,

Λόγος περί ψυχῆς καί ἀναστάσεως ὁ λεγόμενος «Τά Μακρίνεια». Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης

1 total views, 1 views today

Ὅταν ὁ μεγάλος μεταξύ των Ἁγίων Βασίλειος ἔφυγε ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ πρὸς τὸ Θεό, ἀποτέλεσε ὁ θάνατός του τὴν ἀφορμὴ γιὰ γενικὸ πένθος στις Ἐκκλησίες. Ζοῦσε τότε ἀκόμη ἡ ἀδελφὴ καὶ δασκάλα μου (Μακρίνα) καὶ πήγα κοντά της γιὰ νὰ μετάσχω μαζί της στὴ συμφορὰ τοῦ θανάτου τοῦ ἀδελφοῦ μας.Ἡ ψυχή μου ἦταν πολὺ θλιμμένη, ἐπειδὴ πονοῦσε γι’ αὐτὴ τὴ μεγάλη ἀπώλεια· ζητοῦσα κάποιον ποὺ θὰ ἔχυνε δάκρυα μαζί μου καὶ θὰ σήκωνε τὸ ἴδιο βάρος τῆς θλίψεως. Μόλις συναντηθήκαμε, ἡ παρουσία τῆς δασκάλας μοὺ ἀναζωπύρωσε τὴ θλίψη μου· διότι ἤδη καὶ ἐκείνη ὑπέφερε ἀπὸ θανατηφόρα ἀσθένεια.
Ἐκείνη τότε, ἀφοῦ ὑποχώρησε, μιμούμενη τοὺς δασκάλους τῆς ἱππικῆς τέχνης, καὶ παραδόθηκε μαζί μου στὸ πάθος τῆς θλίψεως, στὴ συνέχεια προσπάθησε μὲ τὸ λόγο της νὰ μὲ σταματήσει· σὰν χαλινάρι χρησιμοποίησε τὴ σκέψη της, γιὰ νὰ ἠρεμήσει τὴν ταραγμένη ψυχή μου. Ἀνέφερε τὸ λόγο τοῦ Ἀποστόλου, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λυπούμαστε γιὰ τοὺς κεκοιμημένους· διότι αὐτὸ τὸ πάθος (τῆς λύπης) χαρακτηρίζει μόνον ὅσους δὲν ἔχουν ἐλπίδα (στὸν Κύριο).
Ἐγὼ τότε, ἐπειδὴ ἡ θλίψη πλάκωνε τὴν καρδιά μου, εἶπα: «Πῶς εἶναι δυνατόν νὰ τὸ πετύχουν αὐτὸ (νὰ μὴν λυποῦνται) οἱ ἄνθρωποι, ἀφοῦ ὅλοι αἰσθάνονται φυσικὴ ἀπέχθεια πρὸς τὸ θάνατο; Καὶ δὲν μποροῦν ν’ ἀντέξουν εὔκολα στὴ θέα αὐτῶν ποὺ εἶναι ἑτοιμοθάνατοι· ἀλλά, καὶ ὅσοι συμβαίνει νὰ τοὺς πλησιάζει ὁ θάνατος, τὸν ἀποφεύγουν ὅσο μποροῦν. Ἀκόμη καὶ οἱ ἰσχύοντες νόμοι θεωροῦν τὸ θάνατο ὡς τὴ μεγαλύτερη ἀδικία καὶ τὴν ἔσχατη τιμωρία. Μὲ ποιὸ τρόπο, λοιπόν, ὅταν ἔλθει ὁ θάνατος, θὰ θεωρήσουμε τὴν ἀναχώρηση ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ ὡς ἕνα τίποτε, ἔστω καὶ γιὰ ἕνα ξένο πρόσωπο; Καὶ πολὺ περισσότερο γιὰ συγγενικό μας πρόσωπο;
Καὶ συνέχισα: «Παρατηροῦμε ἄλλωστε ὅτι ὅλος ὁ ἀνθρώπινος μόχθος ἀποβλέπει σ αὐτό, πῶς δηλαδὴ θὰ διατηρηθοῦμε στὴ ζωή. Γὶ αὐτὸ τὸ λόγο ἔχουμε ἐπινοήσει καὶ τὰ σπίτια γιὰ διαμονή, γιὰ νὰ μὴν καταπονεῖται τὸ σώμα εἴτε ἀπὸ τὴν ψύχρα εἴτε ἀπὸ τὴ ζέστη.
»Ἡ γεωργία τί ἄλλο εἶναι παρὰ ἡ μέριμνα γιὰ τὴ ζωή; Καὶ ἡ φροντίδα πάλι για τὴ ζωὴ γίνεται σίγουρα ἀπὸ φόβο γιὰ τὸ θάνατο. Ἐξάλλου, γιὰ ποιὸ λόγο ἐκτιμοῦν οἱ ἄνθρωποι τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη; Δὲν εἶναι ἐπειδὴ καταπολεμεῖ μὲ τὶς μεθόδους τῆς τὸ θάνατο;
»Καὶ γιὰ ποιὸ λόγο χρησιμοποιοῦμε τοὺς θώρακες, τοὺς θυρεούς, τὶς κνημίδες, τὰ κράνη καὶ τὰ ἀμυντικὰ ὅπλα; Γιὰ ποιὸ λόγο γίνονται τὰ τείχη γύρω ἀπὸ τις πόλεις, οἱ σιδερόφρακτες πόρτες, οἱ ἀσφαλεῖς τάφροι καὶ τὰ παρόμοια; Γιὰ τὶ ἄλλο γίνονται, ἂν ὄχι γιὰ τὸ φόβο τοῦ θανάτου; Ἔτσι, λοιπόν, ἐνῶ εἶναι ἀπὸ τὴ φύση τοῦ φοβερὸς ὁ θάνατος, πῶς εἶναι εὔκολο νὰ μᾶς πείσει ἐκεῖνος ποὺ μας προτρέπει νὰ μὴ λυποῦνται οἱ ἐπιζῶντες γιὰ τοὺς πεθαμένους;».
Καὶ ἡ δασκάλα ἀπάντησε: «Γιατί σου φαίνεται ἰδιαίτερα λυπηρὸ αὐτὸ κὰθ αὐτὸ τὸ γεγονὸς τοῦ θανάτου; Διότι δὲν μπορεῖ ἡ συνήθεια τῶν χαμηλής νοημοσύνης ἀνθρώπων ν ἀποτελεῖ κριτήριο γιὰ τὴ στάση ἀπέναντι στὸ θάνατο».Καὶ ἐγὼ εἶπα πρὸς αὐτήν: «Πῶς δὲν εἶναι ἄξιο λύπης, ὅταν βλέπουμε αὐτόν ποῦ προηγουμένως ἦταν ζωντανὸς καὶ μιλοῦσε, νὰ μένει ξαφνικὰ χωρὶς πνοή, ἄφωνος καὶ ἀκίνητος; Νὰ σταματοῦν οἱ φυσικές του αἰσθήσεις; Νὰ μὴν ἐνεργεὶ οὔτε ἡ ὅραση οὔτε ἡ ἀκοὴ οὔτε τίποτε ἄλλο ἂπ αὐτὰ ποὺ ἀντιλαμβάνονται τὰ αἰσθητήρια;
Κι ἂν ἀγγίξεις τὸ σῶμα του μὲ φωτιὰ ἢ μὲ σίδερο ἢ ἂν τὸ κόψεις μὲ τὸ ξίφος ἢ τὸ ρίξεις σὲ σαρκοφάγα θηρία, ἀκόμη κι ἂν τὸ παραχώσεις στὸ χῶμα, ἀπέναντι σ ὅλα αὐτὰ ὁ νεκρὸς ἀντιδρᾶ τὸ ἴδιο (μένει ἀναίσθητος).»Ὅταν, λοιπόν, παρουσιάζεται σ’ αὐτὰ τέτοια ἀλλαγή, καὶ τὸ αἴτιο τῆς ζωής –ο,τιδήποτε εἶναι αὐτὸ– φτάσει ἀπότομα στὴν ἀφάνεια καὶ τὴν ἐξαφάνιση, ὅπως συμβαίνει μὲ σβησμένο λυχνάρι ποὺ ἡ φλόγα του, ποὺ ἄναβε πρίν, τώρα οὔτε στὸ φυτίλι δὲν διατηρεῖται οὔτε ἀλλοῦ βρίσκεται, ἀλλὰ παντελῶς χάνεται, πῶς εἶναι δυνατὸν μιὰ τέτοια μεταβολὴ νὰ μὴν προκαλέσει καθόλου λύπη σὲ κανέναν, ποὺ δὲν ἔχει προφανῶς καὶ ποῦ νὰ στηριχθεῖ;
»Διότι ἀκούσαμε νὰ βγαίνει ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ βλέπουμε νὰ μένει τὸ πτῶμα· δὲν γνωρίζουμε αὐτὸ ποὺ ἔφυγε, οὔτε τί ἦταν στὴ φύση του οὔτε ποὺ πῆγε. Καὶ κανένα ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου μας –οὔτε ἡ γῆ οὔτε ὁ ἀέρας οὔτε τὸ νερὸ– δείχνει νὰ δέχτηκε μέσα του τὴ δύναμη ποὺ ἔφυγε ἀπὸ τὸ σῶμα· αὐτήν, ποὺ μὲ τὴν ἔξοδό της ἄφησε νεκρό το ὑπόλοιπο μέρος τοῦ ἀνθρώπου (τὸ σῶμα) καὶ ἕτοιμο νὰ διαλυθεῖ».
Ἐνῶ ἔλεγα αὐτά, ἡ δασκάλα κούνησε τὸ χέρι της καὶ μοῦ εἶπε:
«Μήπως σὲ τρομάζει καὶ κυριαρχεῖ στὴ σκέψη σου ἕνας τέτοιος φόβος, ὅτι ἡ ψυχὴ δὲν ζεῖ αἰώνια, ἀλλὰ διαλύεται μαζὶ μὲ τὸ σῶμα;».Ἐγὼ τότε, ἐπειδὴ ὁ λογισμὸς ἦταν βυθισμένος στὸ πάθος τῆς θλίψεως, ἀπάντησα μὲ κάποια θρασύτητα, χωρὶς νὰ σκεφτῶ τί λέω.Εἶπα ὅτι οἱ θεῖες φωνὲς μοιάζουν σὰν διαταγὲς ποὺ μᾶς ἀναγκάζουν νὰ πιστέψουμε ὅτι ἡ ψυχὴ ζεῖ πάντοτε· σ’ αὐτὴ τὴν πίστη ὅμως δὲν καταλήξαμε μὲ τὴ λογική. Ἀντίθετα, φαίνεται ὅτι ὁ νοῦς δέχεται τὴν ἄποψη αὐτὴ ἀπὸ μέσα του, ἐπειδὴ φοβᾶται σὰν δοῦλος· δὲν συγκατατίθεται στὰ λεγόμενα μὲ τὴ θέλησή του.
Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο καὶ ἡ λύπη μας γιὰ τοὺς νεκροὺς γίνεται πιὸ βαρειά, ἐπειδὴ δὲν γνωρίζουμε μὲ ἀκρίβεια, ἐὰν ἐξακολουθεῖ νὰ ὑφίσταται ἀκόμη αὐτὴ ἡ αἰτία τῆς ζωῆς (ἡ ψυχή), καὶ ποῦ εἶναι, καὶ πῶς εἶναι· οὔτε πάλι, ἂν δὲν ὑπάρχει πουθενὰ καθόλου. Ἡ ἀβεβαιότητα αὐτὴ γιὰ τὴν πραγματικὴ κατασταση ἐξισώνει τὶς ἀντιλήψεις γιὰ τὴν κάθε ἄποψη (ἂν ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει ἡ ψυχή). Ἄλλοι πιστεύουν τὴ μία ἄποψη κι ἄλλοι τὴν ἄλλη. Καὶ μερικοὶ Ἕλληνες, ποὺ ἔχουν μεγάλη φήμη στὴ φιλοσοφία, εἶναι ποὺ τὰ σκέφτηκαν καὶ ἐξέφρασαν ἄποψη γι’ αὐτά.
«Ἄφησε, μοῦ εἶπε, τὶς ἀνοησίες τῶν ἐχθρῶν (εἰδωλολατρῶν), μὲ τὶς ὁποῖες πολὺ πιθανὰ ὁ ἐφευρέτης τοῦ ψεύδους (διάβολος) ἐπινοεῖ τὶς ἀπατηλὲς φιλοσοφίες, γιὰ νὰ προσβάλλει τὴν ἀλήθεια. Σὺ πρόσεξε τὸ ἑξῆς, ὅτι μιὰ τέτοια ἄποψη για τὴν ψυχὴ δὲν σημαίνει τίποτε ἄλλο παρὰ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὴν ἀρετὴ καὶ προσκόλληση στὴν ἡδονὴ τοῦ παρόντος· σημαίνει ἀπόρριψη τῆς ἐλπίδας για τὴν αἰώνια ζωή, στὴν ὁποία κυριαρχεῖ μόνον ἡ ἀρετή».
«Καὶ πῶς, ἀπάντησα, θὰ ἔχουμε σταθερὴ καὶ ἀμετάβλητη πίστη ὅτι ἡ ψυχὴ παραμένει καὶ μετὰ τὸ θάνατο; Διότι ἀντιλαμβάνομαι κι ἐγὼ ὁ ἴδιος ὅτι, ἐάν δὲν κυριαρχήσει μέσα μας χωρὶς ἀμφιβολία ἡ πίστη γι’ αὐτὸ (αἰωνιότητα ψυχῆς), τότε ὁ βίος τῶν ἀνθρώπων χάνει τὸ καλύτερό του στὴ ζωή, τὴν ἀρετή. Διότι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξει ἀρετὴ ἐκεῖ ποὺ ἡ ὕπαρξη περιορίζεται μόνον στὴν παροῦσα ζωή, καὶ μετὰ ἀπ’ αὐτὴν δὲν ἐλπίζουμε σὲ τίποτε;».«Λοιπόν, πρέπει νὰ ἀναζητήσουμε, λέει ἡ δασκάλα, ποιὸ εἶναι τὸ καταλληλο σημεῖο, γιὰ ν’ ἀρχίσει ἡ συνομιλία μας. Καὶ ἂν θέλεις, μπορεῖς νὰ ὑπερασπιστεῖς τὰ ἀντίθετα ἐπιχειρήματα· διότι, παρατηρῶ ὅτι ἡ σκέψη σοὺ πρὸς αὐτὰ γέρνει. Ἔπειτα, μετὰ τὴν ἔκθεση τῶν ἀντίθετων ἐπιχειρημάτων, θ’ ἀναζητήσουμε τὴν ἀλήθεια.
Ἐπειδὴ ἐκείνη ἔδωσε αὐτὴ τὴν ἐντολή, τὴν παρακάλεσα νὰ μὴν νομίζει ὅτι θεωροῦσα τὶς ἀντιρρήσεις ὡς ἀληθεῖς· ἀλλὰ χρησιμοποιοῦσα τὶς ἀποψεις τῶν ἀντιτιθεμένων σκόπιμα, γιὰ νὰ ἀποδειχθεῖ ἀπόλυτα στέρεο τὸ δόγμα γιὰ τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς.
«Στ’ ἀλήθεια, ρώτησα, ὅσοι δέχονται τὶς ἀντίθετες ἀπόψεις δὲν λένε ὅτι τὸ σῶμα εἶναι σύνθετο καὶ διαλύεται ὁπωσδήποτε στὰ μέρη ἀπὸ τὰ ὁποία συνίσταται;
Καὶ ὅταν τὸ σῶμα διαλυθεῖ στὰ συστατικά του στοιχεῖα, τὸ καθένα πηγαίνει πρὸς τὸ ὅμοιό του σύμφωνα μὲ τὴ φυσική του ροπὴ καὶ ἀποδίδει τὸ ὅμοιο στὸ ὅμοιο μὲ βάση τὸν φυσικὸ προσανατολισμό του. Ἡ θερμότητα π.χ. τοῦ δικοῦ μας (σώματος) θὰ ἑνωθεῖ πάλι μὲ τὴ θερμότητα, καὶ τὸ γήϊνο στοιχεῖο μὲ τὰ στερεὰ στοιχεῖα· καὶ τὰ ὑπόλοιπα στοιχεῖα θὰ ἑνωθοῦν μὲ τὰ συγγενικὰτοὺς.
»Ἡ ψυχή, ὅμως, μετὰ τὴ διάλυση, ποῦ θὰ εἶναι; Ἐὰν κάποιος πεῖ ὅτι εἶναι μὲ τὰ στοιχεῖα, τότε ὑποχρεωτικὰ θὰ ἔχει τὴν ἴδια σύσταση μ’ αὐτά. Διότι δὲν μπορεὶ νὰ γίνει ἀνάμειξη δύο διαφορετικῶν στὴ φύση τοὺς στοιχείων· καὶ ἂν γίνει μεταξὺ αὐτῶν, τότε ἡ ψυχὴ θὰ φανεῖ νὰ ἔχει ποικιλία στὴ φύση της, διότι θὰ εἶναι ἀναμειγμένη μὲ πολλὰ ἀντίθετα μεταξύ τους στοιχεῖα· καὶ τὸ ποικίλο δεν εἶναι ἁπλό, ἀλλὰ σύνθετο σὲ κάθε περίπτωση. Καὶ κάθε σύνθετο ἀναγκαστικὰ διαλύεται· καὶ ἡ διάλυση ἀποτελεῖ τὴ φθορὰ τοῦ συνθέτου ὄντος.
»Καὶ ὅ,τι φθείρεται δὲν εἶναι ἀθάνατο. Διαφορετικά, καὶ τὸ σῶμα θὰ ἤταν ἀθάνατο, ἐφόσον ὡς σύνθετο θὰ διαλύονταν στὰ στοιχεῖα του. Ἐὰν ὄμως ὑπάρχει κάτι ἄλλο ἐκτὸς ἀπ’ αὐτὰ (τὰ διαλυόμενα στοιχεῖα), δηλαδὴ ἡ ψυχή, ποῦ θὰ τὴ βάλει νὰ ὑπάρχει ἡ σκέψη μας; Διότι, μέσα στὰ στοιχεῖα, λόγω της ἀνομοιότητας τῆς φύσεώς της, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ὑπάρχει. Δὲν ὑπάρχει ἐπισης τίποτε ἄλλο στὸν κόσμο, στὸ ὁποῖο μέσα νὰ μπορεῖ νὰ ζήσει ἡ ψυχὴ συμφωνα μὲ τὴ φύση της. Καὶ ἐκεῖνο ποὺ δὲν ὑπάρχει πουθενά, δὲν ὑφίσταται καὶ καθόλου.Καὶ ἡ δασκάλα, ἀκούγοντας αὐτά, ἀφοῦ ἀναστέναξε ἀπάντησε ἤρεμα: «Ἴσως αὐτὰ καὶ παρόμοια μ’ αὐτὰ ἔλεγε ἡ σύναξη τῶν Στωϊκῶν καὶ οἱ Ἐπικουρείων στὸν Ἀπόστολο (Παῦλο) στὴν Ἀθήνα. Διότι ἀκούω ὅτι ὁ Ἐπίκουρος ὑποστήριζε αὐτὲς τὶς θεωρίες, ὅτι δηλαδὴ ἡ φύση τῶν ὄντων δημιουργήθηκε αὐτόματα καὶ τυχαία καὶ ὄτι καμία πρόνοια δὲν μεριμνᾶ γιὰ τὰ πράγματα. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο, ὡς συνέπεια αὐτῆς τῆς θεωρίας, θεωροῦσε τὴν ἀνθρώπινη ζωὴ σὰν μιὰ φούσκα ἀπὸ ἀέρα· θεωροῦσε τὸ σῶμα ὡς περιτύλιγμα κάποιου πνεύματος, γιὰ νὰ κρατάει καλὰ ὡς περιέχον τὸ πνεῦμα· καὶ ὅταν ὁ ὄγκος τοῦ σώματος θὰ κατέρρεε, κι αὐτὸ ποὺ ὑπῆρχε μέσα (περιεχόμενο) χανόταν.
»Γι’ αὐτὸν (τὸν Ἐπίκουρο) βάση τῆς φύσεως τῶν ὄντων ἀποτελοῦσε τὸ φαινόμενο· καὶ μέτρο τῆς κατανοήσεως ὅλων ἦταν ἡ αἴσθηση. Εἶχε κλείσει ἐξ ὁλοκλήρου τα αἰσθητήρια τῆς ψυχῆς καὶ γι’ αὐτὸ δὲν μποροῦσε νὰ δεῖ κανένα νοητὸ ἢ ἀσώματο ὅν· ὅπως αὐτὸς ποὺ εἶναι κλεισμένος σ’ ἕνα σπιτάκι καὶ δεν μπορεῖ νὰ δεῖ κανένα ἀπὸ τὰ οὐράνια θαύματα, διότι τὸν ἐμποδίζουν οἱ τοίχοι καὶ ἡ ὀροφὴ νὰ δεῖ πρὸς τὰ ἔξω. Ὅλα τα αἰσθητὰ ποὺ φαίνονται εἶναι σαν γήϊνοι τοῖχοι, οἱ ὁποῖοι ἐμποδίζουν τοὺς πιὸ μικρόψυχους νὰ δοῦν μὲ τον ἑαυτὸ τοὺς τὴ θεωρία τῶν νοητῶν.
»Ὁ Ἐπίκουρος βλέπει μόνο γῆ, νερό, ἀέρα καὶ φωτιά. Ἀπὸ μικροψυχία ὄμως δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ ἀπὸ ποὺ προέρχεται τὸ καθένα ἢ σὲ τί εἶναι ἢ ἀπὸ ποιὸ κρατιέται γύρω γύρω. Καὶ ὅταν δεῖ κάποιος ἕνα ροῦχο, σκέφτεται τον ὑφαντουργὸ ποὺ τὸ ἔκανε· καὶ μὲ τὸ πλοῖο σκέφτεται τὸν ναυπηγό· μὲ τὴ θέα πάλι τοῦ οἰκοδομήματος, ἔρχεται στὸ νοῦ ὅσων τὸ βλέπουν τὸ χέρι τοὺ οἰκοδόμου.
»Ἀλλὰ αὐτοί, ἐνῶ βλέπουν πρὸς τὸν κόσμο, κλείνουν τὰ μάτια πρὸς Αὐτὸν τον ὁποῖο φανερώνουν τὰ πάντα· ἔτσι παρουσιάζονται αὐτὰ τὰ δῆθεν σοφὰ καὶ ἔξυπνα δόγματα ἀπὸ ἐκείνους ποὺ διδάσκουν ὅτι ἡ ψυχὴ χάνεται· λένε ὅτι τὸ σῶμα εἶναι ἀπὸ τὰ στοιχεῖα καὶ τὰ στοιχεῖα ἀπὸ τὸ σῶμα· ὅτι δὲν μπορεῖ ἡ ψυχὴ νὰ ὑπάρξει ἀπὸ μόνη της, ἐὰν δὲν εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ στοιχεῖα ἢ μέσα σ’ αὐτά.»Διότι, ἐὰν νομίζουν οἱ ἀντιρρησίες ὅτι δὲν ὑπάρχει πουθενὰ ἡ ψυχή, ἐφόσον δὲν ἔχει τὴν ἴδια φύση μὲ τὰ στοιχεῖα, πρέπει αὐτοὶ πρῶτα πρῶτα νὰ δεχτούν ὅτι καὶ ἡ ζωὴ τοῦ σώματος εἶναι ἄψυχη. Διότι τὸ σῶμα δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ σύνθεση στοιχείων. Ἃς μὴ λένε, λοιπόν, ὅτι ἡ ψυχὴ ὑπάρχει μέσα στὰ στοιχεῖα καὶ ὅτι ἀπὸ μόνη της δίνει τὴ ζωὴ στὸ σύνθετο σῶμα· διότι ἐάν, ὄπως νομίζουν, δὲν εἶναι δυνατὸ μετὰ (τὴ διάλυση) νὰ ὑπάρχει ἡ ψυχή, ἐφόσον ὑπάρχουν μόνο τα στοιχεῖα, τότε οἱ ἴδιοι ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ ζωὴ μᾶς εἴναι νεκρή.
Ἐὰν ὅμως δὲν ἀμφιβάλλουν ὅτι ὑπάρχει τώρα ἡ ψυχὴ μέσα στὸ σῶμα, τότε πώς διδάσκουν τὴν ἀπώλειά της, ἐνῶ τὸ σῶμα διατηρεῖται στὰ στοιχεῖα; Ἐξάλλου, πρέπει στὴ συνέχεια νὰ τολμήσουν νὰ ποῦν τὰ ἴδια καὶ γιὰ τὴ φύση τοῦ Θεοῦ. Διότι πῶς θὰ ποῦν ὅτι ἡ νοερή, ἄϋλη καὶ αἰώνια Φύση εἰσχωρεῖ στὰ ὑγρά, τὰ μαλακὰ καὶ τὰ σκληρά, γιὰ νὰ δίνει συνοχὴ στὰ ὄντα, ἐνῶ οὔτε συγγενεύει μ’ αὐτὰ ποὺ ἔρχεται σὲ ἐπαφή, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἀδυνατεῖ νὰ εἶναι μέσα σ’ αὐτὰ μὲ ὁποία διαφέρει στὴ φύση. Λοιπόν, ἃς πετάξουν ἔξω ἀπὸ τὸ πιστεύω τοὺς καὶ τὸ Θεό, ὁ ὁποῖος κυβερνᾶ ὅλα τα ὄντα».
«Αὐτὸ ἀκριβῶς, εἶπα ἐγώ, θέλω νὰ μάθω: πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτοὶ ποὺ ἔχουν ἀντιρρήσεις νὰ πιστέψουν χωρὶς ἀμφιβολία ὅτι ὁ Θεὸς ἔκανε τὰ πάντα; Νὰ πιστέψουν ὅτι Αὐτὸς ὅλα τα κυβερνᾶ καὶ ὅτι γενικὰ ὑπάρχει Θεός, ὁ ὁποίος ξεπερνᾶ τὴ φύση τῶν δημιουργημάτων;».
Ἐκείνη ἀπάντησε: «Εἶναι προτιμότερο νὰ σιωπᾶ κανεὶς σ’ αὐτὲς τις ἀντιρρήσεις· ν’ ἀπαξιεῖ ν’ ἀπαντᾶ σὲ ἀνόητες καὶ ἀσεβεῖς ἀπόψεις, ἐπειδὴ καὶ ὁ θεῖος λόγος δὲν ἐπιτρέπει ν’ ἀπαντᾶμε στὴν ἀνοησία ἑνὸς ἀνόητου· διότι, σύμφωνα μὲ τὸν Προφήτη, εἶναι ἀνόητος ὅποιος λέει ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός.
»Ἐπειδή, ὅμως, πρέπει κι σ’ αὐτὸ νὰ ἀπαντήσω, θὰ σοῦ πῶ ὄχι δικό μου λόγο οὔτε κάποιου ἄλλου ἀνθρώπου· διότι θὰ ἦταν πολὺ λίγος, ὅποιος κι ἂν ἦταν. Θὰ σοῦ πῶ λόγο ποὺ διηγεῖται ἡ δημιουργία τῶν κτισμάτων μὲ τὰ θαύματά της· θὰ σοῦ πῶ γιὰ τὰ φαινόμενα ποὺ βλέπει τὸ μάτι καὶ γι’ αὐτὰ ποὺ ἠχοῦν μὲ σοφία καὶ καλλιτεχνία μέσα στὴν καρδιά. Διότι ἡ δημιουργία φωνάζει καθαρὰ γιὰ τὸ δημιουργό της· ὅπως λέει ὁ Προφήτης, ὁ ἴδιος ὁ οὐρανὸς μὲ ἀνείπωτες φωνὲς διηγεῖται τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ (Ψάλμ. 18,2).
»Διότι, ποιὸς βλέπει τὴν ἁρμονία τοῦ σύμπαντος καὶ τὰ θαύμασια φαινόμενα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς; Ὅτι δηλαδή, ἐνῶ τὰ στοιχεῖα τοὺς εἶναι ἀπὸ τὴ φύση ἀντίθετα μεταξύ τους, ὅμως ὅλα συνδέονται μὲ ἀδιάσπαστη ἑνότητα μεταξὺ τοὺς γιὰ τὸν ἴδιο σκοπό; Ποιὸς δὲν βλέπει ὅτι τὸ καθένα συνεισφέρει τὴ δικὴ τοῦ δύναμη γιὰ τὴ συντήρηση τοῦ σύμπαντος; Ποιὸς δὲν βλέπει ὅτι δεν χωρίζονται οἱ ἄμικτες καὶ ἀκοινώνητες ἀτομικὲς ἰδιότητες τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τὸ ἄλλο; Ἀλλὰ οὔτε διαλύονται τὸ ἕνα μέσα στὸ ἄλλο μὲ τὴν ἀνάμιξη ἀντιθετων ἰδιοτήτων; Διότι συμβαίνει, ὅσα ἡ φύση τοὺς τὰ ὁδηγεῖ πρὸς τὰ πάνω νὰ πηγαίνουν πρὸς τὰ κάτω, ὅπως ἡ ἡλιακὴ θερμότητα ποὺ πέφτει πρὸς τὰ κάτω μὲ τὶς ἀκτίνες τοῦ ἥλιου. Τὰ βαριὰ πάλι σώματα ἀνυψώνονται μὲ την ἐλαφρύτητα τῶν ἀτμῶν, ὅπως τὸ νερὸ ποὺ ἀντίθετα στὴ φύση τοῦ ἀνεβαίνει πρὸς τὰ πάνω καὶ τὸ σπρώχνει ὁ ἀέρας μὲ τὰ σύννεφα. Ἡ φωτιὰ ἐπίσης, ποὺ εἶναι ἀέρας, γίνεται γήϊνο σῶμα, γιὰ νὰ μὴ μένει τὸ βάθος γῆς χωρὶς θερμότητα. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ ὑγρασία ποὺ πέφτει στὴ γῆ μὲ τὶς βροχές, ἐνῶ ἔχει μία φυσικὴ ἰδιότητα, προκαλεῖ μυριάδες εἴδη διαφορετικῶν φυτῶν, προσφέροντας στὸ καθένα τὴν κατάλληλη συνθήκη ἀναπτύξεως. Βλέπει ἀκόμη κανεὶς την ταχύτατη περιστροφὴ τοῦ πόλου καὶ τὴν ἀντίστροφη κίνηση μέσα στους ἀστρικοὺς κύκλους, τὶς ἐκλείψεις, τὶς συνδρομὲς καὶ τὶς ἁρμονικὲς ἀποστάσεις τῶν ἀστέρων.
»Αὐτὸς ποὺ τὰ βλέπει αὐτὰ μὲ τὸ νοερὸ ὀφθαλμὸ τῆς ψυχῆς του, ἄραγε δεν μαθαίνει ξεκάθαρα ἀπὸ τὰ φαινόμενα, ὅτι ὑπάρχει κάποια θεία δύναμη, δημιουργικὴ καὶ σοφή, ποῦ φανερώνεται στὰ ὄντα; Μιὰ δύναμη ποὺ διαπερνὰ ὅλα τα μέρη ὥστε νὰ συναπαρτίζουν τὸ ὅλο, καὶ συμπληρώνει τὸ ὅλο μὲ τὰ μέρη; Δὲν μαθαίνει ὅτι μιὰ δύναμη τὰ συγκρατεῖ ὅλα; Ὅτι ὅλα μένουν στον ἑαυτό τους καὶ κινοῦνται γύρω του· δὲν σταματοῦν ποτὲ τὴν κίνηση καὶ δεν ἀλλάζουν τόπο πέρα ἀπ’ αὐτὸν ποῦ βρίσκονται;».
«Καὶ πῶς, ρώτησα, ἡ πίστη στὸ Θεὸ ἀποδεικνύει ταυτόχρονα καὶ τὴν ὑπαρξη τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς; Διότι ἡ ψυχὴ δὲν εἶναι κάτι τὸ ἴδιο μὲ τὸ Θεὸ ὥστε, ἐὰν ὁμολογηθεῖ ὅτι ὑπάρχει τὸ ἕνα, νὰ παραδεχτοῦμε ὁπωσδήποτε ὅτι ὑπάρχει καὶ τὸ ἄλλο».
Ἐκείνη τότε μου ἀπάντησε: «Λένε οἱ σοφοὶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἔνας μικρόκοσμος καθὼς περιέχει μέσα του στοιχεῖα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦνται τὰ ὄντα. Ἂν ὁ λόγος αὐτός, ὅπως φαίνεται, εἶναι ἀληθινός, τότε δὲν θὰ χρειαζόμασταν καμμιὰ ἐπιπλέον ἀπόδειξη γιὰ νὰ βεβαιώσουμε αὐτὸ ποὺ πιστεύουμε γιὰ τὴν ψυχή.
»Πιστεύουμε ὅτι ἡ ψυχὴ ὑπάρχει καθ’ ἐαυτὴ μὲ φύση ἰδιαίτερη καὶ διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν παχύτητα τοῦ σώματος. Διότι, ὅπως ἀντιλαμβανόμαστε ὅλο τὸν κόσμο μὲ τὶς αἰσθήσεις, μὲ τὴν ἴδια τὴν ἐνέργεια τῶν αἰσθητηρίων ὁδηγούμαστε στὴ γνώση τῆς ὑπεραισθητής καὶ νοητῆς πραγματικότητας· τότε γίνεται τὸ μάτι μας ἑρμηνευτῆς τῆς παντοδύναμης σοφίας (τοῦ Θεοῦ), τὴν ὁποία θεωροῦμε στὸ κάθε ὃν καὶ ἡ ὁποία μᾶς φανερώνει Ἐκεῖνον ποὺ συγκρατεῖ τὸ σύμπαν. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο κι ἐμεῖς, βλέποντας τὸν ἐσωτερικό μας κόσμο, δὲν ἔχουμε καὶ λίγες ἀφορμὲς νὰ στοχαστοῦμε μέσα ἀπὸ τὰ φαινόμενα αὐτὸ ποὺ κρύβεται ἀπὸ πίσω. Καὶ κρύβεται ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο, ὄντας ἀπὸ τον ἑαυτὸ τοῦ νοητὸ καὶ ἀόρατο, ξεφεύγει ἀπὸ τὴν κατανόηση τῶν αἰσθήσεων».Εἶπα κι ἐγώ: «Σίγουρα εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθοῦμε μὲ τὸ συλλογισμὸ τὴ σοφία ποῦ ξεπερνᾶ κάθε ὅν, μὲ τὴ θεωρία τῶν σοφῶν καὶ καλλιτεχνικῶν ἰδιοτήτων ποῦ ὑπάρχουν στὴ φύση τῶν ὄντων καὶ ἀποτελεῖ τὴν ἁρμονικὴ διακόσμηση τοὺς. Ποιὰ ὅμως γνώση τῆς ψυχῆς εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθει ἀπὸ τὶς σωματικές ἰδιότητες σ’ αὐτοὺς ποῦ ψάχνουν νὰ βροῦν τί κρύβεται πίσω ἀπὸ τὰ φαινόμενα;».«Βέβαια, λέει ἡ παρθένα, γιὰ ἐκείνους πού, σύμφωνα μὲ τὸ σοφὸ παράγγελμα, ἐπιθυμοῦν νὰ γνωρίσουν τὸν ἑαυτό τους, ἡ ἴδια ἡ ψυχὴ γίνεται δασκάλα για τὰ ζητήματα τῆς ψυχῆς· διότι, ἐνῶ εἶναι ἄϋλη καὶ ἀσώματη, ἐνεργεῖ καὶ κινεῖται ἀνάλογα στὴ φύση της καὶ μὲ τὰ ὄργανα τοῦ σώματος μαρτυρεῖ τὶς κινήσεις της.
»Ἡ κατασκευὴ αὐτὴ τῶν ὀργάνων τοῦ σώματος διατηρεῖται τὸ ἴδιο καὶ σ’ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἤδη πεθάνει· μένει ὅμως ἀκίνητη καὶ ἀνενέργητη, διότι δὲν ὑπάρχει μέσα της ἡ δύναμη τῆς ψυχῆς. Τότε μόνον κινεῖται, ὄταν ὑπάρχουν οἱ αἰσθήσεις στὰ σωματικὰ ὄργανα καὶ μέσω τῶν αἰσθήσεων διαπερνᾶ ἡ νοητικὴ δύναμη (τῆς ψυχῆς) μὲ τὴν ὁρμή της καὶ κινεῖ τις σωματικὲς αἰσθήσεις ἐκεῖ ποὺ θέλει».
«Τί, λοιπόν, εἶναι ἡ ψυχή; ρώτησα. Εἶναι δυνατὸν μὲ κάποια λόγια νὰ περιγραφεῖ ἡ φύση της, ὥστε νὰ μποροῦμε μὲ τὸν λεκτικὸ ὁρισμὸ ν’ ἀντιληφθοῦμε τί εἶναι;».
Καὶ ἡ δασκάλα ἀπάντησε: «Προσπάθησαν πολλοί, μὲ διαφορετικὸ τρόπο ὂ καθένας, σύμφωνα μὲ τὴν ἀντίληψή τους, νὰ ὁρίσουν τὸν ὁρισμό της· ὁ δικός μᾶς ὁρισμὸς γι’ αὐτὴν εἶναι ὁ ἑξῆς: Ἡ ψυχὴ εἶναι κτιστὴ οὐσία, ζῶσα, νοερὴ ποῦ μεταδίδει ἀπὸ μόνη της στὰ ὄργανα καὶ τὶς αἰσθήσεις τοῦ σώματος δύναμη ζωῆς καὶ ἀντίληψη τῶν αἰσθητῶν, ἕως ἐκεῖ ποὺ φτάνει ἡ συνεκτικὴ φύση τους».Καὶ ἐνῶ ἔλεγε αὐτά, δείχνει μὲ τὸ χέρι τὸ γιατρὸ ποὺ καθόταν δίπλα της γιὰ τὴ τὴ θεραπεία τοῦ σώματός της καὶ εἶπε: «Ἡ ἀπόδειξη τῶν ὅσων λέμε εἴναι μπροστά μας. Πές μου, πῶς αὐτὸς (ὁ γιατρὸς) ἀκουμπώντας μὲ τὰ δάχτυλα την ἀρτηρία, ἀκούει κατὰ κάποιο τρόπο μὲ τὴν αἴσθηση τῆς ἀφής τὸν ὀργανισμὸ νὰ τοῦ φωνάζει καὶ νὰ τοῦ διηγεῖται τὶς ἀσθένειές του; Νὰ διηγεῖται δηλαδὴ ὅτι ἡ ἀρρώστια βρίσκεται σὲ ἔξαρση στὸ σῶμα καὶ ξεκίνησε ἀπὸ τὸ τάδε σπλάγχνο καὶ γιὰ τόσο καιρὸ θὰ παραταθεῖ ἡ κρίση τοὺ πυρετοῦ;
»Ἐξίσου μ’ αὐτὰ ὁ γιατρὸς διδάσκεται καὶ ἀπὸ τὸ μάτι, παρατηρώντας ἀπὸ τὴ μιὰ το σχῆμα τῆς κατακλίσεώς του κι ἀπὸ τὴν ἄλλη τὴν ἀδυναμία τοῦ σώματος. Παρατηρεῖ τὴν ἐσωτερικὴ κατάσταση τοῦ σώματος, τὸ εἶδος τοῦ χρώματός του, ἂν ἂν εἶναι ὠχρὸ ἢ πρασινωπό, καὶ τὸ βλέμμα τῶν ὀφθαλμῶν, ποὺ αὐτοματα φανερώνει τὴ λύπη καὶ τὸν πόνο.
Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀκοὴ διδάσκει τὸ γιατρὸ γιὰ παρόμοια πράγματα· κάνει διάγνωση τῆς νόσου μὲ τὴν πυκνότητα τῆς ἀναπνοῆς καὶ μὲ τὸ στεναγμὸ ποὺ βγαίνει ταυτόχρονα μ’ αὐτήν. Θὰ ἔλεγε μάλιστα κανεὶς ὅτι οὔτε ἡ ὄσφρηση τοὺ ἐπιστήμονα μένει ἀχρησιμοποίητη στὴ διάγνωση τῆς ἀσθένειας· μὲ την ποιότητα τῆς ἀναπνοῆς βρίσκει τὴν ἀρρώστεια ποὺ κρύβεται στὰ σπλάγχνα τοῦ σώματος.
»Ἄρα, λοιπόν, ἂν δὲν ἦταν παροῦσα σὲ κάθε αἰσθητήριο μιὰ δύναμη νοητική, τί θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς διδάξει ἀπὸ μόνο του τὸ χέρι, ἀφοῦ δὲν θὰ καθοδηγοῦσε ἡ νόηση τὴν ἁφὴ στὴ γνώση τοῦ ὑποκειμένου; Σὲ τί, ἐπίσης, θὰ συνέβαλε στὴ γνώση τοῦ ζητουμένου ἡ ἀκοή, ἐφόσον ἦταν ξέχωρα ἀπὸ τὴ νόηση, ἢ τὸ μάτι ἢ ἡ μύτη ἢ κάποια ἄλλη αἴσθηση, ἐὰν ἡ καθεμιὰ ἐνεργοῦσε ἀπὸ μόνη της; Ἀλλά, τὸ πιὸ ἀληθινὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἀναφέρουν ὅτι εἶπε κάποιος ἀπὸ τοὺς μορφωμένους τῆς κοσμικῆς (ἔξω, θύραθεν) παιδείας· ὅτι, δηλαδή, ὁ νους εἶναι ἐκεῖνος ποὺ βλέπει καὶ ἀκούει.
»Καὶ ἐὰν κανεὶς δὲν δεχόταν ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀλήθεια, πές μου, πῶς ἐσύ, βλέποντας τὸν ἥλιο, ὅπως σου ἔμαθε νὰ τὸν βλέπεις ὁ δάσκαλός σου, θὰ ἔλεγες ὅτι αὐτὸς στὸ μέγεθος τῆς περιφέρειάς του δὲν εἶναι τόσο μεγάλος ὄσο νομίζουν οἱ πολλοί, ἀλλὰ ξεπερνᾶ σὲ πολλαπλάσιο ἀριθμὸ τὸ μέγεθος ὄλης τῆς γῆς; Δὲν ἰσχυρίζεσαι μὲ αὐτοπεποίθηση ὅτι ἔτσι εἶναι τὰ πράγματα, διότι μελέτησες μὲ τὴ νόηση τὰ φαινομένα, τὴν ὁποιαδήποτε κίνηση, τὰ χρονικὰ καὶ τοπικὰ διαστήματα καὶ τὶς αἰτίες τῶν ἐκλείψεων;
»Καὶ ὅταν βλέπεις τὴν ἔλλειψη ἢ τὸ γέμισμα τῆς σελήνης, διδάσκεσαι ἄλλες ἀλήθειες ἀπὸ τὰ φαινόμενα τοῦ σχήματος τῆς σελήνης· ὅτι στὴ φύση τῆς εἴναι εἶναι ἀφεγγὴς (ἑτερόφωτη) καὶ περιφέρεται γύρω ἀπὸ τὴ γῆ· λάμπει μὲ τὸ φως ποῦ δέχεται ἀπὸ τὶς ἀκτίνες τοῦ ἥλιου –ὅπως συμβαίνει μὲ τοὺς καθρέφτες ποὺ δέχονται πάνω τους τὸν ἥλιο καὶ δὲν ἐκπέμπουν δικό τους φῶς, ἀλλ’ ἀντανακλοῦν πρὸς τὰ πίσω το ἡλιακὸ φῶς ἐξαιτίας τὴ λείας καὶ στιλπνής ἐπιφάνειάς τους. Αὐτοὶ ὅμως ποὺ βλέπουν τὰ πράγματα χωρὶς νὰ τὰ ἐξετάσουν καλά, πιστεύουν ὅτι τὸ φῶς προέρχεται ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ σελήνη.
