση μίας ὥρας περίπου ἀπὸ τὰ Καυσοκαλύβια, πρὸς τὴ Μεγίστη Λαύρα, μέσα σ᾿ ἕνα ἐπιβλητικὰ ἄγριο τοπίο θαυμαστῆς φυσικῆς ὀμορφιᾶς καὶ στὴν κορφὴ ἑνὸς ἀπότομου βράχου, διακόσια πενήντα περίπου μέτρα πάνω ἀπὸ τὴ θάλασσα, κυριολεκτικὰ μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς», βρίσκεται τὸ σπήλαιο τοῦ ὁσίου Νείλου τοῦ μυροβλύτου. Περισσότερα

Γιατί ἄνθρωποι δίκαιοι εἶναι φτωχοὶ καὶ δυστυχοῦν, ἐνῶ πολλοὶ ἁμαρτωλοὶ εἶναι πλούσιοι καὶ ἀναπαύονται. Γεροντικόν

No views yet

2016-11-22_184011Κάποτε ἕνας ἅγιος γέροντας προσευχόταν στὸ Θεὸ νὰ τοῦ ἀποκαλύψει τὸ μυστήριο, γιατί ἄνθρωποι δίκαιοι καὶ εὐσεβεῖς εἶναι φτωχοὶ καὶ δυστυχοῦν καὶ ἀδικοῦνται, ἐνῶ πολλοὶ ἄδικοι καὶ ἁμαρτωλοὶ εἶναι πλούσιοι καὶ ἀναπαύονται καὶ πὼς ἑρμηνεύονται οἱ κρίσεις τοῦ Θεοῦ.  Περισσότερα

Βίος Ὁσίας Θεοκτίστης τῆς Λεσβίας

No views yet

«Μέγα τὸ κατόρθωμα τοῦ σοῦ βίου, Μῆτερ, ἀληθῶς. Ἐκπλήττεις γὰρ τῶν πιστῶν πάσαν ἀκοὴν τοῖς σοῖς ἀριστεύμασιν. Ὅτι ὡς ἄγγελος ἐπὶ γῆς… Ὁσία, ἐβίωσας καὶ ἀγγέλοις καθωμοίωσαι».

«Δίκαιος ὥσπερ λέων πέποιθε», λέγει ὁ σοφὸς Σολομῶν. Κι᾿ ἀληθινά, ὅλοι οἱ ἅγιοι σταθήκανε σὰν λιοντάρια στὴν πίστη τους, ὄχι μοναχὰ τὰ παλληκάρια, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄκακα γεροντάκια κ᾿ οἱ γυναῖκες, ποὺ εἶναι ἀπὸ φυσικὸ τοὺς φοβιτσιάρες. Περισσότερα

Βίος Ἁγίων Ἀναργύρων Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ ἐξ Ἀσίας

No views yet

Οἱ Ἅγιοι Κοσμᾶς καὶ Δαμιανὸς κατάγονταν ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία καὶ δὴ τὴν Κιλικία. Ὁ πατέρας τους, ἀρχικὰ εἰδωλολάτρης, ἔγινε χριστιανὸς χάρη στὴ συμβολὴ τῆς πιστῆς γυναίκας τοῦ ἁγίας Θεοδότης, ποὺ τιμᾶται αὐτὸ τὴν Ἐκκλησία μας στὶς 2 Ἰανουαρίου.

Τὰ δύο ἀδέλφια, ποῦ ἔζησαν τὸν 3ο αἰώνα, ἀνατράφηκαν ἐν παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου (Ἔφεσ. 6, 4) ἀπὸ τὴ μητέρα τους, ἡ ὁποία ἐνωρὶς εἶχε μείνει χήρα, καὶ ἐμπνεύσθηκαν νὰ ζήσουν ἀφιερωμένα στὸν Ἰησοῦ Χριστό. Ἀφοῦ ἀπέκτησαν τὰ ἐφόδια καὶ τὶς γνώσεις τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης, ἀποχαιρέτισαν ὅλα του κόσμου τούτου τὰ τερπνὰ καὶ ἐπιδόθηκαν στὴν ἰατρεῖα τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, θεραπεύοντες πάσαν νόσον… καὶ οὐκ ἀνθρώποις μόνον ἐπικουροῦντες ἀλλὰ καὶ κτήνεσιν, καθὼς ἀναφέρει ὁ συναξαριστής τους. Δηλαδή, ἀφοσιώθηκαν στὸ νὰ γιατρεύουν ψυχὲς καὶ σώματα, θεραπεύοντας κάθε ἀρρώστια καὶ βοηθώντας ὡς πρὸς αὐτὸ ὄχι μόνο ἀνθρώπους ἀλλὰ καὶ ζῶα. Περισσότερα