»Ἀποδεικνύεται βέβαια ὅτι ἡ σελήνη δὲν ἔχει δικό της φῶς ἀπὸ τὸ ὅτι, ὄταν βρίσκεται ἐκ διαμέτρου ἀντίθετα στὸν ἥλιο, φωτίζεται σ’ ὅλο της τὸν κύκλο ποῦ βλέπουμε ἐμεῖς· ἐπειδὴ ὅμως τὸ διάστημα ποὺ περιφέρεται εἶναι μικρότερο, κάνει πιὸ γρήγορα τὸν κύκλο τοῦ ἐαυτοῦ της, προτοῦ ὁ ἥλιος κάνει τὸ δικὸ τοὺ μία φορά· ἔτσι περιτρέχει τὸν ἑαυτὸ τῆς περισσότερο ἀπὸ δώδεκα φορές.»Γι’ αὐτὸ συμβαίνει νὰ μὴν εἶναι γεμάτη πάντα μὲ φῶς ἡ σελήνη· διότι ἡ θέση τῆς δὲν διατηρεῖται συνεχῶς ἀπέναντι στὸν ἥλιο λόγω τῆς ταχείας περιστροφής τῆς. Ἐνῶ ὁ ἥλιος κάνει πολὺ χρόνο νὰ περιστραφεῖ γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, ἢ σελήνη κάνει πολὺ λίγο καὶ περιστρέφεται πολλὲς φορές. Ἔτσι, ὅπως ἡ θέση ἀκριβῶς ἀπέναντι ἀπὸ τὸν ἥλιο, κάνει νὰ φωτίζεται ἀπὸ τὶς ἀκτίνες τοῦ ὅλο τὸ μέρος τῆς σελήνης ποὺ βλέπουμε ἐμεῖς, ἔτσι καὶ ὅταν βρίσκεται στὰ πλάγια τοῦ ἥλιου, τότε τὸ ἠμισφαίριο τῆς σελήνης ποὺ βρίσκεται ἀπέναντι ἀπὸ τον ἥλιο δέχεται τὶς ἀκτίνες του, ἐνῶ τὸ στραμμένο σὲ μᾶς ἀναγκαστικὰ βρίσκεται στὴ σκιά· ἡ λαμπρότητα ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὸ μέρος ἐκεῖνο της σελήνης ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ βλέπει πρὸς τὸν ἥλιο καὶ δίνεται σ’ἐκεῖνο τὸ μέρος ποῦ εἶναι πάντα ἀπέναντι ἀπὸ τὸν ἥλιο· ἕως ὅτου ἡ σελήνη περάσει κατευθείαν ἀπέναντι στὸν ἥλιο καὶ δεχθεῖ τὶς ἀκτίνες του στὸ νότιο μέρος της, ὀπότε φωτίζεται τὸ πάνω ἀπ’ αὐτὸ ἠμισφαίριο καὶ γίνεται ἀόρατό το δικό μας, διότι ἀπὸ τὴ φύση τοῦ τὸ δεύτερο εἶναι χωρὶς φῶς. Τὸ φαινόμενο αὐτὸ λέγεται ὁλικὴ μείωση τοῦ σώματος τῆς σελήνης.Ἐὰν πάλι περάσει τὸν ἥλιο στὴ διαδρομὴ τῆς κινήσεώς της καὶ δεχθεῖ πλάγια τὶς ἀκτίνες του, τότε αὐτὸ ποὺ πρὶν λίγο ἦταν ἀφώτιστο ἀρχίζει νὰ λάμπει, διότι οἱ ἀκτίνες πέφτουν ἀπὸ τὸ φωτισμένο στὸ πρώην ἀφώτιστο μέρος της.
»Βλέπεις πόσα πράγματά σου διδάσκει ἡ ὅραση; Μόνη της δὲν θὰ σοὺ πρόσφερε τὴ γνώση ὅλων αὐτῶν, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε κάτι ποὺ βλέπει μὲ τὰ μάτια· αὐτὸ χρησιμοποιεῖ τὰ δεδομένα τῶν αἰσθήσεων σὰν κάποιο ὁδηγὸ ὥστε νὰ νὰ εἰσέλθει μ’ αὐτὰ ποὺ βλέπει σ’ αὐτὰ ποὺ δὲν βλέπει. Πρέπει ἀκόμη νὰ προσθέσουμε τὶς γεωμετρικὲς μεθόδους, οἱ ὁποῖες μὲ τὰ φαινομενικὰ σχήματα μᾶς ὁδηγοῦν στὰ ὑπεραισθητά· καὶ πέρα ἀπ’ αὐτὲς μύρια ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν ὅτι μὲ τὶς σωματικές μας ἐνέργειες κατανοοῦμε τὴν κρυφὴ μέσα μας νοερὴ οὐσία».
«Τί, εἶπα ἐγώ, ἐὰν ὅπως εἶναι κοινὸ στοιχεῖο στὴ φύση τῶν αἰσθητῶν ἡ ὕλη ἀλλὰ καὶ ἡ διαφορὰ τῆς ὕλης σὲ κάθε εἶδος εἶναι μεγάλη ἐξαιτίας της ἰδιαιτερότητας τῶν χαρακτηριστικῶν του καὶ ἡ κίνησή τους παρουσιάζει ἀντιθέσεις, διότι ἄλλο πάει πρὸς τὰ πάνω, ἄλλο πάλι πάει πρὸς τὰ κάτω καὶ τὸ εἶδος τους δὲν εἶναι τὸ ἴδιο καὶ ἡ ποιότητά τους διαφορετική, θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κάποιος ὅτι ἡ δύναμή τους εἶναι συσσωματωμένη σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τους καὶ ἐνεργεῖ τὶς νοητικὲς αὐτὲς φαντασίες καὶ κινήσεις ἀπὸ τὴ φυσικὴ ἰδιότητα καὶ δύναμη τῶν στοιχείων;
»Παραδείγματα τέτοια βλέπουμε πολλὰ νὰ κάνουν οἱ μηχανικοί, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴ τεχνική τους κάνουν τὴν ὕλη νὰ μιμεῖται τὴ φύση. Δὲν δείχνει την ὁμοιότητα μόνο στὸ σχῆμα ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλα· διότι καὶ κινείται καὶ παράγει κάποιο φθόγγο, ὁ ὁποῖος ἠχεῖ στὸ φωνητικὸ μέρος τοῦ μηχανήματος καὶ πουθενὰ στὰ γινόμενα δὲν φανταζόμαστε κάποια νοητικὴ δύναμη ποὺ στὸ καθένα νὰ δημιουργεῖ τὸ σχῆμα, τὸ εἶδος, τὸν ἦχο καὶ τὴν κίνηση.
»Κι ἂν αὐτὰ λέμε ὅτι συμβαίνουν στὰ μηχανικὰ ὄργανα τῆς φύσεώς μας, χωρὶς νὰ ὑπάρχει καμιὰ νοητικὴ οὐσία ποὺ νὰ εἶναι συνυφασμένη μὲ τὰ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά της· ἀλλὰ μὲ τὸ νὰ ὑπάρχει στὴ φύση τῶν στοιχείων μᾶς κάποια δύναμη ποὺ δίνει κίνηση, καὶ ἀποτέλεσμα τῆς ἐνέργειάς της εἴναι τίποτε ἄλλο παρὰ μιὰ κίνηση ὁρμητικὴ ποὺ ἐνεργεῖ γιὰ νὰ γνωρίσει τὰ πράγματα ποὺ ἐρευνᾶ· μὲ αὐτὸ τί θὰ ἀποδεικνύονταν περισσότερο, ὅτι ἢ νοητὴ ἐκείνη καὶ ἀσώματη οὐσία τῆς ψυχῆς ὑπάρχει ἀφ’ ἐαυτοῦ της ἢ ὅτι δὲν ὑπάρχει καθόλου;».Ἐκείνη εἶπε: «Τὸ παράδειγμά σου ταιριάζει μὲ τὰ ἐπιχειρήματά σου, ἀλλὰ ὅλη ἡ ἐπιχειρηματολογία τῆς ἀντιρρήσεως στὰ δικὰ ποὺ παρουσιάζεται, θ’ ἀποτελέσει μεγάλη ἐπιβεβαίωση τῶν ἀπόψεών μας».
«Πῶς ἰσχυρίζεσαι κάτι τέτοιο;».
«Διότι, ἀπαντᾶ ἐκείνη, τὸ νὰ γνωρίζεις νὰ χρησιμοποιεῖς καὶ νὰ διαθέτεις την ἄψυχη ὕλη κάπως ἔτσι, ὥστε ἡ τέχνη ποὺ συγκροτεῖ τὰ μηχανήματα νὰ ἔχει σχεδὸν τὴ θέση τῆς ψυχῆς στὴν ὕλη καὶ νὰ δημιουργεῖ μ’ αὐτὰ κίνηση, ἦχο, σχήματα καὶ τὶς παρόμοιες ἀπομιμήσεις, αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀπόδειξη ὅτι κάτι τέτοιο ὑπάρχει καὶ στὸν ἄνθρωπο. Μ’ αὐτὸ παρουσιάζεται ὁ ἄνθρωπος, μὲ τὴ θεωρητικὴ καὶ ἐφευρετικὴ δύναμή του, νὰ ἐπινοεῖ μέσα του καὶ νὰ προκατασκευάζει μὲ τὴ σκέψη τὰ μηχανήματα· ἔπειτα, μὲ τὴν τέχνη, τὰ θέτει σὲ ἐνέργεια καὶ ὑλοποιεῖ ἐκεῖνο ποὺ εἶχε στὸ νοῦ του.
»Καὶ πρῶτα ἀντιλήφθηκε ὅτι εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ ἀέρα γιὰ νὰ δημιουργήσει την ἐκφώνηση. Ἔπειτα, γιὰ νὰ παράγει ἀέρα μὲ τὸ μηχάνημα, ἐξέτασε πρῶτα μὲ τὴ σκέψη καὶ ἐρεύνησε τὴ φύση τῶν στοιχείων· βρῆκε ὅτι δὲν ὑπάρχει κανένα κενὸ στὰ ὄντα, ἀλλὰ τὸ ἐλαφρύτερο θεωρεῖται κενὸ μόνο σὲ σύγκριση μὲ τὸ βαρύτερο. Διότι, καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἀέρας στὴν ἰδιαίτερη ἰδιοσυστασία τοὺ εἶναι γεμάτος καὶ πλήρης. Καταχρηστικὰ μάλιστα λέμε ὅτι τὸ δοχεῖο εἴναι ἄδειο. Κι ὅταν εἶναι ἄδειο ἀπὸ τὸ ὑγρὸ περιεχόμενό του, ὁ μορφωμένος ἄνθρωπος πάλι θὰ πεῖ ὅτι εἶναι γεμάτο, ἀπὸ ἀέρα.
»Ἀπόδειξη αὐτοῦ ἀποτελεῖ καὶ τὸ ὅτι, ὅταν ρίξουμε ἕναν ἀμφορέα στὴ λίμνη, νὰ μὴ γεμίζει ἀμέσως νερὸ ἀλλὰ στὴν ἀρχὴ νὰ ἐπιπλέει· διότι ὁ περιεχόμενος ἀέρας συγκρατεῖ τὸ κοῖλο δοχεῖο πρὸς τὰ πάνω, ἕως ὅτου πιεστεῖ ὁ ἀμφορέας ἀπὸ τὸ χέρι αὐτοῦ ποὺ ἀντλεῖ νερό· ἔτσι βυθίζεται, καὶ τότε γεμίζει νερὸ ἀπὸ τὸ στόμιο. Μ’ αὐτὰ ἀποδεικνύεται ὅτι τὸ δοχεῖο δὲν εἶναι κενὸ πρὶν γεμίσει μὲ νερό.
Στὸ στόμιο τοῦ δοχείου γίνεται ἕνα εἶδος μάχης μεταξύ των δύο στοιχείων· τὸ νερὸ ἀπὸ τὴ μιὰ σὰν βαρύτερο πιέζεται πρὸς τὰ κάτω καὶ ρέει μέσα στὸ δοχεῖο· κι ἀπὸ τὴν ἄλλη ὁ ἀέρας ποὺ βρίσκεται μέσα στὸ δοχεῖο, ἐπειδὴ πιέζεται ἀπὸ τὸ νερό, ἀνεβαίνει πρὸς τὸ ἴδιο στόμιο μὲ ὁρμὴ καὶ ἐμποδίζει τὴν εἴσοδο τοὺ νεροῦ· γι’ αὐτό, μὲ τὴ δύναμή του ὁ ἀέρας, κάνει τὸ νερὸ νὰ φουσκώνει καὶ ν’ ἀφρίζει.
»Ὅλα αὐτά, λοιπόν, τὰ κατανόησε ὁ ἄνθρωπος. Γι’ αὐτὸ ἐπινόησε τρόπο πῶς, μὲ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως, θὰ εἰσέρχεται ὁ ἀέρας στὸ μηχάνημα. Κατασκεύασε ἕνα κοίλωμα ἀπὸ στερεὴ ὕλη καὶ περιόρισε ἀπ’ ὅλες τὶς πλευρὲς τὸν ἀέρα, νὰ μὴν μπορεῖ νὰ βγεῖ ἔξω. Ἔπειτα, ἔχυσε νερὸ ἀπὸ τὸ στόμιο στὸ κοίλωμα, ἀφοὺ τὸ μέτρησε νὰ εἶναι στὴν ἀπαιτούμενη ποσότητα· κατόπιν, δίνει μὲ τον παρακείμενο αὐλὸ διέξοδο στὸν ἀέρα ἀπὸ τὴν ἀντίθετη πλευρά· καὶ ὁ ἀέρας μὲ τὴν πίεση τοῦ νεροῦ γίνεται δυνατὸς ἄνεμος, ὁ ὁποίος ἐξερχόμενος παράγει ἦχο μὲ τὴν κατασκευὴ τοῦ αὐλοῦ.
»Ἀποδεικνύεται, λοιπόν, ξεκάθαρα ἀπὸ τὰ φαινόμενα ὅτι ὑπάρχει μέσα στὸν ἄνθρωπο νοῦς, διαφορετικὸς ἀπὸ τὰ ὁρατά· ὁ νοῦς, μὲ τὴν ἀόρατη καὶ νοερὴ φύση του, προκατασκευάζει μὲ τὴν σκέψη τοῦ αὐτὰ (τὰ φαινόμενα) καὶ στὴ συνέχεια μὲ τὴν ὕλη παρουσιάζει πρὸς τὰ ἔξω ἐκεῖνα ποὺ σχεδίασε μὲ τὸ νοῦ του. Ἔτσι δὲν εἶναι;
»Διότι, ἐάν, σύμφωνα μὲ ὅσα λένε οἱ ἀντιτιθέμενοι, ἦταν δυνατὸν αὐτὰ τὰ θαυμαστὰ γεγονότα νὰ τ’ ἀποδώσουμε στὴ φύση τῶν στοιχείων, τότε ἀπὸ μόνα τοὺς θὰ δημιουργοῦνταν τὰ μηχανήματα. Δὲν θὰ περίμενε ὁ χαλκὸς τὴν τέχνη γιὰ νὰ σχηματίσει ἄγαλμα, ἀλλὰ εὐθὺς ἀπὸ τὴ φύση του θὰ γινόταν. Οὔτε ὂ ἀέρας θὰ χρειαζόταν τὸν αὐλὸ γιὰ νὰ παράγει ἦχο, ἀλλὰ πάντοτε ἀπὸ μόνος τοῦ θὰ τὸν παρῆγε μὲ τὴν ρέουσα κίνησή του. Οὔτε πάλι τὸ νερό, γιὰ νὰ τρέξει πρὸς τὰ πάνω, θὰ πιέζονταν ἀπὸ σωλήνα μὲ τεχνικὴ πίεση ποὺ σπρώχνει τὸ νερὸ νὰ κινηθεῖ μὲ τρόπο ποὺ ξεπερνᾶ τὴ φύση του· ἀλλά, ἀπὸ μόνο του θ’ ἀνέβαινε τὸ νερὸ πρὸς τὸ μηχάνημα, γιατί θὰ τὸ ἔσπρωχνε πρὸς τὰ πάνω ἡ ἴδια ἡ φύση του.
»Ἐάν, λοιπόν, τίποτε ἀπ’ αὐτὰ δὲν γίνεται αὐτόματα καὶ δὲν ἐνεργεῖ ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως, ἀλλὰ τὸ καθένα ἐνεργεῖται σύμφωνα μὲ τὴ θέληση, μὲ τὴ δύναμη τῆς τέχνης· καὶ τέχνη εἶναι διάνοια σταθερὴ ποὺ ἐνεργεῖ γιὰ κάποιο σκοπὸ μέσω τῆς ὕλης, ἐνῶ διάνοια εἶναι φυσικὴ κίνηση καὶ ἐνέργεια τοῦ νοῦ· ἑπομένως, ἀπέδειξε ἡ ἐξέταση τῶν ἀντιθέτων ἐπιχειρημάτων στὰ δικά μας, ὄτι ὁ νοῦς εἶναι κάτι τὸ διαφορετικὸ ἀπὸ τὰ φαινόμενα (ὁρατά)».«Κι ἐγὼ παραδέχομαι, εἶπα, ὅτι ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα· δηλαδή, τὸ μὴ φαινόμενο δὲν εἶναι τὸ ἴδιο μὲ τὸ φαινόμενο. Ὅμως δὲν βρίσκω στὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ τὴν ἀπάντηση ποὺ ζητῶ. Διότι δὲν μοῦ εἶναι ἀκόμη ξεκάθαρο, τί εἴναι ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ θεωροῦμε ὡς μὴ φαινόμενο. Ὅτι δὲν εἶναι ὕλη, τὸ ἔμαθα ἀπ’ ὅσα λέχθηκαν. Δὲν ἔμαθα ὅμως ἀκόμη τί ἀκριβῶς πρέπει νὰ λέω γι’ αὐτό. Καὶ θὰ ἐπιθυμοῦσα πολὺ περισσότερο νὰ μάθω τὸ ἑξῆς, τί εἶναι ἀκριβώς καὶ ὄχι τί δὲν εἶναι».
Κι ἐκείνη ἀπάντησε: «Μαθαίνουμε πολλὰ γιὰ πολλὰ πράγματα μὲ τὸν ἐξής τρόπο· ἐξηγοῦμε ὅτι ὑπάρχει τὸ ζητούμενο, χωρὶς νὰ λέμε ποτὲ ὅτι αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ἡ οὐσία τοῦ ζητουμένου. Ὅταν π.χ. λέμε κάποιον ἀπονηρο τον παρουσιάζουμε ὡς ἀγαθό· λέγοντας κάποιον ἄνανδρο τὸν χαρακτηρίζουμε ὠς δειλό· καὶ πολλὰ παρόμοια παραδείγματα μποροῦμε ν’ ἀναφέρουμε. Μὲ αὐτὰ ἢ παρουσιάζουμε τὴν πιὸ ὀρθὴ ἔννοια μὲ ἀποφατικὸ τρόπο (ἀναφέρουμε τί δεν εἶναι) ἢ πάλι παρουσιάζουμε τὶς κακὲς ἔννοιες καὶ δείχνουμε τὸ κακὸ μὲ την μὴ ἀναφορὰ τῶν καλῶν.
»Ἔτσι, λοιπόν, καὶ στὸν παρόντα λόγο ἐὰν κανεὶς κατανοήσει ἔτσι τὰ πράγματα, δὲν θὰ πέσει ἔξω στὴν ὀρθὴ ἔννοια αὐτοῦ ποὺ ψάχνει. Καὶ ψάχνει τί πρέπει νὰ πιστεύουμε ὅτι εἶναι ὁ νοῦς στὴν οὐσία του. Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ δεν ἀμφιβάλλει ὅτι ὑπάρχει αὐτὸς (ὁ νοῦς) γιὰ τὸν ὁποῖο συζητᾶμε καὶ τὸ στηρίζει στὴν ἐνέργεια ποὺ δείχνει σὲ μᾶς· ἀλλὰ ἐπιπλέον νὰ μάθει τί ἀκριβῶς εἶναι, θὰ ἱκανοποιοῦνταν ἐὰν μάθαινε ὅτι δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ γίνεται ἀντιληπτὸ μὲ τις αἰσθήσεις, ὅτι δὲν εἶναι χρῶμα ἢ σχῆμα ἢ σκληρὸ ἢ βάρος ἢ ποιότητα ἢ τρισδιάστατο, μήτε καταλαμβάνει χῶρο, μήτε γενικὰ μπορεῖ νὰ γίνει ἀντιληπτὸ μὲ τὰ χαρακτηριστικά της ὕλης ἢ εἶναι κάτι ἄλλο πέρα αὐτά».
Ἐγὼ τότε, ἐνῶ συνέχιζε αὐτὴ νὰ μιλάει, πετάχτηκα καὶ εἶπα: «Δὲν γνωρίζω πώς εἶναι δυνατόν, ἐὰν ὅλα αὐτὰ ἀφαιρεθοῦν ἀπὸ τὸν ὁρισμὸ (τοῦ νοῦ), νὰ μην γίνεται νὰ ἐξαλειφθεῖ καὶ αὐτὸ ποὺ ζητᾶμε. Διότι, χωρὶς αὐτά, ποὺ θὰ βασιστεὶ ἡ ἀντιληπτικὴ ἱκανότητα; Πουθενὰ δὲν βλέπω ἐγώ, σύμφωνα μὲ τὴν ἀντιληψὴ μοῦ. Διότι παντοῦ, στὴν ἀναζήτηση τῶν ὄντων μὲ τὴν ἐρευνητικὴ ἰκανότητα τῆς διάνοιας, σχετικὰ μὲ τὸ ζητούμενο, ὅπως οἱ τυφλοὶ πιανόμαστε στους τοίχους, γιὰ νὰ βροῦμε τὴν πόρτα· ἔτσι κι ἐδῶ ἀκουμπᾶμε σ’ ἕνα ἀπὸ ἀναφερθέντα στοιχεῖα, εἴτε εἴνα χρῶμα εἴτε σχῆμα εἴτε ποιότητα εἴτε κάτι ἄλλο ἀπ’ αὐτὰ ποὺ ἀπαρίθμησες παραπάνω. Ὅταν λοιπὸν λέμε ὅτι τὸ ζητούμενο δεν εἶναι κανένα ἀπ’ αὐτά, τότε ἀπὸ μικροψυχία ὁδηγούμαστε νὰ πιστεύουμε ὄτι αὐτὸ (ὁ νοῦς) δὲν εἶναι ἀπολύτως τίποτε».
Ἐκείνη στενοχωρήθηκε καὶ στὸ μέσο του λόγου μου εἶπε: «Τί ἀνοησία! Σὲ ποιὸ ἐπίπεδο πέφτει ἡ στενόμυαλη καὶ χαμηλὴ αὐτὴ ἀντίληψη γιὰ τὰ ὄντα! Διότι, ἂν ἀφαιρεθεῖ ἀπὸ τὰ ὄντα κάθε τί ποὺ δὲν γίνεται ἀντιληπτὸ μὲ τις αἰσθήσεις, τότε ἐκεῖνος ποὺ ἰσχυρίζεται κάτι τέτοιο πρέπει νὰ παραδεχτεῖ ὄτι δὲν ὑπάρχει οὔτε αὐτὴ ἡ δύναμη (Θεὸς) ποὺ ἐπιστατεῖ καὶ συγκρατεῖ τὰ ὄντα. Ἀλλά, ἀφοῦ μάθει ὅτι ἡ θεία φύση εἶναι ἀσώματη καὶ ἀόρατη, θὰ συμπεράνει σύμφωνα μ’ αὐτὴ τὴ συλλογιστικὴ ὅτι δὲν ὑπάρχει καὶ καθόλου. Ἐὰν ὅμως ἐκεὶ (στὸ Θεό), τὸ ὅτι δὲν ὑπάρχουν αὐτὰ τὰ χαρακτηριστικά, δὲν σημαίνει ὅτι καὶ Αὐτὸς δὲν ὑπάρχει, πῶς ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἀποκλείεται νὰ ὑπάρχει σὰν νὰ χάνεται μαζὶ μὲ τὶς σωματικὲς ἰδιότητες ποῦ ἀποκλείστηκαν»;
«Λοιπόν, εἶπα, μὲ τὴ σειρὰ αὐτὴ τῶν ἐπιχειρημάτων πηγαίνουμε ἀπὸ ἄτοπο σὲ ἄτοπο. Διότι τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ λόγου μᾶς στρέφονται γύρω ἀπὸ τὴν ταύτιση καὶ τοῦ δικοῦ μας νοῦ μὲ τὴ θεία φύση, ἀφοῦ νοοῦμε καὶ τὸν ἕνα καὶ τὴν ἄλλη μὲ τὴν ἀφαίρεση τῶν ἰδιοτήτων τῶν αἰσθήσεων».
Καὶ ἡ δασκάλα ἀπάντησε: «Μὴ λὲς ὅτι ταυτίζονται (ὁ νοῦς καὶ ὁ Θεός)· αὐτός ὁ λόγος εἶναι ἀσέβεια. Ἀλλά, ὅπως σὲ δίδαξε ἡ Ἁγία Γραφή, νὰ λὲς ὅτι αὐτός (ὁ νοῦς) εἶναι ὅμοιος μ’ ἐκεῖνον (τὸ Θεό). Διότι ἐκεῖνο ποὺ δημιουργήθηκε κατ’ εἰκόνα ἔχει ὁμοιότητα σὲ ὅλα μὲ τὸ ἀρχέτυπο: τὸ νοερὸ μὲ τὸ νοερό, τὸ ἀσώματο μὲ τὸ ἀσώματο· εἶναι ἀπαλλαγμένο ἀπὸ κάθε ὄγκο ὅπως ἐκεῖνο· καὶ δὲν μετριέται μὲ καμμία μέτρηση πάλι ὅπως ἐκεῖνο (ἀρχέτυπο)· ἀλλὰ στὴ φύση τοῦ εἶναι κάτι διαφορετικὸ ἀπὸ ἐκεῖνο.
»Διότι, ἂν ἦταν σὲ ὅλα ἴδιο μ’ ἐκεῖνο, δὲν θὰ ἦταν εἰκόνα του· ἀλλά, ὅπως στις ἰδιότητες τῆς ἀκτίστου φύσεως βλέπουμε ἐκεῖνο (τὸ κτιστό), παρόμοια καὶ ἢ κτιστῆ φύση δείχνει αὐτὸ (ἄκτιστο). Καὶ ὅπως πολλὲς φορὲς συμβαίνει σὲ μικρὸ γιάλινο κατασκεύασμα, ὅταν πέφτουν πάνω του οἱ ἀκτίνες τοῦ ἥλιου, βλέπουμε ὅλο το δίσκο τοῦ ἥλιου, ὄχι βέβαια στὸ πραγματικό του μέγεθος ἀλλ’ ὅσο τὸ μικρὸ μέγεθος τοῦ ἀντικειμένου ἐπιτρέπει τὴ θέα τοῦ ἡλιακοῦ δίσκου· ἔτσι γίνεται νὰ καθρεφτίζονται στὰ μικρὰ ὅρια τῆς δικῆς μας φύσεως ἐκεῖνες οἲ ἀνείπωτες ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ· γίνεται ἔτσι, ὥστε ἡ σκέψη νὰ καθοδηγείται ἀπ’ αὐτὲς (θεῖες ἰδιότητες) καὶ νὰ μὴν ἀστοχεῖ νὰ κατανοήσει τὸ νοῦ στην οὐσία του, ἐπειδὴ καθαρίζεται στὴν πορεία τῆς ἔρευνάς της ἀπὸ τὶς σωματικές ἰδιότητες. Οὔτε πάλι νὰ ἐξισώνει τὴ μικρὴ καὶ πρόσκαιρη (ἀνθρώπινη) φύση μὲ τὴν ἀόρατη καὶ καθαρὴ (θεία) φύση· ἀλλά, νὰ θεωρεῖ ὅτι (ὁ νοῦς) ἔχει νοητὴ οὐσία. Ἐπειδὴ ὅμως αὐτὸς ἀποτελεῖ εἰκόνα νοητῆς οὐσίας, νὰ μὴν λέει ὄτι ταυτίζεται ἡ εἰκόνα μὲ τὸ ἀρχέτυπο.
»Συμβαίνει, λοιπόν, ὅπως μὲ τὴν ἄρρητη σοφία τοῦ Θεοῦ ποὺ φαίνεται παντοῦ· δὲν ἀμφιβάλλουμε ὅτι ἡ θεία φύση καὶ δύναμη βρίσκεται μέσα σ’ ὅλα τα ὄντα, γιὰ νὰ διατηροῦνται αὐτὰ στὴν ὕπαρξη. Βέβαια, ἂν ἀπαιτοῦσες τὸν ὁρισμὸ της θείας φύσεως, ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ ἀπέχει ἄπειρα ἀπὸ κάθε φαινόμενο καὶ νοούμενο τῆς κτίσεως. Παρ’ ὂλ’ αὐτὰ ὅμως, ὅλοι δέχονται ὅτι αὐτὸ ποὺ διαφέρει στὴ φύση (ἄκτιστο) βρίσκεται μέσα σ’ αὐτὰ (κτιστά).
»Ἔτσι, δὲν εἶναι καθόλου ἀπίστευτο ὅτι καὶ ἡ οὐσία τῆς ψυχῆς –ἡ ὁποία ὁτιδήποτε κι ἂν ὑποθέτουμε ὅτι εἶναι, εἶναι κάτι ἄλλο καθ’ ἐαυτήν–, νὰ μὴ συναντᾶ ἐμπόδια ὑπάρξεως· παρόλο πού, ὅσα στοιχειωδῶς παρατηροῦνται στον κόσμο, δὲν συμβαίνουν καὶ στὴ δική της φύση. Οὔτε στὰ ζωντανὰ σώματα στὰ ὁποία, ὅπως εἴπαμε παραπάνω, ἡ ὑπόσταση προέρχεται ἀπὸ τὴ σύγκραση των στοιχείων, ὑπάρχει ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς οὐσίας κάποια κοινωνία τῆς ἁπλῆς καὶ χωρὶς μορφὴ ψυχῆς μὲ τὴν παχύτητα τοῦ σώματος. Ὅμως, δὲν ὑπάρχει καμιὰ ἀμφιβολία ὅτι καὶ σ’ αὐτὰ (τὰ σώματα) βρίσκεται ἡ ζωτικὴ ἐνέργεια τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία ἀναμίχθηκε μ’ αὐτὰ μὲ τρόπο ποὺ ξεπερνᾶ τὴν ἀνθρώπινη ἀντίληψη.»Ἑπομένως, οὔτε ὅταν διαλυθοῦν μεταξύ τους τὰ στοιχεῖα ποὺ ἀποτελοῦν τὸ σῶμα, δὲν χάνεται αὐτὸ ποὺ τὰ συνδέει μὲ τὴ ζωτικὴ ἐνέργεια. Ἀλλ’ ὅπως, ὅταν τὸ συγκρότημα ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ τὰ στοιχεῖα παίρνει τὴ σύστασή του, τότε καὶ τὸ κάθε στοιχεῖο τοῦ σώματος παίρνει τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς· διότι ἢ ψυχὴ ἐξίσου καὶ μὲ ὅμοιο τρόπο εἰσέρχεται σὲ ὅλα τα μέρη ποὺ συναποτελοῦν τὸ σῶμα· καὶ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ (για τὴν ψυχὴ) οὔτε ὅτι εἶναι στερεὴ καὶ σκληρὴ καθὼς εἶναι ἑνωμένη μὲ τὰ γεώδη στοιχεῖα, οὔτε ὅτι εἶναι ὑγρὴ ἢ ψυχρὴ ἢ ποιότητα ἀντίθετη στὴν ψυχρότητα· κι ὅλα αὐτά, παρόλο ποὺ βρίσκεται μέσα σ’ ὅλα αὐτὰ (τὰ στοιχεῖα) καὶ μεταδίδει στὸ καθένα τὴ ζωτική της δύναμη.
Ἔτσι, κι ὅταν διαλυθεῖ ἡ σύνθεση τοῦ σώματος καὶ τὰ στοιχεῖα τοῦ πηγαίνουν ὅπου ἀνήκουν, εἶναι εὔλογο νὰ θεωροῦμε ὅτι, καὶ μετὰ τὴ διάλυση, ἐκείνη ἢ ἁπλὴ καὶ ἀσύνθετη φύση (τῆς ψυχῆς) βρίσκεται σὲ κάθε διαλυόμενο μέρος. Καὶ εἶναι εὔλογο νὰ θεωροῦμε ὅτι (ἡ ψυχή), ποὺ συνδέθηκε ἅπαξ μὲ τρόπο ἀπερίγραπτο μὲ τὰ συστατικὰ στοιχεῖα τοῦ σώματος, θὰ παραμένει γιὰ πάντα μ’ αὐτὰ ποὺ ἀναμίχθηκε, χωρὶς ν’ ἀποσπᾶται μὲ κανένα τρόπο μὲ τὴ μία καὶ μοναδικὴ ἕνωσή της (μὲ τὸ σῶμα). Διότι δὲν συμβαίνει, ἐπειδὴ διαλύεται ἢ σύσταση τῶν σωματικῶν στοιχείων, νὰ κινδυνεύει νὰ διαλυθεῖ ταυτόχροναμαζὶ μὲ τὸ σύνθετο καὶ τὸ ἄμικτο καὶ ἀσύνθετό (της ψυχῆς)».
Κι ἐγὼ εἶπα: «Κανεὶς βέβαια δὲν ἀντιλέγει ὅτι τὰ στοιχεῖα ἑνώνονται μεταξὺ τοὺς καὶ πάλι χωρίζονται, καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴ σύσταση ἀλλὰ καὶ τὴ διαλυση τοῦ σώματος. Ἐπειδὴ μάλιστα αὐτὰ ἀπέχουν πολὺ μεταξύ τους καὶ διαφέρουν τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο καὶ σχετικὰ μὲ τὴ θέση τους στὸ χῶρο καὶ μὲ τὴ διαφορετικὴ καὶ ἰδιαίτερη ποιότητά τους· ὅταν, λοιπόν, συγκεντρωθοῦν μεταξύ τους ὅλα τα στοιχεῖα στὸ ὑποκείμενο, εἶναι ἑπόμενο νὰ ἔχουν σύμφυτη πρὸς αὐτὴ τὴν ἑνότητα τὴν ἴδια τὴ νοερὴ καὶ ἀδιαίρετη φύση, τὴν ὁποία τὴν ὀνομάζουμε ψυχή.
»Ὅταν ὅμως αὐτὰ τὰ στοιχεῖα χωριστοῦν μεταξύ τους καὶ πάει τὸ καθένα ἐκεὶ ποῦ ἡ φύση τὸ ὁδηγεῖ, τότε τί θὰ πάθει ἡ ψυχὴ ποὺ τὸ ὄχημά της (τὸ σῶμα) σκορπίσει σὲ πολλὰ σημεῖα; Συμβαίνει ὅ,τι μ’ ἕνα ναύτη, ποὺ διαλύεται τὸ πλοῖο του σὲ ναυάγιο· ἀδυνατεῖ νὰ κολυμπάει συγχρόνως σὲ ὅλα τα μέρη τοὺ πλοίου ποὺ σκόρπισαν σὲ πολλὰ σημεῖα τοῦ πελάγους· θὰ πιάσει ἐκεῖνο ποὺ θὰ τύχει μπροστά του καὶ τὰ ὑπόλοιπα θὰ τ’ ἀφήσει στὴν τύχη τῶν κυμάτων. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ἡ ψυχή, ἐπειδὴ ἀπὸ τὴ φύση της δὲν μπορεῖ νὰ διασπαστεὶ ἀνάλογα μὲ τὰ στοιχεῖα, ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ δὲν μπορεῖ ν’ ἀποχωριστεῖ τὸ σῶμα, πάντως σίγουρα θὰ προσδεθεῖ σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ στοιχεῖα καὶ θὰ χωριστεῖ ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα. Μάλιστα, ἡ λογικὴ δὲν ἐπιτρέπει νὰ πιστεύουμε ὅτι ἡ ψυχὴ γίνεται λιγότερο ἀθάνατη ἐπειδὴ ζεῖ σ’ ἕνα στοιχεῖο, ἀλλὰ οὔτε κι ὅτι γίνεται θνητὴ ἐπειδὴ δὲν ζεῖ σὲ περισσότερα στοιχεῖα.
«Ἀλλά, λέει ἐκείνη, τὸ νοητὸ καὶ ἀδιάστατο οὔτε συστέλλεται οὖτε διαστέλλεται –διότι ἡ συστολὴ καὶ ἡ διαστολὴ εἶναι χαρακτηριστικὸ των σωμάτων· καθόσον (ἡ ψυχή), σύμφωνα μὲ τὴν ἀΐδιο καὶ ἀσώματη φύση της, παραβρίσκεται ἐξίσου καὶ στὴ σύσταση τῶν στοιχείων γύρω στὸ σῶμα καὶ στὴ διάλυσή τους· οὔτε στενοχωρεῖται ὅταν τὰ στοιχεῖα συνθέτουν τὸ σῶμα οὖτε ὅταν διαλύονται στὰ οἰκεῖα τους καὶ γυρίζουν στὴ φύση ἀπ’ ὅπου προῆλθαν· παρὰ τὸ ὅτι θεωρεῖται πολὺ μεγάλη ἡ ἀπόσταση μεταξύ των στοιχείων, λόγω τῆς ἑτερότητας τῆς φύσεώς τους.
»Διότι, πράγματι, εἶναι μεγάλη ἡ διαφορὰ τοῦ ἐλαφροῦ καὶ ἄδειου ἀπὸ τὸ βαρὺ καὶ στέρεο· τοῦ θερμοῦ ἀπὸ τὸ ψυχρό, τοῦ ὑγροῦ ἀπὸ τὸ ἀντίθετό του. Καμιὰ δυσκολία ὅμως δὲν ὑπάρχει στὸ νὰ βρίσκεται ἡ νοερὴ φύση σὲ καθένα ἀπ’ αὐτά, μὲ τὰ ὁποῖα μιὰ καὶ μοναδικὴ φορὰ ἑνώθηκε μὲ μίξη, καὶ δεν κομματιάζεται ἐξαιτίας τῆς ἀντίθεσης τῶν στοιχείων μεταξύ τους.»Δηλαδή, ἐπειδὴ θεωρεῖται ὅτι τὰ στοιχεῖα ἀπέχουν μεταξύ τους πολὺ καὶ τοπικὰ καὶ ποιοτικά, γι’ αὐτὸ δὲν κουράζεται ἡ ἀχώριστη φύση νὰ συνδέεται μ’ αὐτὰ ποὺ ἀπέχουν τοπικὰ μεταξύ τους. Ἐπειδὴ καὶ τώρα ἐπιτρέπεται στὸ νοὺ νὰ θεωρεῖ καὶ τὸν οὐρανὸ ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπεκτείνεται στὰ πέρατα τοῦ κόσμου μὲ τὴν πολυπραγμοσύνη του· καὶ παρ’ ὂλ’ αὐτά, ἡ θεωρητικὴ δύναμη τῆς ψυχής μᾶς, μὲ τὴν ἐπέκτασή της σὲ τόσο μεγάλες ἀποστάσεις, δὲν διασπᾶται.
»Ἑπομένως, κανένα ἐμπόδιο δὲν ὑπάρχει στὴν ψυχὴ νὰ παραβρίσκεται ἐξίσου στὰ στοιχεῖα τοῦ σώματος, καὶ ὅταν συγκροτοῦν τὴ σύνθεση καὶ ὄταν σκορπίζουν μὲ τὴ διάλυση. Ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει, ὅταν λειώνουν μαζὶ τὸ χρυσάφι καὶ τὸ ἀσήμι· ὑπονοεῖται ὅτι ὑπάρχει κάποια τεχνικὴ δύναμη ποὺ ἕλιωσε τὶς δύο ὕλες. Κι ὅταν πάλι μετὰ τὸ λιώσιμο ἡ μία ὕλη χωριστεῖ ἀπὸ την ἄλλη, ἡ δύναμη τῆς τεχνικῆς διατηρεῖται ἐξίσου καὶ στὶς δύο· ἡ ὕλη, λοιπόν, χωρίστηκε, ἐνῶ ἡ τεχνικὴ δὲν ἀκολούθησε τὸ χωρισμὸ τῶν ὑλῶν. Διότι, πῶς θὰ διαιρεθεῖ τὸ ἀδιαίρετο;
»Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ἡ νοερὴ φύση τῆς ψυχῆς συνυπάρχει μὲ τὰ στοιχεία ποῦ ἑνώνονται (στὸ σῶμα)· κι ὅταν αὐτὰ διαλυθοῦν, δὲν διασπᾶται ἀλλὰ διατηρεῖται σ’ αὐτά· μετὰ τὸ χωρισμό τους, ἐπεκτείνεται μαζί τους χωρὶς νὰ διακόπτει τὴν ἐπαφὴ μ’ αὐτά, καὶ χωρὶς νὰ κομματιάζεται σὲ μικρὰ τεμάχια ἀνάλογα μὲ τὸν ἀριθμὸ τῶν στοιχείων. Διότι ἡ διαίρεση ἀποτελεὶ χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τῆς σωματικῆς καὶ διαιρετῆς φύσεως· ἐνῶ ἡ νοερὴ καὶ ἀχώριστη φύση δὲν ἐπιδέχεται τὶς ἰδιότητες τῆς διαίρεσης.»Ὑπάρχει, ἑπομένως, ἡ ψυχὴ μέσα σ’ αὐτά, ποὺ μία καὶ μοναδικὴ φορὰ εἰσῆλθε· καὶ καμιὰ δύναμη δὲν τὴν ἀποσπᾶ ἀπὸ τὴν ἕνωσή της μ’ αὐτά. Ποιὸ σκοτεινὸ σημεῖο, λοιπόν, ὑπάρχει σ’ αὐτά; Ὅτι τὸ ἀόρατο ἀνταλλάσσεται μὲ τὸ ὁρατό; Γιατί ἔχει ἐπηρεαστεῖ τόσο ἀρνητικὰ ὁ νοῦς σου πρὸς τὸ θάνατο;».
Ἐγὼ τότε, ἀφοῦ ἔλαβα ὑπόψη μου τὸν ὁρισμὸ γιὰ τὴν ψυχὴ ποὺ ἐκείνη προηγουμένως εἶχε πεῖ, ἀπάντησα: «τὰ ἐπιχειρήματά σου δὲν μοῦ ἀπέδειξαν ἐπαρκῶς τὶς δυνάμεις ποὺ θεωροῦμε ὅτι κατέχει ἡ ψυχή. Ὁ ὁρισμὸς λέει ὅτι ἢ ψυχὴ εἶναι νοερὴ οὐσία καὶ ὅτι εἰσάγει στὸν ὀργανισμὸ τοῦ σώματος δύναμη ζωῆς γιὰ νὰ ἐνεργοῦν οἱ αἰσθήσεις. Διότι ἡ ἐνέργεια τῆς ψυχῆς δεν περιορίζεται μόνο στὴν ἐπιστημονικὴ καὶ θεωρητικὴ ἔρευνα, ἐργαζόμενη μόνο στὰ ὅρια τῆς νοερῆς οὐσίας της· οὔτε πάλι χρησιμοποιεῖ τὶς αἰσθήσεις γιὰ νὰ ἐνεργεῖ μὲ αὐτὲς σύμφωνα μὲ τὰ ὅρια τῆς φύσεως. Ἀλλά, παρατηρεῖται στὴ φύση μεγάλη ἐνεργοποίηση τόσο τοῦ ἐπιθυμητικοῦ ὅσο καὶ τοῦ θυμικοῦ της ψυχῆς. Ἐπειδὴ καὶ οἱ δύο (ἐνέργεια ἐπιθυμητικοῦ καὶ θυμικοῦ) ὑπάρχουν γενικὰ μέσα μας, παρατηροῦμε τὴν κίνησή τους νὰ προχωρεῖ σὲ ἐνέργειες μὲ πολλὲς καὶ ποικίλες διαφορές.
»Διότι βλέπουμε πολλὲς ἐνέργειες στὶς ὁποῖες αἴτιο εἶναι τὸ ἐπιθυμητικό· πολλὲς πάλι ἔχουν σὰν αἰτία τὸ θυμικό· οὔτε ὅμως τὸ ἕνα οὔτε τὸ ἄλλο εἴναι σῶμα. Τὸ ἀσώματο πάντως εἶναι νοερό· καὶ ὁ ὁρισμὸς χαρακτήρισε τὴν ψυχὴ νοερὸ πράγμα. Ἑπομένως, σύμφωνα μὲ τὸ συλλογισμό, ἀπὸ τὰ δύο ἄτοπα ἰσχύει τὸ ἕνα: ἢ τὸ θυμικὸ καὶ τὸ ἐπιθυμητικὸ ἀποτελοῦν ἄλλες ψυχὲς μέσα μᾶς καὶ ἔχουμε ἀντὶ μία πολλὲς ψυχὲς ἢ ὅτι δὲν πρέπει νὰ θεωροῦμε καὶ τὸ διανοητικό μας ὡς ψυχή. Διότι, ἐὰν ἐφαρμόσουμε σὲ ὅλα ἐξίσου τὸ νοερό, ἢ θ’ ἀποδείξει ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι ψυχὲς ἢ τὸ καθένα ἀπ’ αὐτὰ θὰ ἑξαιρεθεὶ ἐξίσου ἀπὸ τὴν ἰδιότητα τῆς ψυχῆς».
Ἐκείνη ἀπάντησε: «Κι ἄλλοι πολλοὶ ἤδη εἶχαν θέσει αὐτὸ τὸ ζήτημα· τώρα τὸ κάνεις καὶ σύ· δηλαδή, τί τάχα πρέπει νὰ θεωροῦμε ὅτι εἶναι αὐτά, τὸ ἐπιθυμητικὸ καὶ τὸ θυμικό· ἢ ἔχουν τὴν ἴδια οὐσία μὲ τὴν ψυχὴ καὶ ἀμέσως μὲ τὴ δημιουργία τῆς συνυπάρχουν μ’ αὐτὴν ἢ εἶναι κάτι ἄλλο ἔξω ἀπ’ αὐτὴν καὶ ὕστερα προστίθενται σὲ μᾶς (στὴν ψυχή μας).
»Ὅλοι βέβαια παραδέχονται ὅτι αὐτὰ φαίνονται νὰ συνυπάρχουν στὴν ψυχή. Δὲν ἔχει βρεῖ ὅμως ἀκόμη ἡ λογικὴ σκέψη τί πρέπει νὰ πιστεύουμε γι’ αὐτά, ἔτσι ὥστε νὰ ἔχουμε ἀποκρυσταλωμένη τὴν ἀντίληψή τους. Διότι οἲ περισσότεροι ἀμφιταλαντεύονται ἀκόμη σὲ πλανεμένες καὶ διαφορετικὲς γι’ αὐτὰ ἀντιλήψεις.
»Ἐὰν γιὰ μᾶς ἀρκοῦσε γιὰ ἀπόδειξη τῆς ἀλήθειας ἡ κοσμικὴ φιλοσοφία, ἢ ὁποία ἐξετάζει ὅλα αὐτὰ μεθοδικά, θὰ ἦταν ἴσως περιττὸ νὰ θέτουμε για συζήτηση τὸ θέμα τῆς ψυχῆς. Σ’ ἐκείνους ὅμως ἡ θεωρία γιὰ τὴν ψυχὴ προῆλθε ἐλεύθερα, ὅπως τοὺς φαινόταν ὀρθό· ἐμεῖς ὅμως δὲν ἔχουμε μιὰ τέτοιου εἴδους ἐξουσία ἐλευθερίας, νὰ λέμε δηλαδὴ ὅ,τι θέλουμε· διότι χρησιμοποιοῦμε ὡς κανόνα καὶ νόμο κάθε δόγματος τὴν Ἁγία Γραφή. Ὑποχρεωτικὰ ἀνατρέχουμε σ’ αὐτήν· καὶ δεχόμαστε μόνον ὅ,τι εἶναι συμφωνο μὲ τὸν σκοπὸ ὅσων αὐτὴ καταγράφει.
»Παραμερίζουμε, λοιπόν, τὸ πλατωνικὸ ἅρμα καὶ τὴν ὑποζευγμένη σ’ αὐτὸ δυάδα τῶν ἀλόγων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ὁρμὲς τὸ ἕνα ἔναντί του ἄλλου οὖτε ἔχουν τὸν ἁρματηλάτη πάνω σ’ αὐτά· εἶναι ὅλα ἐκεῖνα μὲ τὰ ὁποῖα αὐτός (ὁ Πλάτων) φιλοσοφεῖ παραβολικὰ γιὰ τὴν ψυχή.
»Ἃς παραμερίσουμε, ἐπίσης, τὶς ἀρχὲς ποὺ ἐφαρμόζει ὁ μετὰ ἀπὸ ἐκεῖνον (τον Πλάτωνα) φιλόσοφος (ἐννοεῖ, τὸν Ἀριστοτέλη), ποὺ παρακολουθεῖ μεθοδικὰ τὰ φαινόμενα καὶ ἐξετάζει μὲ ἐπιμέλεια τὸ προκείμενο θέμα μας· βάσει αὐτῶνἀποφάνθηκε ὅτι ἡ ψυχὴ εἶναι θνητή. Ἃς παραμερίσουμε καὶ ὅλους τους φιλοσόφους, τοὺς πρὶν καὶ μετὰ ἀπ’ αὐτούς, ποὺ φιλοσόφησαν εἴτε μὲ πεζὸ λόγο εἴτε μὲ ποιητικό, μὲ ρυθμὸ καὶ μέτρο. Ἃς θέσουμε κριτήριο τοῦ λόγου μας τὴ θεόπνευστη Ἁγία Γραφή, ἡ ὁποία ἀποφαίνεται ὅτι δὲν ὑπάρχει καμία ἐξαιρετικὴ ἰδιότητα τῆς ψυχῆς ποὺ νὰ μὴν εἶναι καὶ ἰδιότητα τῆς φύσεώς τουΘεοῦ.
»Ἐκεῖνος μάλιστα ποὺ εἶπε ὅτι ἡ ψυχὴ ἀποτελεῖ ὁμοίωμα τοῦ Θεοῦ, διακήρυξε ἐπίσης ὅτι, ὅ,τι εἶναι ξένο πρὸς τὸ Θεό, αὐτὸ βρίσκεται καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν ψυχή. Διότι, ὅπου ὑπάρχει παραλλαγή, δὲν διατηρεῖται ἡ ὁμοιότητα. Ἐπειδή, λοιπόν, δὲν βλέπουμε νὰ ὑπάρχει κανένα ἀπ’ αὐτὰ στὴ φύση τοῦ Θεοῦ, μπορεῖ κανείς νὰ συμπεράνει ὅτι αὐτὰ οὔτε καὶ μὲ τὴν οὐσία τῆς ψυχῆς συνυπάρχουν.
»Ἡ ἔρευνα τῶν δικῶν μᾶς δογμάτων, μὲ τὴ διαλλεκτικὴ μέθοδο τῆς ἐπιστήμης τοῦ συλλογισμοῦ καὶ τῆς ἀναλύσεως, ἀποτελεῖ σὰν τέτοιο εἶδος συλλογισμοὺ σαθρὸ καὶ ὕποπτο μέσο γιὰ ἀπόδειξη τῆς ἀλήθειας, καὶ θὰ τὴν ἀφήσουμε στην ἄκρη. Διότι εἶναι σὲ ὅλους φανερὸ ὅτι ἡ διαλλεκτικὴ μέθοδος ἔχει ἴση ἱκανότητα καὶ στὰ δύο, τόσο γιὰ ν’ ἀνατρέπει τὴν ἀλήθεια, ὅσο καὶ γιὰ νὰ καταδικάζει τὸ ψέμα. Γι’ αὐτὸ πολλὲς φορές, ὅταν ἡ ἴδια ἡ ἀλήθεια ἀποδεικνύεται μὲ μιὰ τέτοια μέθοδο, τὴν ὑποψιαζόμαστε, διότι αὐτὴ ἡ φοβερὴ μεθοδολογία ἐξαπατᾶ τὴ διάνοιά μας καὶ τὴν κάνει νὰ χάνει τὴν ἀλήθεια.
»Ἐὰν πάλι κάποιος μᾶς παρουσίαζε ἁπλὸ καὶ ἀστόλιστο συλλογισμό, θ’ ἀπαντήσουμε παρουσιάζοντας κατὰ τὸ δυνατόν, σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τὴν θεωρία γι’ αὐτά. Τί ἐννοοῦμε μ’ αὐτὸ ποῦ λέμε; Ὅτι τὸ λογικὸ αὐτὸ ὅν, ὁ ἄνθρωπος, εἶναι δεκτικὸς καὶ τῆς νόησης καὶ της ἐπιστήμης· μᾶς τὸ βεβαιώνουν οἱ φιλόσοφοί της κοσμικῆς σοφίας. Καὶ δὲν θὰ ὅριζε ἔτσι τὴ φύση μᾶς ὁ ὁρισμὸς (τῆς ψυχῆς), ἐὰν θεωροῦσε τὸ θυμικὸ καὶ τὸ ἐπιθυμητικὸ καὶ ὅλα τα παρόμοια συνουσιωμένα στὴ φύση μας. Ἄλλωστε, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ δοθεῖ ὁρισμός κάποιου ὑποκειμένου, ἐὰν τὸ κοινὸ χαρακτηριστικὸ ὁριζόταν σὰν ἰδιαίτερο.
»Ἐπειδή, λοιπόν, καὶ τὸ ἐπιθυμητικὸ καὶ τὸ θυμικὸ ὑπάρχουν ἐξίσου τόσο στην ἄλογη ὅσο καὶ στὴ λογικὴ φύση, δὲν θὰ ἦταν εὔλογο νὰ θεωρήσει κάποιος τὸ κοινὸ χαρακτηριστικὸ ὡς ἰδιαίτερο. Καὶ ὅ,τι εἶναι περιττὸ καὶ ἀπορριπτέο για ὁρισμὸ τῆς φύσεως, πῶς παρουσιάζεται ὡς μέρος τῆς φύσεως καὶ ἰσχύει ἀνατρέποντας τὸν ὁρισμό; Διότι, κάθε ὁρισμὸς τῆς φύσεως ἀναφέρεται στὸ ἰδιαίτερο χαρακτηριστικό του ὑποκειμένου. Καὶ ὅ,τι δὲν εἶναι ἰδιαίτερο χαρακτηριστικό, βγαίνει ἔξω ἀπὸ τὸν ὁρισμὸ σὰν ξένο.
Καὶ βέβαια, ὅλοι παραδέχονται ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ θυμικοῦ καὶ ἐπιθυμητικοὺ εἶναι κοινὴ καὶ στὴν ἄλογη καὶ στὴ λογικὴ φύση. Καὶ κάθε κοινὸ δὲν ταυτίζεται μὲ τὸ ἰδιαίτερο χαρακτηριστικό. Εἶναι ἑπομένως ὀρθό, αὐτὰ (τὰ δύο) νὰ μην προσμετρῶνται στὰ διακριτικὰ γνωρίσματα ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν ἀνθρώπινη φύση. Ἀλλά, ὅπως ἀκριβῶς ὅταν δεῖ κανεὶς στὴ φύση μᾶς τὸ χαρακτηριστικὸ τῆς αἰσθήσεως, τῆς θρέψεως καὶ τῆς αὐξήσεως δὲν καταργεῖ μ’ αὐτὰ τὸν ὁρισμὸ τῆς ψυχῆς (ὅτι τάχα δὲν συμπεριλαμβάνονται) –διότι δὲν σημαίνει ὅτι, ἐπειδὴκάποιο ὑπάρχει στὴν ψυχή, τὸ ἄλλο δὲν ὑπάρχει–· ἔτσι, κι ὅταν κατανοήσει τὶς σχετικὲς μὲ τὸ θυμικὸ καὶ ἐπιθυμητικὸ κινήσεις τῆς φύσεώς μας, δὲν θὰ ἦταν εὔλογο ν’ ἀρνηθεῖ τὸν ὁρισμό, ὅτι τάχα ὁρίζει ἐλλειπῶς τὴ φύση τῆς ψυχῆς μας».
Ρώτησα τότε κι ἐγὼ στὴ δασκάλα: «Τί, λοιπόν, πρέπει νὰ γνωρίζουμε γι’ αὐτά; Διὸτ δὲν εἶμαι σὲ θέση νὰ κατανοήσω, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ ὡς ξένα στὴ φύση μᾶς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν μέσα μας».
«Βλέπεις, μοῦ ἀπάντησε ἐκείνη, ὅτι ὑπάρχει μάχη τοῦ νοῦ πρὸς αὐτὰ καὶ προσπάθεια ν’ ἀπομονωθεῖ, ὅσο εἶναι δυνατόν, ἡ ψυχὴ ἀπ’ αὐτά. Καὶ ὑπάρχουν ὁρισμένοι ποὺ (τὸ) κατόρθωσαν (τὴν ἀπομόνωση), ὅπως ἀκοῦμε π.χ. γιὰ τὸ Μωϋσῆ, ὅτι ἦταν ἐκεῖνος ἀνώτερος καὶ τοῦ θυμοῦ καὶ τῆς ἐπιθυμίας. Καὶ τὰ δύο τα μαρτυρεῖ γι’ αὐτὸν ἱστορία, ὅτι δηλαδὴ ἦταν πράος περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄνθρωπο –μὲ τὴν πραότητα μάλιστα ἡ ἀοργησία δείχνει καὶ τὴν ἀποχὴ ἀπὸ τὸ θυμὸ– καὶ ὅτι, ἐπίσης, δὲν ἐπιθύμησε τίποτε ἀπ’ ὅσα βλέπουμε στους περισσότερους ἀνθρώπους νὰ κινεῖ τὸ ἐπιθυμητικό.
»Κι αὐτὸ δὲν θὰ γινόταν, ἐὰν αὐτὰ ἦταν ἴδια τῆς φύσεως καὶ ὑπαγόταν στην οὐσία τοῦ ἀνθρώπου. Διότι δὲν μπορεῖ αὐτὸς ποὺ βγῆκε ἔξω ἀπὸ τὴ φύση νὰ παραμένει καὶ στὴν ὕπαρξη. Ἑπομένως, ἐὰν ὁ Μωϋσῆς ἦταν στὴν ὕπαρξη ἀλλὰ δὲν ἦταν μέσα σ’ αὐτά, αὐτὸ σημαίνει ὅτι αὐτὰ εἶναι κάτι ἄλλο καὶ ὄχι φύση. Διότι, ἐὰν πράγματι φύση εἶναι αὐτὸ μὲ τὸ ὁποῖο κατανοεῖται ἡ ὕπαρξη της οὐσίας, ἐνῶ ἡ ἀποξένωση ἀπὸ ἐκεῖνα (θυμὸ καὶ ἐπιθυμία) ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ διάθεσή μας, τότε ὁ ἀφανισμός τους δὲν εἶναι μόνον ἔλλειψη ζημίας ἀλλὰ καὶ κέρδος γιὰ τὴ φύση.
Εἶναι, λοιπόν, φανερὸ ὅτι αὐτὰ τὰ πάθη τῆς φύσεως ἔρχονται ἀπέξω καὶ δὲν εἶναι οὐσία της. Διότι οὐσία εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ὑπάρχει.
»Πολλοὶ θεωροῦν ὅτι ὁ θυμὸς εἶναι ἀποτέλεσμα ἐξάψεως τοῦ αἵματος γύρω ἀπὸ τὴν καρδιά. Ἄλλοι πάλι νομίζουν ὅτι εἶναι ἔνστικτο ἄμυνας στὴ λύπηποῦ προκαλεῖ πρῶτος ὁ ἄλλος. Καὶ ὅπως ἐμεῖς πιστεύουμε, θυμὸς εἶναι ἡ ὁρμὴ γιὰ κακοποίηση ἐκείνου ποὺ μᾶς ἐξόργισε. Τίποτε ὅμως ἀπ’ αὐτὰ δὲν συμφωνεῖ μὲ τὸν ὁρισμὸ τῆς ψυχῆς.
»Κι ἂν δώσουμε μὲ τὴ σειρὰ τῆς τὸν ὁρισμὸ τῆς ἐπιθυμίας, θὰ λέγαμε ὅτι εἴναι ἀναζήτηση ἐκείνου ποὺ λείπει, ἢ πόθος γιὰ ἀπόλαυση ἡδονῶν, ἢ λύπη γιὰ την κατοχὴ τῶν ἐπιθυμητῶν, ἢ κάποια σχέση μὲ τὸ εὐχάριστο ἀπὸ τὸ ὁποῖο ὄμως ἀπουσιάζει ἡ ἀπόλαυση. Ὅλα αὐτὰ καὶ τὰ παρόμοια φανερώνουν βέβαια τον ὁρισμὸ τῆς ἐπιθυμίας, ἀλλὰ δὲν συνδέονται μὲ τὸν ὁρισμὸ τῆς ψυχῆς.»Ἀλλὰ καὶ ὅσα ἄλλα παρατηροῦνται στὴν ψυχὴ καὶ βρίσκονται σὲ ἀντιθεση μεταξύ τους, ὅπως ἡ δειλία καὶ τὸ θάρρος, ἡ λύπη καὶ ἡ ἡδονή, ὁ φόβος καὶ ἡ ἀφοβία καὶ ὅλα τα παρόμοια, ποὺ τὸ καθένα φαίνεται νὰ ἔχει σχέση μὲ τὸ ἐπιθυμητικὸ ἢ τὸ θυμικό, παρουσιάζουν τὴ φύση τους μὲ ἰδιαίτερο ὁρισμό.
»Διότι τὸ θάρρος καὶ ἡ ἀφοβία δηλώνουν κάποια ἔνταση τῆς ὁρμῆς τοῦ θυμοῦ· ἐνῶ ἡ σχέση ποὺ βασίζεται στὴ δειλία καὶ τὸ φόβο παρουσιάζει ἐλάττωση καὶ ὕφεση τῆς ὁρμῆς τοῦ ἴδιου (θυμοῦ). Ἡ λύπη πάλι ἔχει τὸ περιεχόμενό της καὶ ἀπὸ τὰ δύο. Διότι ἡ ἀτονία τοῦ θυμοῦ σ’ αὐτὸν ποὺ ἀδυνατεῖ νὰ ἐκδικηθεὶ ὅσους τὸν λύπησαν καταντᾶ λύπη· τὸ ἴδιο καὶ οἱ ἀνεκπλήρωτες ἐπιθυμίες καὶ ἡ στέρηση τῶν ποθητῶν δημιουργεῖ στὴν ψυχὴ τὴ γνωστὴ σκυθρωπὴ διάθεση. Καὶ τὸ ἀντίθετό της λύπης, ἐννοῶ τὴν ἔννοια τῆς ἡδονῆς, μοιράζεται ἐξίσου κι αὐτὴ ἀνάμεσα στὸ θυμὸ καὶ τὴν ἐπιθυμία. Διότι ἡ ἡδονὴ ἐξουσιάζει τὸ καθένα ἀπ’ αὐτὰ ἐξίσου.
»Ὅλα αὐτὰ καὶ ἔχουν σχέση μὲ τὴν ψυχή, καὶ ψυχὴ δὲν εἶναι· ἀλλὰ εἶναι σαν κάποιες μυρμηγκιὲς ποὺ φυτρώνουν στὸ διανοητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς. Θεωροῦνται βέβαια μέρη τῆς ψυχῆς, ἐπειδὴ ἐμφανίζονται μ’ αὐτήν· πλην ὅμως, δὲν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο εἶναι ἡ ψυχὴ στὴν οὐσία της».Ἀνταπαντῶ τότε στὴν παρθένο: «Κι ὅμως βλέπουμε ὅτι ἡ συνεισφορὰ αὐτών (θυμοῦ καὶ ἐπιθυμίας) γιὰ τὴν πρόοδο τῶν ἐναρέτων δὲν εἶναι μικρή. Στόν Δανιήλ, γιὰ παράδειγμα, ἡ ἐπιθυμία ἔγινε ἔπαινος· καὶ ὁ Φινεὲς μὲ τὸ θυμὸ ἐξιλέωσε τὸ Θεό. Μάθαμε ἀκόμη ὅτι ὁ φόβος ἀποτελεῖ τὴν ἀρχὴ τῆς σοφίας· καὶ ἀκούσαμε ἀπὸ τὸν Παῦλο ὅτι τὸ τέρμα τῆς κατὰ Θεὸν λύπης εἶναι ἢ σωτηρία. Τὸ Εὐαγγέλιο, ἐπίσης, μᾶς νουθετεῖ νὰ περιφρονοῦμε τὰ δεινὰ Καὶ τὸ νὰ μὴ φοβόμαστε τὴν περιφρόνηση τίποτε ἄλλο δὲν τὸ ἐξασφαλίζει ἀπὸ τὸ θάρρος, τὸ ὁποῖο ἡ Σοφία τὸ κατατάσσει ἀνάμεσα στὰ ἀγαθά. Φανερώνει, λοιπόν, ὁ λόγος μ’ αὐτὰ τὰ παραδείγματα ὅτι δὲν πρέπει νὰ θεωροῦμε αὐτὰ (τὸ θυμὸ καὶ τὴν ἐπιθυμία) ὡς πάθη· διότι τὰ πάθη δὲν συντελοῦν στὴν ἐπιτυχία τῆς ἀρετῆς».
Καὶ ἡ δασκάλα μου εἶπε: «Μοῦ φαίνεται ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἡ ὑπεύθυνη γιὰ τὴ
σύγχυση ποὺ παρουσιάζουν οἱ σκέψεις σου· διότι, δὲν ἔκανα διάκριση στὸ
λόγο μου γι’ αὐτά, ὥστε νὰ μπεῖ κάποια τάξη στὴν ἔκθεση τῆς θεωρίας.
Τώρα ὅμως, ὅσο εἶναι δυνατό, πρέπει νὰ βάλουμε κάποια τάξη στὴ συζήτηση,
ὥστε νὰ προχωρεῖ μὲ συνέπεια ἡ θεωρία καὶ νὰ μὴν προβάλλονται πλέον
τέτοιες ἀντιθέσεις στὶς θέσεις μας.
»Ἰσχυριζόμαστε, λοιπόν, ὅτι ἡ θεωρητική, διακριτικὴ καὶ ἐποπτική των ὄντων δύναμη τῆς ψυχῆς εἶναι οἰκεία καὶ φυσικὴ ἰδιότητά της· καὶ μὲ τὴ θεία χάρη, διατηρεῖ μὲ αὐτὲς (τὶς δυνάμεις) μέσα της τὴν εἰκόνα (τοῦ Θεοῦ). Ἐπειδὴ καὶ τὸ Θεὸ –ὅ,τι κι ἂν εἶναι στὴ φύση τού–, τὸν στοχάζεται ὁ νοῦς νὰ ὑπάρχει μὲ αὐτὲς (τὶς δυνάμεις): νὰ ἐποπτεύει, δηλαδή, τὸ σύμπαν καὶ νὰ διακρίνει τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακό.
»Ὅσα πάλι βρίσκονται στὸ σύνορό της ψυχῆς, ἔχουν ἀπὸ τὴ φύση τοὺς τὴ ροπὴ πρὸς κάθετι τὸ ἀντίθετο. Καὶ ἡ χρήση τοὺς φέρνει ἀποτέλεσμα ἢ πρὸς τὸ καλὸ ἢ πρὸς τὸ κακό· γιὰ παράδειγμα, ὁ θυμός, ὁ φόβος ἢ κάποιο ἄλλο παρόμοιο. Ὅλα αὐτὰ ἀποτελοῦν κινήσεις τῆς ψυχῆς· χωρὶς αὐτὲς δὲν μποροῦμε νὰ θεωρήσουμε ὅτι ὑπάρχει ἀνθρώπινη φύση. Πιστεύουμε ὅτι αὐτὲς εἰσήλθαν ἀπέξω στὴν ψυχή· διότι, ἡ ἀρχέτυπη ὀμορφιὰ (ὁ Θεὸς) δὲν ἔχει μέσα της καμιὰ τέτοια ἰδιότητα. Ὁ λόγος, λοιπόν, γι’ αὐτὰ ὅλα ἃς θεωρηθεὶ ὡς ἄσκηση, ποὺ θὰ ξεφεύγει ἀπὸ τὶς ἐπιρροὲς ὅσων ἀκοῦν κακοπροαίρετα, για νὰ συκοφαντοῦν.
»Ἡ Ἁγία Γραφὴ διηγεῖται ὅτι ὁ Θεὸς προχώρησε στὴ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου μὲ μέθοδο καὶ συνεπῆ τάξη. Ἀφοῦ δημιουργήθηκε τὸ σύμπαν, ὅπως τὸ διηγεῖται ἡ ἱστορία, δὲν παρουσιάζεται εὐθὺς ἀμέσως ὁ ἄνθρωπος στὴ γῆ· ἀλλὰ προηγήθηκε ἀπ’ αὐτὸν ἡ δημιουργία τῆς φύσεως τῶν ζώων· καὶ πρὶν ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ φυτά. Μ’ αὐτὴ τὴ σειρὰ δείχνει, νομίζω, ὁ λόγος ὅτι ἡ ζωτικὴ δύναμη ἑνώνεται μὲ τὴ σωματικὴ φύση μὲ ὁρισμένη διαβάθμιση: πρώτα παρουσιάζεται σ’ ὅσα δὲν ἔχουν αἰσθήσεις, ἔπειτα προχωρεῖ σ’ ὅσα ἔχουν (αἰσθήσεις) καί, τέλος, ἀνεβαίνει στὰ νοερὰ καὶ λογικὰ ὄντα.»Ἑπομένως, ἀπὸ τὰ ὄντα ἄλλα εἶναι σωματικὰ καὶ ἄλλα νοερά· καὶ ἀπὸ τὰ σωματικὰ ἄλλα εἶναι ἔμψυχα καὶ ἄλλα ἄψυχα. Ἔμψυχα ἐννοὼ αὐτὰ ποὺ μετέχουν στὴ ζωή· κι ἀπὸ τὰ ζωντανὰ ἄλλα ἔχουν αἰσθήσεις κι ἄλλα στεροῦνται. Ἀπ’ ὅσα πάλι ἔχουν αἰσθήσεις, ἄλλα εἶναι λογικὰ καὶ ἄλλα ἄλογα.
»Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ζωὴ τῶν αἰσθήσεων δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει χωρὶς τὴν ὕλη, οὖτε ὁ νοῦς μὲ ἄλλο τρόπο στὸ σῶμα παρὰ ἐὰν συνυπάρχουν καὶ οἱ αἰσθήσεις, γι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους περιγράφεται τελευταία ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου· διότι αὐτὸς συμπεριλαμβάνει ὅλες τὶς βαθμίδες τῆς ζωῆς ποὺ παρατηρούνται καὶ στὰ φυτὰ ἀλλὰ καὶ στὰ ἄλογα ὄντα. (Ὁ ἄνθρωπος ἔχει) τὴ θρεπτικὴ καὶ αὐξητικὴ δύναμη ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν φυτῶν· διότι μπορεῖ νὰ δοῦμε τὶς δυνάμεις αὐτὲς καὶ στὰ φυτά, ποὺ παίρνουν τὴν τροφὴ ἀπὸ τὶς ρίζες καὶ τὴν ἀποβάλλουν μὲ τοὺς καρποὺς καὶ τὰ φύλλα. Τὴν αἰσθητικὴ δύναμη τὴν ἔχει (ὁ ἄνθρωπος) ἀπὸ τὰ ζῶα. Ἡ διανοητικὴ ὅμως καὶ ἡ λογικὴ δύναμη, ποὺ εἶναι μοναδικές ἰδιότητες, παρατηροῦνται μόνον σ’ αὐτὴν τὴν (ἀνθρώπινη) φύση.»Ἀλλὰ ἡ φύση ἔχει καὶ τὴν ἑλκυστικὴ ἐπιθυμία γιὰ τὰ ἀπαραίτητά της ὑλικής ζωῆς· αὐτὴν στὴν περίπτωσή μας τὴν ὀνομάζουμε ὄρεξη. Καὶ αὐτὴ ὅμως λέμε ὅτι ἀνήκει στὴ βαθμίδα τῆς φυτικῆς ζωῆς. Διότι καὶ στὰ φυτὰ μπορεῖ νὰ δοῦμε ἕνα εἶδος ὁρμῶν ποὺ ἐνεργοῦν μὲ τρόπο φυσικό, γιὰ νὰ ἱκανοποιήσουν τον ἑαυτό τους καὶ νὰ ὀργιάζουν ἀπὸ βλάστηση. Ἔτσι, καὶ ὅσα χαρακτηρίζουν τὴν ἄλογη φύση ἀναμειγνύονται καὶ μὲ τὴ νοερὴ φύση τῆς ψυχῆς.
»Ἄλλα, λέει (ἡ δασκάλα) ἔχουν θυμό, ἄλλα φόβο καὶ ἄλλα ὅλες τὶς ὑπολοιπες ἀντιθέσεις ποὺ ἐνεργοῦν μέσα μας, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ λογικὴ καὶ διανοητικὴ δύναμη· διότι μόνον αὐτή, ὅπως εἴπαμε, εἶναι τὸ ἐξαιρετικὸ γνώρισμα της ζωῆς μας καὶ ἀποτελεῖ στὸν ἑαυτὸ μᾶς μίμηση τῶν ἰδιοτήτων τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ ἐπειδή, σύμφωνα μὲ τὸ ἐπιχείρημα ποὺ ἀναφέρθηκε προηγουμένως, δεν μποροῦσε μὲ ἄλλο τρόπο ἡ λογικὴ δύναμη νὰ συνδεθεῖ μὲ τὴ ζωὴ τοῦ σώματος, παρὰ μόνον μέσω τῶν αἰσθήσεων· γι’ αὐτὸ οἱ αἰσθήσεις προϋπῆρχαν στὴ φύση τῶν ζώων. Ἔτσι, ὑποχρεωτικὰ μέσω τοῦ ἑνὸς ἐκπληρώνεται ἡ κοινωνία της ψυχῆς μας καὶ μὲ ὅλα ὅσα ἔχουν συνδεθεῖ μ’ αὐτό.
»Κι αὐτὰ (ποὺ συνδέονται μέσω τοῦ ἑνὸς μὲ τὴν ψυχὴ) εἶναι τὰ λεγόμενα πάθη μᾶς, τὰ ὁποῖα πάντως δὲν συνάφθηκαν μὲ τὴν ἀνθρώπινη ζωὴ γιὰ κάποιο κακὸ σκοπό. Διότι πράγματι τότε, ἐὰν τὰ σφάλματα ὑποχρεωτικὰ ἦταν ἀπὸ κεὶ συνδεδεμένα μὲ τὴ φύση, αἴτιος τῶν κακῶν θὰ ἦταν ὁ Δημιουργός. Ἀντιθετα ὅμως, αὐτὲς οἱ κινήσεις τῆς ψυχῆς γίνονται ὄργανα τῆς ἀρετῆς ἢ τῆς κακίας ἀνάλογα μὲ τὴ χρήση τῆς προαιρέσεως (ἐλευθερία βουλήσεως).
»Ὅπως ἀκριβῶς, ὅταν τὸ σίδερο διαμορφώνεται σύμφωνα μὲ τὴ γνώμη τοὺ τεχνίτη, παίρνει τὸ σχῆμα ποὺ συνέλαβε ἡ φαντασία τοῦ τεχνίτη καὶ γίνεται ἢ ξίφος ἢ κάποιο γεωργικὸ ἐργαλεῖο. Ἔτσι ἀκριβῶς συμβαίνει, ἐὰν ἡ λογική, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τῆς φύσεώς μας, ἡγεμονεύει σὲ ὅσα εἰσχωροῦν μέσα μας ἀπέξω· ἀποφθεγματικὰ μάλιστα τὸ δηλώνει ὁ λόγος τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅταν μᾶς δίνει τὴν ἐντολὴ νὰ κυριαρχοῦμε σὲ ὅλα τὰ ἄλογα. Τότε καμία ἀπ’ αὐτὲς τὶς κινήσεις δὲν θὰ ἐνεργοῦσε μέσα μας, γιὰ νὰ ὑπηρετεῖ τὴν κακία· ὁ φόβος θὰ γεννοῦσε ὑπακοή, ὁ θυμὸς ἀνδρεία, ἡ δειλία ἀσφάλεια καὶ ἡ ὁρμὴ τῆς ἐπιθυμίας θὰ μᾶς προξενοῦσε τὴ θεϊκὴ καὶ ἁγία ἡδονή.
»Ἐὰν ὅμως ἡ λογικὴ χάσει τὰ χαλινάρια, γίνεται σὰν τὸν ἁρματηλάτη ποὺ μπλέκεται κάτω ἀπὸ τὸ ἅρμα· καὶ τὸν σέρνει αὐτὸ ὁπουδήποτε τὸν ὁδηγεῖ τὸ ἀκυβέρνητο τρέξιμο τῶν ὑποζυγίων. Τότε οἱ ὁρμὲς καταντοῦν πάθη, ὄπως ἀκριβῶς μποροῦμε νὰ δοῦμε ὅτι συμβαίνει στὰ ἄλογα ζῶα.
»Διότι, ἐπειδὴ ἡ λογικὴ δὲν διευθύνει τὴν κίνηση ποὺ ὑπάρχει ἀπὸ τὴ φύση σ’ αὐτά, τὰ πιὸ θυμώδη ἀπὸ τὰ ζῶα ἀλληλοσκοτώνονται καθοδηγούμενα ἀπὸ τὸ θυμό· τὰ παχύσαρκα πάλι καὶ τὰ πιὸ δυνατὰ ζῶα, δὲν ὠφελούνται καθόλου ἀπὸ τὴ δύναμή τους, διότι λόγω ἐλλείψεως λογικότητας γίνονται ὑπόδουλα σ’ ὅποιον ἔχει λογική· καὶ ἡ ἐνέργεια τῆς ἐπιθυμίας καὶ τῆς ἠδονής δὲν στρέφεται σὲ κανένα ἀπὸ τὰ σπουδαῖα· οὔτε καμμία ἄλλη ἐνέργεια τους ἀποβαίνει μὲ τὴ χρήση τῆς λογικῆς σὲ κάποια ὠφέλεια.
»Ἔτσι καὶ σὲ μᾶς, ἐὰν οἱ κινήσεις αὐτὲς δὲν ὁδηγοῦνται ἀπὸ τὴ λογικὴ ἐκεῖ ποὺ πρέπει, ἀλλὰ ἀντίθετά τα πάθη καταδυναστεύουν τὸ νοῦ, τότε ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴ λογικότητα καὶ τὴν ὁμοιότητα πρὸς τὸ Θεὸ μεταβαίνει πρὸς τὴν ἀλογία καὶ τὴν ἀνοησία, καὶ μὲ τὴν ὁρμὴ τέτοιων παθῶν ἀποκτηνώνεται».Ἐγὼ τότε συγκινήθηκα πολὺ ἀπ’ ὅσα ἄκουσα καὶ εἶπα: «Τὰ τόσο ἁπλὰ καὶ ξεκάθαρα ἐπιχειρήματά σου εἶναι ἀρκετά, γιὰ κάθε ἄνθρωπο ποὺ διαθέτει στοιχειώδη λογική, γιὰ νὰ πεισθεῖ ὅτι εἶναι ὀρθὰ καὶ σὲ κανένα σημεῖο δεν ξεφεύγουν ἀπὸ τὴν ἀλήθεια. Διότι, γι’ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν μελετήσει τὴ διαλεκτικὴ τέχνη τῶν ἐπιχειρημάτων, ὁ συλλογισμὸς ἀρκεῖ γιὰ νὰ πεισθοῦν. Ἐμεῖς ὅμως, ἀπ’ ὅλα τα πορίσματα τῆς διαλεκτικῆς τέχνης, θεωροῦμε πιο ἀξιόπιστο αὐτὸ ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὴ διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι πρέπει ν’ ἀναζητήσουμε γιὰ ὅσα ἔχουν λεχθεῖ, ἐὰν ἢ θεόπνευστη διδασκαλία συμφωνεῖ μ’ αὐτά».
Καὶ ἐκείνη λέει: «Καὶ ποιὸς θὰ εἶχε ἀντίρρηση ὅτι ἡ ἀλήθεια ὑπάρχει μόνον ἐκεῖ ὅπου τίθεται ἡ σφραγίδα τῆς μαρτυρίας τῆς Ἁγίας Γραφῆς; Ἐάν, λοιπόν, χρειάζεται ν’ ἀναφερθεῖ καὶ κάτι ἀπὸ τὴ διδασκαλία τοὺ Εὐαγγελίου γιὰ ἐπιβεβαίωση αὐτῆς τῆς πίστεως, δὲν θὰ ἦταν ἀνεπίκαιρη ἢ ἡ διδασκαλία γιὰ τὴν παραβολὴ τῶν ζιζανίων.
Ὁ οἰκοδεσπότης ἔσπειρε ἐκεῖ τὸν καλὸ σπόρο· ἐμεῖς πάντως ἀποτελοῦμε τους ἔνοικους τοῦ σπιτιοῦ. Ὁ ἐχθρὸς παραφύλαξε καί, ὅταν οἱ ἔνοικοι κοιμόταν, ἔσπειρε μέσα στὸν καλὸ καὶ τὸν ἄχρηστο σπόρο· ἔριξε τὰ ζιζάνια μέσα στὸ στάρι. Καὶ ὅλα τα σπέρματα, καλὰ καὶ κακά, βλάστησαν μαζί. Διότι, δὲν ἤταν δυνατὸ ὁ σπόρος, ποὺ σπάρθηκε μαζὶ μὲ τὸ στάρι, νὰ μὴ βλαστήσει μαζὶ μ’ ἐκεῖνο. Ὁ ἐπιστάτης μάλιστα τῆς καλλιέργειας ἐμποδίζει τοὺς ἐργάτες νὰ ξεχορταριάσουν τὰ ἄχρηστα, διότι στὴ ρίζα εἶχαν φυτρώσει καὶ τὰ χρήσιμα· καὶ μαζὶ μὲ τὸ ἄχρηστο θὰ ξερρίζωνε καὶ τὸ φαγώσιμο στάρι.
»Νομίζουμε ὅτι ἡ παραβολὴ ὑπονοεῖ μὲ τὸν καλὸ σπόρο ἐκεῖνες τὶς ὁρμὲς της ψυχῆς ποὺ ἡ καθεμιά, ἐὰν καλλιεργοῦνταν μόνο πρὸς τὸ καλό, σίγουρα θὰ ἀποδιδε σὲ μᾶς τὸν καρπὸ τῆς ἀρετῆς. Ἐπειδὴ ὅμως σπάρθηκε ἀνάμεσα σ’ αὐτὰ καὶ ἡ σύγχυση γιὰ τὴ διάκριση τοὺ καλοῦ, αὐτὸ τὸ ὄντως καλὸ ἀπὸ τὴν ἴδια τοῦ τὴ φύση ἐπισκιάστηκε ἀπὸ τὸ ἀπατηλὸ βλαστάρι ποὺ φύτρωσε παράλληλα. Διότι ἡ ἐπιθυμία δὲν φύτρωσε καὶ αὐξήθηκε χάρη στὸν ἀπὸ τὴ φύση τοῦ καλὸ σπόρο, ἐξαιτίας τοῦ ὁποίου βλάστησε μέσα μας, ἀλλὰ μετάτρεψε τὸ βλαστὸ πρὸς τὴ κτηνωδία καὶ την ἀνικανότητα νὰ διακρίνει τὸ καλό, ἀφοῦ ἡ ἐπιθυμία ὁδηγοῦσε τὴν ὁρμὴ (της ψυχῆς) σὲ κάτι τέτοιο.
»Παρόμοια καὶ ὁ σπόρος τοῦ θυμοῦ δὲν ὁδήγησε στὴν ἀνδρεία, ἀλλὰ ἐξόπλισε τοὺς ἀνθρώπους γιὰ πόλεμο ἐναντίον τῶν ὁμοφύλων τους. Καὶ ἡ δύναμη της ἀγάπης ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὰ νοητά, διότι ἐπιδόθηκε μὲ ὑπέρμετρη μανία στὴν ἀπόλαυση τῶν αἰσθητῶν. Καὶ οἱ ὑπόλοιποι σπόροι, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ἔβγαλαν τοὺς χειρότερους βλαστοὺς ἀντὶ τοὺς καλύτερους.
»Ἐξαιτίας αὐτοῦ ὁ σοφὸς γεωργὸς ἀφήνει τὰ ζιζάνια ποὺ φύτρωσαν μαζὶ μὲ τὸ φυτὸ νὰ παραμένουν, ἀπὸ φόβο μήπως ξεριζωθεῖ μαζὶ μὲ τους ἄχρηστους βλαστοὺς ἐξ ὁλοκλήρου ἡ ἐπιθυμία, καὶ στερηθοῦμε ἐμεῖς καὶ τὰ καλύτερα. Διότι, ἂν πάθει ἡ φύση μᾶς κάτι τέτοιο, τί θὰ ὑπάρχει ποὺ θὰ μας ὁδηγεῖ στὴ σχέση μὲ τὰ ἐπουράνια; Ή, ἐὰν ἀφαιρέσουμε τὴν ἀγάπη, μὲ ποιὸ τρόπο θὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸ Θεό; Ἐὰν πάλι ξεθύμαινε τελείως ὁ θυμός, ποιὸ ὄπλο θὰ ἔχουμε ἐνάντιο σ’ αὐτὸν (διάβολο)ποῦ μᾶς πολεμᾶ;
»Ἀφήνει, λοιπόν, μέσα μας τὰ ἄχρηστα σπέρματα ὁ γεωργός, ὄχι γιὰ νὰ κυριαρχήσουν γιὰ πάντα στὸν καλὸ σπόρο· ἀλλά, γιὰ νὰ μπορέσει ἡ γῆ –ἔτσι μεταφορικὰ ὀνομάζει τὴν καρδιὰ μας–, μὲ τὴ φυσικὴ δύναμη ποὺ διαθέτει Κι αὐτὴ (γιὰ τὴν καρδιὰ μᾶς) εἶναι τὸ λογικό–, ἄλλα ἀπὸ τὰ βλαστήματα νὰ ξεράνει καὶ ἄλλα νὰ τὰ βοηθήσει νὰ μεγαλώσουν καὶ καρπίσουν. Κι ἂν δεν γίνει αὐτό, μὲ τὴ φωτιὰ ξεχωρίζει τὰ γεωργικὰ προϊόντα.
»Ἑπομένως, ἐὰν κανεὶς χρησιμοποιήσει αὐτὲς (τὶς δυνάμεις) ὅπως πρέπει: ἐάν δηλαδὴ αὐτὸς κυριαρχεῖ σ’ ἐκεῖνες κι ὄχι ἐκεῖνες σ’ αὐτόν· καὶ ἂν τις χρησιμοποιεῖ σὰν συνεργούς, ὅπως ὁ βασιλιὰς τὴν ἐργασία τῶν ὑπηκόων του, εὔκολα θὰ πετύχει ἐκεῖνο ποὺ ἐπιδιώκει ἡ ἀρετή.
»Ἐὰν ὅμως ὑποδουλωθεῖ σ’ αὐτές, ὅπως οἱ δοῦλοι ἐπαναστάτησαν ἐναντίον τοῦ κυρίου τους, καὶ αἰχμαλωτισθεῖ ὑποκύπτοντας ὑποτιμητικὰ στὶς ἐπιθυμίες τῶν δούλων καὶ γίνει ὑποχείριο ἐκείνων ποὺ εἶναι ἀπὸ τὴ φύση στὶς διαταγές τοῦ, τότε ἀναγκαστικὰ θὰ ξεπέσει πρὸς τὰ ἐκεῖ ποὺ θὰ τὸν ἐκβιάζει ἡ ἐντολὴ αὐτῶν ποὺ θὰ τὸν ὑποτάξουν.
»Ἐὰν αὐτὴ εἶναι κατάσταση αὐτῶν, δὲν θεωροῦμε καθ’ ἐαυτὲς μήτε ἀρετὴ μήτε κακία αὐτὲς τὶς δυνάμεις τῆς ψυχῆς ποὺ βρίσκονται κάτω ἀπὸ τὴν ἐξουσία ὅσων τὶς χρησιμοποιοῦν γιὰ νὰ ἐνεργοῦν ἢ καλὰ ἢ ἄσχημα. Ὅταν ἡ κίνηση τους χρησιμοποιεῖται γιὰ τὸ καλύτερο, γίνεται ἀντικείμενο ἐπαίνων· ὅπως συνέβη μὲ τὴν ἐπιθυμία στὸ Δανιήλ, μὲ τὸ θυμὸ στὸ Φινεὲς καὶ μὲ τὴ λύπη σ’ ἐκείνον ποῦ πενθεῖ κατὰ Θεόν. Ἐὰν ὅμως ἡ ὁρμὴ χρησιμοποιεῖται πρὸς τὸ χειρότερο, τότε οἱ κινήσεις αὐτὲς γίνονται καὶ λέγονται πάθη».
Ἐνῶ ἔλεγε αὐτά, μόλις διέκοψε γιὰ λίγο το λόγο της, ἐγὼ συγκέντρωσα τὸ νοῦ μου σὲ ὅσα εἰπώθηκαν καὶ ἔφερα τὴ σκέψη μου στὴν προηγούμενη συζήτηση, στὴν ὁποία εἶχε ὑποστηριχθεῖ ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ ψυχή, ὅταν διαλυθεῖ τὸ σῶμα, νὰ παραμένει στὰ στοιχεῖα τοῦ σώματος.
Καὶ ρώτησα τότε τὴ δασκάλα: «Ποῦ εἶναι ἐκεῖνο τὸ πολυθρύλλητο ὄνομα τοῦ Ἅδη; Τὸ ὄνομα ποὺ ἀναφέρεται πολλὲς φορὲς καὶ στὴν καθημερινότητα τῆς ζωῆς καὶ στὰ συγγράμματα τῆς κοσμικῆς καὶ χριστιανικῆς παιδείας; Καὶ στὸν ὁποῖο ὅλοι νομίζουν ὅτι οἱ ψυχὲς ἀπὸ ἐδῶ μεταφέρονται σὰν δοχεῖο; Δὲν πιστεύω νὰ ἔλεγες, βέβαια, “ἅδη” τὰ στοιχεῖα τοῦ σώματος!».
Καὶ ἡ δασκάλα μου ἀπάντησε: «Εἶναι φανερὸ ὅτι δὲν πρόσεξες πολὺ ὅσα εἶπα. Διότι ὅταν ἀναφέρθηκα στὴν μετάσταση τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὰ ὁρατὰ στὰ αἰώνια, νομίζω ὅτι δὲν παρέλειψα τίποτε σχετικὸ μὲ τὸ ζήτημα τοῦ ἅδη. Διότι, τὸ ὄνομα αὐτὸ τοῦ ἅδη, στὸν ὁποῖο λένε ὅτι πηγαίνουν οἱ ψυχές, τίποτε ἄλλο δὲν μοῦ φαίνεται ὅτι σημαίνει, τόσο στὴν κοσμικὴ σοφία ὅσο καὶ στην Ἁγία Γραφή, παρὰ τὴν ἀναχώρηση τῆς ψυχῆς γιὰ τὸ αἰώνιο καὶ ἀόρατο».