,

«Τὸ γνώθι σαυτὸν». Ἁγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως

No views yet

«Περὶ κενοδοξίας»

Ἡ κενοδοξία λέει ὁ Μέγας Βασίλειος εἶναι ὁ γλυκὸς κλέφτης τοῦ πνευματικοῦ πλούτου. Αὐτὸς ποὺ πολεμάει μὲ γλυκὸ τρόπο τὶς ψυχές μας. Ὁ σκόρος τῶν ἀρετῶν, ποὺ μὲ ἡδονὴ λεηλατεῖ καθετὶ δικό μας, ποὺ περιβάλλει μὲ μέλι τὸ δηλητήριο τῆς οἰκείας ἀπάτης, ποτίζοντας μ’αὐτὸ τὸ ὀλέθριο ποτήρι τὶς διάνοιες τῶν ἀνθρώπων. Περισσότερα

Εὐεργετινός (PDF). Περιεχόμενα

No views yet

Ευεργετινός – Τόμος Πρώτος

Μπορείτε να διαβάσετε ή να αποθηκεύσετε (download) το βιβλίο (σε μορφή .pdf) εδώ :Ευεργετινός – Τόμος Πρώτος

( * Το .pdf έχει μέγεθος 271 ΜΒ, να είστε υπομονετικοί, χρειάζεται κάποια λεπτά για να ανοίξει ή να αποθηκευθεί).

E3wfulloΕυεργετινός, ήτοι Συναγωγή των θεοφθόγγων ρημάτων και διδασκαλιών των Θεοφόρων και Αγίων Πατέρων. (Από πάσης Γραφής θεοπνεύστου συναθροισθείσα, οικείως τε και προσφόρως εκτεθείσα παρά Παύλου του Οσιωτάτου μοναχού, και κτήτορος Μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου της Ευεργέτιδας, και Ευεργετινού επικαλουμένου. Ήτις ληφθείσα, εκ της Βιβλιοθήκης της εν Αγιωνύμω Όρει Ιεράς, Βασιλικής τε, και Πατριαρχικής Μονής του Κουτλουμούση επονομαζομένης. Νυν πρώτον τύποις εξεδόθη, Ενετίησι 1783. Εκδιδομένη το πρώτον μετά πλήρους ερμηνείας εις την απλήν Ελληνικήν των εμπεριεχομένων κειμένων. Εικονογραφημένη κατά την παράδοσιν. Πεπλουτισμένη δια πλείστων υπομνημάτων. Εκδίδεται αναλώμασι και επιμέλεια υπό του Επισκόπου Οινόης Ματθαίου Λαγγή, Έκδοσις Έκτη, Αθήναι 1985).

Περισσότερα

,

Περί ἀλαζονείας καί ὑπερηφανίας. Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

No views yet

ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ νὰ συνετίσεις ἕναν ὑπερήφανο ἄνθρωπο, μὴ μεταχειριστεῖς πολλὰ λόγια. Θύμισέ του μόνο τὴν ἀνθρώπινη φύση του καὶ τὴ ρήση τοῦ σοφοῦ Σειράχ: «Γιατί ἔχει τόση ἀλαζονεία τὸ χῶμα καὶ ἡ στάχτη;» (10:9). Κι ἂν ἐκεῖνος σου πεῖ, ὅτι χῶμα καὶ στάχτη θὰ γίνει μετὰ τὸ θάνατό του, δώσ’ του νὰ καταλάβει ὅτι καὶ τώρα, ποὺ ζεῖ, δὲν εἶναι τίποτα περισσότερο. Ἃς μὴν ξεγελιέται, βλέποντας τὴν ὀμορφιά του, ἔχοντας τὴν ὑγεία του, νιώθοντας τὴ δύναμή του, ἀπολαμβάνοντας τὶς χαρὲς τῆς σύντομης ἐπίγειας ζωῆς. Χῶμα καὶ στάχτη εἶναι, «ἀφοῦ, καὶ ὅσο ἀκόμα ζεῖ, ἀρχίζει ἡ φθορὰ τοῦ» (Σόφ. Σείρ. 10:9).Ἃς παρατηρήσει ὁ καθένας μας, πόσο ἀσήμαντη εἶναι ἡ ὕπαρξή μας. Ἃς μὴν περιμένει τὴ μέρα τοῦ θανάτου του, γιὰ νὰ συνειδητοποιήσει τὴ μηδαμινότητά του. Ἃς τὴν ἀντιληφθεῖ ἀπὸ τώρα, στρέφοντας φιλοσοφημένα τὴ σκέψη τοῦ μέσα του καὶ γύρω του, στὸν ἑαυτό του καὶ στοὺς ἄλλους. Ἃς μὴ χάσει, ὅμως, τὸ θάρρος του, διαπιστώνοντας τὴν ἀνθρώπινη φθαρτότητα. Ὁ Θεὸς δὲν ἔκανε ἔτσι τὰ πράγματα ἐπειδὴ μᾶς μισεῖ, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἐπειδὴ μᾶς ἀγαπᾶ καὶ νοιάζεται γιὰ μᾶς. Μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο μᾶς παρέχει πολλὲς ἀφορμές, γιὰ νὰ γινόμαστε ταπεινοί. Ἀλήθεια, ἂν ὁ ἄνθρωπος, παρόλο ποὺ εἶναι πλασμένος ἀπὸ τὸ χῶμα τῆς γῆς, τόλμησε νὰ πεῖ, «Θ’ ἀνέβω στὸν οὐρανὸ» (Ἡσ. 14:13), ποῦ θὰ ἔφθανε μὲ τὸ λογισμό του, ἂν δὲν τὸν συγκρατοῦσε σὰν χαλινάρι ἡ ἀδύναμη φύση του; Περισσότερα

Βίος Ὁσίου Ἀβραμίου καί τῆς ἀνεψιᾶς αὐτοῦ Μαρίας

No views yet

Ὁ ᾿Αβράμιος εἶχεν ἕνα ἀδελφὸν κατὰ σάρκα, ὁ ὁποῖος ἀπέθανεν. Ἄφησε δὲ ὀρφανὴν μίαν κόρην, ὄχι μεγαλυτέραν τῶν ἑπτὰ ἐτῶν. Ἐπειδὴ δὲ ἐν τῷ μεταξὺ εἶχεν ἀποθάνει καὶ ἡ μητέρα της, παρέλαβον αὐτὴν οἱ γνωστοὶ καὶ τὴν ἔφεραν εἰς τὸν ἐκ πατρὸς θεῖον της, τὸν πράγματι θεῖον ᾿Αβράμιον. Περισσότερα

Ἡ συνάντησις τῶν Ἁγίων Δη­μητρίου καί Ἀχιλείου πρίν τήν ἄ­λω­σιν τῆς Θεσσαλονίκης

No views yet

Τον και­ρό κα­τά τον ό­ποι­ο έ­μελ­λε να κυ­ρι­ευ­θεί η Θεσ­σα­λο­νί­κη α­πό τους Α­γα­ρη­νούς,
πο­ρευ­ό­με­νοι κά­ποι­οι ευ­λα­βείς χρι­στια­νοί προς τη Θεσ­σα­λο­νί­κη, για την ε­ορ­τή του Α­γί­ου, έ­φθα­σαν στη βα­σι­λι­κή ο­δό, η ο­ποί­α εί­ναι στο Βαρ­δά­ρι. Περισσότερα