«Καὶ πῶς, ρώτησα, ὁρισμένοι πιστεύουν ὅτι ὀνομάζεται ἔτσι ἐκεῖνος ὁ ὑπογειος χῶρος ποῦ φιλοξενεῖ τὶς ψυχές τους; Καὶ ὅτι μοιάζει σὰν τόπος καταλληλος νὰ δέχεται τραβώντας πρὸς τὸν ἑαυτὸ τοῦ τὶς ψυχὲς ποὺ ἤδη ἔφυγαν ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων».
Ἀπάντησε ἡ δασκάλα: «Σὲ τίποτε τὸ δόγμα μας δὲν θὰ βλαφτεῖ ἀπὸ μιὰ τέτοια ἄποψη. Διότι, ἐὰν εἶναι ἀλήθεια ἐκεῖνο ποὺ εἶπες, ὅτι δηλαδὴ ὁ οὐράνιος πόλος εἶναι συνεχὴς καθ’ ἐαυτὸν καὶ ἀδιάσπαστος καὶ μὲ τὸν κύκλο τοὺ περικλείει τὰ πάντα καὶ ὅτι στὸ μέσον αἰωρεῖται ἡ γῆ καὶ οἱ δορυφόροι της καὶ ὅτι ἡ κίνηση γενικὰ ὅλων των περιφερομένων γίνεται γύρω ἀπὸ τὸ σταθερὸ καὶ πάγιο αὐτὸ κέντρο· ἐὰν συμβαίνουν ὅλα αὐτά, ὑποχρεωτικὰ ὄ,τι συμβαίνει στὰ στοιχεῖα ποὺ βρίσκονται στὸ πάνω μέρος τῆς γῆς, αὐτὸ πρέπει νὰ γίνεται καὶ στὸ κάτω, ἀφοῦ ἡ μία καὶ ἴδια οὐσία περιτρέχει κυκλικὰ ὅλο τον ὄγκο της.
»Καὶ ὅπως ὅταν ὁ ἥλιος φανεῖ πάνω ἀπὸ τὴ γῆ, ἡ σκιὰ τοῦ σχήματος της σφαίρας τοῦ πέφτει στὸ κάτω μέρος τῆς γῆς· διότι αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιληφθεῖ ὁλόκληρο στὸν κύκλο τῆς ἀκτίνας τῆς γῆς· ἀλλά, ὁ ἥλιος, ὁ ὁποῖος συγκεντρώνεται σ’ ἕνα σημεῖο, σὲ ὅποιο μέρος τῆς γης ρίχνει τὶς ἀκτίνες του, τὸ διαμετρικὰ ἀντίθετο μέρος τῆς γης πρὸς τὴν ἄλλη πλευρά, θὰ εἶναι σκοτεινό.
Καὶ ἔτσι, πάντοτε μὲ τὴν πορεία τῆς ἡλιακῆς ἀκτινοβολίας συμπορεύεται καὶ τὸ σκοτάδι τοῦ μέρους ἐκείνου τῆς γῆς ποὺ βρίσκεται ἀντίθετα στὸ φωτιζόμενο· ὥστε, ἐξίσου καὶ τὸ πάνω μέρος καὶ τὸ κάτω μέρος τῆς γῆς, πότε βρίσκεται στὸ φῶς καὶ πότε στὸ σκοτάδι. Εἶναι, ἑπομένως, εὔλογο νὰ μὴν ἀμφιβάλλουμε ὄτι ἐκεῖνο ποὺ συμβαίνει στὸ ἕνα ἠμισφαίριο τῆς γῆς, τὸ ἴδιο θὰ συμβαίνει καὶ στὸ ἄλλο.
»Ἀφοῦ εἶναι μία ἡ σύσταση τῶν στοιχείων σὲ κάθε μέρος τῆς γῆς, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει οὔτε νὰ διαφωνοῦμε οὔτε νὰ συμφωνοῦμε μ’ ἐκείνους ποὺ ὑποστηρίζουν ὅτι πρέπει νὰ θεωρήσουμε ἢ τὸ πάνω μέρος ἢ τὸ μέρω τῆς γῆς ὡς τὸν τόπο ὅπου τοποθετοῦνται οἱ ψυχὲς μετὰ τὴν φυγὴ ἀπὸ τὸ σῶμα. Ἐφόσον ἡ θεωρία αὐτὴ δὲν ἀντιτίθεται στὴν πίστη ποὺ προηγουμένως εἴπαμε, ὅτι δηλαδὴ οἱ ψυχὲς ὑπάρχουν μετὰ τὸ θάνατο, δὲν θὰ διαφωνήσει ἢ δική μας ἐπιχειρηματολογία γιὰ τὸν τόπο· διότι μόνον τὰ σώματα ἔχουν την ἰδιότητα νὰ καταλαμβάνουν θέση στὸ χῶρο. Ἡ ψυχὴ εἶναι ἀσώματη καὶ δεν ἔχει καμιὰ ἀνάγκη ἀπὸ τὴ φύση της νὰ ἐγκαθίσταται σὲ τόπους».
«Καὶ τί θ’ ἀπαντήσεις, ρώτησα, ἐὰν ὁ ἀντιρρησίας παρουσιάσει τὸν Ἀποστολο ποῦ λέει ὅτι ὅλη ἡ λογικὴ κτίση, ὅταν θ’ ἀποκατασταθοῦν τὰ πάντα, θ’ ἀποβλέπει σ’ ἐκεῖνον ποῦ θὰ κυριαρχεῖ σὲ ὅλα; Καὶ μεταξύ των ἄλλων μάλιστα, στὴν ἐπιστολὴ στοὺς Φιλιππησίους, μνημονεύει καὶ κάποια κάτω μέρη τῆς γης (καταχθόνια), λέγοντας: “σ’ Αὐτὸν θὰ γονατίσουν (ὑποταχθοῦν) τὰ ἐπουράνια, τὰ ἐπίγεια καὶ τὰ καταχθόνια;”».
«Ἐμεῖς, ἀπάντησε ἡ δασκάλα, θὰ ἐπιμείνουμε στὴ διδασκαλία μας, κι ἂν ἀκόμη ἀκοῦμε νὰ λένε αὐτά· διότι, γιὰ τὸ ὅτι ζεῖ ἡ ψυχὴ μετὰ θάνατο, ἔχουμε σύμφωνο καὶ τὸν ἀντίπαλο· σχετικὰ πάλι μὲ τὸν τόπο ποὺ πάει ἡ ψυχή, ὄπως εἴπαμε παραπάνω, δὲν θὰ διαφωνήσουμε».
«Καὶ τί θὰ ἔλεγε κανείς, ρώτησα, σ’ ἐκείνους ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ μάθουν την ἔννοια αὐτῆς τῆς ἀποστολικῆς φράσεως, ἀκόμη κι ἂν ἐσὺ παραμερίζεις την τοπικὴ σημασία τῆς λέξεως;».
Ἐκείνη ἀπάντησε: «Δὲν νομίζω ὅτι ὁ θεῖος Ἀπόστολος διακρίνει τοπικὰ τὴ νοερὴ οὐσία (τῆς ψυχῆς) καὶ ὀνομάζει ἕνα μέρος τῆς ἐπουράνιο, ἄλλο ἐπιγειο κι ἄλλο ὑπόγειο (καταχθόνιο). Ἀλλὰ τὸ λέει, ἐπειδὴ εἶναι τρεῖς οἱ καταστάσεις τῆς φύσεώς μας: στὴν ἀρχὴ ἐξασφαλίσαμε τὴν ἀσώματη ζωή, ποὺ την ἀποκαλοῦμε ἀγγελική· ἔπειτα, αὐτὴν ποὺ συμπλέκεται μὲ τὴ σάρκα την ὀνομάζουμε ἀνθρώπινη· καὶ τέλος, αὐτὴ ποὺ διαλύεται, μετὰ τὸ θάνατο της σάρκας.
»Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ὁ θεῖος Ἀπόστολος βλέπει, μὲ τὸν πλοῦτο τῆς σοφίας του, αὐτὸ ποὺ παρατηρεῖται στὶς ψυχές. Δηλώνει τὴ συμφωνία ὅλων των λογικών ὄντων μὲ τὸ ἀγαθό, ποὺ θὰ γίνει στὸ μέλλον. Γι’ αὐτὸ ὀνομάζει ἐπουράνια την ἀγγελικὴ καὶ ἀσώματη κατάσταση· ἐπίγεια τὴν κατάσταση ποὺ συμφύρεται μὲ τὸ σῶμα· καὶ καταχθόνια αὐτὴν ποὺ ἤδη ἔχει χωριστεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα. Ἐὰν πάλι, ἐκτὸς ἀπ’ ὅσα εἴπαμε, πιστεύει κάποιος ὅτι ὑπάρχει κάποια ἄλλη λογικὴ φύση, εἴτε δαίμονες εἴτε πνεύματα εἴτε ὁτιδήποτε παρόμοιο ὄνομα θέλει κάποιος νὰ δώσει, δὲν θὰ διαφωνήσουμε.
»Διότι, ἀπὸ τὴν κοινὴ λογικὴ καὶ τὴν παράδοση τῶν Γραφῶν, πιστεύουμε ὄτι ὑπάρχει κάποια ἄλλη φύση ἔξω ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα σώματα· αὐτὴ συμπεριφέρεται ἐνάντια στὸ καλὸ καὶ προσπαθεῖ νὰ βλάψει τους ἀνθρώπους. Ἀπομακρύνθηκε μὲ τὴ θέλησή της ἀπὸ τὴν καλύτερη κατάσταση. Καὶ μὲ τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ καλὸ ἔγινε προσωποποίηση τοῦ ἐχθρικοὺ πρὸς αὐτό. Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ φύση, λένε ὅτι, καταριθμεῖ στὰ καταχθόνια ὂ Ἀπόστολος. Μὲ τὴ φράση τοῦ ἐκείνη ἐννοεῖ ὅτι, ὅταν κάποτε, μὲ τὴν παροδο πολλῶν αἰώνων, ἐξαφανιστεῖ ἡ κακία, τίποτε δὲν θὰ μείνει μακριὰ ἀπὸ τὸ ἀγαθό. Τότε ἡ ὁμολογία τῆς κυριαρχικῆς ἐξουσίας τοῦ Χριστοῦ θὰ γίνει καὶ ἀπὸ ἐκείνη (τὴν ἐχθρικὴ φύση) ὁμόφωνα.
»Ἐνῶ, λοιπόν, ἔτσι εἶναι τὰ πράγματα, κανεὶς δὲν μᾶς ὑποχρεώνει μὲ τὸ ὄνομα “καταχθόνια” νὰ ἐννοοῦμε τὸν τόπο κάτω ἀπὸ τὴ γῆ (ὑπόγειο)· διότι ὁ ἀέρας ἀπὸ παντοῦ περιβάλλει τὴ γῆ καὶ κανένα μέρος τῆς γῆς δὲν μένει ἔξω ἀπὸ τὸ περιβάλλον του».
Ἀφοῦ ἀνάπτυξε αὐτὰ ἡ δασκάλα, διστάζοντας γιὰ λίγο, εἶπα: «Δὲν κατάλαβα καλά το ζήτημα· ἀκόμη ἡ σκέψη μου ἔχει ἀμφιβολίες γιὰ ὄσα εἶπες, καὶ σὲ παρακαλῶ πάλι ἡ συζήτηση νὰ ἐπανέλθει στὸ ἴδιο θέμα, ἐκτὸς φυσικὰ ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ συμφωνήσαμε.
»Διότι νομίζω ὅτι, μὲ ὅσα εἰπώθηκαν, ὅσοι δὲν εἶναι φανατικοὶ ἀντιρρησίες θὰ πεισθοῦν ἱκανοποιητικὰ νὰ μὴν ὁδηγοῦν τὴν ψυχὴ σὲ καταστροφὴ καὶ ἀνυπαρξία, μετὰ τὴ διάλυση τοῦ σώματος· οὔτε νὰ θεωροῦν ὅτι πουθενά, σὲ κανένα ὅν, δὲν μπορεῖ νὰ βρίσκεται ἡ ψυχή, διότι ἔχει διαφορετικὴ οὐσία ἀπὸ τὴν (ὑλικὴ) οὐσία τῶν (σωματικῶν) στοιχείων. Ἐπειδή, κι ἂν ἀκόμη αὐτὰ δεν ἔχουν νοερὴ καὶ ἄϋλη φύση, δὲν ὑπάρχει κανένα ἐμπόδιό το νὰ βρίσκεται ἢ (νοερὴ φύση-ψυχὴ) μέσα σ’ αὐτά·
»Ἡ ἄποψή μας αὐτὴ ἀποδεικνύεται ἀπὸ δύο γεγονότα: πρῶτα ἀπὸ τὴν παρούσα ζωή· ἡ ψυχὴ βρίσκεται μέσα στὸ σῶμα, ἂν καὶ στὴν οὐσία εἶναι κάτι ἄλλο ἀπὸ τὴν οὐσία τοῦ σώματος· κι ἔπειτα, ἀπὸ τὸ ὅτι ἡ θεία φύση, ὅπως ἀπέδειξε ἢ ἐπιχειρηματολογία μας, ἂν καὶ εἶναι κάτι ἄλλο ἀπὸ τὴν αἰσθητικὴ καὶ ὑλικὴ φύση, ὅμως βρίσκεται σὲ καθένα ἀπὸ τὰ ὄντα καὶ μὲ τὴν ἀνάμιξη μαζί τους τὰ συγκρατεῖ στὴν ὕπαρξη. Ἑπομένως, σύμφωνα μ’ αὐτά, μήτε νὰ θεωροῦμε ὅτι ἡ ψυχὴ βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὰ ὄντα· ἀλλά, μετατίθεται ἀπὸ τὴν θεωρούμενη ὑλικὴ ζωὴ στὴν αἰώνια κατάσταση.
»Ἀλλά, ρώτησα, πῶς θὰ συμβεῖ αὐτό, ὅταν τὰ στοιχεῖα ποὺ συστήνουν τὸ σῶμα, μὲ τὴ μίξη μεταξύ τους, πάρουν ἄλλη μορφὴ ἀπὸ ἐκείνη μὲ τὴν ὁποία ἔχει ἐξοικειωθεῖ ἡ ψυχή; Διότι, μὲ τὴ διάλυση τῶν σωματικῶν στοιχείων, εἴναι εὔλογο νὰ χαθεῖ μαζὶ καὶ ἡ μορφή. Τότε ἡ ψυχὴ ποιὸ σημάδι θ’ ἀκολουθήσει, ἀφοῦ χάθηκε αὐτὸ ποῦ τῆς ἦταν γνωστὸ (ἡ μορφή);».Ἐκείνη τότε προβληματίστηκε γιὰ λίγο, καὶ εἶπε μετά: «Ἅς μου ἐπιτραπεῖ νὰ πῶ ἕνα ὑποθετικὸ παράδειγμα, γιὰ ν’ ἀποσαφηνίσω τὸ ζήτημα, ἂν κι αὐτὸ ποῦ θὰ πῶ φαίνεται ἐξωπραγματικό. Ἃς ὑποθέσουμε ὅτι στὴ ζωγραφικὴ εἴναι δυνατὸν ὁ ζωγράφος, ὄχι μόνον ν’ ἀναμιγνύει τὰ ἀντίθετα (συμπληρωματικὰ) χρώματα, ὅπως συνήθως γίνεται γιὰ νὰ πετύχει τὴν προσομοίωση τῆς μορφής ποῦ ζωγραφίζει· ἀλλά, ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ ζωγράφος νὰ χωρίσει καὶ τὰ μίγματα καὶ ν’ ἀποδώσει στὸ κάθε χρῶμα τὴ φυσική του βαφή.
Ἔτσι, λοιπόν, τὸ λευκό, τὸ μαῦρο, τὸ κόκκινο, τὸ χρυσὸ ἢ ὅποιο ἄλλο χρώμα ἀναμίχθηκε γιὰ ν’ ἀποδώσει ὅσο πιὸ πιστὰ γίνεται τὸ χρῶμα τοῦ εἰκονιζομένου, ἐὰν πάλι χωριστεῖ ἀπὸ τὴ μίξη του μὲ τὸ ἄλλο χρῶμα καὶ ἀπομονωθεῖ, πιστεύουμε ὅτι ὁ ζωγράφος τὸ ἴδιο μὲ πρῶτα θ’ ἀναγνωρίσει αὐτὸ τὸ εἶδος τοὺ χρώματος. Μὲ τίποτε δὲν θὰ ξεχάσει οὔτε τὸ κόκκινο χρῶμα οὔτε τὸ μαῦρο, ἀκόμη κι ὅταν, ἀφοῦ ἔδωσαν μετὰ τὴ μίξη τοὺς ἕνα ἄλλο χρῶμα, ἐπανέλθουν πάλι στὴ φυσική τους βαφή.Ὁ ζωγράφος θυμᾶται τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἀνέμιξε τὰ χρώματα. Γνωρίζει ποιὸ ἀναμίχθηκε μὲ ποιὸ καὶ ἀπέδωσε τὸ τάδε χρῶμα, καὶ πῶς, ὅταν σβήστηκε τὸ ἕνα μὲ τὴ διάλυση τοῦ ἄλλου, πάλι ἐπανῆλθε στην ἀρχική του βαφή. Γνωρίζει ἐπίσης ὅτι, κι ἂν πάλι χρειαστεῖ μὲ τὴ μίξη νὰ ξαναφτιάξει τὸ ἴδιο (μεικτὸ) χρῶμα, ἡ ἐργασία τώρα γίνεται πιὸ εὔκολη, ἐπειδὴ τὴν εἶχε μελετήσει στὴν προηγούμενη μίξη.
»Ἤδη, πρέπει ἐμεῖς νὰ ἐξετάσουμε, εἶπε (ἡ δασκάλα), ἐὰν τὸ παράδειγμα αὐτὸ ἔχει ἐφαρμογὴ στὸ θέμα μας. Ἀντὶ γιὰ τὴν τέχνη τῆς ζωγραφικῆς ἃς τεθεὶ γιὰ συζήτηση τὸ θέμα τῆς ψυχῆς· καὶ ἀντὶ γιὰ τὰ χρώματα τῆς ζωγραφικῆς ἀς σκεφτοῦμε τὴ φύση τῶν στοιχείων (τοῦ σώματος)· ἡ ἀνάμιξη πάλι των πολύχρωμων χρωμάτων καὶ ἡ ὑποθετικὴ ἐπανασύστασή τους στὰ πρωταρχικὰ χρώματα, ἃς ὑπονοεῖ ἀπὸ τὴ μιὰ τὴ σύνθεση τῶν στοιχείων τοῦ σώματος κι ἀπὸ τὴν ἄλλη τὴ διάλυσή τους.
Ὅπως, λοιπόν, στὸ παράδειγμα λέμε ὅτι ὁ ζωγράφος δὲν ξεχνᾶ τὴ βαφὴ τοὺ χρώματος, ὅταν μετὰ τὴν ἀνάμιξη ἐπανέλθει στὴν ἀρχική της μορφή, ἀλλὰ ἀναγνωρίζει καλὰ καὶ τὸ κόκκινο χρῶμα καὶ τὸ μαῦρο καὶ ὅποιο ἄλλο, τὸ ὁποῖο δημιούργησε μὲ τὴν ἀνάμιξή του μὲ ἄλλο χρῶμα· γνωρίζει, δηλαδή, τί εἴδους χρῶμα ἔγινε μὲ τὴ μίξη, τί εἴδους εἶναι τώρα στὴ φυσικὴ τοὺ κατάσταση καὶ τί πάλι θὰ γίνει, ἐὰν τὰ χρώματα μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ἀναμιχθούν μεταξύ τους.
»Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ἡ ψυχή, στὸ σῶμα ποὺ βρίσκεται, γνωρίζει τὴ φυσικὴ ἰδιότητα τῶν στοιχείων ποὺ συνενώνονται γιὰ τὴ σύστασή του ἀκόμη καὶ μετὰ τὴ διάλυσή τους. Ὅταν, δηλαδή, ἡ φύση ἀπομακρύνει (μὲ τὸ θάνατο) τὸ ἔνα (στοιχεῖο) ἀπὸ τὸ ἄλλο γιὰ τὶς ὑπάρχουσες ἀντιθέσεις καὶ ἐμποδίζει τὸ καθένα ν’ ἀναμιχθεῖ μὲ τὸ ἀντίθετό του, ἡ ψυχὴ ὅμως ἐξίσου θὰ βρίσκεται στὸ καθένα· μὲ τὴ γνωστική της δύναμη προσεγγίζει τὰ δικά της καὶ παραμένει στὸ καθένα, ἕως ὅτου γίνει πάλι ἡ σύνθεση τῶν χωρισμένων στοιχείων γιὰ ἀνασύσταση τοὺ διαλυθέντος σώματος, πράγμα τὸ ὁποῖο θὰ εἶναι ἡ ἀνάσταση καὶ ἔτσι ὀνομάζεται».Καὶ ἐγὼ εἶπα: «Μοῦ φαίνεται ὅτι μὲ ὅσα εἶπες ἄριστα ὑποστηρίζεις τὴν ἰδέα τῆς ἀναστάσεως. Διότι μὲ τὰ ἐπιχειρήματά σου εἶναι δυνατὸν οἲ ἀντιτιθέμενοι νὰ πλησιάσουν σιγὰ σιγὰ νὰ δεχθοῦν τὴν πίστη, καὶ νὰ μὴ θεωροῦν ὅτι εἶναι ἀδύνατο νὰ συγκεντρωθοῦν πάλι τὰ στοιχεῖα καὶ νὰ ξαναφτιάξουν τὸν ἄνθρωπο».
Καὶ ἡ δασκάλα εἶπε: «Ἀλήθεια τὸ λές. Διότι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀκούσουμε τοὺς ἀντίθετους στὰ ἐπιχειρήματά μας νὰ λένε ὅτι, ἀφοῦ τὰ στοιχεία διαλυθοῦν, καὶ πάει τὸ καθένα στὸ στοιχεῖο μὲ τὸ ὁποῖο συγγενεύει, τότε μὲ ποιὸ τρόπο τὸ θερμό, ποὺ ὑπάρχει καὶ ἀναμιγνύεται ἔπειτα μὲ τὸ καθόλου θερμό, μπορεῖ πάλι νὰ χωριστεῖ ἀπὸ τὸ συγγενικό του στοιχεῖο καὶ νὰ συστήσει ξανὰ τὸν ἄνθρωπο ποῦ ἀνασταίνεται; Διότι, ἂν δὲν ἐπανέλθει ἀκριβῶς τὸ ἴδιο, ἀλλὰ ληφθεῖ κάτι παρόμοιο καὶ ὄχι τὸ ἀκριβῶς ἴδιο, τότε θὰ βγεῖ ἄλλος ἄνθρωπος στὴ θέση ἄλλου. Κι αὐτὸ δὲν θὰ εἶναι ἀνάσταση, ἀλλὰ πλάσιμο καινούργιου (ἄλλου) ἀνθρώπου. Ἐὰν ὅμως πρέπει ὁ ἴδιος ἄνθρωπος ν’ ἀναστηθεῖ, τότε πρέπει ὁλόκληρος νὰ ἐπανέλθει στὸν ἑαυτό του καὶ νὰ πάρει τὴν ἀρχικὴ φύση του μὲ ὅλα τα ἐπιμέρους στοιχεῖα».
«Ἑπομένως, εἶπα, αὐτὴ ἡ ἀντίληψη γιὰ τὴν ψυχὴ θὰ ἦταν ἀρκετὴ για ἀντίκρουση τῆς ἐνστάσεως· ὅτι, δηλαδή, ἡ ψυχὴ μὲ ὅσα στοιχεῖα συνυφάνθηκε στὴν ἀρχὴ (ποὺ δημιουργήθηκε), μ’ αὐτὰ παραμένει καὶ μετὰ τὴ διάλυση. Ἔτσι καθίσταται σὰν φύλακας τῶν δικῶν τῆς (σωματικῶν στοιχείων)· καὶ μὲ την ἀνάμιξή της μὲ τὰ ἴδιου γένους δὲν ἐγκαταλείπει τὰ δικά της μὲ τὴν λεπτὴ καὶ καὶ εὐκίνητη νοερὴ δύναμή της· δὲν ξεγελιέται σὲ καμιὰ λεπτομέρεια των στοιχείων, ἀλλὰ διαλύεται μαζὶ μὲ τὰ δικά της στοιχεῖα ποὺ πηγαίνουν πρὸς τὰ συγγενῆ τους (στοιχεῖα)· καὶ δὲν δυσκολεύεται νὰ ἑνωθεῖ καὶ πάλι μ’ αὐτά, ἑνώνονται σὲ ἕνα σύνολο (ἀνασταίνονται). Μένει πάντοτε μαζί τους, ὄπου εἶναι, καὶ ὅπως ἡ φύση τὰ συγκροτεῖ.
»Κι ὅταν ἡ δύναμη ποὺ οἰκονομεῖ τὰ πάντα (Θεὸς) δώσει τὴν ἐντολὴ νὰ συγκεντρωθοῦν πάλι τὰ διαλυθέντα στοιχεῖα, τότε συμβαίνει, ὅπως ἀκριβῶς μὲ τὰ διάφορα σχοινιὰ ποὺ εἶναι δεμένα ἀπὸ τὸ ἴδιο σημεῖο· μὲ τὴ δύναμη ποὺ τὰ τραβάει, ἑνώνονται ὅλα μαζί. Ἔτσι, καὶ μὲ τὴ δύναμη τῆς μιᾶς ψυχῆς, ποὺ ἑλκύει ὅλα μαζί τα διαφορετικὰ στοιχεῖα, μὲ μιᾶς μὲ τὴ σύνθεση των στοιχείων τῆς ψυχῆς, συγκροτεῖται ἡ δομὴ τοῦ σώματός μας μέσω τῆς ψυχῆς· διότι, τὸ κάθε στοιχεῖο τῆς ψυχῆς συνδέεται κατάλληλα μὲ τὸ παλιὸ καὶ συνηθισμένο στοιχεῖο τοῦ σώματος καὶ συνάπτεται μὲ τὸ γνωστό του».«Ἀλλὰ κι αὐτὸ τὸ παράδειγμα, πρόσθεσε ἡ δασκάλα, δικαιολογημένα θὰ μποροῦσε νὰ προστεθεῖ στὰ ὅσα εἴπαμε· γιὰ ν’ ἀποδειχθεῖ ὅτι ἡ ψυχὴ δεν δυσκολεύεται πολὺ νὰ διακρίνει ἀνάμεσα στὰ στοιχεῖα τὸ δικὸ της ἀπὸ τὸ ξένο. Γιὰ παράδειγμα, ἃς προσφέρουμε σ’ ἕνα κεραμέα πηλό, καὶ μάλιστα νὰ τοῦ δώσουμε πολύ, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἕνα μέρος ἤδη ἔχει χρησιμοποιηθεῖ γιὰ κατασκευὴ σκευῶν, καὶ τὸ ὑπόλοιπο στὸ μέλλον. Καὶ τὰ σκεύη ἃς μὴν ἔχουν τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο τὸ ἴδιο σχῆμα· ἄλλο νὰ εἶναι πιθάρι, ἄλλο ἀμφορέας ἢ πινάκιο ἢ τριβλίο ἢ κάτι ἄλλο ἀπὸ τὰ ἀναγκαῖα στην καθημερινὴ χρήση· ἃς ὑποθέσουμε ἀκόμη ὅτι ὅλα αὐτὰ δὲν ἀνήκουν σ’ ἕναν, ἀλλὰ τὸ καθένα ἔχει τὸν κάτοχό του.
»Αὐτά, λοιπόν, τὰ σκεύη ὅσο διατηροῦνται, οἱ κάτοχοί τους τὰ ἀναγνωρίζουν· καὶ νὰ σπάσουν ὅμως πάλι, οἱ κτήτορές τους θὰ τ’ ἀναγνωρίσουν στὸν ἴδιο βαθμὸ ἀπὸ τὰ κομμάτια τους· θὰ δείχνουν ποιὸ ἀνήκει στὸ πιθάρι καὶ ποιὸ εἶναι κομμάτι τοῦ ποτηρίου. Κι ἂν κάτι ἀναμιχθεῖ μὲ τὸν ἀκατέργαστο πηλό, τότε ἡ ἀναγνώριση τοῦ ἤδη κατεργασμένου πηλοῦ γίνεται ἀλάνθαστα ἀπὸ τον ἀκατέργαστο.
»Ἔτσι ὁ κάθε ἄνθρωπος εἶναι σὰν τὸ σκεῦος· πλάστηκε ἀπὸ τὴ συνδρομὴ τῶν στοιχείων τῆς κοινῆς ὕλης, ἀλλὰ μὲ την ἰδιαίτερη μορφὴ τοῦ παρουσιάζει μεγάλη διαφορὰ πρὸς τοὺς ὁμογενεῖς του. Ὅταν τὸ ἀνθρώπινο σκεῦος διαλυθεῖ, ἡ ψυχὴ ποὺ κατέχει τὸ σκεῦος (σῶμα) τὸ ἀναγνωρίζει καὶ ἀπὸ τὰ λείψανά του· διότι δὲν ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸ δικὸ της σκεῦος οὔτε στὴ διάλυση τῶν κομματιῶν του οὔτε ἂν ἀναμιχθεῖ μὲ την ἀκατέργαστη ὕλη τῶν στοιχείων· ἀλλά, πάντοτε (ἡ ψυχὴ) ἀναγνωρίζει τὸ δικὸ τῆς σκεῦος ὅπως ἦταν ἑνωμένο σὲ ἑνιαία μορφή· ἀκόμη καὶ μετὰ διάλυση τοὺ δὲν λαθεύει στὴν ἀναγνώριση τοῦ δικοῦ της σκεύους, διότι τὴν ὁδηγοῦν τὰ ἐναπομείναντα σημάδια στὰ λείψανά του.
Ἀφοῦ ἀποδέχτηκα ἐγὼ ὅσα εἶπε, ὅτι ἐξυπηρετοῦν ἀπόλυτα καὶ ὀρθά το ζήτημα ποῦ ἐξετάζουμε, εἶπα: «αὐτὰ πράγματι εἶναι καλὸ ἔτσι νὰ τὰ λέμε καὶ νὰ τὰ πιστεύουμε. Ἐὰν ὅμως κάποιος φέρει ὡς ἀντίλογο τὴ διήγηση τοὺ Κυρίου στὸ Εὐαγγέλιο σχετικὰ μὲ τὸν ἅδη, καὶ ὑποστηρίξει ὅτι δὲν συμφωνεὶ μὲ τὰ ἀποτελέσματα τῆς συζητήσεως, ποιὰ ἀπάντηση θὰ πρέπει νὰ δώσουμε σ’ αὐτόν;».
Ἡ δασκάλα ἀπάντησε: «Ὁ λόγος παρουσιάζει τὴν εὐαγγελικὴ διήγηση πιο ὑλιστική· ἀφήνει ὅμως πολλὲς ὑπόνοιες, μὲ τὶς ὁποῖες προσκαλεῖ τὸν γνώστη ἐρευνητὴ σὲ ὑψηλότερη θεωρία. Διότι ἐκεῖνος ποὺ χωρίζει μὲ μεγάλο χάσμα τὸ κακὸ ἀπὸ τὸ ἀγαθό, καὶ κάνει τὸν ἄνθρωπο ποὺ ὑποφέρει νὰ ἐπιθυμεῖ μια σταγόνα νεροῦ ποὺ θὰ τοῦ δοθεῖ μὲ τὸ δάχτυλο, καὶ παρουσιάζει τὸν τόπο τοὺ πατριάρχη ὡς τόπο ἀναπαύσεως γιὰ τὸν ταλαιπωρημένο στὴν παροῦσα ζωὴ καὶ διηγεῖται πρῶτα ἀπ’ ὅλα το θάνατο καὶ τὴν ταφὴ τοὺς (τοῦ πλούσιου καὶ τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου), αὐτὸς (μὲ ὅλα αὐτὰ) ὁδηγεῖ τὸ συνετὸ ἀκροατὴ πολὺ πιὸ πέρα ἀπὸ ἕναν ἐπιπόλαιο προβληματισμό.
»Διότι ποιὰ μάτια σηκώνει ψηλὰ στὸν ἅδη ὁ πλούσιος, ἀφοῦ ἄφησε ἤδη τὰ σωματικὰ μέσα στὸν τάφο; Πῶς πάλι ἡ ἀσώματη ὕπαρξη αἰσθανόταν φωτιά; Ποιὰ γλώσσα, ἐπίσης, ἐπιθυμεῖ νὰ δροσίσει μὲ τὴ σταγόνα τοῦ νεροῦ, ἀφοὺ δὲν ἔχει πλέον σάρκινη γλώσσα; Ποιὸ δάχτυλο ὑπάρχει γιὰ νὰ τοῦ φέρει τὴ σταγόνα (τοῦ νεροῦ); Ποιὸς πάλι εἶναι αὐτὸς ὁ κόλπος τῆς ἀναπαύσεως;»Διότι, ἀφοῦ τὰ σώματα εἶναι στοὺς τάφους, καὶ ἡ ψυχὴ δὲν εἶναι οὔτε στὸ σῶμα οὔτε συνίσταται σὲ μέρη, εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀνταποκριθοῦν στὴν ἀλήθεια τὰ στοιχεῖα τῆς διηγήσεως, ἐὰν τὰ ἑρμηνεύσουμε κατὰ γράμμα. Ἐκτὸς ἐάν ἐξηγήσει κανεὶς τὸ καθένα μὲ ἀλληγορικὴ σημασία· ἔτσι, χάσμα νοεῖται ὄχι ἀπόσταση γῆς, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ ἐμποδίζει τὴν ἐπαφὴ τῶν ἀντιθέτων· διότι, ποιὰ δυσκολία ἐμποδίζει τὴν ἀσώματη καὶ νοερὴ ὕπαρξη νὰ διαβεῖ τὸ χάσμα, ὄσο μεγάλο κι ἂν εἶναι; Καθόσον αὐτὸ ποὺ εἶναι νοερὸ στὴ φύση του, βρίσκεται ὅπου θέλει ἀχρόνως».
«Τί εἶναι, λοιπόν, ρώτησα, ἡ φωτιά, τὸ χάσμα καὶ τὰ ὑπόλοιπά της διηγήσεως, ἐὰν δὲν εἶναι ἐκεῖνα ποῦ λέγονται;».
«Μοῦ φαίνεται, ἀπάντησε ἐκείνη, ὅτι μὲ τὸ καθένα ἀπ’ αὐτὰ δηλώνει τὸ Εὐαγγέλιο κάποια δόγματα γιὰ τὰ ζητήματα τῆς ψυχῆς. Διότι, ὅταν ὁ πατριάρχης εἶπε πρῶτα στὸν πλούσιο, ὅτι ἀπόλαυσες στὴν ἐπιγεια ζωή σου τὸ μερίδιο τῶν ἀγαθῶν, καὶ γιὰ τὸ φτωχὸ εἶπε τὸ ἴδιο, ὅτι δηλαδὴ καὶ αὐτὸς στὴν ἐπίγεια ζωὴ τοῦ ξεπλήρωσε τὸ καθῆκον τῆς δοκιμασίας τῶν θλίψεων· κι ἔπειτα, ὅταν φέρνει τὸ λόγο γιὰ τὸ χάσμα, ὅτι δηλαδὴ μεταξὺ τοὺς χωρίζονται μὲ ἀγεφύρωτη ἀπόσταση, νομίζω ὅτι μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ λόγια ὑπονοεῖ κάποιο σπουδαῖο δόγμα.
»Καὶ κατὰ τὴ δική μου ἀντίληψη, τὸ δόγμα εἶναι τὸ ἑξῆς: ἡ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων ἦταν μονόπλευρη· μονόπλευρη ἐννοῶ ὅτι ἦταν στραμμένη μόνο στὸ ἀγαθό, καὶ δὲν εἶχε καμία ἀνάμιξη μὲ τὸ κακό. Τὴν ἀλήθεια αὐτὴ τὴν ἀποδεικνύει ὁ πρῶτος νόμος τοῦ Θεοῦ· αὐτὸς ἔδινε ἐντολὴ στὸν ἀνθρωπο στὸν παράδεισο νὰ γεύεται ὅλα τα ἀγαθά· ἀπαγόρευε μόνον ἐκεῖνο τὸν καρπό, ὁ ὁποῖος ἦταν μικτὸς στὴ φύση του, ἀποτελούμενος καὶ ἀπὸ τὸ κακὸ καὶ ἀπὸ τὸ καλό. Στὸν παραβάτη ἐπέβαλε ὡς τιμωρία τὸ θάνατο.
»Ὁ ἄνθρωπος, βέβαια, ἐλεύθερα μὲ τὴν αὐτεξούσια θέλησή του ἐγκατέλειψε τὴν ἀπείραχτη ἀπὸ τὸ κακὸ κατάστασή του καὶ διάλεξε τὴν ἀνάμικτη ζωὴ ἀπὸ τὰ ἀντίθετα. Ἡ θεία πρόνοια ὅμως δὲν ἄφησε ἀδιόρθωτη τὴν ἀπερισκεψία μᾶς. Ἀλλά, ἐπειδὴ γιὰ τοὺς παραβάτες τοῦ νόμου ἐπακολούθησε ὑποχρεωτικὰ ὁ θάνατος ποὺ ὁρίστηκε ὡς τιμωρία· καὶ χώρισε στὰ δύο τὴν ἀνθρώπινη ζωή, σ’ ἐκείνη μέσα στὸ σῶμα καὶ σ’ αὐτὴν ἔξω ἀπὸ τὸ σῶμα, ποὺ ἀκολουθεῖ μετά· (ὁ Θεὸς ὅμως) τὴ χρονικὴ διάρκεια (τῶν δύο καταστάσεων) δὲν τὴν ὅρισε ἴση, ἀλλὰ τὴν πρώτη (ἐπίγεια ζωὴ) τὴν ὅρισε νὰ διαρκεῖ πολὺ σύντομο χρόνο· την ἄλλη ὅμως τὴν παρέτεινε στὴν αἰωνιότητα. Ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἔδωσε τὴν ἐξουσία ὥστε, ἐὰν κάποιος θέλει, νὰ ἐκλέγει τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο, ἐννοῶ τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό· νὰ ζήσει, δηλαδή, ἢ τὴ σύντομο καὶ προσωρινὴ παροῦσα ζωὴ ἢ αὐτὴν ποὺ πάει στοὺς ἀπέραντους αἰῶνες καὶ δὲν ἔχει τέλος.
»Ἐπειδὴ ὅμως τὸ καλὸ καὶ τὸ κακὸ λέγονται μὲ τὴν ἴδια ὀνομασία, καὶ τὸ καθένα ἀπὸ τὰ δύο ἔχει διπλὴ ἔννοια, τὴν νοητικὴ καὶ τὴν αἰσθητική, ὁρισμένοι θεωροῦν ὡς ἀγαθὸ αὐτὸ ποὺ φαίνεται εὐχάριστο στὶς αἰσθήσεις. Ἄλλοι πάλι πιστεύουν ὅτι ἀγαθὸ εἶναι καὶ καλεῖται αὐτὸ τὸ ὁποῖο θεωρεὶ ὡς ἀγαθὸ μόνον ὁ νοῦς.Ὅσοι, λοιπόν, ἔχουν ἀπαίδευτό το λογισμό τους, διότι δὲν σκέφτεται τὸ ἀγαθό, αὐτοὶ ἀπὸ λαιμαργία ξοδεύουν στὴν παροῦσα ζωὴ τους τὰ καλὰ ἀγαθὰ ποὺ ἀναλογοῦν στὴ φύση τους· δὲν ἀποταμιεύουν τίποτε γιὰ τὴν ἄλλη ζωή. Ἀντίθετα, ἐκεῖνοι ποὺ ἐξοικονομοῦν τὴ ζωὴ τοὺς μὲ διάκριση καὶ σωφροσύνη, ἐνοχλοῦνται στὴν σύντομη παροῦσα ζωὴ ἀπὸ τὶς λυπηρὲς ἐμπειρίες τῶν αἰσθήσεων· ἀποταμιεύουν ὅμως τὰ ἀγαθὰ γιὰ τὴ μέλλουσα ζωή, ὥστε ἡ καλύτερη τύχη νὰ παρατείνεται γι’ αὐτοὺς μαζὶ μὲ τὴν αἰωνιότητα.
»Αὐτὸ εἶναι, λοιπόν, σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψή μου, τὸ χάσμα, τὸ ὁποῖο δεν σχηματίζεται ἐπειδὴ χωρίζεται στὰ δύο ἡ γῆ, ἀλλὰ τὸ δημιουργεῖ ἡ ἐπιλογὴ της ζωῆς ποὺ διαιρεῖται σὲ ἀντίθετες προτιμήσεις. Ἐκεῖνος ποὺ διάλεξε ἐφάπαξ την ἀπόλαυση στὴν παροῦσα ζωὴ καὶ δὲν μετανόησε γιὰ νὰ θεραπεύσει την ἀπερισκεψία του, ἔκανε ἀπροσπέλαστο γιὰ τὸν ἑαυτὸ τοῦ τὸν τόπο τῶν ἀγαθών στὴν ἄλλη ζωή· δημιούργησε σὲ βάρος τοῦ τὴν ἀξεπέραστη αὐτὴ κατάσταση, σὰν κάποια ἀχανῆ καὶ ἀδιάβατη χαράδρα.
»Γι’ αὐτό, μοῦ φαίνεται ὅτι καὶ τὴν ἀγαθὴ κατάσταση τῆς ψυχῆς τὴν ὀνομάζει ὁ (ἐαυγγελικὸς) λόγος κόλπο τοῦ Ἀβραάμ, στὸν ὁποῖο ἀναπαύεται ὁ ἀθλητής τῆς ὑπομονῆς. Διότι πρῶτος ἀπ’ ὅλους τους ἀνθρώπους αὐτὸς ὁ πατριάρχης λέγεται ὅτι προτίμησε τὴν ἐλπίδα τῶν μελλοντικῶν ἀγαθῶν ἀντὶ γιὰ την ἀπόλαυση τῶν παρόντων. Αὐτὸς στερήθηκε ὅλα τα ἀγαθὰ ποὺ εἶχε στὴν ἀρχὴ τῆς ζωῆς του, καὶ ζοῦσε ἀνάμεσά σε ξένους· ἐξασφάλισε ἔτσι, μὲ την κακοπάθεια τῆς παρούσης ζωῆς, τὴ μελλοντικὴ μακαριότητα.
»Ὅπως ἀκριβῶς, λοιπόν, ὀνομάζουμε καταχρηστικὰ ἕνα ὁρισμένο μέρος της θάλασσας κόλπο, ἔτσι, μοῦ φαίνεται, ὁ (εὐαγγελικὸς) λόγος μὲ τὸ ὄνομα τοὺ κόλπου ὑπονοεῖ τὰ ἀμέτρητα ἐκεῖνα ἀγαθά. Διότι στὸν κόλπο, ὅλοι ὄσοι διακινδυνεύουν μὲ τὴν ἄσκηση τῶν ἀρετῶν τὴν παροῦσα ζωή, ὅταν θὰ φύγουν ἀπ’ αὐτήν, θ’ ἀράξουν τὶς ψυχές τους στὸν κόλπο τῶν ἀγαθῶν, σὰν ἀσφαλές λιμάνι. Γιὰ τοὺς ὑπόλοιπους, ὅμως, αὐτὴ ἡ στέρηση τῶν ἀγαθῶν ποὺ ὑπάρχουν ἐκεῖ (στὸν κόλπο) γίνεται φλόγα ποὺ καίει τὴν ψυχή τους· ἔχει ἀνάγκη (ἡ ψυχὴ τοὺς) κάποια σταγόνα ἀπὸ τὸ πέλαγος τῶν ἀγαθῶν ποὺ κατακλύζουν τους δικαίους, γιὰ νὰ παρηγορηθεῖ· ἀλλὰ δὲν τὸ πετυχαίνει.
»Ἀκούοντας, ἐπίσης, στὸν (εὐαγγελικὸ) λόγο γιὰ τὰ ἀσώματα, ὀνόματα ὄπως γλώσσα, ὀφθαλμός, δάχτυλο καὶ τὴν παρόμοια σχετικὴ ὁρολογία γιὰ τὸ σῶμα, θὰ παραδεχθεῖς ὅτι αὐτὰ – ἐὰν ἐξετάσεις τὴν ἔννοια τῶν ὀνομάτων– συμφωνοῦν μὲ ὅσα στοχαστήκαμε γιὰ τὸ θέμα τῆς ψυχῆς. Διότι, ὅπως ἢ συνδρομὴ ὅλων των στοιχείων τοῦ σώματος συγκροτεῖ τὴν οὐσία του, ἔτσι εἶναι εὔλογο ἡ ἴδια αἰτία (συνδρομὴ) νὰ ὁλοκληρώνει τὴ φύση τῶν μερῶν, ποῦ ἀποτελοῦν τὸ σῶμα.