Βίος Ἁγίου Ἀποστόλου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου

No views yet

Ὁ Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος, ὁ ἀποκαλούμενος καὶ δίκαιος, εἶναι ἅγιος της Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ποὺ ἔζησε κατὰ τὴν ἀποστολικὴ ἐποχὴ καὶ ὑπῆρξε ὁ πρῶτος ἐπίσκοπός της Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων. Γιὰ τὴν θαυμαστὴ πολιτεία του καὶ τὶς πολλὲς ἀρετές του, ὀνομαζόταν ἀπὸ ὅλους δίκαιος.
Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς γιοὺς τοῦ Ἰωσὴφ ἀπὸ ἄλλη γυναίκα, ὁπότε ἦταν ἑτεροθαλὴς ἀδερφὸς τοῦ Κυρίου(Μάρκος 6,3. Γαλάτες 1,19). Μέσα στὰ εὐαγγέλια ἀναφέρεται πάντοτε ὡς πρῶτος ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς του Ἰησοῦ (Ματθ. 13,55. Μάρκος 6,3) κάτι ποὺ δείχνει πὼς πιθανῶς ἦταν ὁ πρεσβύτερος. Περισσότερα

,

Περί μετανοίας. Ἁγίου Ἀμφιλοχίου Ἰκονίου

2 total views, no views today

Διηγεῖται ὁ Ἅγιος Ἀμφιλόχιος Ἰκονίου περὶ μετανοίας ἐξ οὗ πληροφορούμεθα τὴν μεγίστην πρὸς ἡμᾶς τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίαν, καὶ ὅτι οὐδεὶς τινὰ ἐαυτὸν ἀπογινώσκειν, εἰ καὶ τυχὸν ὡς δαίμων ἁμαρτωλὸς εἴη.

Τίς τῶν Γερόντων καὶ ἁγίων μέγας καὶ διορατικός, ὑπερβάς, τοὺς τῶν δαιμόνων πειρασμούς, τούτων οὐκέτι ἐφρόντιζεν· ἀλλ’ ἦν θεωρῶν ὀφθαλμοφανῶς καὶ τοὺς Ἀγγέλους, καὶ τοὺς δαίμονας, τὸ πῶς ἀσκολοῦνται περὶ τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς. Ἔκαστος ἐν τῷ ἰδίῳ μέρει ἀγωνιζόμενος τοιοῦτος δὲ μέγας ὑπῆρχεν καὶ ὑψηλός, ὥστε μετριάζειν αὐτὸν τὸ ἀκάθαρτα Πνεύματα· πολλάκις δὲ ὠνείδιζεν αὐτοὺς καὶ ὕβριζεν, καὶ ἔθλιβε ὑπομιμνήσκων αὐτῶν τὴν ἐκ τῶν Οὐρανῶν ἔκπτωσιν, καὶ τὴν ἐκδεκομένην τούτοις τοῦ πυρὸς αἰώνιον κόλασιν· λοιπὸν οἱ δαίμονες διεφήμιζον αὐτὸν πρὸς ἀλλήλους τὸν μέγαν ἐκεῖνον γέροντα, ὅτι οὐδεὶς τολμήση ἀπὸ τοῦ νῦν παλέσαι ἢ πλησιάσαι αὐτῷ· μήποτε πληγήσεται ὑπ᾽ αὐτοῦ, καθ’ ὅτι εἰς φορὰν ἤρθη ἀπαθείας, θεωθεὶς τῷ Παναγίῳ Πνεύματι· καὶ ὡς ταῦτα οὕτως εἶχε, εἷς τῶν δαιμόνων ἀδελφὲ Ζερέφερ φησὶ τῷ ἑτέρῳ (τοῦτο γὰρ ἦν ὄνομα τῷ δαίμονι) ἄρα εἰ μεταμεληθῆ τὶς ἐξ ἡμῶν δέχεται τοῦτον ὁ Θεὸς εἰς μετάνοιαν; ναί ἢ οὔ; καὶ τίς τοῦτο ἐπίσταται; Καὶ ὁ Ζερέφερ ἀπεκρίθη θέλεις ὑπάγω εἰς τὸν μέγαν γέροντα τὸν ἡμᾶς μή φοβούμενον, καὶ πειράσω περὶ τούτου καὶ δοκιμάσω; καὶ λέγει του ἐκεῖνος πορεύου, ἀλλ᾽ ὅρα καλῶς, ὁ γέρων διορατικός ἐστι καὶ γνώσεται τὸν δόλον· καὶ οὐ μὴ πεισθῇ ἐρωτῆσαι τὸν Θεόν, ὅμως πορεύθητι καὶ ἐπιτυγχάνεις ἢ δοκιμάζεις καὶ ἀναχωρεῖς. Περισσότερα