»Ἐάν, λοιπόν, παραβρίσκεται ἡ ψυχὴ στὰ στοιχεῖα τοῦ σώματος, τὰ ὁποία ἀναμίχθηκαν μὲ τὸ σύμπαν (μετὰ θάνατο), τότε ὄχι μόνο θὰ γνωρίσει ὅλο τὸ πλῆθος τῶν στοιχείων ποὺ συνέθεσαν τὸ σῶμα, καὶ θὰ βρίσκεται σ’ αὐτά· ἀλλά, θὰ γνωρίσει καὶ τὴν ἰδιαίτερη σύσταση κάθε μέρους τοῦ συνόλου, δηλαδὴ μὲ ποιὰ μόρια τῶν στοιχείων σχηματίστηκαν τὰ μέλη τοῦ σώματός μας. Δὲν εἶναι, λοιπόν, παράδοξο ἡ ψυχή, ποὺ βρίσκεται σ’ ὅλο το σύνολο τῆς συνθέσεως των στοιχείων, νὰ βρίσκεται καὶ σὲ κάθε μόριο. Ἔτσι, βλέποντας κανεὶς τὰ στοιχεῖα, στὰ ὁποῖα μέσα ὑπάρχουν δυνάμει τὰ ἰδιαίτερα μέλη τοῦ σώματος, δὲν θὰ κάνει σφάλμα νὰ ἐννοήσει ὅτι ἡ Γραφὴ γιὰ αὐτὰ ὁμιλεῖ ὅταν ἀναφέρεται, μετὰ τὴ διάλυση τοῦ σώματος, σὲ δάχτυλο, ὀφθαλμό, γλώσσα καὶ σ’ ὅλα τὰ ὑπόλοιπα μέλη.
»Ἐάν, λοιπόν, ἡ ἐξέταση τοῦ καθένα (στοιχείου) μεταφέρει τὸ νοῦ μακριὰ ἀπὸ σωματικὴ ἐκδοχὴ τῆς διηγήσεως, εἶναι εὔλογο καὶ ἡ ἀναφορὰ τώρα σὲ ἅδη, νὰ μὴν ὑπονοεῖ κάποιον τόπο ποὺ ἔχει αὐτὸ τὸ ὄνομα, ἀλλὰ νὰ ἐννοεῖ μια κατάσταση βίου, αἰώνια καὶ ἀσώματη· σ’ αὐτήν, μᾶς διδάσκει ἡ Γραφή, ζεὶ ἡ ψυχή.
»Ἀλλά, στὴ διήγηση γιὰ τὸν πλούσιο καὶ τὸ φτωχὸ (Λάζαρο), καὶ κάποιο ἄλλο δόγμα μαθαίνουμε, τὸ ὁποῖο ἔχει μεγάλη ὁμοιότητα μὲ ὅσα ἐξετάσαμε. Παρουσίασε (ἡ διήγηση) ἐκεῖνο τὸν ἐμπαθῆ καὶ φιλοσαρκο (πλούσιο), ὄταν εἶδε ὅτι ἡ καταδίκη του ἦταν ἀναπόφευκτη, νὰ φροντίζει γιὰ τοὺς συγγενεῖς τοὺ ποῦ ἦταν στὴ γῆ, ὥστε νὰ κάμουν τὸ ὀρθό· καὶ ὁ Ἀβραὰμ ἀπάντησε ὅτι ὁ Θεός δὲν ἄφησε ἀφρόντιστη τὴν ἐπίγεια ζωὴ τῶν ἀνθρώπων· ἀλλὰ μποροῦν, ἐάν θέλουν,νὰ γνωρίσουν τὴν ὀρθὴ ζωὴ ἀπὸ τὴ διδασκαλία τοῦ νόμου καὶ των προφητῶν. (Ὁ πλούσιος) ὅμως ἐξακολουθεῖ νὰ παρακαλεῖ τὸν δίκαιο (Ἀβραάμ), λέγοντας ὅτι ἡ διδασκαλία θὰ ἔχει ἀποτέλεσμα μόνο μὲ τρόπο θαυματουργικό, ἐὰν δηλαδὴ κάποιος ἀπὸ τοὺς νεκροὺς ἀναστηθεῖ καὶ τοὺς διδάξει».
«Ποιὸ δόγμα, λοιπόν, ρώτησα, ὑπάρχει σ’ αὐτὴ τὴ διήγηση;».
«Ἡ ψυχὴ τοῦ Λαζάρου, ἀπάντησε ἐκείνη, δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὰ παρόντα καὶ δὲν ἐπιστρέφει σὲ τίποτε ἀπ’ ὅσα ἄφησε πίσω της στὴ γῆ· ὁ πλούσιος ὄμως εἶναι προσκολλημένος σὰν ἰξὸς στὴ σαρκικὴ ζωὴ ἀκόμη καὶ μετὰ τὸ θάνατο· ἀπ’ αὐτὴν δὲν ἀπαλλάχτηκε τελείως κι ὅταν ἔπαψε νὰ ζεῖ, ἀλλὰ ἀκόμη φροντίζει γιὰ τὴ σάρκα καὶ τὸ αἷμα· ἀφοῦ παρακαλεῖ ν’ ἀπαλλαγοῦν οἱ συγγενεῖς του ἀπὸ τὰ κακά, εἶναι φανερὸ ὅτι δὲν ἔχει ἀκόμη ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὶς γήϊνες φροντίδες. Μὲ ὅλες αὐτὲς τις διηγήσεις, θεωροῦμε ὅτι ὁ Κύριος θεμελιώνει τὸ ἑξῆς δόγμα: αὐτοὶ ποὺ ζοῦν ἀκόμη τὴ σαρκικὴ ζωὴ πρέπει, μὲ τὴν ἐνάρετη βιοτή τους, ν’ ἀπομακρύνονται κάπως καὶ νὰ ξεφεύγουν ἀπὸ τὴ σχέση μὲ τὴ σάρκα, ὥστε μετὰ τὸ θάνατο νὰ μὴν ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ κάποιον ἄλλο θάνατο, ὁ ὁποίος θὰ καθαρίσει τὰ ὑπολείμματα τῆς σαρκικῆς ζωῆς. Ἀλλά, ὅπως ἔσπασαν τὰ δεσμὰ τῆς ψυχῆς, νὰ τῆς γίνει εὔκολος καὶ ἄνετος ὁ δρόμος πρὸς τὸ ἀγαθὸ καὶ κανένα σωματικὸ βάρος νὰ μὴν τὴν ἀποσπᾶ.
»Ὅποιος γίνει ἐντελῶς σαρκικὸς στὴ σκέψη του καὶ ἀφιερώνει κάθε κίνηση καὶ ἐνέργεια τῆς ψυχῆς στὰ θελήματα τῆς σάρκας, αὐτός, κι ὅταν ἀκόμη βγεὶ ἔξω ἀπὸ τὴ σάρκα του, δὲν ἀποχωρίζεται τὰ πάθη της. Ὅπως ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν μείνει ἀρκετὸ καιρὸ στοὺς πιὸ βρωμεροὺς τόπους, ἀκόμη κι ὅταν φύγουν ἀπὸ κεῖ καὶ ἔλθουν στὸν καθαρὸ ἀέρα, δὲν ἀπαλλάσσονται ἀπὸ τὴ δυσοσμία της βρώμας, τὴν ὁποία συνήθισαν λόγω τῆς μακρᾶς διαμονῆς τοὺς σ’ αὐτήν.»Ἔτσι, ὅταν γίνει ἡ μεταφορὰ πρὸς τὴν αἰώνια καὶ ἀόρατη ζωή, δὲν εἴναι δυνατὸν αὐτοὶ ποὺ ἀγαποῦν τὴ σάρκα νὰ μὴν ἑλκύονται μὲ ὁποιονδήποτε τρόπο ἀπὸ τὴ δυσοσμία τῆς σαρκικῆς ζωῆς. Ἀπ’ αὐτὸ ἡ ὀδύνη τοὺς γίνεται βαρύτερη, ἐπειδὴ ἡ ψυχὴ ἀπ’ αὐτὴν τὴν κατάσταση γίνεται περισσότερο ὑλόφρονη. Νομίζω μάλιστα ὅτι συμφωνεῖ μ’ αὐτὴ τὴν ἄποψή μου αὐτὸ ποὺ λένε ὁρισμένοι, ὅτι δηλαδὴ πολλὲς φορὲς ἐκεῖ ποὺ βρίσκονται τὰ σώματα (τάφοι) φαίνονται σκιὲς φαντασμάτων τῶν νεκρῶν.
»Ἐὰν πράγματι γίνεται κάτι τέτοιο, ἀποδεικνύεται ἔτσι ἡ προσκόλληση της ψυχῆς στὴν σαρκικὴ ζωὴ περισσότερο ἀπὸ τὸ πρέπον· ἔτσι ὥστε, κι ὅταν βγεὶ ἀπὸ τὴ σάρκα, νὰ μὴ θέλει ν’ ἀποχωριστεῖ καθαρὰ ἀπ’ αὐτήν, οὔτε νὰ δέχεται τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἀλλαγή της στὴν κατάσταση τῆς αἰωνιότητας· ἀντίθετα, νὰ παραμένει ἀκόμη, καὶ μετὰ τὴ διάλυση, στὴ σωματικὴ μορφὴ καί, ἐνῶ εἶναι ἤδη ἔξω ἀπὸ τὸ σῶμα, νὰ περιφέρεται μὲ νοσταλγία στους τόπους τῆς ὑλικῆς ζωῆς καὶ ἐκεῖ νὰ ἀναστρέφεται».
Ἐγὼ τότε, ἀφοῦ συλλογίστηκα γιὰ λίγο καὶ σκέφτηκα τὴν ἔννοια τῶν λόγων τῆς, εἶπα: «Μοῦ φαίνεται, μὲ ὅσα εἰπώθηκαν, προκύπτει κάποια ἀντιφαση στὰ θέματα ποὺ συζητήθηκαν γιὰ τὰ πάθη. Διότι, νομίσαμε ὅτι αὐτὰ τὰ κινήματα τῶν παθῶν, τὰ ὁποῖα ἀπαρίθμησες στὴν προηγούμενη συζήτησή μας, ὅπως ὁ θυμός, ὁ φόβος, ἡ ἡδονή, ἡ ἐπιθυμία καὶ τὰ παρόμοια, ἐνεργοῦν στὴν ψυχὴ μᾶς ἐξαιτίας τῆς συγγένειάς της μὲ τὰ ἄλογα. Παραλληλα ὅμως εἶπες ὅτι ἡ καλὴ χρήση τοὺς (τῶν παθῶν) εἶναι ἀρετή, ἐνῶ ἡ σφαλερὴ κακία· καὶ πρόσθεσες ἀκόμη στὴ συζήτηση ὅτι καὶ κάθε ἄλλο (πάθος) συμβάλλει στὸν ἐνάρετο βίο, διότι μὲ τὴν ἐπιθυμία ἀνεβαίνουμε πρὸς τὸ Θεό, σὰν νὰ ἀναρριχόμαστε πρὸς Αὐτὸν μὲ μιὰ ἁλυσίδα κάτω ἀπὸ τὴ γῆ. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα (τοῦ λόγου σου) ἀντιφάσκουν μὲ τὸ συμπέρασμα».
«Πῶς τὸ λὲς αὐτό;», μὲ ρώτησε ἐκείνη.
«Ἀφοῦ μὲ τὴν κάθαρση, ἀπάντησα, σβήνει μέσα μας κάθε ἄλογη κίνηση, εἶναι ἑπόμενο ὅτι δὲν ὑφίσταται καθόλου οὔτε ἡ ἐπιθυμία· κι ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει αὐτή, δὲν ὑπάρχει ἐπιθυμία οὔτε γιὰ τὰ καλύτερο (ἀγαθό)· διότι δὲν ἔμεινε στὴν ψυχὴ καμιὰ κίνηση (πάθος), ποὺ νὰ τὴν διεγείρει νὰ ἐπιθυμεῖ τὰ ἀγαθά».
«Στὴν ἀντίρρηση αὐτή, εἶπε ἐκείνη, ἀπαντᾶμε τὸ ἑξῆς: ἡ θεωρητικὴ καὶ διακριτικὴ ἱκανότητα ἀποτελεῖ ἰδιότητα τῆς θεοείδειας τῆς ψυχῆς· διότι καὶ τὸ Θεὸ μὲ αὐτὲς τὸν ἀντιλαμβανόμαστε. Ἐάν, λοιπόν, εἴτε μὲ τὸν πνευματικὸ ἀγώνα τῆς παρούσης ζωῆς εἴτε μὲ τὴν κάθαρση μετὰ ἀπ’ αὐτήν, ἐλευθερωθεὶ ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὴν ἐξάρτησή της ἀπὸ τὰ ἄλογα πάθη, τότε τίποτε δὲν την ἀποκλείει ἀπὸ τὴ θεωρία τοῦ καλοῦ. Διότι τὸ καλὸ ἀπὸ τὴ φύση τοῦ ἐλκύει καθέναν ποὺ προσβλέπει σ’ αὐτό. Ἐάν, λοιπόν, ἡ ψυχὴ καθαριστεῖ ἀπὸ κάθε κακία, σίγουρα θὰ βρίσκεται μέσα στὸ καλό. Καὶ καλὸ στὴ φύση τοῦ εἶναι τὸ Θεῖο, στὸ ὁποῖο ἡ ψυχὴ θὰ προσδένεται μὲ τὴν καθαρότητά της ὄπως συνδέεται μὲ συγγενῆ της.
»Ἐάν, λοιπόν, γίνει αὐτό, τότε δὲν θὰ μᾶς χρειάζεται πλέον ἡ λειτουργία της ἐπιθυμίας, γιὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὸ καλό. Μόνον ὅποιος βρίσκεται στὸ σκοτάδι, αὐτὸς ἐπιθυμεῖ τὸ φῶς. Ἐὰν ὅμως βρεθεῖ στὸ φῶς, τὴν ἐπιθυμία διαδέχεται ἡ ἀπόλαυση· καὶ ἡ κυριαρχία τῆς ἀπολαύσεως θὰ καταστήσει ἀργῆ καὶ ἄχρηστη τὴν ἐπιθυμία.
»Καμία, λοιπόν, ζημία δὲν θὰ ἔχει ἡ ψυχὴ στὴ μετοχή της στὸ ἀγαθό, ἐὰν ἀπελευθερωθεῖ ἀπὸ τέτοια κινήματα (τῶν παθῶν)· θὰ ἐπανέλθει πάλι στὸν ἑαυτό της καὶ θὰ δεῖ ἀκριβῶς τὴν ὕπαρξή της, ποιὰ ἀκριβῶς εἶναι· καί, σὰν σὲ καθρέφτη ποὺ ἀπεικονίζει, θὰ βλέπει μὲ τὸ δικό της κάλλος τὸ ἀρχέτυπό της.
»Πράγματι, σ’ αὐτὸ ἀκριβῶς μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἀποτυπώνεται ἡ ἀκριβής ὁμοίωση μὲ τὸ Θεό· νὰ μιμεῖται δηλαδή, ὅσο γίνεται, ἡ δική μας ψυχὴ την ἀνωτέρή μας ὕπαρξη. Διότι ἡ φύση (τοῦ Θεοῦ), ποὺ ὑπάρχει πάνω ἀπὸ κάθε (κατὰ)νόηση, βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ τὶς δικές μας ἀντιλήψεις· διάγει τὴ ζωὴ της μὲ διαφορετικὸ τρόπο, καὶ ὄχι ὅπως ἐμεῖς ζοῦμε τὴν παροῦσα ζωή. Διότι ἐμείς οἱ ἄνθρωποι, ἐπειδὴ ἡ φύση μᾶς βρίσκεται πάντοτε σὲ κίνηση, πηγαίνουμε ἐκεὶ ποῦ μᾶς ὁδηγεῖ ἡ ὁρμὴ τῆς προαιρέσεώς μας· ἡ ψυχὴ ὅμως, θὰ ἔλεγε κανείς, δὲν διάγει τὸ ἑπόμενο στάδιο τῆς ὑπάρξεώς της ὅπως καὶ τὸ προηγούμενο.
»Διότι ἡ ἐλπίδα καθοδηγεῖ (τὴν ψυχὴ) στὴν κίνησή της πρὸς τὰ μπρός, ἐνῶ ἢ μνήμη διαδέχεται τὴν ἐλπίδα, ὅταν προχωρήσει ἡ κίνηση πρὸς τὰ μπρός. Ἀλλά, ἐὰν βέβαια ἡ ἐλπίδα ὁδηγεῖ τὴν ψυχὴ σ’ αὐτὸ ποὺ εἶναι καλὸ ἀπὸ τὴ φύση του, τότε ἡ κίνηση τῆς προαιρέσεως χαράσσει στὴ μνήμη ἴχνος εὐχάριστο. Ἐάν ὅμως ὁ ἄνθρωπος ἀποτύχει στὴν ἐπιδίωξη τοῦ καλύτερου, ἐπειδὴ ἡ ἐλπίδα ξεγέλασε τὴν ψυχὴ μὲ ψεύτικο κάλλος, ἡ μνήμη, ποὺ ἀκολουθεῖ τὰ γεγονότα, γίνεται αἰτία ντροπῆς. Καὶ ἔτσι γίνεται μέσα στὴν ψυχὴ ἐμφύλιος πόλεμος· ἢ μνήμη μάχεται ἐνάντια στὴν ἐλπίδα, ἐπειδὴ ἔγινε κακὸς ὁδηγὸς τῆς προαιρέσεως.Τέτοια πράγματι ἔννοια ἔχει σαφῶς τὸ πάθος τῆς ντροπῆς, ὅταν ἡ ψυχὴ πληγώνεται ἀπὸ τὸ ἀποτέλεσμα· χρησιμοποιεῖ τὴ μετανοια σὰν μαστίγιο ἐναντίον τῆς ἀθέλητης ὁρμῆς καὶ προκαλεῖ σὲ συμμαχία τὴ λησμονιὰ ἐνάντια στὴ λύπη. Ἀλλὰ σὲ μᾶς βέβαια ἡ φύση, ἐπειδὴ εἴναι φτωχὴ ἀπὸ τὸ καλό, πάντοτε τρέχει πρὸς αὐτὸ ποὺ τῆς λείπει· καὶ αὐτὸς ὂ πόθος τοῦ ἐλλείποντος ἀποτελεῖ τὴν ἴδια τὴν ἐπιθυμητικὴ διάθεση τῆς φύσεως μᾶς· ἡ ὁποία, εἴτε σφάλλει ἀπὸ ἀπειρία νὰ φτάσει τὸ ὄντως καλό, εἶτε πετυχαίνει ἐκεῖνο ποὺ εἶναι καλό.
»Ἡ φύση πάλι (Θεὸς) ποὺ ξεπερνᾶ κάθε ἔννοια τοῦ ἀγαθοῦ καὶ κάθε δύναμη, ἐπειδὴ δὲν ἔχει ἀνάγκη κανένα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ θεωροῦνται ἀγαθά, ἀποτελεῖ ἡ ἴδια τὴν πληρότητα ὅλων των ἀγαθῶν. Δὲν βρίσκεται στὸ καλὸ γιατί μετέχει σὲ κάποιο καλό, ἀλλὰ ἡ ἴδια εἶναι ἡ φύση τοῦ καλοῦ, ὁτιδήποτε κι ἂν ὑποθετεῖ ὁ νοῦς ὅτι εἶναι τὸ καλό. Αὐτὴ ἡ φύση δὲν δέχεται για τὸν ἑαυτὸ τῆς τὴν κίνηση τῆς ἐλπίδος –διότι ἡ ἐλπίδα κινεῖται μόνον πρὸς αὐτὸ ποῦ δὲν ὑπάρχει· “αὐτὸ ὅμως ποῦ τὸ ἔχει κάποιος, γιατί νὰ τὸ ἐλπίζει;”, λέει ὂ Ἀπόστολος. Οὔτε πάλι χρειάζεται τὴν ἱκανότητα τῆς μνήμης γιὰ νὰ γνωρίζει ἀκριβῶς τὰ ὄντα· διότι αὐτὸ ποὺ βλέπει, δὲν ἔχει ἀνάγκη νὰ τὸ θυμᾶται.
»Ἐπειδή, λοιπόν, ἡ θεία φύση εἶναι πέρα ἀπὸ κάθε ἀγαθὸ –καὶ τὸ ἀγαθὸ βέβαια ἀγαπᾶ τὸ ἀγαθό–, γι’ αὐτὸ βλέποντας μέσα της καὶ ὅ,τι ἔχει θέλει καὶ ὅ,τι θέλει ἔχει· δὲν δέχεται τίποτε ἀπέξω γιὰ τὸν ἑαυτό της, ἐνῶ ἔξω ἀπ’ αὐτὴν δεν ὑπάρχει τίποτε ἐκτὸς ἀπὸ τὴν κακία, ἡ ὁποία –ὅσο κι ἂν εἶναι παράδοξο νὰ τὸ ποῦμε– ἔχει τὴν ὕπαρξή της στὴν ἀνυπαρξία. Διότι τίποτε ἄλλο δὲν γεννᾶ την κακία παρὰ ἡ στέρηση τοῦ ὄντος. Καὶ αὐτὸ ποὺ ὄντως εἶναι ὃν (ὕπαρξη) εἴναι ἡ φύση τοῦ ἀγαθοῦ. Καὶ ὅ,τι δὲν βρίσκεται στὴν ὕπαρξη (δὲν εἶναι ὅν), βρίσκεται στὴν ἀνυπαρξία.
»Ὅταν, λοιπόν, καὶ ἡ ψυχὴ πετάξει ἀπὸ πάνω της ὅλα τα διάφορα κινήματα (πάθη) τῆς φύσεως καὶ γίνει ὅμοια μὲ τὴ θεία φύση· ὅταν ξεπεράσει την ἐπιθυμία καὶ βρίσκεται ἐκεῖ ποὺ προηγουμένως τὴν ὁδηγοῦσε ἡ ἐπιθυμία· τότε, δὲν ἐπιτρέπει πλέον τίποτε στὸν ἑαυτό της, οὔτε τὴν ἐλπίδα οὔτε τὴ μνήμη, διότι κατέχει αὐτὸ ποὺ ἐλπίζει. Ἡ ἀσχολία πάλι γιὰ τὴν ἀπόλαυση τῶν ἀγαθών ἀποβάλλει τὴ μνήμη ἀπὸ τὸ νοῦ. Καὶ ἔτσι μιμεῖται τὴν ὑπεροχικὴ ζωὴ ποὺ ἔχει ἀποτυπωθεῖ ἀπὸ τὶς ἰδιότητες τῆς θείας φύσεως· ὥστε, τίποτε ἄλλο νὰ μην ἐπιδιώκει παρὰ μόνον τὴν ἀγάπη, ἡ ὁποία ἀπὸ τὴ φύση τῆς βλαστάνει μαζὶ μὲ τὸ ἀγαθό. Διότι ἀγάπη εἶναι τὸ ἑξῆς, ἡ ἐσωτερικὴ σχέση πρὸς τὸ ἐπιθυμητό.
»Ὅταν, λοιπόν, ἡ ψυχὴ γίνει ἁπλὴ καὶ ἔχει μόνο ἕνα πάθος (ἀγάπη) καὶ εἴναι περίπου ὅμοια μὲ τὴ θεία φύση, θὰ βρεῖ πράγματι ἕνα ἁπλὸ καὶ ἄϋλο ἀγαθό, ποῦ εἶναι τὸ μόνο ἀγαπητὸ καὶ ἐπιθυμητό. Ἑνώνεται καὶ ἀναμειγνύεται (ἡ ψυχή), μὲ τὴν ἀγαπητικὴ διάθεση καὶ ἐνέργειά της, μ’ αὐτὸ (ἀγαθὸ=Θεός)· ἐκτυπώνει τὴν μορφὴ τῆς σύμφωνα μ’ αὐτό, ποὺ πάντοτε νοεῖται καὶ ὑπάρχει. Γίνεται, μὲ τὴν ὁμοίωση τοῦ ἀγαθοῦ, ὅ,τι ἀκριβῶς εἶναι ἡ φύση αὐτοῦ στὸ ὁποῖο μετέχει. Ἐπειδὴ ἐκεῖνο (τὸ ἀγαθὸ=Θεὸς) δὲν ἔχει καμιὰ ἐπιθυμία, διότι δὲν τοῦ λείπει κανένα ἀπὸ τὰ ἀγαθά, εἶναι ἑπόμενο καὶ ἡ ψυχὴ νὰ γίνεται κι αὐτὴ ἀνενδεής· διώχνει ἀπὸ πάνω της τὴν ἐπιθυμητικὴ κίνηση καὶ διάθεση, ἡ ὁποία τότε μόνον ὑφίσταται, ὅταν ἀπουσιάζει τὸ ἀντικείμενο τοὺ πόθου.
»Στὸ δόγμα αὐτὸ μας ὁδηγεῖ καὶ ὁ θεῖος Ἀπόστολος (Παῦλος), ὁ ὁποῖος προανήγγειλε παύση καὶ καταστολὴ ὅλων των ἐνεργημάτων ποὺ ὑπάρχουν τώρα μέσα μας καὶ μᾶς κατευθύνουν στὸ ἀγαθό· μόνο γιὰ τὴν ἀγάπη δὲν ὑπάρχει τέλος. Διότι, εἶπε, οἱ προφητεῖες θὰ καταργηθούν καὶ τὰ χαρίσματα τῆς γλωσσολαλιᾶς θὰ σταματήσουν· ἡ ἀγάπη ὅμως ποτὲ δεν πέφτει· πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι (ἡ ἀγάπη) πάντοτε μένει ἡ ἴδια. Ἀλλά, λέγοντας ὅτι θὰ παραμείνουν μαζὶ μὲ τὴν ἀγάπη ἡ πίστη καὶ ἡ ἐλπίδα, πάλι αὐτήν, δικαιολογημένα, τοποθετεῖ ἐπικεφαλῆς. Διότι ἡ ἐλπίδα ἐνεργεῖ μέχρις ὅτου δὲν ἔχει ἔλθει ἡ ἀπόλαυση τῶν ἐλπιζομένων· καὶ ἡ πίστη παρόμοια γίνεται στήριγμα τῆς ἀβεβαιότητας τῶν ἐλπιζομένων. Γι’ αὐτὸ καὶ ἔδωσε τον ὁρισμό της, λέγοντας: “πίστη εἶναι ὑπόσταση (πραγμάτωση) ὅσων ἐλπίζουμε”.
»Ὅταν ὅμως ἐκπληρωθεῖ αὐτὸ ποὺ ἐλπίζουμε καὶ ὅλες οἱ ἄλλες (ἀρετὲς) καταργοῦνται, τότε μένει μόνον ἡ ἐνέργεια τῆς ἀγάπης, χωρὶς νὰ βρίσκει διάδοχό της. Γι’ αὐτὸ καὶ (ἡ ἀγάπη) εἶναι πρώτη σ’ ὅλα τα ἐπιτεύγματα τῶν ἀρετῶν καὶ τῶν ἐντολῶν τοῦ (θείου) νόμου. Ἐάν, λοιπόν, φτάσει κάποτε ἡ ψυχὴ σ’ αὐτὸ τὸ τέρμα, τότε δὲν θὰ ἔχει ἀναγκη τὶς ἄλλες ἀρετές, ἐπειδὴ θὰ ἔχει πραγματώσει τὸν ἀνώτατο σκοπὸ τῶν ὄντων καὶ μόνη της θὰ φαίνεται ὅτι διατηρεῖ μέσα της τὰ χαρακτηριστικά της θείας μακαριότητας.
»Διότι ἡ ζωὴ τῆς ἄνω (θείας) φύσεως εἶναι ἀγάπη· ἐπειδὴ τὸ καλὸ εἴναι ἀγαπητὸ σ’ ἐκείνους ποὺ τὸ γνωρίζουν, καὶ ὁ Θεὸς πάλι γνωρίζει τὸν ἑαυτό του· γι’ αὐτό, καὶ ἡ γνώση αὐτὴ εἶναι ἀγάπη. Διότι, εἶναι καλὸ ἀπὸ τὴ φύση τοὺ αὐτὸ ποὺ γνωρίζεται· καὶ τὸ ἀληθινὰ καλὸ δὲν τὸ ἀγγίζει ἡ ὕβρις τοὺ χορτασμοῦ. Ἐφόσον, λοιπόν, ὁ χορτασμὸς δὲν διακόπτει τὴ σχέση τῆς ἀγάπης πρὸς τὸ καλό, πάντοτε ἡ θεία ζωὴ θὰ ἐνεργεῖ μὲ τὴν ἀγάπη, ἡ ὁποία εἶναι ἀπὸ τὴ φύση τῆς καλή, καὶ ἀγαπᾶ αὐτὸ ποὺ ἀπὸ τὴ φύση τοῦ εἶναι καλό· ἡ ἐνέργεια τῆς ἀγάπης δὲν ἔχει ὅριο, διότι οὔτε τοῦ καλοῦ ὑπάρχει τέρμα, ὥστε ἡ ἀγάπη νὰ τερματίζει στὸ τέρμα τοῦ καλοῦ. Διότι τὸ καλὸ σταματᾶ μόνον ἀπὸ τὸ ἀντίθετό του. Ὅπου ὅμως ἡ φύση δεν ἀποδέχεται τὸ κακό, τότε τὸ ἀγαθὸ θὰ προχωρεῖ στὸ ἀτελείωτο καὶ ἀπεριόριστο.
»Ἐπειδή, λοιπόν, κάθε φύση ἑλκύει τὰ συγγενῆ της –καὶ ὁ ἄνθρωπος συγγενεύει κάπως μὲ τὸ Θεό, διότι ἀποτελεῖ ὁ ἐαυτὸς τοῦ εἰκόνα (μίμηση) τοῦ ἀρχετύπου–, ὑποχρεωτικὰ ἡ ψυχὴ ἕλκεται πρὸς τὸ θεῖο καὶ συγγενικό της (Ὅν). Πρέπει βέβαια ὁπουδήποτε καὶ ὁπωσδήποτε νὰ ἀποδοθεῖ στὸ Θεὸ τὸ δικό του. Ἐάν, λοιπόν, ἡ ψυχὴ εἶναι ἐλαφριὰ καὶ ἁπλή, χωρὶς νὰ τὴν πιέζει κανένα σωματικὸ βάρος, τότε ἡ προσκόλλησή της πρὸς αὐτὸ ποὺ τὴν ἑλκύει γίνεται εὐχάριστη καὶ εὔκολη.
»Ἐάν, ὅμως, (ἡ ψυχὴ) εἶναι προσηλωμένη στὰ ὑλικὰ μὲ τὰ καρφιὰ τῶν βιωτικών φροντίδων, τότε παθαίνει κάτι ἀνάλογο μὲ τὰ σώματα τὰ καταπλακωμένα ἀπὸ χώματα στὴν περίπτωση τῶν σεισμῶν. Καὶ ἃς ὑποθέσουμε ὅτι τὰ σώματα δεν ἔχουν μόνο πάνω τους τὸ βάρος τῶν συνεπειῶν τοῦ σεισμοῦ, ἀλλὰ ὁρισμένα ἔχουν τρυπηθεῖ κιόλας μὲ βέλη καὶ ξύλα ποὺ ἦταν μέσα στὰ χώματα· κάτι τέτοιο εἶναι φυσιολογικὸ νὰ συμβαίνει στὰ σώματα ποὺ βρίσκονται σ’ αὐτὴ την κατάσταση καὶ τὰ ἀνασύρουν οἱ συγγενεῖς τους, γιὰ νὰ τὰ θάψουν. Τὰ σώματα αὐτὰ σίγουρα θὰ φανοῦν καὶ θὰ κομματιαστοὺν καὶ θὰ πάθουν κάθε τί τὸ φοβερό, διότι τὰ ξεσχίζουν τὰ χώματα καὶ τὰ καρφιά, καθὼς ἀνασύρονται μὲ δύναμη.
»Ἀπὸ κάποιο τέτοιο πάθος, νομίζω, ὑποφέρει καὶ ἡ ψυχή, ὅταν ἡ δύναμη τοὺ Θεοῦ ἀπὸ ἀγάπη ἑλκύει ἐκεῖνο ποὺ τῆς ἀνήκει ἀπὸ τὶς παράλογες καὶ ὑλιστικὲς καταστάσεις. Διότι ὁ Θεός, ποὺ ἀπαιτεῖ καὶ ἑλκύει πρὸς τὸν ἐαυτὸ τοῦ κάθε τί ποὺ αὐτὸς τὸ δημιούργησε, δὲν ἐπιφέρει, σύμφωνα μὲ τὴ γνώμη μοῦ, αὐτὲς τὶς ὀδυνηρὲς διαθέσεις στοὺς ἁμαρτωλούς, ἀπὸ μίσος καὶ τιμωρία γιὰ τὴν κακή τους ζωή. Ἀλλά, γιὰ καλύτερο σκοπὸ ἑλκύει Αὐτὸς τὴν ψυχὴ πρὸς τὸν ἑαυτό του, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν πηγὴ κάθε εὐτυχίας. ἡ ὀδυνηρὴ ὅμως διάθεση εἶναι φυσιολογικὸ νὰ συμβαίνει σὲ κάθε ἑλκυόμενο.»Καὶ ὅπως ὅσοι καθαρίζουν μὲ φωτιὰ τὴν ὕλην ποὺ ἀναμίχθηκε μὲ τὸ χρυσό, δὲν λειώνουν μόνο το ψεύτικο στοιχεῖο, ἀλλὰ ἀναγκαστικὰ μαζὶ μὲ τὸ κίβδηλο λειώνουν καὶ τὸ καθαρό, κι ὅταν τὸ κίβδηλο κατακαεῖ, μένει μόνο αὐτὸ (τὸ καθαρό)· ἔτσι κι ὅταν ἡ κακία λειώνει στὴν ἀκοίμητη φωτιὰ τῆς καθάρσεως, ὑποχρεωτικὰ βρίσκεται στὴ φωτιὰ καὶ ἡ ψυχὴ ποὺ εἴναι ἑνωμένη μαζί της· ἕως ὅτου ἡ διεσπαρμένη ἀπατηλή, ὑλιστικὴ καὶ κίβδηλη κατάσταση (τῆς κακίας) κατακαεῖ μὲ τὴν αἰώνια φωτιά.
»Καὶ ὅπως ἀκριβῶς ὅταν ἕνα σχοινὶ περιτυλιχθεῖ ἀπὸ παχὺ στρῶμα κολλώδους λάσπης καί, στὴ συνέχεια, ἡ ἀρχὴ τοῦ σχοινιοῦ περάσει ἀπὸ μιὰ στενὴ τρύπα καὶ τὸ τραβάει κάποιος μὲ δύναμη ἀπὸ τὴν ἄκρη τοῦ μέσα ἀπ’ αὐτήν, ὑποχρεωτικά το σχοινὶ ἀκολουθεῖ τὸ τράβηγμα· ἐνῶ ἡ λάσπη ποὺ τὸ περιβάλλει ἀπὸ τὸ δυνατὸ τράβηγμα ἀποξύνεται καὶ μένει ἔξω ἀπὸ τὴν τρύπα ποὺ περνάει τὸ σχοινί· ἡ λάσπη γίνεται αἰτία νὰ μὴν περνάει εὔκολά το σχοινὶ τὴν τρύπα, ἀλλὰ νὰ ὑφίσταται βίαιο τέντωμα ἀπὸ τὸ τράβηγμα. Κάτι τέτοιο, νομίζω, πρέπει νὰ σκεφτόμαστε ὅτι παθαίνει καὶ ἡ ψυχή, ποὺ ἔχει τυλιχθεῖ μὲ τὰ γήϊνα καὶ ὑλιστικὰ πάθη· ὑποφέρει καὶ κουράζεται, ἐπειδὴ ὂ Θεὸς ἑλκύει πρὸς τὸν ἑαυτὸ τοῦ ὅ,τι εἶναι δικό του· καὶ ὅ,τι ξένο ἔχει κολλήσει πάνω της, ἀποξύνεται μὲ βία καὶ δημιουργεῖ στὴν ψυχὴ ὀξείς καὶ ἀνυπόφορους πόνους».
«Ἔτσι, λοιπόν, εἶπα ἐγώ, ὅπως φαίνεται ἀπ’ ὅσα λέχθηκαν προηγουμένως, δεν τιμωρεῖ μὲ τὴν κόλαση τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἡ κρίση τοῦ Θεοῦ, ἀλλά, ὄπως ἀπέδειξαν τὰ ἐπιχειρήματα, ἐνεργεῖ μόνο γιὰ νὰ ξεχωρίσει τὸ ἀγαθὸ καὶ νὰ τραβήξει τὴν ψυχὴ στὴν κοινωνία τῆς μακαριότητος· τὸ ξεχώρισμα ὅμως των συνυφασμένων στοιχείων (ψυχῆς καὶ παθῶν) προκαλεῖ πόνο στὴν ἐλκόμενη (ψυχή)».
«Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ δική μου ἄποψη, εἶπε ἡ δασκάλα. Μέτρο τοῦ πόνου εἶναι ἢ ποσότητα τῆς κακίας ποὺ ὑπάρχει στὸν καθέναν. Διότι δὲν εἶναι δίκαιο, αὐτός ποῦ πέφτει σὲ τόσα πολλὰ ἀπαγορευμένα κακὰ καὶ αὐτὸς ποὺ ἔχει διαπράξει ἐλαφρὰ πλημμελήματα, νὰ ὑποστοῦν τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως τὴν ἴδια τιμωρία γιὰ τὴν κακή τους συνήθεια. Ἀλλά, ἐκείνη ἡ φλόγα ποὺ προκαλεῖ ὀδύνη θὰ κάψει ἀνάλογα μὲ τὴν ποσότητα τῆς κακίας, λίγο ἢ πολύ, ἕως ὅτου ὑπάρχει ὑλικὸ ποὺ τὴν τρέφει.
»Σ’ ὅποιον, λοιπόν, εἶναι πολύ το φορτίο τῆς ὑλοφροσύνης, ἐξ ἀνάγκης καὶ ἢ ἡ φωτιὰ ποὺ θὰ τὸν κατακαίει θὰ εἶναι μεγάλη καὶ θὰ διαρκεῖ πολύ. Σ’ ὅποιον ὅμως τὸ ὑλικὸ ποὺ ἔχει ἀναμιχθεῖ γιὰ νὰ καεῖ εἶναι λιγότερο, τόσο πιὸ χαμηλὴ σὲ ἔνταση καὶ δριμύτητα θὰ εἶναι ἡ φωτιὰ ποὺ θὰ τιμωρεῖ (κόλαση)· θὰ ἐλαττώνεται ἀνάλογα μὲ τὴν ποσότητα τῆς κακίας τοῦ ὑποκειμένου (ἀνθρώπου).»Διότι πρέπει ἐξάπαντος καὶ μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο νὰ βγεῖ κάποτε τὸ κακὸ ἀπὸ τὸ ὃν (ὕπαρξη)· καὶ ὅπως εἴπαμε παραπάνω, νὰ μὴν ὑπάρχει καθόλου τὸ μὴ ὃν (κακό). Ἐπειδή, πράγματι, ἡ κακία ἔχει τὴ φύση τῆς ἔξω ἀπὸ την προαίρεση (θέληση), ὅταν κάθε προαίρεση εἶναι μὲ τὸ Θεό, τότε ἡ κακία θ’ ἀφανιστεῖ ἐντελῶς, διότι δὲν θὰ τῆς ἀπομείνει καμιὰ ψυχὴ νὰ τὴ δεχθεῖ».«Ἀλλά, ρώτησα, ποιὸ εἶναι τὸ κέρδος αὐτῆς τῆς καλῆς ἐλπίδος γιὰ ἐκείνον ποῦ σκέφτεται πόσο μεγάλο εἶναι τὸ κακό, νὰ ὑποστεῖ τὴν ὀδύνη του καὶ για ἕνα μόνο χρόνο; Κι ἄν, βέβαια, ἡ ἀνυπόφορη ἐκείνη ὀδύνη παραταθεῖ στην αἰωνιότητα, ποιὰ παρηγοριὰ μένει γιὰ τὴν μετέπειτα ἐλπίδα σ’ ἐκεῖνον ποὺ ἡ κόλαση διαρκεῖ γιὰ τὴν αἰωνιότητα;».
«Ὥστε, λοιπόν, πρέπει νὰ φροντίσουμε ἢ νὰ διατηρήσουμε τὴν ψυχὴ μας καθαρὴ καὶ ἀμόλυντη ἀπὸ τὶς προσβολὲς τῆς κακίας ἤ, ἐὰν αὐτὸ εἴναι παντελῶς ἀδύνατο, ἐξαιτίας τῆς ἐμπαθοῦς φύσεώς μας, νὰ προσέξουμε τὰ λάθη τῆς ἀπομακρύνσεώς μας ἀπὸ τὴν ἀρετὴ νὰ εἶναι, κατὰ τὸ δυνατόν, ἀσήμαντα καὶ νὰ θεραπεύονται εὔκολα.
»Διότι ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου ἀναφέρει ὀφειλέτες μυρίων ταλάντων, πεντακοσίων δηναρίων, πενῆντα δηναρίων καὶ ἑνὸς κοδράντη, ὁ ὁποῖος εἶναι τὸ μικρότερο νόμισμα. Ἡ δικαιοσύνη ὅμως τοῦ Θεοὺ τοὺς κρίνει ὅλους (τους ὀφειλέτες), καὶ ἐπιβάλλει ὑποχρεωτικὰ τὴν ἐξόφληση ἀνάλογα μὲ τὸ ποσὸ τῆς ὀφειλῆς, χωρὶς νὰ παραβλέπει καὶ τὸ μικρότερο χρέος.»Ἡ ἀποπληρωμὴ τῆς ὀφειλῆς, διηγεῖται τὸ Εὐαγγέλιο, δὲν γίνεται μὲ την ἐπιστροφὴ τῶν χρεωστουμένων χρημάτων, ἀλλὰ ὁ ὀφειλέτης παραδίνεται στοὺς βασανιστές, ἕως ὅτου ξοφλήσει ὅλο το χρέος. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι μὲ τὰ βασανιστήρια ἐξοφλεῖται τὸ ὑποχρεωτικὸ χρέος, δηλαδὴ μὲ τὴν τιμωρία νὰ γευθεῖ ὀδύνες καὶ λύπες· αὐτές, δηλαδή, ποὺ χρεώθηκε στὴ διάρκεια τοὺ βίου του, ἐπειδὴ προτίμησε, ἀπὸ ἀπερισκεψία, τὴν ἀσύδοτη καὶ ἄμετρη ἠδονὴ τοῦ ἀντιθέτου (κακοῦ). Καὶ ἔτσι, ἀφοῦ ἀποθέσει κάθε τί τὸ ξένο πρὸς τὸν ἐαυτὸ τοῦ, τὴν ἁμαρτία δηλαδή, καὶ ἀποβάλει τὴν ντροπὴ τῶν χρεῶν, θὰ βρεθεῖ πάλι ἐλεύθερος καὶ ἄφοβος.
»Ἐλευθερία πάλι εἶναι ἡ ἐξομοίωση μὲ τὴν ἀνεξαρτησία καὶ τὴν αὐτονομία· ὁ Θεὸς στὴν ἀρχὴ μᾶς δώρησε τὴν ἐλευθερία, ἀλλὰ μὲ τὶς ντροπὲς των χρεῶν τῶν ἁμαρτιῶν μᾶς τὴν καταχωνιάσαμε. Καὶ κάθε μορφὴ ἐλευθερίας μία εἶναι στὴν οὐσία της καὶ βρίσκεται σὲ ἁρμονία μὲ τὸν ἑαυτό της. Ἑπομένως, κάθε τί τὸ ἐλεύθερο ταιριάζει μὲ τὸ ὅμοιό του. Καὶ μόνον ἡ ἀρετὴ εἴναι ἀνεξάρτητη. Ἀνεξάρτητη ὅμως εἶναι καὶ ἡ ἐλευθερία καὶ θὰ συναφθεῖ μὲ την (ἀνεξάρτητη) ἀρετή. Καί, βέβαια, αἰτία κάθε ἀρετῆς εἶναι ἡ θεία φύση. Ἑπομένως, ὅσοι ἔχουν ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν κακία θὰ ἑνωθοῦν μ’ αὐτὴν (τὴ θεία φύση), γιὰ νὰ εἶναι ὁ Θεὸς τὸ πᾶν γιὰ τὰ πάντα, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος.
»Αὐτὰ τὰ λόγια, νομίζω, πιστοποιοῦν τὴ σκέψη ποὺ εἴχαμε ἐκθέσει προηγούμενα καὶ λέει, ὅτι ὁ Θεὸς θὰ γίνει τὰ πάντα καὶ θὰ εἶναι σὲ ὅλα. Διότι, ἡ παροῦσα ζωὴ βιώνεται μὲ πολλοὺς καὶ διάφορους τρόπους καὶ εἴναι πολλὰ αὐτὰ στὰ ὁποῖα μετέχουμε, ὅπως ὁ χρόνος, ὁ ἀέρας καὶ ὁ τόπος, ἡ βρώση καὶ πόση, τὰ σκεπάσματα, ὁ ἥλιος, τὸ λυχνάρι καὶ ἄλλα πολλὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὴ ζωὴ τῶν πολλῶν, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὅμως κανένα δὲν εἶναι ὂ Θεός. Ἀντίθετα, ἡ προσδοκώμενη μακαριότητα (τῆς αἰώνιας ζωῆς) δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τίποτε, διότι θὰ τὰ ἀντικαταστήσει ὅλα γιὰ χάρη μας ἡ θεία φύση, ἐπιμερίζοντας κατάλληλα τὸν ἑαυτό της, γιὰ νὰ καλύψει κάθε ἀνάγκη τῆς ζωής ἐκείνης.
»Καὶ αὐτὸ τὸ βεβαιώνουν τὰ λόγια τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅτι δηλαδὴ ὁ Θεός γίνεται γιὰ τοὺς ἀξίους καὶ τόπος, καὶ οἰκία, καὶ ἔνδυμα, καὶ τροφή, καὶ πόση, καὶ φῶς, καὶ πλοῦτος, καὶ βασιλεία, καὶ κάθε ἔννοια καὶ ὄνομα ἀπ’ ὄσα συναπαρτίζουν τὴν ἀγαθὴ (αἰώνια) ζωή μας. Καὶ Αὐτὸς ποὺ γίνεται τὰ πάντα, θὰ εἶναι καὶ σὲ ὅλα. Μ’ αὐτὴ τὴ φράση, μοῦ φαίνεται, ἡ Γραφὴ ἐννοεῖ την ὁλοκληρωτικὴ ἐξαφάνιση τῆς κακίας. Διότι, ἐὰν ὁ Θεὸς θὰ εἶναι σὲ ὅλα τὰ ὄντα, τότε ἡ κακία δὲν μπορεῖ νὰ βρίσκεται σ’ αὐτά. Ἐὰν κανεὶς ὑποθέσει ὄτι καὶ ἐκείνη βρίσκεται ἐκεῖ, τότε πῶς θὰ σωθοῦν (τὰ ὄντα) ἀπὸ τὸ Θεὸ ποὺ βρίσκεται σὲ ὅλα αὐτά; Διότι, ἡ ἐξαίρεση ἐκείνης (νὰ βρίσκεται καὶ ἡ κακία στὰ ὄντα), κάνει ἐλλιπῆ τὴν συμπερίληψη ὅλων των ὄντων (στὸ Θεό). Αὐτὸς ποὺ θὰ εἶναι σὲ ὅλα, δὲν θὰ εἶναι στὰ μὴ ὄντα (κακία).
«Τί, λοιπόν, ρώτησα, πρέπει νὰ λέω σ’ ἐκείνους ποὺ συμπεριφέρονται μὲ γογγυσμὸ στὶς συμφορές;».
«Θὰ τοὺς ποῦμε, ἀπάντησε ἡ δασκάλα, ὅτι μάταια δυσανασχετεῖτε, φίλοι μας, καὶ παραπονεῖσθε γιὰ τὴ σειρὰ τῆς ἀναγκαίας ροής τῶν πραγμάτων (στὴ ζωή)· ἀγνοεῖτε τὸ σκοπὸ τὸν ὁποῖο ἐξυπηρετεῖ τὸ κάθετι στὸ σύμπαν, ὅτι δηλαδὴ ὅλα, ἀκολουθώντας κάποια τάξη καὶ συνέπεια σύμφωνα μὲ τὸ σχέδιο τοῦ σοφοῦ καθοδηγητῆ, πρέπει νὰ οἰκειωθοῦν τὴ θεία φύση. Γι’ αὐτὸ τὸ σκοπὸ δημιουργήθηκε ἡ λογικὴ φύση, γιὰ νὰ μὴ μένει ἀνεκμετάλλευτος ὁ πλοῦτος τῶν θείων ἀγαθῶν. Ἀλλὰ εἶναι, σὰν νὰ κατασκεύασε ἡ θεία Σοφία, ποὺ ἔφτιαξε τὰ πάντα, τὰ δοχεῖα τῶν ψυχών ὡς ἀγγεῖα προαιρετικά, στὰ ὁποῖα ὑπάρχει χῶρος γιὰ νὰ δεχτοῦν τὰ ἀγαθά· καὶ ὁ ὁποῖος (χῶρος) συνέχεια αὐξάνει μὲ τὴν προσθήκη εἰσερχομένων ἀγαθῶν.
»Τέτοια εἶναι ἡ μετοχὴ στὰ ἀγαθά του Θεοῦ, ὥστε αὐτὸν ποὺ μετέχει νὰ τον καθιστᾶ μεγαλύτερο καὶ πιὸ δεκτικό· προσθέτει δύναμη καὶ μέγεθος σ’ αὐτόν ποῦ τὰ δέχεται (τὰ ἀγαθά), μὲ ἀποτέλεσμα νὰ αὐξάνεται αὐτὸς ποὺ τρέφεται μ’ αὐτὰ καὶ νὰ μὴν σταματᾶ ποτὲ ἡ αὔξηση. Διότι, καθὼς ἡ πηγὴ τῶν ἀγαθών εἶναι ἀστείρευτη, ἡ φύση τοῦ μετέχοντος σ’ αὐτά, ἐπειδὴ τίποτε ἀπ’ ὄσα λαμβάνει δὲν εἶναι σκουπίδι καὶ ἄχρηστο καὶ ὅλο ὅσο εἰσέρχεται προστίθεται στὸ μέγεθός του, γίνεται πιὸ ἑλκυστικὴ γιὰ τὸ ἀγαθὸ καὶ περισσότερο εὐρύχωρη. Διότι καὶ τὰ δύο ἐνισχύονται τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο: καὶ ἡ δύναμη ποὺ τρέφεται μὲ τὴν ἀφθονία τῶν ἀγαθῶν συντελεῖ στὴν αὔξηση, καὶ ἡ χορηγία ποὺ τρέφει μεγαλώνει κὶ αὐτὴ μαζὶ μὲ τὴν ἐπίδοση τῶν μετεχόντων ποὺ αὐξάνουν. Καὶ εἶναι εὔλογο νὰ φτάσει σὲ τέτοιο μέγεθος (ἡ φύση μας), ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει κανένα ὅριο νὰ σταματήσει τὴν αὔξησή της.
»Ἀφοῦ, λοιπόν, ὑπάρχουν μπροστὰ μας τέτοια ἀγαθά, ἀγανακτεῖτε γιὰ την πορεία ποῦ ἔχει χαραχθεῖ στὴ φύση μας, γιὰ νὰ βαδίσει πρὸς τὸ σκοπό της; Διότι, δὲν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος νὰ βαδίσουμε πρὸς ἐκεῖνα (τὰ ἀγαθά), ἀν αὐτὸ τὸ βάρος μας, ἐννοῶ τὸ βαρὺ καὶ γήϊνο φορτίο μας, δὲν ξεφορτωθεὶ ἀπὸ τὴν ψυχή μας· κι ἂν δὲν καθαρθοῦμε μὲ μεγαλύτερη ἐπιμέλεια ἀπὸ την προσκόλλησή μας σ’ αὐτό, ποὺ τὴν ἀποκτήσαμε στὴν παροῦσα ζωή,ὥστε μὲ τὴν καθαρότητα νὰ μπορέσουμε νὰ πλησιάσουμε στὸ ὅμοιό μας (Θεό).
»Ἐὰν πάλι εἶσαι πολὺ δεμένος μὲ τὸ σῶμα αὐτὸ καὶ σὲ στενοχωρεῖ ὁ χωρισμός ἀπὸ τὸ ἀγαπημένο σου, μὴν ἀπελπίζεσαι γι’ αὐτό. Διότι θὰ δεις αὐτὸ τὸ σωματικὸ περίβλημα, ποὺ τώρα τὸ διαλύει ὁ θάνατος, νὰ ὑφαίνεται πάλι μὲ τὰ ἴδια ὑλικά· ὄχι βέβαια γιὰ νὰ δῶσι τὴν ἴδια παχιὰ καὶ βαρειὰ μορφή, ἀλλὰ μὲ κλώσιμο τοῦ νήματος γιὰ νὰ ὑφάνει πιὸ λεπτὴ καὶ ἀέρινη μορφή. Ἔτσι, καὶ θὰ εἶναι κοντά σου τὸ ἀγαπημένο (σῶμα) καὶ θὰ ἔχει ἀποκαταστασθεῖ αὐτό σε καλύτερη καὶ ὡραιότερη ὀμορφιά».
«Ἀλλά μου φαίνεται, εἶπα, ὅτι κατὰ κάποιο τρόπο ἡ συζήτησή μας κύλησε σιγὰ σιγὰ πρὸς τὸ δόγμα τῆς ἀναστάσεως. Καὶ νομίζω ὅτι ἀπὸ τὴ διδασκαλία τῶν Γραφῶν αὐτὸ ἀποδεικνύεται ἀληθινὸ καὶ παραδεκτό, ὥστε κανεὶς νὰ μην ἀμφιβάλλει. Ἐπειδή, ὅμως, ἡ ἀδυναμία τοῦ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἀναζητεὶ περισσότερο, γιὰ νὰ πιστέψει, λογικὰ ἐπιχειρήματα, θὰ ἦταν καλὸ νὰ μην ἀφήσουμε ἀνεξέταστο κι αὐτὸ τὸ θέμα. Ἃς σκεφθοῦμε, λοιπόν, τί πρέπει νὰ ποῦμε γι’ αὐτό».
Καὶ ἡ δασκάλα εἶπε: «Οἱ στοχαστὲς ὄχι τῆς δικῆς μας φιλοσοφίας διατύπωσαν ὁ καθένας διαφορετικὴ θεωρία γιὰ κάποιο μέρος τοῦ δόγματος τῆς ἀναστάσεως· οἱ θεωρίες τους οὔτε συμφωνοῦν ἀκριβῶς μὲ τὴ δική μας οὔτε ὄμως ἀπομακρύνονται τελείως ἀπὸ μιὰ τέτοια ἐλπίδα (τῆς ἀναστάσεως). Διότι ὁρισμένοι ἐξευτελίζουν τὴν ἀνθρώπινη φύση, καθὼς παραδέχονται ὅτι ἡ ἴδια ψυχὴ πότε ἀνήκει σὲ ἄνθρωπο καὶ πότε σὲ ἄλογο ζῶο· μετασαρκώνεται καὶ κάθε φορᾶ μεταβαίνει ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου σ’ αὐτὸ ποὺ τῆς ἀρέσει, εἶτε (στὸ σῶμα) πτηνοῦ ἢ θαλάσσιου ζώου ἢ ζώου τῆς ξηρᾶς· καὶ στὸ τέλος μετὰ ἀπ’ αὐτά, ἐπανέρχεται στὴν ἀνθρώπινη φύση. Ἄλλοι πάλι ἐπεκτείνουν αὐτὴ τὴν ἀνόητη πίστη μέχρι καὶ τοὺς θάμνους· θεωροῦν ὅτι καὶ ἡ ζωὴ τῶν δένδρων εἶναι κατάλληλη καὶ ταιριαστὴ γι’ αὐτὴν (τὴ μετενσάρκωση).
»Ἄλλοι τέλος νομίζουν ὅτι αὐτὸ (μετενσάρκωση) γίνεται μόνον ἀπὸ ἀνθρωπο σὲ ἄνθρωπο· ἔτσι ὥστε ὁ βίος τῶν ἀνθρώπων νὰ συνεχίζεται πάντοτε ἀπὸ τις ἴδιες ψυχές, οἱ ὁποῖες συνεχῶς εἰσέρχονται τώρα σ’ αὐτὰ τὰ σώματα καὶ κατόπιν σὲ ἄλλα. Ἐμεῖς ὅμως, ξεκινώντας ἀπὸ τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ἰσχυριζόμαστε ὅτι εἶναι καλὸ νὰ δεχθοῦμε ἀπὸ τὶς ἀντιλήψεις τῶν μὴ χριστιανῶν φιλοσόφων τόσο μόνο, ὥστε νὰ δείξουμε ὅτι συμφωνοῦν κι αὐτοὶ κατὰ κάποιο τρόπο μὲ τὸ δόγμα τῆς ἀναστάσεως. Καθώς, τὸ νὰ λένε αὐτοὶ ὅτι, μετὰ τὴ διάλυση τοῦ σώματος, εἰσέρχεται πάλι ἡ ψυχὴ σὲ ἄλλα σώματα, δὲν ἀντίκειται πολὺ ἀπὸ τὴν δική μας ἐλπιζόμενη ἀνάσταση. Διότι καὶ ἡ δικὴ διδασκαλία λέει ὅτι τὸ σῶμα συνίσταται, καὶ τώρα καὶ μετὰ ἀπ’ αὐτὴ τὴ ζωή, ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου.
»Καὶ συμφωνεῖ μὲ τοὺς ἐκτὸς χριστιανισμοῦ σοφούς. Διότι δὲν μποροῦν νὰ ἐπινοήσουν ἄλλο τρόπο συστάσεως τῆς φύσεως τοῦ σώματος ἐκτὸς ἀπὸ τὴ συνδρομὴ τῶν στοιχείων. Ἡ διαφορὰ μᾶς εἶναι τόση, ὅσο λέμε ἐμεῖς ὅτι τὸ ἴδιο σῶμα συγκροτεῖται πάλι γύρω ἀπὸ τὴν ψυχὴ καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ τὰ ἴδια στοιχεῖα. Ἐκεῖνοι βέβαια πιστεύουν ὅτι ἡ ψυχὴ ξεπέφτει σὲ κάποια ἄλλα σώματα, εἴτε λογικὰ εἴτε ἄλογα εἴτε χωρὶς αἰσθήσεις. Παραδέχονται ὅτι τὰ σώματα συνίστανται ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου, ἀλλὰ διαφωνοῦν στὸ ὅτι δεν πιστεύουν ὅτι τὰ (ἀναστημένα) σώματα γίνονται πάλι ἀπὸ τὰ ἴδια στοιχεῖα ποὺ ἑνώθηκαν μὲ τὴν ψυχὴ στὴν ἐπίγεια ζωή. Ἑπομένως, τὸ ὅτι δὲν εἴναι ἀπίθανο νὰ εἰσέλθει ἡ ψυχὴ πάλι στὸ σῶμα, τὸ βεβαιώνει ἡ κοσμικὴ φιλοσοφία. Καὶ τώρα εἶναι καιρὸς νὰ διαλύσουμε τὸ ἀσύστατό της δικῆς τους πίστεως καὶ νὰ φανερώσουμε τὴν ἀλήθεια, ὅσο εἶναι δυνατόν, μὲ τὰ ἐπιχειρήματα ποὺ προκύπτουν εὔλογα ἀπὸ τὴ συνέχεια τῆς συζητήσεώς μας.
»Ποιὰ εἶναι, λοιπόν, τὰ ἐπιχειρήματά μας γι’ αὐτό; Ἐκεῖνοι ποὺ τοποθετοῦν την ψυχὴ σὲ διάφορα σώματα, μοῦ φαίνεται ὅτι συγχέουν τὶς φυσικὲς ἰδιότητες. Ἀναμειγνύουν καὶ μπερδεύουν ὅλα τὶς ἰδιότητες μεταξύ τους, τὴν ἀλογία, τὴ λογικό, τὶς αἰσθήσεις, τὴν ἔλλειψη αἰσθήσεων· ἐφόσον αὐτὲς ἀνακατεύονται ἡ μία μὲ τὴν ἄλλη, δὲν ταξινομοῦνται μεταξύ τους σύμφωνα μὲ κάποια φυσικὴ σειρά.
Διότι, δέχονται ὅτι πρῶτα ἡ ψυχή, μὲ τὴν περιβολὴ τοῦ τάδε μορφῆς σώματος, γίνεται λογικὴ καὶ ἔχει νοῦ· στὴ συνέχεια ὅμως, ζεῖ στὶς φωλιὲς των ἑρπετῶν ἢ ζεῖ στὴν ἀγέλη ἁρπακτικῶν ἢ γίνεται ζῶο ἀχθοφόρο ἢ σαρκοβόρο ἢ θαλάσσιο· ἢ πέφτει στὴν κατάσταση αὐτῶν ποὺ δὲν ἔχουν αἰσθήσεις, δηλαδὴ φυτὸ μὲ ρίζες ἢ χωρὶς αὐτές, ἢ βλαστὸς ποὺ βγάζει κλαδιὰ κι ἀπ’ αὐτὰ βγαίνουν ἄνθη ἢ ἀγκάθια ἢ καρπὸς καλός ἢ δηλητηριώδης· ὅλα αὐτὰ δὲν σημαίνουν τίποτε ἄλλο παρὰ ὅτι ὄλα ταυτίζονται καὶ ὅτι ὅλα τα ὄντα ἔχουν μία φύση ποὺ βρίσκεται σὲ κατασταση συγχύσεως καὶ ἀδιάκριτης κοινωνίας μὲ τὸν ἑαυτό της, ἀφοῦ καμιὰ ἰδιότητα τῆς δὲν ξεχωρίζει τὸ ἕνα ὃν ἀπὸ τὸ ἄλλο.
»Ἐκεῖνος ποὺ λέει ὅτι τὸ ἴδιο ὃν γίνεται καὶ ὅλα τα ἄλλα, δηλώνει ὅτι θέλει ὄλα νὰ εἶναι ἕνα· ἀφοῦ ἡ ἐμφανὴς διαφορὰ τῶν ὄντων δὲν ἐμποδίζει σὲ τίποτε την ἀνάμιξη ἐκείνων ποὺ δὲν ἀναμειγνύονται. Δείχνει ὅτι εἶναι ἀνάγκη, ἀκόμη κὶ ἂν δεῖ ἕνα δηλητηριῶδες ἢ σαρκοφάγο ζῶο, νὰ τὸ θεωρεῖ ὁμόφυλο καὶ συγγενικὸ μὲ τὸν ἑαυτό του. Αὐτὸς ποὺ ἔχει αὐτὲς τὶς ἀπόψεις οὔτε τὸ κώνειο θεωρεῖ σὰν ξένο στὴ φύση του. Ἐὰν πιστεύει ὅτι ὁ ἄνθρωπος γίνεται καὶ φυτό, ἀκόμη καὶ τὰ σταφύλια, ποὺ τὰ καλλιεργεῖ γιὰ τὶς ἀνάγκες τῆς ζωῆς του, θὰ τὰ ὑποψιάζεται! Διότι καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὰ φυτὰ προέρχεται· φυτά, ἐπίσης, εἴναι καὶ τὰ γεννήματα τῶν σιτηρῶν, μὲ τὰ ὁποῖα τρεφόμαστε.
»Πῶς, λοιπόν, θὰ πάρει τὸ δρεπάνι γιὰ νὰ θερίσει τὰ στάχυα; Πῶς θὰ πατήσει τὰ σταφύλια ἢ θὰ ξερριζώσει τ’ ἀγκάθια ἀπὸ τὸ χωράφι ἢ θὰ κόψει τὰ ἄνθη ἢ θὰ κυνηγήσει πουλιὰ ἢ θ’ ἀνάψει φωτιὰ μὲ ξύλα, ἀφοῦ δὲν γνωρίζει ἂν τὸ χέρι τοῦ ὑψώνεται γιὰ νὰ σκοτώσει κάποιον συγγενῆ ἢ πρόγονο ἢ ὁμόφυλό του; Δὲν γνωρίζει ἂν ἀνάβει φωτιὰ ἢ γεμίζει τὸ ποτήρι ἢ ἑτοιμάζει φαγητὸ μὲ τὸ σῶμα κάποιου ἀπ’ αὐτούς;
»Διότι, ἐφόσον δέχεται ὅτι, μέσα ἀπὸ τὸ καθένα ἀπ’ αὐτά, ἡ ψυχὴ τοὺ ἀνθρώπου γίνεται φυτὸ ἢ ζῶο καὶ δὲν ὑπάρχουν σημάδια ἀναγνώρισης ποιὸ φυτὸ ἢ ζῶο κατάγεται ἀπὸ ἄνθρωπο καὶ ποιὸ προέρχεται ἀπὸ ἄλλη αἰτία, ἀναγκαστικὰ αὐτὸς ποὺ δέχεται αὐτὴ τὴ θεωρία πρέπει σ’ ὅλα νὰ δείχνει ἴδια συμπεριφορά. Ὑποχρεωτικά, ἢ θὰ συμπεριφέρεται μὲ ἀγένεια πρὸς ὅλους ὅσοι εἶναι ἄνθρωποι ἀπὸ τὴ φύση τους, η, ἐὰν ἔχει μέσα του φυσικὴ ἀγάπη γιὰ τοὺς ὁμοφύλους του, θὰ δείχνει ἴδια συμπεριφορὰ σὲ κάθε ἔμψυχο ὅν, εἴτε ἑρπετὸ εἴτε ἄγριο θηρίο.
Ἀλλά, κι ἂν ἐκεῖνος ποὺ δέχεται αὐτὴ τὴ θεωρία ἔλθει σὲ δάσος ἀπὸ δένδρα, θὰ νομίσει τὰ δένδρα ὡς πλῆθος ἀπὸ ἀνθρώπους. Τί εἴδους ζωὴ θὰ εἶναι αὐτή, ὅταν ἢ θὰ τὰ σέβεται ὅλα ὡς ὁμόφυλα ἢ θὰ συμπεριφέρεται σκληρὰ πρὸς τους ἀνθρώπους, ἀφοῦ δὲν θὰ βλέπει διαφορά τους μὲ τὰ ἄλλα ὄντα. Ἡ θεωρία, λοιπόν, αὐτὴ ἀπ’ ὅσα εἴπαμε εἶναι ἀβάσιμη, καθὼς καὶ πολλοὶ ἄλλοι λόγοι συνηγοροῦν γιὰ τὴν ἀπόρριψή της.Διότι ἄκουσα ἂπ αὐτοὺς ποὺ ἀσπάζονται αὐτὲς τὶς θεωρίες, ὅτι πλῆθος ψυχῶν, πρὶν τὴ σωματικὴ ζωὴ (ἐπίγεια), ζοῦν σὲ κάποια ἰδιαίτερη πολιτεία· μὲ την λεπτὴ καὶ εὐκίνητη φύση τοὺς περιφέρονται, πετώντας μαζὶ μὲ τὴ κίνηση τοὺ σύμπαντος· ἀλλά, ἐξαιτίας κάποιας ροπῆς τῶν ψυχῶν πρὸς τὴν κακία, χάνουν τὶς πτέρυγές τους καὶ μπαίνουν μέσα σὲ σῶμα. Στὴν ἀρχή, εἰσέρχονται σὲ σώματα ἀνθρώπων· ἔπειτα ὅμως, μετὰ τὸ τέλος τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, ἐπειδὴ μετέχουν στὰ ἄλογα πάθη, ἀποκτηνώνονται, καὶ ἀπὸ κεὶ πέφτουν σ τὴν ἀναίσθητη φυσικὴ κατάσταση τῆς ζωῆς. Ἔτσι, ἡ ἀπὸ τὴ φύση τῆς λεπτὴ καὶ εὐκίνητη ψυχὴ πρῶτα γίνεται βαρειὰ καὶ πέφτει πρὸς τὰ κάτω, ἐπειδὴ λόγω τῆς κακίας εἰσέρχεται στὰ ἀνθρώπινα σώματα. Ἔπειτα, ὅταν χαθεῖ ἡ λογική της δύναμη, ζεῖ ἀνάμεσα στὰ ἄλογα ζῶα. Καὶ ἀπὸ κεῖ, ἀφοῦ τῆς ἀφαιρεθεῖ κι αὐτὴ ἡ χάρη τῶν αἰσθήσεων, μεταβαίνει στὴ ζωὴ τῶν φυτῶν, ποὺ δὲν ἔχουν οὔτε αἰσθήσεις. Τέλος, κι ἀπ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση ἀνεβαίνει πάλι τὶς ἴδιες βαθμίδες τῆς ζωῆς, καὶ ἀποκαθίσταται στὸν τόπο τοῦ οὐρανοῦ.
»Αὐτὴ ἡ διδασκαλία, καὶ γιὰ ἐκείνους ποὺ ἔχουν μέτρια κρίση (λογική),
ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν ἔχει μέσα της καμία βάση. Διότι, ἐὰν ἡ ψυχὴ κατρακυλᾶ ἐξαιτίας τῆς κακίας ἀπὸ τὴν οὐράνια ζωὴ στὴ ζωὴ τῶν φυτῶν, καὶ ἀπ’ αὐτή, μέσω τῆς ἀρετῆς, ἀνεβαίνει πάλι στὰ οὐράνια, τότε ὁ νοῦς τοὺς βρίσκεται σὲ ἀμηχανία, τί νὰ θεωρεῖ προτιμότερο, τὴ φυτικὴ ἢ τὴν οὐράνια ζωή!Διότι γίνεται μιὰ κυκλικὴ πορεία ἀπὸ ὅμοιες καταστάσεις· καὶ ἡ ψυχή, ὄπου κι ἂν εἶναι, βρίσκεται σὲ ἀστάθεια. Ἐάν, δηλαδή, πέφτει ἡ ψυχὴ ἀπὸ την ἀσώματη στὴ σωματικὴ ζωή, ἀπ’ αὐτὴν στὴν ἀναίσθητη, καὶ ἀπὸ κεῖ πάλι ἀνεβαίνει στὴν ἀσώματη, ὅλα αὐτὰ τίποτε ἄλλο δὲν σημαίνουν, γι’αὐτοὺς ποὺ τὰ δέχονται, παρὰ ἀδυναμία διακρίσεως τῶν κακῶν ἀπὸ τὰ ἀγαθά, καὶ σύγχυση. Διότι, οὔτε ἡ οὐράνια ζωὴ μπορεῖ νὰ παραμείνει εὐτυχισμένη, ἐφόσον ἡ κακία ἐπηρεάζει ὅσους ζοῦν ἐκεῖ· οὔτε τὰ δένδρα θὰ εἶναι ἀμέτοχα στην ἀρετή, ἐπειδὴ πιστεύουν ὅτι ἀπ’ αὐτὴν τὴ (φυτικὴ) ζωὴ ἀρχίζει πάλι ἡ ψυχὴ νὰ ἐπιστρέφει στὸ ἀγαθό, ἐνῶ ἀπὸ κεῖ ἀρχίζει τὴ ζωὴ τῆς κακίας.
»Ἐάν, πράγματι, ἡ ψυχὴ περιφερόμενη στὸν οὐρανὸ συνδέεται μὲ τὴν κακία, καὶ ἐξαιτίας τῆς κακίας πάλι, ἐνῶ ἔχει παρασυρθεῖ στὴν ὑλόφρονα ζωή, ἀνεβαίνει ἀπὸ κάτω πρὸς τὴν ὑψηλὴ ζωή, εἶναι ἑπόμενο ἐκεῖνοι νὰ ἔχουν ἀντίθετη πίστη (μέ μας): ἡ ὑλικὴ ζωὴ (γι’ αὐτοὺς) ἀποτελεῖ στάδιο καθάρσεως ἀπὸ τὴν τὴν κακία, ἐνῶ ἡ ζωὴ στὸν οὐρανὸ γίνεται γιὰ τὶς ψυχὲς πρωταίτια της κακίας. Διότι, (οἱ ψυχὲς) ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ μὲ τὴν ἀρετὴ βγάζουν φτερὰ καὶ ἀνεβαίνουν στὸν οὐρανό, ἐνῶ ἀπὸ κεῖ (οὐρανὸ) μὲ τὴν κακία χάνουν τὰ φτερά τους, προσγειώνονται χαμηλὰ στὴ γῆ καὶ ἀνακατεύονται μὲ την παχύτητα τῆς ὑλικῆς φύσεως.Καὶ δὲν σταματᾶ μέχρις ἐδῶ ἡ ἀντίφαση αὐτῶν τῶν θεωριῶν, στην ἀντιστροφὴ δηλαδὴ τῶν δογμάτων πρὸς τὸ ἀντίθετο. Ἀκόμη, κι αὐτὴ τοὺς ἢ ἄποψη δὲν μένει σταθερὴ σὲ ὅλα ἕως τὸ τέλος. Διότι, ἐὰν θεωροῦν ἄτρεπτη τὴν οὐράνια φύση, πῶς εἰσχωρεῖ πάθος στὸ ἄτρεπτο; Καὶ ἐὰν εἴναι ἐμπαθὴς ἡ ἐπίγεια φύση, πῶς εἶναι δυνατὸν μέσα στὸ πάθος νὰ κατορθώνεται ἡ ἀπάθεια; Ἀλλὰ αὐτοὶ ἀναμειγνύουν τὰ ἄμικτα καὶ ἑνώνουν τὰ ἀκοινώνητα· ἀποδίδουν στὸ πάθος τὸ ἄτρεπτο, καὶ ἀντίθετα στὸ τρεπτὸ τὴν ἀπάθεια. Οὔτε μένουν σταθεροὶ σ’ αὐτὲς τὶς ἀπόψεις γιὰ πάντοτε. Ἀλλά, ἀπ’ ὄπου ἐξόρισαν τὴν ψυχὴ μὲ τὴν κακία, ἐκεῖ πάλι τὴν ἐγκαθιστοῦν, ἀπὸ τὴν ὑλικὴ στὴν ἀσφαλῆ καὶ ἀπείραχτη ζωή· σὰν νὰ λησμόνησαν ὅτι ἀπὸ κεῖ πήγασε ἢ κακία καὶ ἀναμείχθηκε μὲ τὴν κατώτερη φύση.
»Τόσο, λοιπόν, ἡ κατάκριση τῆς παρούσης ζωῆς ὅσο καὶ ὁ ἔπαινος της ἐπουράνιας συγχέονται μεταξύ τους καὶ μπερδεύονται· διότι, σύμφωνα μὲ την ἄποψή τους, ὁ κατακριτέος (ἐπίγειος βίος) ὁδηγεῖ στὸ καλό· ἐνῶ αὐτός ποῦ θεωρεῖται ἀφορμὴ γιὰ τὸ καλύτερο, παρέχει στὴν ψυχὴ ροπὴ πρὸς τὸ χειρότερο.»Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ἀπορριφθεῖ ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ διδασκαλία τῆς πίστεως κάθε πλανεμένη καὶ ἀβάσιμη θεωρία γι’ αὐτὰ τὰ θέματα. Οὔτε θὰ θεωρήσουμε ἀληθινὲς τὶς ἰδέες ἐκεῖνες ποὺ ὑποστηρίζουν ὅτι οἱ ψυχὲς μεταβαίνουν ἀπὸ τὰ γυναικεία σώματα στὴν ἀνδρικὴ ζωή· καὶ τὸ ἀντίστροφο, οἱ ψυχὲς ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ ἀνδρικὰ σώματα πηγαίνουν σὲ γυναῖκες, ἢ μεταβαίνουν ἀπὸ ἄνδρες σὲ ἄνδρες καὶ ἀπὸ γυναῖκες σὲ ἄλλες γυναῖκες.
»Πράγματι, ἡ πρώτη θεωρία ἀποδοκιμάστηκε ὄχι μόνον ὡς ἀβάσιμη καὶ πλανερὴ –διότι περιέχει μέσα της ἀντιφάσεις–, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἀσεβής, διότι διδάσκει ὅτι κανένα ὃν δὲν δημιουργεῖται, ἐὰν ἡ κακία δὲν δώσει τὴν ἀρχὴ τῆς φύσεως τοῦ καθενός. Ἐάν, λοιπόν, οὔτε οἱ ἄνθρωποι οὔτε τὰ φυτὰ οὔτε τὰ ζῶα δὲν γεννιοῦνται, ἂν δὲν ἐκπέσει ἀπὸ τὰ πάνω πρὸς αὐτὰ κάποια ψυχή· κι ἂν ἡ πτώση τῆς ψυχής ἔχει αἰτία τὴν κακία, ἄρα αὐτοὶ θεωροῦν ὅτι ἡ κακία ἀποτελεῖ τὴ συστατικὴ ἀρχὴ τῶν ὄντων.
»Καὶ πῶς συμβαίνει νὰ γίνονται ταυτόχρονα καὶ τὰ δύο, δηλαδὴ καὶ ὂ ἄνθρωπος νὰ γεννιέται ἀπὸ τὸ γάμο καὶ ἡ ἔκπτωση τῆς ψυχῆς νὰ γίνεται σύγχρονα μὲ τὸ γάμο; Καὶ τὸ ἀκόμη πιὸ παράλογο, ἐὰν τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ ἄλογα ζῶα συνέρχονται τὴν ἄνοιξη, ἄραγε εἶναι δυνατὸν νὰ πεῖ κανεὶς ὄτι ἡ ἄνοιξη συντελεῖ στὸ νὰ φυτευθεῖ ἡ κακία καὶ σ’ αὐτὰ ποὺ βρίσκονται στον οὐρανό; Ὥστε, νὰ συμβαίνει ταυτόχρονα καὶ οἱ ψυχὲς γεμάτες ἀπὸ κακία νὰ πέφτουν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ οἱ κοιλιὲς τῶν ζώων νὰ κυοφοροῦν;»
»Καὶ τί νὰ πεῖ κανεὶς γιὰ τὸ γεωργὸ ποὺ φυτεύει στὴ γῆ τὰ βλαστάρια των φυτῶν; Πῶς γίνεται τὸ χέρι τοῦ μαζὶ μὲ τὸ βλαστάρι νὰ φυτεύει καὶ την ἀνθρώπινη ψυχή, ἡ ὁποία ἔχασε τὰ φτερὰ τῆς ἀκριβῶς τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος φυτεύει; Ὁ ἴδιος παραλογισμὸς παρουσιάζεται καὶ στὴν ἄλλη θεωρία, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία οἱ ψυχὲς παρακολουθοῦν τὶς συνευρέσεις τῶν συζύγων ἢ προσέχουν τὶς γέννες, γιὰ νὰ εἰσέλθουν στὰ δημιουργούμενα σώματα.
»Κι ἂν ὁ ἄνδρας ἀρνεῖται τὸ γάμο καὶ ἡ γυναίκα θέλει νὰ ζεῖ ἐλεύθερα ἀπὸ τοὺς πόνους τῆς γέννας, στὶς περιπτώσεις αὐτὲς δὲν θὰ κάνει ἡ κακία τὴν ψυχὴ νὰ ἐκπέσει (ἀπὸ τὸν οὐρανό); Ἑπομένως, ὁ γάμος δίνει τὴν ἄδεια στὴν οὐράνια κακία νὰ δράσει ἐναντίον τῶν ψυχῶν ἢ καὶ χωρὶς τὸ γάμο ἡ κακία ἐπηρεάζει τὴν ψυχή; Καὶ ἀκόμη, ἡ ψυχὴ δὲν θὰ περιπλανιέται σὰν ἄστεγη καὶ ἀλήτισσα, ἀφοῦ ξέπεσε ἀπὸ τὰ ἐπουράνια, ἀλλὰ δὲν πέτυχε ἐδῶ κάτω νὰ βρεῖ σῶμα ποὺ νὰ τὴν ὑποδεχθεῖ;
»Ἔπειτα, μετὰ ἀπ’ αὐτά, πῶς θὰ ἰσχυριστοῦν ὅτι ὁ Θεὸς προνοεῖ γιὰ τὰ ὄντα, ὅταν τὴ γένεση τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς τὴν ἐξαρτοῦν ἀπ’ αὐτὴ τὴν τυχαία καὶ παράλογη ἔκπτωση τῶν ψυχῶν; Διότι εἶναι ὑποχρεωτικὸ νὰ συμφωνεῖ κάθε ἀρχὴ (γένεση) καὶ μ’ αὐτὰ ποὺ θ’ ἀκολουθήσουν. Ἐάν, λοιπόν, ἡ ζωὴ κάποιου ἄρχισε τυχαία, τότε τυχαία θὰ εἶναι καὶ ὁλόκληρη ἡ ζωή του.
»Καὶ μάταια αὐτοί, ἐφόσον θεωροῦν ὅτι τὰ πράγματα τοῦ κόσμου δεν δημιουργήθηκαν ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, λένε ὅτι τὰ ὄντα ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴ θεία δύναμη· ἀνάγουν τὴν ἀρχὴ τῶν ὄντων σὲ κάποια πονηρὴ συντυχία, σὰν νὰ μὴν ἀποκτοῦσε σύσταση ἡ ἀνθρώπινη ζωή, ἐὰν ἡ κακία δὲν ἔδινε τὸ δικαίωμα στὴ ζωή. Ἐάν, λοιπόν, ἡ ἀρχὴ τῆς ζωῆς εἶναι τέτοια, εἶναι φανερὸ ὅτι καὶ τὰ μετέπειτα θὰ ἐξελιχθοῦν σύμφωνα μὲ τὴν ἀρχή της. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρίζεται κάποιος ὅτι τὸ καλὸ προέρχεται ἀπὸ τὸ κακὸ οὔτε τὸ κακὸ ἀπὸ τὸ ἀγαθό, ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὸ σπόρο περιμένουμε καὶ τοὺς καρπούς. Ἑπομένως, σ’ ὅλη τὴ ζωὴ κυριαρχεῖ ἡ αὐτόματη καὶ τυχαία κίνηση καὶ καμιὰ προνοια δὲν φτάνει μέχρι τὰ δημιουργήματα.
»Ὁλοκληρωτικὰ ἄχρηστη θὰ εἶναι καὶ ἡ ὕπαρξη τῆς λογικῆς. Ἡ ἀρετὴ δὲν προσφέρει κανένα κέρδος, καὶ ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ κακὸ δεν ἔχει καμιὰ ἀξία. Διότι ὅλα ὁπωσδήποτε θὰ γίνονται τυχαῖα καὶ ἡ ζωὴ σὲ τίποτε δὲν θὰ διαφέρει ἀπὸ τὰ ἀνερμάτιστα πλοῖα, ἀφοῦ τυχαῖα, σὰν τὰ κύματα, θὰ πηγαίνει κάθε φορᾶ σὲ διαφορετικὴ συνάντηση ἄλλοτε καλῶν κι ἄλλοτε κακῶν.
»Διότι γιὰ ἐκείνους, ποὺ ἡ φύση τοὺς ἔχει ὡς ἀρχὴ τὴν κακία, δὲν μπορεῖ νὰ προέλθει κέρδος ἀπὸ τὴν ἀρετή. Ἐὰν ἡ ζωὴ μᾶς ρυθμίζεται ἀπὸ τὸ Θεό, τότε παραδεχόμαστε ὅτι ἡ κακία δὲν ἀποτελεῖ τὴν ἀρχὴ τῆς ζωῆς μας. Ἐάν ὅμως μᾶς δημιουργεῖ ἡ κακία, τότε σίγουρα θὰ ζήσουμε σύμφωνα μ’ αὐτήν. Καὶ ἀπ’ αὐτὰ θ’ ἀποδειχθοῦν ἀνοησίες ἡ μετὰ τὴν παροῦσα ζωὴ κρίση, ἢ κατ’ ἀξία ἀνταπόδοση καὶ ὅσα ἄλλα λέγονται καὶ πιστεύονται γιὰ νὰ ἀπαλλαχθοῦμε ἀπὸ τὴν κακία.
»Διότι, πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ ἄνθρωπος, ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὴν κακία, νὰ βρεθεὶ ἔξω ἀπ’ αὐτήν; Πῶς θ’ ἀποκτήσει ὁ ἄνθρωπος τὸ ἰδίωμα τῆς προαιρέσεως για τὴν ἐνάρετη ζωή, ἀφοῦ ἡ φύση του, ὅπως λένε, ἔχει τὴν ἀρχή της στὴν κακία; Ὅπως δὲν προσπαθεῖ κανένα ζῶο νὰ μιλήσει ἀνθρώπινα, ἀλλὰ χρησιμοποιεὶ τὴ δική του φυσικὴ φωνὴ καὶ καθόλου δὲν θεωρεῖ τὴ στέρηση τοῦ ἀνθρώπινου λόγου ὡς ἔλλειψη, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ αὐτοὶ ποὺ θεωροῦν τὴν κακία ὠς ἀρχὴ καὶ αἰτία τῆς ζωῆς, δὲν μποροῦν μὲ τίποτε νὰ ἐπιθυμήσουν τὴν ἀρετή, διότι εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴ φύση τους. Πλὴν ὅμως, ὅσοι ἔχουν καθαρίσει τὴν ψυχὴ μὲ τὴ λογική τους, αὐτοὶ ἐπιθυμοῦν καὶ ἀγωνίζονται για τὴν ἐνάρετη ζωή.
»Ἑπομένως, ἀπ’ αὐτὸ ἀποδεικνύεται ξεκάθαρα, ὅτι ἡ κακία δὲν εἶναι πιο μεγάλη ἀπὸ τὴ ζωή, οὔτε ἡ φύση ἔχει τὴ δημιουργική της ἀρχὴ ἀπ’ αὐτήν, ἀλλὰ ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ κυβερνᾶ τὴ ζωή μας καὶ προνοεῖ γιὰ τὸ καθετί. Ὅταν ἡ ψυχὴ δημιουργηθεῖ, σύμφωνα μὲ τὸν ἀρεστὸ στὸ Δημιουργό της τρόπο, τότε ἡ ἴδια ἐπιλέγει ἐλεύθερα αὐτὸ ποὺ κατὰ τὴ γνώμη τῆς εἶναι ὀρθὸ καὶ γίνεται, σύμφωνα μὲ τὴ δύναμη τῆς προαιρέσεώς της, ὅ,τι ἐκείνη θέλει.
»Θὰ καταλάβουμε τὸ θέμα ἀπὸ τὸ παράδειγμα τῶν ὀφθαλμῶν· ἐκεῖ ἡ ὄραση προέρχεται ἀπὸ τὴ φύση, ἐνῶ ἡ τύφλωση ἀπὸ τὴν προαίρεση ἢ τὸ πάθος. Εἶναι δυνατὸν βέβαια καμιὰ φορᾶ νὰ συμβεῖ τὸ παρὰ φύσιν ἀντὶ γιὰ τὸ φυσικό, ὅταν κάποιος μὲ τὴ θέλησή του κλείσει τὰ μάτια ἢ ἀπὸ πάθος χάσει τὸ φῶς του. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴν ψυχή, ἡ ὁποία ἔχει τὴ σύστασή της ἀπὸ τὸ Θεό· ἐπειδὴ καμιὰ κακία δὲν ἀποδίδεται στὸ Θεό, βρίσκεται (καὶ ἡ ψυχὴ) ἔξω ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἀναγκαιότητα. Ἔχοντας, λοιπόν, δημιουργηθεῖ ἔτσι, ὁδηγεῖται μὲ τὴ δική της γνώμη σ’ αὐτὸ ποὺ θέλει: ἢ κλείνει θεληματικά τα μάτια τῆς στὸ καλό, ἢ ἀπὸ προσβολὴ τοῦ ἐχθροῦ (διαβόλου), ποὺ συγκατοικεῖ στὴ ζωή μας, παθαίνει ζημιὰ στὰ μάτια καὶ ζεῖ στὸ σκοτάδι τῆς πονηρίας· ἢ καὶ τὸ ἀντιθετο πάλι· βλέποντας καθαρὰ τὴν ἀλήθεια, ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὰ σκοτεινὰ πάθη.
»Θὰ ρωτήσει, λοιπόν, κάποιος: πότε καὶ πῶς γεννιέται ἡ ψυχή; Ἀλλὰ τὸ θέμα γιὰ τὸ πῶς ἔγινε τὸ καθένα, πρέπει ν’ ἀποκλειστεῖ τελείως ἀπὸ τὴ συζήτηση μᾶς. Διότι ἀκόμη καὶ τὰ θέματα ποὺ εἶναι εὔκολα στὴν κατανόησή τους καὶ τὰ ἀντιλαμβανόμαστε μὲ τὶς αἰσθήσεις, δὲν θὰ μποροῦσε αὐτὸς ποὺ τὰ ἐρευνὰ μὲ τὴ λογικὴ νὰ κατανοήσει πῶς δημιουργήθηκε τὸ φαινόμενο (τῆς ψυχῆς). Ἄλλωστε θεωροῦμε ὅτι αὐτὸ δὲν τὸ κατανόησαν οὔτε οἱ θεοφόροι καὶ ἅγιοι Πατέρες.
»”Μὲ τὴν πίστη κατανοοῦμε”, λέει ὁ Ἀπόστολος, “ὅτι ἔχουν δημιουργηθεῖ οἲ αἰῶνες μὲ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ ἔχουν γίνει αὐτὰ ποὺ βλέπονται ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ δὲ φαίνονται”· καὶ δὲν νομίζω ὅτι θὰ τὸ ἔλεγε αὐτὸ (ὁ Ἀπόστολος), ἐὰν θεωροῦσε ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι κατανοητὸ μὲ τὴ λογική. Ὁ Ἀπόστολος λέει, ὅτι πιστεύει ἀπόλυτα ὅτι αὐτὸς ὁ κόσμος καὶ ὄσα Ἐκεῖνος ἔκαμε –ὁτιδήποτε κι ἂν εἶναι αὐτὸς ὁ κόσμος, στὸν ὁποῖο συμπεριλαμβάνεται κάθε ὁρατὸ καὶ ἀόρατο κτίσμα–, ὅλα ἔχουν δημιουργηθεὶ ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ· τὸ πῶς δημιουργήθηκαν, δὲν τὸ ἐρευνά.
»Καὶ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐφικτὸ κάτι τέτοιο στοὺς ἐρευνητές, καθὼς αὐτὸ τὸ θέμα παρουσιάζει μπροστὰ μας πολλὲς δυσκολίες. Πῶς προῆλθε, για παράδειγμα, ἀπὸ τὴν ἀκίνητη φύση τὸ κινούμενο, ἀπὸ τὴν ἁπλὴ καὶ ἀδιάστατη τὸ διαστηματικὸ καὶ σύνθετο; Μήπως ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἀνώτερη (θεία) οὐσία; Ἀλλὰ δὲν συμφωνεῖ μ’ αὐτὸ τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ ὄντα ἔχουν ἄλλη φύση μ’ ἐκείνη. Καὶ ἀπὸ ποῦ ἀλλοῦ; Καὶ ὅμως ἡ λογικὴ δὲν βλέπει τίποτε ἔξω ἀπὸ τὴ θεία φύση. Πράγματι θὰ διαιρεθεῖ σὲ πολλὲς θεωρίες τὸ ζήτημα, ἐὰν θεωρήσουμε κάτι ἔξω ἀπὸ τὴ δημιουργικὴ αἰτία (τοῦ Θεοῦ), ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἡ σοφία της τέχνης λαμβάνει τὶς μεθόδους τῆς δημιουργίας.
»Τὸ αἴτιο, λοιπόν, τῶν ὄντων εἶναι ἕνα, ἀλλὰ δὲν ἔχουν τὴν ἴδια μὲ τὴ θεϊκὴ φύση τὰ ὄντα ποὺ δημιουργοῦνται ἀπ’ αὐτήν. Ἐξίσου ἀπορριπτέες εἶναι καὶ οἲ δύο θεωρίες, τόσο ὅτι ἡ κτίση προέρχεται ἀπὸ τὴ φύση τοῦ Θεοῦ, ὅσο καὶ τὸ ὅτι ὅλα ἔχουν δημιουργηθεῖ ἀπὸ κάποια ἄλλη φύση. Δηλαδή, ἢ θὰ νοηθεῖ τὸ θεῖο μὲ τὶς ἰδιότητες τῆς κτίσεως, ἐφόσον τὰ δημιουργήματα ἔχουν τὴν ἴδια φύση μὲ τὸ Θεό· ἢ κάποια ἄλλη ὑλικὴ φύση θὰ εἰσαχθεῖ ἀπέξω στὴ θέση τοὺ Θεοῦ καὶ θὰ ἐξισωθεῖ μ’ Αὐτὸν στὴν ἰδιότητα τοῦ ἀγεννήτου μέσω της αἰωνιότητας τῶν κτισμάτων. Κάτι τέτοιο φαντάσθηκαν καὶ οἱ Μανιχαῖοι, τὸ ἀποδέχθηκαν καὶ ὁρισμένοι Ἕλληνες φιλόσοφοι καὶ ἔκαναν δόγμα πίστεως τὴ φανταστικὴ αὐτὴ θεωρία.
»Γιὰ ν’ ἀποφύγουμε, λοιπόν, κατὰ τὸ δυνατόν, τὸ ἀβάσιμο καθεμιᾶς ἀπ’ αὐτές
τὶς θεωρίες γιὰ τὴ δημιουργία τῶν ὄντων, δὲν θὰ ἐξετάσουμε τὸ ζήτημα, τὸ τὶ καὶ τὸ πῶς τῆς γενέσεως, σύμφωνα μὲ τὸ παράδειγμα τοῦ Ἀποστόλου· τόσο μόνο θὰ σημειώσουμε, ὅτι ἡ ὁρμὴ τῆς θείας βουλήσεως, ὅταν θέλει, πραγματώνεται, καὶ ἡ θέληση γίνεται οὐσία καὶ ἀμέσως σχηματίζει φύση. Καθόσον ἡ παντοδύναμη ἐξουσία (τοῦ Θεοῦ), ὁτιδήποτε σχεδιάσει μὲ σοφία καὶ καλλιτεχνία, δὲν ἀφήνει τὸ θέλημά της ἀνυπόστατο. Διότι ἡ ὕπαρξη τοῦ θελήματος εἶναι οὐσία.
»Καὶ καθὼς τὰ ὄντα διαιροῦνται σὲ δύο εἴδη, στὰ νοερὰ καὶ τὰ σωματικά, ἢ δημιουργία τῶν νοερῶν δὲν φαίνεται ἐντελῶς ἀσύμφωνη μὲ τὴ δημιουργία της ἀσώματης φύσεως· ἀλλὰ δείχνει ἀπὸ κοντὰ τὶς ἰδιότητες τοῦ ἀΐδιου, ἄϋλου καὶ ἀδιάστατου. Αὐτές, δὲν θὰ κάνει λάθος κάποιος, νὰ τὶς ἀποδώσει καὶ στην ἀνώτερη (θεϊκὴ) φύση. Ἡ σωματικὴ πάλι φύση θεωρεῖται ὅτι ἔχει ἰδιότητες ἀκοινώνητες (ξένες) πρὸς τὸ Θεῖο·καὶ μάλιστα προκαλεῖ μεγάλη ἀδυναμία στὴ λογική, διότι δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει πῶς προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀόρατό το ὁρατό, ἀπὸ τὸ ἄϋλο τὸ στερεὸ καὶ σκληρό, ἀπὸ τὸ ἀόριστό το συγκεκριμμένο, ἀπὸ τὸ ἀμέτρητο καὶ ἀχώρητο (πῶς προέρχεται) αὐτὸ ποὺ χωρεῖ μέσα σὲ μέτρα καὶ ποσά.
»Καὶ τὸ καθένα ἀπ’ αὐτὰ ποὺ κατατάσσονται στὴ φύση τῶν σωμάτων, γιὰ τὰ ὁποία τόσο πολὺ ἰσχυριζόμαστε ὅτι κανένα ἀπ’ αὐτὰ ποὺ ἀποδίδονται στις ἰδιότητες τοῦ σώματος δὲν εἶναι σῶμα, οὔτε σχῆμα, οὔτε χρῶμα, οὔτε βάρος, οὔτε διάστημα, οὔτε μέγεθος, οὔτε κάτι ἄλλο ἀπ’ ὅσα ἀνήκουν στὴν ποιότητα, ἀλλὰ τὸ καθένα ἀπ’ αὐτὰ εἶναι λόγος· μόνον ἡ συνδρομὴ καὶ ἡ ἕνωση ὄλων αὐτῶν μεταξύ τους ἀποτελεῖ τὸ σῶμα. Ἐπειδή, λοιπόν, οἱ ἰδιότητες ποὺ συναπαρτίζουν τὸ σῶμα, κατανοοῦνται μὲ τὸ νοῦ καὶ ὄχι μὲ τὶς αἰσθήσεις, καὶ νοερὸς εἶναι ὁ Θεός, ποιὰ δυσκολία ἔχει ὁ νοητὸς νὰ κατασκευάσει τὰ νοητά, τῶν ὁποίων ἡ συνένωση συγκρότησε τὴ φύση τοῦ σώματός μας;
»Ἀλλὰ αὐτὰ βέβαια ἐξετάστηκαν, ἐνῶ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸ θέμα μας. Τὸ ζητούμενο, λοιπόν, ἦταν, ἐὰν προϋπάρχουν οἱ ψυχὲς ἀπὸ τὰ σώματα, πότε καὶ πῶς γίνονται. Ἡ συζήτησή μας πάντως ἄφησε ἀνεξέταστό το θέμα πώς γεννιοῦνται οἱ ψυχές, ἐπειδὴ εἶναι ἀπλησίαστο. Μένει γιὰ συζήτηση τὸ θέμα, ποῦ ἔχει σχέση μὲ τὰ προλεχθέντα, πότε οἱ ψυχὲς ἔχουν τὴν ἀρχή τους.
»Ἐὰν πράγματι γίνει δεκτὸ ὅτι ἡ ψυχὴ ζεῖ σὲ ἰδιαίτερη κατάσταση πρὶν ἀπὸ τὴ γένεση τοῦ σώματος, ὑποχρεωτικὰ θὰ δεχθοῦμε ὅτι εἶναι ἔγκυρες ἐκείνες οἱ ἀπαράδεκτες θεωρίες οἱ ὁποῖες εἰσάγουν τὶς ψυχὲς μέσα στὰ σώματα ἐξαιτίας τῆς κακίας τους. Ἀλλά, βέβαια, κανένας ἀπὸ τοὺς λογικοὺς ἀνθρώπους δὲν πιστεύει ὅτι οἱ ψυχὲς εἶναι ὑστερόχρονες στὴ δημιουργία καὶ νεοτερες στὴ γέννηση ἀπὸ τὰ σώματα· διότι εἶναι σ’ ὅλους φανερὸ ὅτι κανένα ἄψυχο δὲν ἔχει ἀπὸ τὸν ἑαυτὸ τοῦ δύναμη νὰ κινηθεῖ καὶ αὐξηθεῖ. Καὶ κανείς δὲν ἀμφιβάλλει ὅτι ἀκόμη καὶ τὰ νήπια καὶ μεγαλώνουν καὶ κινούνται τοπικά.
»Μένει, λοιπόν, νὰ δεχθοῦμε τὴν ταυτόχρονη ἀρχὴ τῆς συστάσεως τῆς ψυχής καὶ τοῦ σώματος. Καὶ ὅπως ἡ γῆ, ἀφοῦ δέχθηκε τὴ ρίζα τοῦ φυτοῦ ἀπὸ τους γεωργούς, τὴν ἔκανε δένδρο, χωρὶς νὰ βάζει μέσα στὸ τρεφόμενο (φυτὸ) τὴ δύναμη τῆς αὐξήσεως, ἀλλὰ παρεῖχε στὸ φύτευμα μόνο τὶς ἀφορμὲς για αὔξηση· ἔτσι παρόμοια ἰσχυριζόμαστε ὅτι καὶ αὐτὸ ποὺ ἀποσπᾶται ἀπὸ τον ἄνθρωπο γιὰ νὰ γεννηθεῖ ἄλλος ἄνθρωπος, εἶναι κι αὐτό, κατὰ κάποιο τρόπο, ἔμψυχο ὃν ποὺ προέρχεται ἀπὸ ἄλλο ἔμψυχο, καὶ τρέφεται ἀπὸ κάποιο ποὺ καὶ ἐκεῖνο τρέφεται.
»Δὲν εἶναι καθόλου παράξενο, ἐὰν ἕνα τόσο μικρὸ κομμάτι περιέχει ὅλες τις ἐνέργειες καὶ κινήσεις τῆς ψυχῆς. Διότι οὔτε ὁ σπόρος τοῦ σταριοῦ ἀπὸ την ἀρχὴ δὲν φαίνεται σὰν στάχυς –διότι πῶς εἶναι δυνατὸν ἕνα τόσο μεγάλο νὰ χωρέσει σ’τόσο μικρό; Καθὼς ἡ γῆ τὸν τρέφει μὲ τὶς κατάλληλες τροφές, ὁ σπόρος τοῦ σταριοῦ γίνεται στάχυς, χωρὶς νὰ μεταβάλλει μέσα στὸ χῶμα τὴ φύση του, ἀλλὰ ἀναπτύσσει τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν τελειοποιεῖ μὲ τὴν ἐνέργεια τῆς τροφῆς.
»Ὅπως ἀκριβῶς, λοιπόν, στοὺς σπόρους τῶν φυτῶν ἡ αὔξηση προχωρεῖ λίγο λίγο πρὸς τὴν τελείωση, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ στὴ σύσταση τοῦ ἀνθρώπου, ἡ δύναμη τῆς ψυχῆς σχηματίζεται ἀναλογικὰ μὲ τὴν σωματικὴ ποσότητα. Πρῶτα ἐμφανίζεται (ἡ ψυχὴ) νὰ ἐνεργεῖ μὲ τὴν θρεπτικὴ καὶ αὐξητικὴ ἰδιότητα στὰ ἔμβρυα, ποὺ πλάθονται μέσα στὴν κοιλιά· ἔπειτα, προσφέρει τὴ δωρεὰ των αἰσθήσεων σὲ ὅσους ἔλθουν στὸ φῶς (γεννηθοῦν)· τέλος παρουσιάζει, σαν καρπὸ ἑνὸς φυτοῦ ποὺ μεγάλωσε, τὴ δύναμη τῆς λογικῆς, ὄχι ὁλοκληρωμένη ἀμέσως, ἀλλὰ βαθμιαία, νὰ αὐξάνεται σὲ ἀναλογία μὲ τὸ μεγάλωμα τοῦ φυτοῦ.
»Ἐπειδή, λοιπόν, αὐτὸ ποὺ ἀποσπᾶται ἀπὸ ἔμψυχο (στοιχεῖο) γιὰ νὰ συστήσει ἕνα ἔμψυχο ὅν, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι νεκρὸ –διότι ἡ νεκροτητα προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀπουσία ψυχῆς· καὶ ἡ ἀπουσία ψυχῆς δὲν παίρνει μορφή–, ἀπ’ αὐτὰ καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ σύσταση τοῦ ἀνθρώπου γίνεται ἀπὸ την κοινὴ συνύπαρξη καὶ τῶν δύο (ψυχῆς καὶ σώματος)· οὔτε τὸ ἕνα προηγείται οὔτε τὸ ἄλλο ἀκολουθεῖ.
»Ὑποχρεωτικά το δόγμα μᾶς προβλέπει ὅτι κάποτε θὰ σταματήσει ἡ αὔξηση ψυχῶν, γιὰ νὰ μὴν αὐξάνεται διαρκῶς ἡ ἀνθρώπινη φύση· καθὼς μὲ τὰ νεογέννητα θὰ κινεῖται πρὸς τὰ ἐμπρὸς καὶ ποτὲ δὲν θὰ σταματᾶ. Νομίζουμε πὼς ἡ αἰτία ὅτι πρέπει νὰ σταματήσει κάποτε τὴν κίνησή της καὶ ἢ δική μας φύση εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι ὅπως κάθε νοητὴ φύση βρίσκεται στὸ πλήρωμά της, εἶναι φυσιολογικὸ καὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση νὰ φτάσει στὸ τέρμα τῆς –διότι οὔτε αὐτὸ εἶναι ξένο πρὸς τὴ νοητὴ φύση–, ὥστε νὰ μὴ θεωρεῖται ὅτι πάντοτε ζεῖ μὲ ἔλλειψη. Διότι, ἡ συνεχὴς προσθήκη τῶν νεογέννητων ἀποτελεῖ κατηγορία, ὅτι ἡ φύση εἶναι ἐλλιπής.
»Ὅταν, λοιπόν, τὸ ἀνθρώπινο γένος ἔρθει στὸ πλήρωμά του, θὰ σταματήσει
ὁπωσδήποτε αὐτὴ ἡ ρευστὴ κίνηση τῆς φύσεώς μας, ἀφοῦ ἔφθασε στὸ ἀναγκαῖο τέρμα. Καὶ κάποια ἄλλη κατάσταση θὰ διαδεχθεῖ αὐτὴ τὴ ζωή, διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν παροῦσα, ποὺ βρίσκεται στὴ γένεση καὶ τὴ φθορά. Διότι, ἂν δὲν ὑπάρχει γένεση, ὑποχρεωτικὰ δὲν θὰ γίνει οὔτε αὐτὸ ποὺ θὰ φθαρεῖ. Ἐὰν ἡ σύνθεση ἀρχίζει πρὶν ἀπὸ τὴ διάλυση –καὶ σύνθεση ἐννοοῦμε την ἐμφάνιση μὲ τὴ γέννηση–, εἶναι ἑπόμενο, ἐὰν δὲν προηγηθεῖ ἡ σύνθεση, δὲν θ’ ἀκολουθήσει οὔτε ἡ διάλυση. Ἑπομένως, ἡ ζωὴ μετὰ τὴν παρούσα προμηνύεται ὁπωσδήποτε σταθερὴ καὶ ἀδιάλυτη, χωρὶς νὰ ἀλλοιώνεται οὔτε ἀπὸ τὴ γένεση οὔτε ἀπὸ τὴ φθορά».
Ἀφοῦ ἡ δασκάλα εἶπε αὐτὰ καὶ ἐπειδὴ πολλοὶ ποὺ ἄκουγαν νόμισαν ὄτι ἡ συζήτηση ἔφτασε στὸ τέλος της, ἐγώ, ἀντίθετα, φοβήθηκα ὅτι, ἐὰν ἡ δασκάλα πάθει κάτι λόγω τῆς ἀρρώστιας της, ὅπως καὶ ἔγινε, μήπως δὲν θὰ ὑπάρχει αὐτὸς ὁ ὁποῖος θὰ ἀντικρούσει τὶς θεωρίες τῶν ἐχθρῶν μας σχετικὰ μὲ την ἀνάσταση. Γι’ αὐτὸ εἶπα: «ἡ συζήτησή μας δὲν ἔθιξε ἀκόμη τὸ σπουδαιότερο μέρος τοῦ δόγματος (τῆς ἀναστάσεως). Διότι λέει ἡ θεόπνευστη Ἁγία Γραφή, καὶ ἡ Καινὴ καὶ ἡ Παλαιὰ διδασκαλία, ὅτι ὅταν κάποτε θὰ φθάσει ἡ φύση μας μὲ τάξη καὶ συνοχὴ στὸ τέλος αὐτῆς τῆς παροδικῆς χρονικῆς κινήσεώς της, τότε θὰ σταματήσει αὐτὴ ἡ χρονικὴ ροὴ ποὺ δημιουργεῖται ἀπὸ τὴ διαδοχὴ τῶν γενεῶν· καὶ τὸ σύνολο τοῦ πληρώματος δὲν θὰ δέχεται πλέον καμιὰ ἐπιπλέον αὔξηση. Τότε ὅλο το σύνολο τῶν ψυχῶν θὰ ἐπιστρέψει πάλι ἀπὸ την κατάσταση ποὺ ἦταν ἀόρατο καὶ σκορπισμένο, στὴν κατάσταση νὰ ἔχει μορφὴ καὶ νὰ φαίνεται· τὰ ἴδια στοιχεῖα, μὲ τὴν ἴδια τάξη. θὰ συνδράμουν πάλι ὄλα μαζί, τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο, (καὶ θὰ συστήσουν τὸν ἄνθρωπο). Αὐτὴ ἡ (νέα) κατάσταση τῆς ζωῆς λέγεται ἀπὸ τὴ διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφής ἀνάσταση· μὲ τὸ ὄνομα αὐτό, μαζὶ μὲ τὴν ἀναγέννηση τοῦ γηΐνου, ἐννοείται καὶ ὅλη ἡ κίνηση καὶ συνδρομὴ τῶν στοιχείων».
«Ποιό, λοιπόν, ἀπ’ αὐτά, εἶπε ἐκείνη, δὲν εἰπώθηκε στὴ συζήτησή μας;».
«Αὐτό, λέω, τὸ δόγμα τῆς ἀναστάσεως».
«Καὶ ὅμως, ἀπάντησε, πολλά, ποὺ εἰπώθηκαν μὲ κάθε λεπτομέρεια, σ’ αὐτὸ τὸ θέμα μᾶς ὁδηγοῦν».
«Δὲν γνωρίζεις, ρώτησα, πόσο πλῆθος ἐπιχειρημάτων ἐπιστρατεύουν οἲ
ἀντιτιθέμενοι σ’ αὐτὴ μας τὴν ἐλπίδα;». Καὶ ἐπιχειροῦσα ταυτόχρονα νὰ ἐκθέσω τὶς ἀντιρρήσεις ποὺ οἱ ἐριστικοί μας ἀντίπαλοι ἐφευρίσκουν ἐναντίον τῆς ἀναστάσεως.
Μοῦ ἀπάντησε ἐκείνη: «Μοῦ φαίνεται ὅτι πρέπει πρῶτα νὰ ἀναφέρουμε μὲ συντομία ὅσα διάσπαρτα ἀναφέρει ἡ Ἁγία Γραφὴ γι’ αὐτὸ τὸ δόγμα, γιὰ νὰ ἔχουμε ἐπικεφαλίδα τοῦ λόγου μᾶς ἐκείνη (Ἄγ. Γραφή). Ἄκουσα, λοιπόν, τον Δαβὶδ νὰ ὑμνολογεῖ στὶς θεόπνευστες ὠδές του, καὶ νὰ ἔχει ὡς περιεχόμενο τοῦ ὕμνου του, στὸν ἑκατοστὸ τρίτο Ψαλμό, τὸ στολισμὸ τοῦ σύμπαντος· Λέει τὸ ἑξῆς πρὸς τὸ τέλος τοῦ ψαλμοῦ: “Θ’ ἀφαιρέσεις τὸ πνεῦμα τους καὶ θὰ πεθάνουν· καὶ θὰ ἐπιστρέψουν πάλι στὸ χῶμα (τῆς προελεύσεώς) τους. Θὰ ξαναστείλεις τὸ Πνεῦμα σου καὶ θὰ ζήσουν· καὶ θὰ ἀναγεννήσεις ὅλα τὰ πρόσωπα τῆς γῆς”. Ἐννοεῖ, μ’ αὐτὰ τὰ λόγια, τὴ δύναμη τοῦ Πνεύματος ποὺ ἐνεργεῖ καὶ δίνει ζωὴ σὲ ὅλους ὅσους ἐπισκέπτεται, ἐνῶ ἀφαιρεῖ τὴ ζωὴ ἀπ’ ὅσους ἀποχωρεῖ.
»Ἐπειδή, λοιπόν, λέει ὅτι μὲ τὴν ἀναχώρηση τοῦ πνεύματος ἔχουμε τὸ θάνατο τῶν ζώντων, ἐνῶ μὲ τὴν παρουσία τοῦ ἔχουμε τὴν ἀναγέννηση τῶν νεκρῶν, σύμφωνα μὲ τὴ λογικὴ σειρά, προηγεῖται ὁ θάνατος αὐτῶν ποὺ θὰ ξαναγεννηθοῦν. Νομίζουμε ὅτι στὸν ψαλμὸ τοῦ ἐκεῖνο ὁ Δαβίδ, μὲ τὸ προφητικό του χάρισμα, προαναγγέλλει τὸ μυστήριο τῆς ἀναστάσεως ποῦ ἡ Ἐκκλησία κηρύττει.
»Ἀλλὰ καὶ κάπου ἀλλοῦ ὁ ἴδιος προφήτης λέει ὅτι ὁ Θεὸς τοῦ σύμπαντος, ὁ Κύριος ὅλων των ὄντων, “φανερώθηκε σὲ μᾶς καὶ συνέστησε τὴ γιορτὴ μὲ τοὺς πυκασμούς”. Μὲ τὴ λέξη “πυκασμὸ” ἐννοεῖ τὴν ἑορτὴ τῆς Σκηνοπηγίας, ἡ ὁποία, καθὼς νομίζω, καθιερώθηκε παλαιὰ ἀπὸ τὴν παράδοση τοῦ Μωϋσῆ· μ’ αὐτὴν ὁ νομοθέτης προαναγγέλλει τὰ μέλλοντα νὰ συμβοῦν· αὐτὴ (Σκηνοπηγία) γίνεται πάντοτε (συμβολικά), ἀλλὰ δὲν ἔχει γίνει ἀκόμη (πραγματικά).
»Προαγγελόταν, βέβαια, ἡ ἀλήθεια τυπολογικά, μὲ τὰ σύμβολα ὅσων γίνονταν, ἡ ἀληθινὴ ὅμως σκηνοπηγία δὲν γινόταν ἀκόμη. Ἀλλά, ἀκριβῶς γιὰ τὸ γεγονός αὐτό, σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τοῦ προφήτη, ὁ Θεὸς καὶ Κύριος του συμπαντος φανερώθηκε σὲ μᾶς, γιὰ νὰ συσταθεῖ στὴν ἀνθρώπινη φύση ἡ σκηνὴ της διαλυμένης οἰκίας μας, ποὺ θὰ σχηματισθεῖ πάλι σὲ σῶμα ἀπὸ τὴ συνδρομὴ τῶν στοιχείων. Διότι ἡ λέξη “πυκασμὸς” δηλώνει μὲ ἔμφαση τὴν ἔνδυση καὶ τὸ στολισμὸ τῆς (τῆς ἀνθρώπινης φύσεως).
»Καὶ τὰ λόγια τοῦ Ψαλμοῦ ἔχουν ὡς ἑξῆς: “Ὁ Θεὸς Κύριος φανερώθηκε σὲ μᾶς, γιὰ νὰ συστήσει ἑορτὴ μὲ τὸ στολισμὸ ἕως τὰ κέρατα τοῦ θυσιαστηρίου”. Μοῦ φαίνεται ὅτι αὐτὸ προαναγγέλλει συμβολικὰ ὅτι θὰ συστηθεῖ μιὰ γιορτὴ ὅλης της λογικῆς δημιουργίας, στὴν ὁποία θὰ συμπανηγυρίζουν τὰ κατώτερα μὰ τὰ ἀνώτερα στοιχεῖα μὲ τὴ συνοδία τῶν ἀγαθῶν.
Ἐπειδὴ στὴν περίπτωση τοῦ κανονισμοῦ τοῦ Ναοῦ (τοῦ Σολομώντα), δεν ἐπιτρεπόταν σὲ ὅλους ποὺ βρισκόταν ἀπέξω νὰ εἰσέλθουν μέσα, ἀλλὰ ἀπαγόρευαν τὴν εἴσοδο στοὺς εἰδωλολάτρες καὶ ξένους· καὶ ἐπίσης, οἲ εἰσερχόμενοι δὲν εἶχαν ὅλοι το ἴδιο δικαίωμα νὰ προχωρήσουν στὰ ἐνδότερα, ἐὰν δὲν ἐξαγνιζόταν μὲ καθαρότερη νηστεία καὶ ραντισμούς· καὶ πάλι, για ἐκείνους τοὺς ἴδιους δὲν ἦταν προσβάσιμος ὁ ἐσωτερικὸς ναὸς σὲ ὅλους, ἀλλὰ ἐπιτρεπόταν μόνον στοὺς ἱερεῖς νὰ ἐπιτελοῦν τὶς ἀναγκαῖες ἱερουργίες μέσα στὸ καταπέτασμα· καὶ τὸ ἀπόκρυφο καὶ ἀπροσπέλαστο μέρος τοῦ Ναοῦ, στὸ βρισκόταν τὸ θυσιαστήριο στολισμένο μὲ κέρατα σὰν προβόλους, ἦταν ἄβατο καὶ γιὰ τοὺς ἴδιους τους ἱερεῖς· ἐκτὸς ἀπὸ ἕναν ποὺ προεξῆρχε τῶν ἱερέων καὶ ὁ ὁποῖος μιὰ φορὰ τὸ χρόνο, τὴν ὁρισμένη ἡμέρα ἀπὸ τὸ Νόμο, μόνος τοὺ ἔμπαινε μέσα γιὰ νὰ προσφέρει τὴν πιὸ ἀπόκρυφη καὶ μυστικὴ ἱερουργία.
»Ἐάν, λοιπόν, ὑπῆρχε τόση διαφορὰ στὰ μέρη τοῦ Ναοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἤταν μιμητικὴ ἀπεικόνιση τῆς νοητῆς καταστάσεως, ὁ ἐξωτερικὸς καὶ μόνο συμβολισμὸς διδάσκει τὸ ἑξῆς: δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πλησιάσει ὅλη ἡ λογικὴ φύση τὸ Θεό, δηλαδὴ νὰ πιστέψει καὶ ὁμολογήσει τὸν ἀληθινὸ Θεό, ἀλλὰ οἱ πλανεμένοι σὲ ψευδεῖς θεωρίες βρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὸ θεῖο περίβολο· ἀπὸ ἐκείνους πάλι, ποὺ μὲ τὴν ὁμολογία τῆς πίστεως εἰσῆλθαν μέσα (στὸ Ναό), προτιμῶνται περισσότερο ὅσοι καθαρίζονται μὲ ραντισμοὺς καὶ ἁγνισμούς· καὶ ἀπ’ αὐτοὺς τέλος πλεονεκτοῦν οἱ ἀφιερωμένοι, ὥστε νὰ ἀξιώνονται τὴν ἐσωτερικὴ μυσταγωγία.
»Καὶ ἐὰν κάποιος ἐξηγήσει πιὸ φανερὰ αὐτὴ τὴν ἀλληγορία, θὰ καταλάβει τὰ ἑξῆς ἀπὸ τὴ διήγηση: ἀπὸ τὶς λογικὲς δυνάμεις ὁρισμένες βρίσκονται μέσα στὸ ἅγιο θυσιαστήριο, ἐγκαταστημένες στὸ ἄδυτο τῆς θεότητος· ἄλλες πάλι ἀπ’ αὐτὲς ἐξέχουν καὶ προβάλλονται σὰν κέρατα, καὶ ἄλλες βρίσκονται γύρω ἀπὸ ἐκεῖνες μὲ καθορισμένη τάξη στὴν πρώτη καὶ δεύτερη σειρά· τὸ ἀνθρώπινο ὅμως γένος, ἐξαιτίας τῆς κακίας ποῦ εἰσῆλθε μέσα του, ἐξορίστηκε ἔξω ἀπὸ τὸ θεῖο περίβολο· ὅταν ὄμως καθαρισθεῖ μὲ τὸ ραντιστήριο λουτρὸ (βάπτισμα), πάλι εἰσέρχεται μέσα.Ἀλλὰ ἐπειδὴ πρόκειται κάποτε νὰ καταργηθοῦν οἱ ἐσωτερικὲς περιφράξεις, μὲ τὶς ὁποῖες ἡ κακία μᾶς ἔβγαλε ἔξω ἀπὸ τὸ ἐσωτερικό του καταπετάσματος, ὅταν ἡ φύση μας θὰ ἀνακαινισθεῖ μὲ τὴν ἀνάσταση καὶ θὰ ἐξαφανισθεῖ ὄλη ἡ φθορὰ τῶν ὄντων ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὴν κακία, τότε θὰ συστηθεῖ κοινὴ γιορτὴ γύρω ἀπὸ τὸ Θεὸ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ θὰ εἶναι στολισμένοι μὲ την ἀνάσταση. Καὶ ἔτσι ὅλοι θὰ γεύονται τὴν ἴδια χαρὰ καὶ εὐφροσύνη, καὶ καμία διαφορὰ δὲν θὰ ξεχωρίζει τὶς λογικὲς φύσεις ἀπὸ τὸ νὰ μετέχουν ἐξίσου· ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ποὺ τώρα βρίσκονται ἔξω (ἀπὸ τὸ καταπέτασμα) ἐξαιτίας τῆς κακίας, θὰ εἰσέλθουν κάποτε μέσα στὰ ἄδυτα τῆς θείας εὐτυχίας καὶ θὰ συνενωθοῦν μὲ τὰ κέρατα τοῦ θυσιαστηρίου, δηλαδὴ μὲ τις σπουδαιότερες ὑπερκόσμιες (ἀγγελικὲς) δυνάμεις.
»Αὐτὸ τὸ λέει ξεκάθαρα ὁ Ἀπόστολος (Παῦλος) ὅταν περιγράφει τὴ συμφωνία ὅλων πρὸς τὸ ἀγαθό, ὅτι, δηλαδή, μπροστά του “θὰ γονατίσουν οἱ ἐπουράνιες, οἱ ἐπίγειες καὶ οἱ καταχθόνιες δυνάμεις, καὶ κάθε γλώσσα θὰ δοξολογήσει ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ Πατέρα”. Ἀντὶ γιὰ κέρατα ἀναφέρει τὶς ἀγγελικὲς καὶ ἐπουράνιες δυνάμεις, ἐνῶ μὲ τις ὑπόλοιπες ὁρολογίες ἐννοεῖ τὴ μετὰ ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους δημιουργία, δηλαδὴ ἐμᾶς, γιὰ τοὺς ὁποίους ὅλους θὰ στηθεῖ μία ἁρμονικὴ γιορτή. Καὶ γιορτὴ εἴναι ἡ ὁμολογία καὶ ἐπίγνωση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ.
»Εἶναι δυνατόν, συνέχισε, νὰ ἐπιλεγοῦν καὶ ἄλλα πολλὰ χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς γιὰ τὴ στήριξη τοῦ δόγματος τῆς ἀναστάσεως. Πράγματι καὶ ὁ Ἰεζεκιήλ, ξεπερνώντας μὲ τὸ προφητικό του πνεῦμα ὅλο τὸν ἐνδιάμεσο χρόνο καὶ τὸ ἀντίστοιχο διάστημα, σταματᾶ ἀκριβῶς στὴ στιγμὴ τῆς ἀναστάσεως· καὶ βλέποντας μὲ τὴν προγνωστική του δύναμη αὐτὸ ποὺ θὰ ἔλθει, ἤδη ὡς παρόν, τὸ ἀναπαριστᾶ μὲ τὴ διήγησή του.
»Εἶδε, λοιπόν, μιὰ ἀπέραντη πεδιάδα νὰ ἁπλώνεται, γεμάτη ἀπὸ πολλούς σωροὺς μὲ ὀστᾶ, ποὺ ἦταν πεταμένα ἄλλα ἀπὸ δῶ κι ἄλλα ἀπὸ κεῖ. Ἔπειτα, μὲ τὴ θεία δύναμη, τὸ κάθε ὀστό κινοῦνταν πρὸς τὸ συγγενικὸ τοὺ καὶ ἑνώνονταν μ’ αὐτὸ ἁρμονικά· στὴ συνέχεια, καλύφθηκαν (τὰ ὀστᾶ) μὲ νεῦρα, σάρκα καὶ δέρμα (τὸ ὁποῖο ὁ Ψαλμὸς τὸ ὀνομάζει στολισμό)· καὶ τέλος τὸ πνεῦμα ἔδωσε ζωὴ καὶ ἀνάστησε ὅλο το πλῆθος τῶν ὀστῶν ποὺ ἤταν πεταμένα ἐκεῖ.
»Καὶ ποιὸς νὰ πεῖ τὴ διήγηση τοῦ Ἀποστόλου σχετικὰ μὲ τὸ θαυμαστὸ γεγονός
τῆς ἀναστάσεως, ἀφοῦ εἶναι πασίγνωστη στοὺς ἀναγνῶστες; Ὅτι, δηλαδή, ὅπως διηγεῖται ὁ λόγος, μὲ κάποιο πρόσταγμα καὶ ἦχο σαλπίγγων, ἀκαριαία ὅλο μαζί το πλῆθος τῶν νεκρῶν καὶ πεθαμένων, θὰ μεταλλαγεῖ στὴν κατάσταση τῆς ἀθανάτου φύσεως; Θὰ ἀφήσουμε στην ἄκρη ἐπίσης καὶ τὶς εὐαγγελικὲς διηγήσεις, διότι ὅλοι τὶς γνωρίζουν. Κι αὐτὸ διότι ὁ Κύριος δὲν διδάσκει μόνο μὲ τὸ λόγο ὅτι οἱ νεκροὶ θ’ ἀναστηθοῦν, ἀλλὰ καὶ ἔμπρακτα ἀνασταίνει, ἀρχίζοντας τὰ θαύματα ἀπὸ τὰ πιὸ κοντινὰ σὲ μᾶς καὶ λιγότερο ἀμφισβητήσιμα.
»Πρῶτα, δηλαδή, δείχνει τὴ ζωοποιὸ δύναμή του στὰ θανατηφορὰ νοσήματα, ἀπομακρύνοντας τὶς ἀρρώστιες μὲ τὸ πρόσταγμα καὶ τὸ λόγο του. Ἔπειτα, ἀνασταίνει ἕνα πρόσφατα πεθαμένο παιδί. Κατόπιν, ἀνασταίνει ἕνα νέο την ὥρα ποὺ μετέφεραν τὴ σορό του στὸν τάφο καὶ τὸν παραδίδει στὴ μητέρα του. Μετὰ ἀπ’ αὐτό, βγάζει ζωντανὸ ἀπὸ τὸν τάφο τὸ νεκρὸ Λάζαρο, ποὺ ἦταν ἤδη πεθαμένος τέσσερις ἡμέρες, καὶ ἀνασταίνει τὸ νεκρὸ μὲ φωνὴ καὶ προσταγή. Τέλος, τὸν ἑαυτό του, ποὺ τὸν εἶχαν τρυπήσει μὲ καρφιὰ καὶ λόγχη, τον ἀνασταίνει ἀπὸ τοὺς νεκροὺς τὴν τρίτη ἡμέρα, γιὰ νὰ φέρνει ὡς ἀπόδειξη της ἀναστάσεως τὰ σημάδια τῶν καρφιῶν καὶ τὴ λογχισμένη πληγῆ. Νομίζω ὄτι δὲν χρειάζεται νὰ τὰ πῶ αὐτὰ διεξοδικά, διότι δὲν μένει καμιὰ ἀμφιβολία σ’ ὅσους παραδέχονται τὰ γραπτά του Εὐαγγελίου».
«Ἀλλὰ τὸ ζητούμενο, εἶπα ἐγώ, δὲν ἦταν αὐτό. Τὸ ὅτι κάποτε θὰ γίνει ἡ ἀνάσταση καὶ ὁ ἄνθρωπος θὰ ὁδηγηθεῖ στὴν ἀδέκαστη κρίση τοῦ Θεοῦ, οἱ περισσότεροι ἀκροατὲς θὰ συμφωνήσουν ὅτι αὐτὰ ἀποδεικνύονται καὶ ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ἀπ’ ὅσα ἤδη ἀναφέραμε. Μένει νὰ ἐξετάσουμε, ἐὰν ἡ μελλοντικὴ κατάσταση θὰ εἶναι ὅπως καὶ ἡ παροῦσα. Ἂν κάτι τέτοιο συνέβαινε, θὰ ἔλεγα ὅτι δὲν συμφέρει στους ἀνθρώπους νὰ ἐλπίζουν σὲ ἀνάσταση. Διότι, ἐὰν τὰ ἀνθρώπινα σώματα ἀποκατασταθοῦν πάλι στὴν κατάσταση ποὺ ἦταν στὸ τέλος τῆς ζωῆς τους, τότε οἱ ἄνθρωποι προσδοκοῦν μὲ τὴν ἀνάσταση μιὰ συμφορὰ δίχως τέλος.
»Διότι, ποιὸ θέαμα εἶναι πιὸ τρισάθλιο ἀπὸ τὰ σώματα ποὺ στὰ βαθιὰ γεράματα ἔχουν συρρικνωθεῖ καὶ ἔχουν πάρει μιὰ ἀπαίσια καὶ ἄσχημη μορφή, καθὼς ἡ σάρκα ἔχει μαραζώσει ἀπὸ τὸ χρόνο, ἐνῶ τὸ ροζιασμένο δέρμα κολλάει πάνω στὰ κόκαλα; Καθώς, ἐπίσης, τὰ νεῦρα κάνουν συσπάσεις, ἐπειδὴ δὲν διατηροῦνται σὲ φυσικὴ ἰκμάδα, καὶ γι’ αὐτὸ ὅλο το σώμα καμπουριάζει καὶ παρουσιάζει ἕνα ἄθλιο καὶ ἐλεεινὸ θέμα. Ἀκόμη, τὸ κεφάλι πέφτει στὰ γόνατα, ἐνῶ τὰ χέρια πέφτουν ἀπὸ δὼ κι ἀπὸ κεῖ· ἀδυνατοῦν νὰ κάμουν τὶς ἐνέργειες τῆς φύσεως, τρέμουν χωρὶς τὴ θέλησή τους καὶ κουνιοῦνται συνεχῶς.
»Ποιὰ εἶναι πάλι τὰ σώματα αὐτῶν ποῦ λιώνουν σὲ χρόνια νοσήματα; Αὐτὰ τόσο διαφέρουν ἀπὸ τὰ ἀπογυμνωμένα ὀστᾶ, ὥστε φαίνονται σὰν νὰ ἔχουν καλυφθεῖ μ’ ἕνα λεπτὸ καὶ φθαρμένο δέρμα. Ποιὰ εἶναι, ἐπίσης, τὰ σώματα ἐκείνων ποῦ ἔχουν φουσκώσει ἀπὸ τὴν ὑδρωπικία; Ποιὰ λόγια νὰ πεῖ κανείς, γιὰ νὰ περιγράψει τὴν ἀπαίσια λέπρα ὅσων προσβλήθηκαν ἀπὸ τὴν ἱερὴ νόσο; Πῶς, δηλαδή, ἡ σήψη προχώρησε σιγὰ σιγὰ καὶ κατατρώει ὅλα τα μέλη, καὶ τὰ ὄργανα καὶ τὰ αἰσθητήριά τους; Καὶ τί νὰ πεῖ κάποιος γιὰ τους ἀκρωτηριασμένους ἀπὸ σεισμοὺς ἢ πολέμους ἢ ἀπὸ κάποια ἄλλη αἰτία, ποὺ ζοῦν πολλὰ χρόνια πρὶν πεθάνουν μ’ αὐτὴ τὴν ἀναπηρία; Ἢ τί νὰ πεῖ για ἐκείνους ποὺ ἀπὸ τὴ γέννησή τους εἶχαν κάποια ἀνωμαλία στὸ σῶμα καὶ μεγάλωσαν μὲ ἀναπηρία στὰ μέλη τους;
»Καὶ τί πρέπει νὰ σκεφθοῦμε γιὰ τὰ νεογέννητα νήπια, ὅσα ἐκτίθενται, ὅσα πνίγονται καὶ ὅσα πεθαίνουν ἀμέσως; Ἐὰν αὐτὰ ἐπανέλθουν στὴ ζωή, ἄραγε θὰ μείνουν στὴ νηπιότητα; Καὶ τί εἶναι πιὸ ἐλεεινὸ ἀπ’ αὐτό; Θὰ φθάσουν στὸ ἄκρο τῆς ἡλικίας; Μὲ τί εἴδους γάλα πάλι θὰ τ’ ἀναθρέψει ἡ φύση;
»Ὥστε, ἐὰν ἀναστηθεῖ τὸ σῶμα μᾶς πάλι στὴν ἴδια σὲ ὅλα κατάσταση, τὸ προσδοκώμενο θὰ εἶναι συμφορά. Ἐὰν πάλι δὲν εἶναι τὸ ἴδιο σῶμα, τότε ὁ ἀναστημένος θὰ εἶναι ἄλλος καὶ ὄχι ἐκεῖνος ποὺ πέθανε. Πράγματι, ἐάν πέθανε παιδὶ καὶ ἀνασταίνεται τέλειος ἄνθρωπος, καὶ τὸ ἀντίστροφο, τότε πώς μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἀναστήθηκε ὁ πεθαμένος, ἀφοῦ ὁ πεθαμένος ἄλλαξε ἡλικία; Διότι, ὅταν κανεὶς βλέπει ἀντὶ γιὰ παιδὶ ὥριμο ἀνθρωπο καὶ ἀντὶ γιὰ γέρο νέο καὶ ἀντὶ γιὰ ἀνάπηρο βλέπει ἀρτιμελὴ καὶ ἀντὶ γιὰ λιπόσαρκο εὔσωμο καὶ τὰ ὑπόλοιπα κατὰ παρόμοιο τρόπο –για νὰ μὴ πολυλογεῖ κανένας ἀναφέροντας μὲ λεπτομέρειες τὰ καθέκαστα–, τότε βλέπει ἄλλο ἄνθρωπο στὴ θέση ἄλλου.
»Ἐὰν ὅμως δὲν ἀναστηθεῖ τὸ σῶμα πάλι ὅπως ἦταν ὅταν παραχώθηκε στὴ γῆ, τότε δὲν θὰ ἀναστηθεῖ ὁ πεθαμένος, ἀλλὰ θὰ πλασθεῖ ἀπὸ τὸ χῶμα ἄλλος ἄνθρωπος. Τί θὰ μὲ ὠφελήσει, λοιπόν, ἡ ἀνάσταση, ἐὰν ἀντὶ γιὰ μένα κάποιος ἄλλος θ’ ἀναστηθεῖ; Πῶς θ’ ἀναγνώριζα ἐγὼ τὸν ἑαυτό μου, βλέποντας στον ἑαυτό μου ὄχι τὸν ἑαυτό μου; Διότι δὲν θὰ ἤμουν ἀληθινὰ ἐγώ, ἐὰν δὲν ἤμουν σὲ ὅλα ἴδιος μὲ τὸν ἑαυτό μου.
»Ὅπως, λοιπόν, στὴν παροῦσα ζωή, ἐὰν ἔχω στὴ μνήμη μου τὰ χαρακτηριστικὰ κάποιου, καὶ αὐτὸς εἶναι, γιὰ παράδειγμα, φαλακρός, μεγαλοχεῖλος, πλακομύτης, λευκός, γαλανομάτης, λευκότριχος καὶ μὲ ρυτίδες στὸ σῶμα· κι ἔπειτα, ἐνῶ ζητῶ αὐτόν, βρίσκω (μετὰ τὴν ἀνάσταση) ἕνα νέο, τριχωτό, γαμψομύτη, μελαχροινὸ καὶ σ’ ὅλα τ’ ἄλλα μὲ διαφορετικὰ χαρακτηριστικά. Ἄραγε, βλέποντας αὐτόν, θὰ νομίσω ὅτι εἶδα ἐκεῖνον; Ἀλλά, γιατί χρονοτριβῶ σ’ αὐτὲς τὶς μικρὲς ἀντιρρήσεις γιὰ τὴν ἀνάσταση καὶ ἀφήνω τὴ σπουδαιότερη; Ποιὸς δὲν γνωρίζει ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση μοιάζει μὲ ρεῦμα, προχωρώντας ἀπὸ τὴ γέννηση στὸ θάνατο πάντοτε μὲ μιὰ κίνηση, ἡ ὁποία τότε σταματᾶ, ὅταν παύει καὶ ἡ ὕπαρξη;
»Καὶ ἡ κίνηση αὐτὴ δὲν εἶναι τοπικὴ μετάσταση –διότι δὲν βγαίνει ἀπὸ τον ἑαυτό της ἡ φύση–, ἀλλὰ προχωρεῖ μὲ ἀλλοίωση. Καὶ ἀλλοίωση σημαίνει αὐτὸ ποὺ λέει τὸ ὄνομά της, δὲν μένει δηλαδὴ ποτὲ στὰ ἴδια (διότι πῶς αὐτὸ ποῦ ἀλλοιώνεται θὰ παραμένει στὴν ταυτότητά του;)· ἀλλά, ὅπως ἡ φλόγα τοῦ φυτιλιοῦ φαίνεται ὅτι εἶναι πάντοτε ἡ ἴδια (διότι ἡ συνεχὴς κίνησή της κάνει τὴ φλόγα νὰ φαίνεται πάντοτε ἀδιάσπαστα ἑνωμένη μὲ τὸν ἑαυτό της), ἐνῶ στὴν πραγματικότητα ποτὲ δὲν μένει ἡ ἴδια, διότι διαδέχεται ἡ ἴδια τὸν ἑαυτό της· (ἡ ὕλη ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὴ θερμοτητα γίνεται φλόγα καὶ μὲ τὴν καύση γίνεται καπνός, καὶ πάντοτε ἡ κίνηση τῆς φλόγας ἐνεργεῖ μὲ τὴ δύναμη τῆς ἀλλοιώσεως μεταβάλλοντας τὸ ἐνεργούμενό της σὲ καπνό)· ὅπως, λοιπόν, ἂν κάποιος ἀγγίξει δύο φορὲς στὸ ἴδιο σημεῖο τὴ φλόγα, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἀγγίξει δύο φορὲς τὴν ἴδια φλόγα (διότι ἡ ταχύτητα τῆς ἀλλαγῆς δὲν περιμένει αὐτὸν ποὺ τὴν ἀγγίζει πάλι γιὰ δεύτερη φορά, ὅσο γρήγορα κι ἂν τὸ κάμει), ἀλλὰ παντοτε ἡ φλόγα γίνεται καινούργια καὶ νωπή, καὶ πάντοτε διαδέχεται τὸν ἑαυτὸ της καὶ ποτὲ δὲν μένει στὸ ἴδιο σημεῖο. Κάτι παρόμοιο γίνεται καὶ μὲ τὴ φύση τοῦ σώματός μας.
»Διότι ἡ ροὴ καὶ ἡ ἀπορροὴ τῆς φύσεώς μας προχωρεῖ πάντοτε μὲ την κίνηση τῆς ἀλλοιώσεως· καὶ τότε παύει νὰ κινεῖται, ὅταν λήξει καὶ ἡ ζωή. Ὅσο χρόνο ὅμως ζεῖ, δὲν σταματᾶ καθόλου· διότι ἢ γεμίζει ἢ ἀδειάζει ἢ πάντοτε κινεῖται μὲ συνδυασμὸ καὶ τῶν δύο καταστάσεων. Ἐάν, λοιπόν, κανεὶς δὲν εἶναι ἴδιος μὲ τὸ χθεσινὸ ἑαυτό του, ἀλλὰ μὲ την ἀλλοίωση γίνεται διαφορετικός, ὅταν ἡ ἀνάσταση θὰ ἐπαναφέρει πάλι τὸ σῶμα μας στὴ ζωή, ὁ ἕνας θὰ γίνει πλῆθος ἀνθρώπων, γιὰ νὰ μὴν ἀπουσιάζει ἀπὸ τὸν ἀναστημένο τίποτε, τὸ βρέφος, τὸ νήπιο, τὸ παιδί, ὁ ἔφηβος, ὁ ἄνδρας, ὁ πατέρας, ὁ γέροντας καὶ ὅλες οἱ ἐνδιάμεσες καταστάσεις τῆς ἡλικίας.
»Ἐφόσον ὅμως καὶ ἡ σωφροσύνη καὶ ἡ ἀκολασία γίνονται μὲ τὴ σάρκα, πώς εἶναι δυνατὸν στὴν Κρίση ν’ ἀποδοθεῖ τὸ δίκαιο τόσο σ’ ἐκείνους ποὺ ὑπομένουν τὶς ὀδυνηρὲς τιμωρίες γιὰ τὴν εὐσέβεια, ὅσο καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ τις ἀποφεύγουν ἀπὸ φιλοσαρκία; Καθὼς καὶ οἱ δύο κατηγορίες (ἀνθρώπων) δείχνουν τὴ διαγωγή τους μὲ τὶς αἰσθήσεις τοῦ σώματος; Ή, στὴν περιπτωση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ τώρα ἁμαρτάνει καὶ κατόπιν μὲ τὴ μετάνοια καθαρίζεται, ἂν τύχει νὰ πέσει πάλι ὁ ἴδιος σὲ σφάλμα, ὁπότε τὸ σῶμα θὰ ἔχει γευθεῖ, σύμφωνα μὲ τὴν ροὴ τῆς φύσεως, καὶ τὴν κατάσταση τῆς ἀκολασίας καὶ της καθαρότητος, χωρὶς καμία ἀπὸ τὶς δύο νὰ καταφέρει νὰ διαρκέσει γιὰ πάντα, τότε ποιὸ σῶμα θὰ τιμωρηθεῖ γιὰ τὴν ἀκολασία; Αὐτὸ ποὺ ζάρωσε στὰ γεράματα, λίγο πρὶν τὸ θάνατο; Ἀλλὰ αὐτὸ ἦταν διαφορετικὸ ἀπ’ αὐτὸ ποὺ διέπραξε τὴν ἁμαρτία. Μήπως αὐτὸ ποῦ μολύνθηκε ἀπὸ τὸ πάθος; Καὶ ποῦ θὰ εἶναι τότε ὁ γέρος ἄνθρωπος; Διότι, ἢ δὲν θ’ ἀναστηθεῖ αὐτός, ὁπότε δὲν θὰ ἔχει γενικὴ ἰσχὺ ἡ ἀνάσταση· ἢ θὰ ἀναστηθεῖ αὐτός, ἀλλὰ θὰ ξεφύγει ἀπὸ την τιμωρία αὐτὸς (ὁ νέος) ποὺ τὴν διέπραξε.
»Ἃς ἀναφέρω καὶ κάτι ἄλλο ἀπ’ ὅσα λένε αὐτοὶ ποὺ δὲν δέχονται τὴ διδασκαλία μας (γιὰ τὴν ἀνάσταση). Ἡ φύση, λένε, κανένα μόριο τοῦ σώματος δὲν ἔπλασε, γιὰ νὰ εἶναι ἄπραγο. Ὁρισμένα (μόρια) ἔχουν τὴν αἰτία καὶ τὴ δύναμη τῆς ζωῆς μέσα μας, χωρὶς τὰ ὁποῖα δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἡ ζωὴ τοὺ σώματος· γιὰ παράδειγμα, ἡ καρδιά, τὸ συκώτι, ὁ ἐγκέφαλος, τὰ πνευμόνια, τὸ στομάχι καὶ τὰ ἄλλα σπλάγχνα. Ἄλλα μόρια ἔχουν ἀποστολὴ νὰ λειτουργούν τὶς αἰσθήσεις, ἄλλα εἶναι γιὰ νὰ ἐνεργοῦν τὶς πράξεις καὶ κινήσεις καὶ ἄλλα εἶναι ἁρμόδια γιὰ τὴν ἀναπαραγωγὴ τῶν ἀπογόνων.
»Ἐάν, λοιπόν, ἡ μετέπειτα ζωή μας θὰ συνίσταται στὴν ἴδια ἀποστολὴ (μὲ την παροῦσα), τότε ἡ ἀνάσταση δὲν ὠφελεῖ καθόλου. Ἐὰν ὅμως εἶναι ἀλήθεια –όπως καὶ εἴναι–, ὅτι στὴ ζωὴ μετὰ τὴν ἀνάσταση δὲν ἔχει θέση ὁ γάμος, οὔτε ἡ ζωὴ συντηρεῖται ἀπὸ τὸ φαγητὸ καὶ τὸ πιοτό, τότε ποιὰ ἀνάγκη θὰ ὑπάρχει γιὰ τὰ μόρια τοῦ σώματος, ἀφοῦ στὴν ἄλλη ζωὴ δὲν θὰ χρειάζονται γιὰ ὅσα τώρα αὐτὰ τὰ μέλη χρησιμεύουν; Πράγματι, ἐὰν χάρη στὸ γάμο ὑπάρχουν τὰ σχετικὰ μὲ τὸ γάμο, ὅταν ἐκεῖνος δὲν θὰ ὑφίσταται, δὲν θὰ χρειαζόμαστε τίποτε ἀπὸ τὰ σχετικὰ γάμου. Παρόμοια, δὲν θὰ εἶναι ἀναγκαία τὰ χέρια γιὰ τὴν ἐργασία, τὰ πόδια γιὰ τὸ δρόμο, τὸ στόμα γιὰ τὴ λήψη τροφῆς, τὰ δόντια γιὰ νὰ τὴ μασήσουν, τὰ σπλάγχνα γιὰ τὴν πέψη καὶ οἱ διεξοδικοὶ πόροι γιὰ τὴν ἀποβολὴ τῶν ἀχρήστων. Ὅταν, λοιπόν, οἱ λειτουργίες ἐκείνες δὲν ὑπάρχουν, πῶς καὶ γιατί νὰ ὑπάρχουν τὰ ὄργανα τὰ ὁποῖα τὶς ἐκτελοῦν;
»Εἶναι, ἑπομένως, ἀνάγκη, ἐὰν δὲν θὰ ὑπάρχουν στὸ σῶμα τὰ μόρια ποὺ δεν πρόκειται νὰ συμβάλλουν στὴ ζωὴ ἐκείνη, οὔτε ὅσα εἶναι συμπληρωματικὰ στὸ τωρινό μας σῶμα (διότι ἡ ζωὴ συνίσταται ἀπὸ ἄλλα), καὶ κανεὶς αὐτὸ νὰ μὴν τὸ ὀνομάσει ἀνάσταση, ἀφοῦ δὲν συγκροτοῦν τὸ σῶμα καθένα ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ λόγω τῆς ἀχρησίας τοὺς σ’ ἐκείνη τὴ ζωή; Ἐὰν ὅμως σὲ ὅλα τα μέλη τοῦ σώματος θὰ συμβεῖ ἡ ἀνάσταση, τότε αὐτὸς ποὺ ἐνεργεῖ τὴν ἀνάσταση θὰ δημιουργήσει γιὰ ἐκείνη τὴ (μέλλουσα) ζωὴ μάταια καὶ ἀνώφελα μέλη. Ἀλλ’ ὅμως, πρέπει νὰ πιστέψουμε ὅτι καὶ ἡ ἀνάσταση θὰ γίνει καὶ δὲν εἴναι ἄσκοπη. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ προσέξουμε στὸ ζήτημα, μὲ ποιὸ τρόπο θὰ διασωθεῖ στὸ δόγμα τὸ ὀρθό».
Ἀφοῦ, λοιπόν, εἶπα ἐγὼ αὐτά, μοῦ λέει ἡ δασκάλα: «μὲ δεξιότητα καὶ συμφωνα μὲ τὴν καλούμενη ρητορικὴ τέχνη, παρουσίασες τὸ δόγμα τῆς ἀναστάσεως· κατοχύρωσες τὴν ἀλήθεια μὲ πειστικὰ ἀνασκευαστικὰ ἐπιχειρήματα, ὥστε ἐκεῖνοι ποὺ δὲν γνωρίζουν καλά το μυστήριο αὐτὸ τῆς ἀλήθειας, νὰ ἐπηρεασθοῦν σοβαρὰ ἀπὸ τὰ ἐπιχειρήματα σοὺ καὶ νὰ πιστέψουν ὅτι ἡ ἀπορία γιὰ τὰ λεγόμενα δὲν εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸ δέον.
»Ἡ ἀλήθεια, ὅμως, δὲν εἶναι αὐτή, ἂν καὶ δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ τὰ ἀναιρέσουμε αὐτὰ μὲ τὴν ἴδια ρητορικὴ δύναμη. Ἡ ἀλήθεια γι’ αὐτὰ εἴναι ἀποταμιευμένη στοὺς ἀπόκρυφους θησαυροὺς τῆς σοφίας· καὶ τότε θὰ ἐμφανισθεῖ, ὅταν ἔμπρακτα θὰ μάθουμε τὸ μυστήριο τῆς ἀναστάσεως· ὀπότε δὲν θὰ μᾶς χρειάζονται λόγια γιὰ νὰ φανερώσουμε ὅσα ἐλπίζουμε. Ἀλλά, ὅπως ἀκριβῶς τὴ νύχτα, ὅσοι ξαγρυπνοῦν, λένε πολλὰ γιὰ τὴ λάμψη τοῦ ἥλιου, πῶς (φαντάζονται ὅτι) εἶναι· μόλις ὅμως ἐμφανισθεῖ ἡ χάρη της ἀκτίνας τοῦ ἥλιου, καταργεῖ κάθε περιγραφὴ τῶν λόγων· ἔτσι, ὅταν τὸ προσδοκώμενο ἀποκτηθεῖ μὲ τὴν πείρα, θ’ ἀποδείξει χωρὶς καμιὰ ἀξία κάθε συλλογισμὸ ὁ ὁποῖος στοχάζεται τὴ μέλλουσα κατάσταση. Ἐπειδή, ὅμως, δὲν πρέπει νὰ ἀφήσουμε ὁλοκληρωτικὰ ἀνεξέταστες τις ἐνστάσεις ποὺ ὑπέβαλαν σὲ μᾶς, γι’ αὐτὸ θὰ συζητήσουμε τὰ ἐπιχειρήματα αὐτά.
»Πρέπει πρῶτα νὰ καταλάβουμε ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ δόγματος της ἀναστάσεως καὶ γιὰ χάρη τίνος ἔχει λεχθεῖ αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἁγία φωνὴ καὶ ἔγινε πιστευτό. Λοιπόν, γιὰ νὰ τὸ ὁρίσουμε, ἀφοῦ τὸ βάλουμε σὲ συγκεκριμένες συντεταγμένες, λέμε τὸ ἑξῆς: ἀνάσταση εἶναι ἡ ἀποκατάσταση τῆς φύσεως μας (στὸ ἀρχαῖο κάλλος της). Ἀλλά, στὴν ἀρχικὴ ζωὴ ποὺ μᾶς ἔπλασε ὁ Θεός, δὲν ὑπῆρχαν, ὅπως ἦταν φυσικό, οὔτε γεράματα, οὔτε νηπιακὴ ἡλικία, οὔτε τὰ βάσανα τῶν πολύμορφων ἀσθενειῶν, οὔτε τίποτε ἄλλο ἀπὸ την σωματικὴ ταλαιπωρία (διότι δὲν εἶναι φυσικὸ νὰ δημιουργεῖ τέτοιου εἴδους καταστάσεις ὁ Θεός)· ἀλλὰ ἡ ἀνθρώπινη φύση ἦταν κάτι τὸ θεῖο, προτοὺ ὁρμήσει στὴν ἀνθρωπότητα τὸ κακό. Καὶ ὅλα αὐτὰ ἦλθαν σὲ μᾶς μὲ την ἔλευση τῆς κακίας. Ἑπομένως, ὁ βίος ποὺ εἶναι χωρὶς κακία, δὲν θὰ ἔχει καμιὰ ἀνάγκη νὰ γεύεται τὶς συνέπειες τῆς κακίας.
»Συμβαίνει ὅ,τι μ’ αὐτὸν ποὺ πεζοπορεῖ στὴν παγωνιὰ καὶ αἰσθάνεται τὸ ψύχος στὸ σῶμα του, ἢ ὅ,τι μ’ αὐτὸν ποὺ βαδίζει κάτω ἀπὸ τὶς θερμὲς ἀκτίνες τοὺ ἥλιου καὶ μαυρίζει τὸ δέρμα του· καὶ ὅταν κάποιος ἀπομακρυνθεῖ καὶ ἀπὸ τὰ δύο αὐτά, θὰ ἀπαλλαγεῖ σίγουρα καὶ ἀπὸ τὸ μαύρισμα καὶ ἀπὸ τὴν ψύξη· διότι, ὅταν δὲν ὑπάρχει ἡ αἰτία, κανεὶς δὲν δικαιολογεῖται νὰ ζητεῖ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς. Ἔτσι καὶ ἡ φύση μας, ὅταν ἔγινε ἐμπαθής, ἀναγκαστικὰ ὑπέστη ὄσα συνεπάγεται ἡ ζωὴ τῶν παθῶν. Ὅταν ὅμως ἐπιστρέψει πάλι στὴν ἀπαθὴ μακαριότητα, τότε δὲν θὰ φέρει μαζί της τὶς συνέπειες τῆς κακίας.Ἐπειδή, λοιπόν, ὅσα ἀπὸ τὴν ἄλογη ζωὴ ἀναμίχθηκαν στὴν ἀνθρώπινη φύση, δὲν ἀνῆκαν σὲ μᾶς προτοῦ πέσουμε στὰ πάθη μὲ τὴν κακία, σίγουρα, ὅταν καθαρισθοῦμε ἀπὸ τὰ πάθη, θὰ ἐγκαταλείψουμε μαζὶ καὶ ὅλα τὰ συνακόλουθά τους. Ἑπομένως, δὲν εἶναι ὀρθὸ σ’ ἐκείνη τὴ ζωὴ (της ἀναστάσεως) νὰ ζητάει κανεὶς ὅσα συνέβησαν σὲ μᾶς ἐξαιτίας τῶν παθῶν.
»Ὅπως ὅταν κάποιος ἔχοντας ξεσχισμένο χιτώνα τὸν πετάξει ἀπὸ πάνω του, δὲν θὰ βλέπει πλέον στὸν ἑαυτὸ τοῦ τὴν ἀσχήμια τοῦ πεταμένου ρούχου, ἔτσι ὅταν κι ἐμεῖς θὰ ἀπεκδυθοῦμε ἀπὸ πάνω μας ἐκεῖνο τὸν νεκρὸ καὶ ἀπαίσιο χιτώνα, ποὺ μᾶς ἐπιβλήθηκε ἀπὸ τὰ ἄλογα δέρματα (ὅταν ἀκούω δέρμα ἐννοὼ τὴ μορφὴ τῆς ἀλόγου φύσεως, τὴν ὁποία φορέσαμε ἀφοῦ ἐξοικειωθήκαμε μὲ τὰ πάθη), τότε μαζὶ μὲ τὴν ἔκδυση τοῦ δέρματος θὰ ἀποβάλλουμε καὶ ὅλα ὅσα ἦταν γύρω μὲ τὸ δέρμα τῆς ἀλόγου φύσεως.
»Καὶ αὐτὰ ποὺ πήραμε ἀπὸ τὸ ἄλογο δέρμα εἶναι ἡ γαμικὴ μίξη, ἡ σύλληψη, ἡ γέννηση, ἡ ἀκαθαρσία, ὁ θηλασμός, ἡ τροφή, ἡ ἀποβολὴ τῶν ἀκαθαρσιῶν, ἡ βαθμιαία αὔξηση πρὸς τὸ τέλειο, ἡ νεότητα, τὰ γεράματα, ἡ ἀσθένεια, ὂ θάνατος. Ἐάν, λοιπόν, δὲν θὰ ἔχουμε πάνω μας ἐκεῖνο (τὸ δέρμα), πῶς θὰ μείνουν σὲ μᾶς ἐκεῖνα ποῦ προέρχονται ἀπ’ αὐτό; Ἑπομένως, ἀφοῦ ἐλπίζουμε στὴ μέλλουσα ζωὴ μιὰ ἄλλη κατάσταση, εἶναι μάταιος κόπος νὰ ἀντιδροῦν στὸ δόγμα τῆς ἀναστάσεως μὲ στοιχεῖα ποὺ δὲν ἔχουν καμιὰ σχέση μ’ αὐτήν. Διότι, τί κοινὸ ἔχει τὸ ζάρωμα καὶ ἡ παχυσαρκία, ἡ ἀδυναμία καὶ ἡ πληθωρικότητα καὶ ὅ,τι ἄλλο ἀφορᾶ στὴ ρευστὴ φύση τῶν σωμάτων μὲ τὴ ζωὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία εἶναι ξένη μὲ τὴ ρευστὴ καὶ παροδικὴ διαγωγὴ τῆς παρούσης ζωῆς;
»Ἕνα μόνο ζητάει τὸ δόγμα τῆς ἀναστάσεως, ἄνθρωπο ποὺ προῆλθε ἀπὸ γέννηση, ἢ καλύτερα, ὅπως λέει τὸ Εὐαγγέλιο, “ἐὰν γεννήθηκε ἄνθρωπος στὸν κόσμο”· τὸ ἂν ὑπῆρξε μακρὸς ἢ βραχὺς ὁ βίος τοὺ ἢ ὁ θάνατός του συνέβη μὲ τὸν ἄλφα ἢ βήτα τρόπο, εἶναι μάταιο νὰ συνεξετάζεται μὲ τὸ δόγμα τῆς ἀναστάσεως. Ὅπως κι ἂν ὑποθέσουμε ὄτι ἔγιναν αὐτά, εἶναι σχεδὸν τὸ ἴδιο, καὶ ἀπὸ τὴ διαφορὰ αὐτὴ δὲν προκαλεῖται οὔτε δυσκολία οὔτε εὐκολία στὴν ἀνάσταση. Ἐκεῖνος ποὺ ἄρχισε νὰ ζεῖ, πρέπει πάντως νὰ ζήσει, ἀφοῦ διορθωθεῖ μὲ την ἀνάσταση ἡ διάλυσή του, ποὺ στὸ μεταξὺ ἔφερε ὁ θάνατος. Τὸ πῶς καὶ τὸ πότε γίνεται ἡ διάλυση, τί σχέση ἔχει μὲ τὴν ἀνάσταση;
»Ἡ ἐξέταση γι’ αὐτὸ (τὸ δόγμα τῆς ἀναστάσεως) λαμβάνει ὑπόψη τῆς ἄλλη προϋπόθεση, ἂν δηλαδὴ ἔζησε κανεὶς μὲ ἀπολαύσεις ἢ μὲ στερήσεις, μὲ ἀρετὴ ἢ κακία, ἐπαινετὰ ἢ μὲ ἐνοχές, ἂν πέρασε τὴ ζωὴ τοῦ ἐλεεινὰ ἢ εὐτυχισμένα. Διότι ὅλα αὐτὰ καὶ τὰ παρόμοια βρίσκονται ἀπὸ τὸ μάκρος καὶ τὸ εἶδος της παρούσης ζωῆς. Καὶ ἔτσι, ὅταν θὰ γίνει ἡ κρίση γιὰ ὅσα ἔζησε (ὁ ἄνθρωπος), ὑποχρεωτικὰ ὁ κριτὴς θὰ ἐρευνήσει τὸ πάθος, τὴν πληγή, τὴν ἀσθένεια, τὰ γεράματα, τὴ νεότητα, τὸν πλοῦτο, τὴ φτώχεια· πῶς ὁ καθένας συμπεριφέρθηκε στὴν ἀνάλογη κατάσταση, ἂν πέρασε τὸ βίο ποὺ τοῦ ἔλαχε καλῶς ἢ κακῶς, ἐὰν δέχθηκε πολλὰ ἀγαθὰ ἢ κακὰ σὲ μεγάλο χρονικὸ διάστημα, ἢ μήπως δὲν δοκίμασε κανένα ἀπ’ αὐτά, διότι ἔπαυσε νὰ ζεὶ προτοῦ καν ὡριμάσει; Ὅταν, λοιπόν, ὁ Θεὸς ἐπαναφέρει τὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου στὴν πρώτη της κατάσταση, θὰ ἦταν ἄσκοπο νὰ συζητάει κανεὶς τέτοια, καὶ νὰ πιστεύει ὅτι μὲ αὐτὲς τις ἀντιρρήσεις θὰ ἐμποδίσει τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ νὰ φθάσει στὸν σκοπό της.
»Καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ (Θεοῦ) εἶναι ἕνας· ὅταν τὸ πλήρωμα ὅλης της φύσεως μας τελειωθεῖ μὲ αὐτὰ ποὺ ἀφοροῦν στὸν κάθε ἄνθρωπο, ἀφοῦ ἄλλοι εὐθὺς ἀμέσως ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ θὰ ἔχουν καθαρθεῖ ἀπὸ τὴν κακία, ἐνῶ ἄλλοι θὰ γιατρευθοῦν μὲ τὸ πῦρ στὸ μέλλον στὰ ἀναγκαῖα χρόνια, καὶ τέλος ἄλλοι ποῦ δὲν γνώρισαν στὸν παρόντα βίο τὴ γεύση οὔτε τοῦ καλοῦ οὔτε τοῦ κακοῦ, (σκοπὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι) σ’ ὅλους νὰ προσφέρει τὴ συμμετοχὴ στὰ ἀγαθά του, τὰ ὁποῖα, ὅπως λέει ἡ Ἁγία Γραφή, μήτε ὀφθαλμὸς τὰ εἶδε μήτε αὐτὶ τὰ ἄκουσε μήτε σκέψη τὰ διανοήθηκε.
»Καὶ αὐτό, σύμφωνα μὲ τὴν ἀντίληψή μου, δὲν σημαίνει τίποτε ἄλλο, παρὰ τὸ νὰ εἶναι μέσα στὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ. Διότι τὸ ἀγαθὸ ποὺ ξεπερνᾶ τὴν ἀκοή, τὴν ὅραση καὶ τὴ σκέψη, εἶναι αὐτὸ(ς) (ὁ Θεὸς) ποὺ βρίσκεται πάνω ἀπ’ ὅλα. Καὶ ἡ διαφορὰ μεταξύ του ἐναρέτου καὶ ἁμαρτωλοῦ βίου στὴ μέλλουσα ζωὴ θὰ φανεῖ περισσότερο στὸ ἑξῆς, στὴ γρήγορη ἢ ἀργῆ (χρονικὰ) συμμετοχὴ στὴν προσδοκώμενη μακαριότητα. Διότι ὁ χρόνος τῆς θεραπείας θὰ ἑξαρτηθεὶ σίγουρα ἀπὸ τὸ ποσὸ τῆς κακίας ποὺ ἔχει ὁ καθένας. Καὶ θεραπεία τῆς ψυχής ἐννοεῖται ἡ κάθαρση ἀπὸ τὴν κακία. Αὐτὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθωθεὶ χωρὶς πόνο, ὅπως τὸ ἀναφέραμε προηγουμένως.
»Ἀλλά, ὁπωσδήποτε, μπορεῖ κανεὶς εὔκολα νὰ καταλάβει πόσο περιττὲς καὶ ἀνάρμοστες εἶναι οἱ ἀντιρρήσεις, ἐὰν ἐνδιατρίψει στὸ βάθος τῆς σοφίας των Ἀποστόλων. Πράγματι ὁ Ἀπόστολος ἐξηγεῖ τὸ μυστήριο αὐτὸ στοὺς Κορινθίους, οἱ ὁποῖοι πιθανὸν εἶχαν τὶς ἴδιες ἀντιρρήσεις, ὅπως ἀκριβῶς ἔχουν ὅσοι τώρα προσπαθοῦν νὰ ἀνατρέψουν τὴν πίστη στὸ δόγμα τῆς ἀναστάσεως. Λέει τὰ ἑξῆς (ὁ Ἀπόστολος), γιὰ νὰ κόψει μὲ τὴ γνώση τοῦ τὸ θράσος τῆς δικῆς τους ἀμάθειας: “Θὰ μοῦ πεῖς· πῶς θ’ ἀναστηθοῦν οἱ νεκροί; Μὲ ποιὸ σῶμα θὰ ἔλθουν; Ἀνόητε”, λέει, “ἐσὺ αὐτὸ ποὺ σπέρνεις δὲν φυτρώνει, ἂν δὲν σαπίσει· καὶ δὲν σπέρνεις τὸ φυτὸ ποὺ θὰ φυτρώσει, ἀλλὰ σπέρνεις ξερὸ σπόρο σταριοὺ ἢ κάποιου ἄλλου φυτοῦ· ὁ Θεὸς ὅμως εἶναι ποὺ δίνει τὸ σῶμα (τοῦ φυτοῦ), ὅπως ὁ ἴδιος θέλει”.
»Ἐδῶ, νομίζω, ἀποστομώνει αὐτοὺς ποὺ δὲν γνωρίζουν τὰ πραγματικὰ ὄρια τῆς φύσεώς μας καὶ ἐρευνοῦν τὴ θεία δύναμη σύμφωνα μὲ τὴ δικὴ τους ἀντίληψη· πιστεύουν ὅτι ὁ Θεὸς ἔχει τόση μόνο δυνατότητα, ὄση ἀντιλαμβάνεται ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου· καὶ ὅτι αὐτὸ ποὺ εἶναι πάνω ἀπὸ τις δικές μας δυνατότητες, ξεπερνᾶ καὶ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ. Βέβαια, αὐτὸς ποὺ ρώτησε τὸν Ἀπόστολο, “πῶς θ’ ἀναστηθοῦν οἱ νεκροί”, πιστεύει ὅτι εἴναι ἀδύνατό τα σκορπισμένα στοιχεῖα τοῦ σώματα νὰ συγκροτηθοῦν καὶ πάλι. Καὶ ἀφοῦ αὐτὸ εἶναι ἀδύνατο, καὶ ἄλλο σῶμα δὲν γίνεται ἐκτὸς ἀπὸ τὴ συνδρομὴ τῶν στοιχείων, καταλήγει στὸ ἑξῆς, ποὺ τὸ συμπέρανε μ’ ἕνα ὑποθετικὸ συλλογισμό, ὅπως κάνουν οἱ ἱκανοὶ συζητητές: ἐὰν τὸ σῶμα ἀποτελεῖ συνδρομὴ στοιχείων καὶ ἡ συνδρομὴ αὐτῶν γιὰ δεύτερη φορᾶ δὲν εἶναι δυνατή, τότε ποιὸ σῶμα θὰ ἔχουν οἱ ἀναστημένοι;
»Αὐτὸ τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖο βγῆκε ἀπὸ ἕνα φιλοσοσφικὸ τέχνασμα, τὸ ὀνόμασε (ὁ Ἀπόστολος) ἀνοησία ἐκείνων ποὺ δὲν εἶδαν στὴν ὑπολοιπη δημιουργία τὴν ὑπεροχὴ τῆς θείας δυνάμεως. Πράγματι, ἄφησε στὴν ἄκρη τὰ σπουδαιότερα θαύματα τοῦ Θεοῦ, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ μποροῦσε νὰ φέρει σὲ ἀμηχανία τὸν ἀκροατή του –γιὰ παράδειγμα, τί εἶναι τὸ σύμπαν καὶ ἀπὸ ποὺ ἔρχεται, τί εἶναι ὁ ἥλιος, ἡ σελήνη ἢ τὸ φαινόμενο τῶν ἄστρων, ὁ αἰθέρας, ὁ ἀέρας, τὸ νερό, ἡ γῆ;–, (ἀφήνοντας ὅλα αὐτὰ) ἐλέγχει τὴν ἀπερισκεψία των ἀντιρρησιῶν μὲ κοινὰ καὶ κοντινά μας παραδείγματα.
»Διότι, δὲν σὲ διδάσκει ἡ γεωργία, ρωτάει (ὁ Ἀπόστολος), ὅτι ματαιοπονεὶ ὅποιος μετράει τὴν ἀνώτερη δύναμη τοῦ Θεοῦ μὲ τὰ δικά του μέτρα; Ἀπὸ ποὺ προέρχονται τὰ σώματα ποῦ φυτρώνουν γύρω στοὺς σπόρους; Τί γίνεται πριν βλαστήσουν; Δὲν γίνεται ὁ θάνατος, ἐφόσον θάνατος εἶναι ἡ διάλυση των συστατικῶν στοιχείων; Διότι ὁ σπόρος δὲν πρόκειται νὰ φυτρώσει, ἐὰν δεν διαλυθεῖ στὸ χῶμα καὶ δὲν γίνει ἀραιὸς καὶ πορώδης, ὥστε ν’ ἀναμιχθεῖ ἡ οὐσία τοῦ μὲ τὴν ὑγρασία τοῦ περιβάλλοντος, καὶ ἔτσι νὰ δώσει ρίζα καὶ βλαστό· καὶ οὔτε ἐκεῖ θὰ μείνει, ἀλλὰ θὰ μεταποιηθεῖ σὲ καλαμιὰ ποὺ θὰ ἔχει πάνω της, σὰν νὰ εἶναι ζωσμένη μὲ συνδέσμους, τὰ ἐνδιάμεσα γόνατα, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ σηκώσει τὸ στάχυ σὲ ὄρθια στάση, ὅταν θὰ εἶναι γεμάτο ἀπὸ καρπό. Ποῦ ἦταν αὐτὰ στὸ στάρι, προτοῦ ἀπὸ τὴ διάλυση τοῦ σπόρου στὸ χῶμα; Καὶ βέβαια, ἀπὸ κεῖ εἶναι ὅλα αὐτά. Διότι, ἂν δὲν ὑπῆρχε ἐκεῖνο προηγουμένως, οὔτε τὸ στάχυ θὰ γινόταν.
»Ὅπως, λοιπόν, τὸ σῶμα τοῦ στάχυ φυτρώνει ἀπὸ τὸν σπόρο, ἐπειδὴ ἡ θεία δύναμη τὸ ἐπιμελεῖται γιὰ νὰ γίνει ἀπ’ αὐτὸν (σπόρο) ἐκεῖνο (στάχυ)· καὶ δὲν εἶναι ἀπόλυτα ὅμοιο μὲ τὸ σπόρο ἀλλὰ οὔτε καὶ διαφορετικὸ σὲ ὅλα· κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, λέει, καὶ τὸ μυστήριο τῆς ἀναστάσεώς σου ἔχει προτυπωθεῖ μὲ τὰ θαυμαστὰ συμβάντα τῶν σπόρων. Διότι, ἡ θεία δύναμη, μὲ τὴν πολλή της ἐξουσία, δὲν σοῦ ἀποδίδει μόνο ἐκεῖνο ποὺ ἔχει διαλυθεῖ, ἀλλά σου προσθέτει καὶ ἄλλα μεγάλα καὶ καλὰ σ’ αὐτό, μὲ τὰ ὁποῖα ἡ ἀνθρώπινη φύση σου παρουσιάζεται πιὸ μεγαλοπρεπής. “Σπείρεται”, λέει, “στὴ φθορά, ἀνασταίνεται σὲ κατάσταση ἀφθαρσίας· σπείρεται ἀσθενικό, ἀνασταίνεται δυνατό· σπείρεται ἄτιμο καὶ ἀνασταίνεται ἔνδοξο· σπείρεται (πεθαίνει) σῶμα ψυχικὸ καὶ ἀνασταίνεται σῶμα πνευματικό”.
»Ὅπως ὁ σπόρος τοῦ σταριοῦ, μετὰ τὴ διάλυσή του στὸ χῶμα, ἀφήνει τὴ
μικρή του ποσότητα καὶ τὴν ποιοτικὴ ἰδιότητα τῆς μορφῆς του, ἀλλὰ δεν ἀφήνει τὴν ταυτότητά του, παρὰ μένοντας στὸν ἑαυτὸ τοῦ γίνεται στάχυς καὶ πολὺ διαφέρει ἀπὸ τὸν ἑαυτό του στὸ μέγεθος, τὴν ὀμορφιά, τὴν ποικιλία, τὸ σχῆμα. Κατὰ παρόμοιο τρόπο, καὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀφήνει μὲ τὸ θάνατο ὅλες τὶς ἰδιότητές της, τὶς ὁποῖες ἀπόκτησε μὲ τὴν ἐμπαθῆ της διάθεση, καὶ ἐννοῶ τὴν ἀτιμία, τὴ φθορά, τὴν ἀσθένεια, τὴ διαφορὰ κατὰ ἡλικία, χωρὶς ὅμως νὰ ἐγκαταλείπει τὸν ἑαυτό της· ἀλλά, σὰν στάχυ, μεταφέρεται στὴν ἀφθαρσία, τὴ δόξα, τὴν τιμή, τὴ δύναμη καὶ τὴν τελειότητα σὲ ὅλα. Ἡ ζωή της δὲν ρυθμίζεται πλέον ἀπὸ τὶς ἰδιότητες τῆς φύσεως, ἀλλὰ ἔχει εἰσέλθει σὲ κάποια πνευματικὴ καὶ ἀπαθῆ κατάσταση. Αὐτὴ εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἰδιότητα τοῦ ψυχικοῦ σώματος, τὸ νὰ ἀλλοιώνεται διαρκῶς μὲ συνεχῆ ροὴ καὶ κίνηση καὶ νὰ μεταβάλλεται ἀπὸ τὴν κατάσταση ποὺ εἶναι σὲ κάτι ἄλλο. Ἀπ’ αὐτά, λοιπόν, τὰ ὁποῖα δεν τὰ βλέπουμε μόνο στοὺς ἀνθρώπους ἀλλὰ καὶ στὰ φυτὰ καὶ τὰ ζῶα, τίποτε δὲν θὰ μείνει στὴν ἄλλη ζωή.
»Μοῦ φαίνεται ὅτι καὶ μὲ ὅλα αὐτὰ συμφωνεῖ ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου μὲ τὴ ἀντίληψή μας γιὰ τὴν ἀνάσταση· καὶ φανερώνει αὐτὸ ποὺ περιέχει ὁ δικός μας ὁρισμός, ποὺ λέει ὅτι ἀνάσταση δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἀποκατάσταση στὴν ἀρχαία φύση μας. Ἐπειδὴ διδαχθήκαμε ἀπὸ την Ἁγία Γραφὴ τὸ ἑξῆς, ὅτι στὴν πρώτη δημιουργία πρῶτα βλάστησε ἡ γὴ βοτάνη ἀπὸ χόρτα, ὅπως τὸ λέει τὸ κείμενο, καὶ ἔπειτα ἀπὸ τὸ βλαστὸ ἔγινε ὁ σπόρος, ὁ ὁποῖος, ὅταν πέσει στὸ χῶμα, φυτρώνει πάλι τὸ ἴδιο εἶδος τοῦ δένδρου ποὺ φυτεύθηκε ἀρχικά· αὐτὸ γίνεται, λέει ὁ θεῖος Ἀπόστολος, καὶ μὲ τὴν ἀνάσταση.
»Καὶ δὲν διδασκόμαστε μόνον αὐτὸ ἀπ’ αὐτόν, ὅτι δηλαδὴ τὸ ἀνθρώπινο γένος μετακομίζει σὲ πιὸ μεγαλοπρεπῆ κατάσταση, ἀλλὰ καὶ ὅτι αὐτὸ ποὺ ἐλπίζουμε δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ αὐτὸ ποὺ ἦταν ἀρχικά. Ἐπειδὴ ὄμως ἀρχικὰ δὲν προῆλθε ὁ στάχυς ἀπὸ τὸ σπόρο ἀλλὰ ὁ σπόρος ἀπὸ τὸ στάχυ, καὶ κατόπιν ὁ στάχυς βλαστάνει γύρω ἀπὸ τὸ σπόρο, ἡ σειρὰ τοὺ παραδείγματος δείχνει μὲ σαφήνεια ὅτι ὅλη ἡ μακαριότητα, ποῦ ξεπηδᾶ ἀπὸ τὴν ἀνάσταση, μᾶς ἐπαναφέρει στὴν πρωταρχικὴ χάρη.»Καὶ ἐμεῖς στὴν ἀρχὴ ἤμασταν κατὰ κάποιο τρόπο στάχυς. Ἀφοῦ, ὅμως, ξεραθήκαμε ἀπὸ τὸν καύσωνα τῆς κακίας καὶ μᾶς παρέλαβε ἡ γῆ μετὰ τὴ διάλυση τοῦ θανάτου, πάλι ἡ ἄνοιξη τῆς ἀναστάσεως θὰ ἀναδείξει τὸ γυμνὸ αὐτὸ κόκκο τοῦ σώματος σὲ στάχυ μεστωμένο, πλούσιο καὶ ὄρθιο· νὰ ἐκτείνεται σὲ οὐράνιο ὕψος, καὶ ἀντὶ γιὰ καλάμη ἢ ἀνθέρικο νὰ εἶναι στολισμένο (τὸ σῶμα) μὲ τὴν ἀφθαρσία καὶ τὶς ὑπόλοιπες θεοπρεπείς ἰδιότητες. “Διότι πρέπει τὸ φθαρτὸ σῶμα νὰ ντυθεῖ τὴν ἀφθαρσία”.
»Ἡ ἀφθαρσία πάλι, ἡ δόξα, ἡ τιμὴ καὶ ἡ δύναμη, κατὰ κοινὴ ὁμολογία, ἀποτελοῦν ἰδιότητες τῆς θείας φύσεως· αὐτὲς προηγουμένως ἀνῆκαν στον κατ’ εἰκόνα Θεοῦ (ἄνθρωπο) καὶ ἐλπίζεται ὅτι θὰ ἀνήκουν πάλι. Διότι ὁ πρώτος στάχυς ἦταν ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ὁ Ἀδάμ. Ἀλλά, ἀφότου μὲ τὴν εἴσοδο της κακίας ἡ φύση τεμαχίστηκε σὲ πολλὰ κομμάτια, ὅπως συμβαίνει μὲ τὸν καρπὸ τοῦ στάχυος, ἔτσι καὶ ὁ καθένας μας ποὺ γυμνωθήκαμε ἀπὸ τὸ εἶδος ἐκείνου τοῦ στάχυος καὶ ἀναμιχθήκαμε μὲ τὴ γῆ, στὴν ἀνάσταση θὰ ξαναγεννηθοῦμε πάλι στὸ πρῶτο κάλλος, καὶ θὰ γίνουμε στὴ θέση τοῦ πρώτου στάχυος ἀπειρες μυριάδες στάχεις τῶν ἀγρῶν.
»Ὁ ἐνάρετος βίος πάλι αὐτὴ τὴ διαφορὰ ἔχει ἀπὸ τὴν κακία, ὅτι ὅσοι στὴν παροῦσα ζωὴ καλλιέργησαν τὸν ἑαυτό τους μὲ τὴν ἀρετή, εὐθὺς ἀμέσως φυτρώνουν σὰν τέλειοι στάχεις. Ὅσοι πάλι στὸν παρόντα βίο ἔκαναν τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς σὰν ξεθωριασμένο καὶ ἀνεμοδαρμένο σπόρο, τότε οἱ γνῶστες αὐτῶν τῶν πραγμάτων λένε ὅτι γίνονται σὰν τὰ ὀνομαζόμενα κεράσβολα. Τὸ ἴδιο κι αὐτοί, παρόλο ποὺ θὰ φυτρώσουν μὲ τὴν ἀνάσταση, θὰ ὑποστοῦν μεγάλη ἐπιτίμηση ἀπὸ τὸν Κριτή, ἐπειδὴ δὲν μποροῦν νὰ βλαστήσουν σὰν τὸ εἶδος τοῦ στάχυος καὶ νὰ γίνουν ὅπως ἤμασταν πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση στὴ γῆ.»Ἡ θεραπεία πάλι τὴν ὁποία προσφέρει ὁ ἐπιστάτης εἶναι ἡ συλλογὴ των ζιζανίων καὶ τῶν ἀγκαθιῶν, τὰ ὁποῖα φύτρωσαν μαζὶ μὲ τὸ σπόρο· διότι, ὄλη ἡ δύναμη ποὺ τρέφει τὴ ρίζα, πῆγε στὰ παράσιτα καὶ ἐξαιτίας τους ὁ καλὸς σπόρος ἔμεινε ἀτροφικὸς καὶ ἄγονος, ἀφοῦ τὸν ἔπνιξαν οἱ παρὰ φύσιν βλαστοί. Ὅταν, λοιπόν, κάθε παράσιτο καὶ ξένο βλαστάρι χωριστεῖ ἀπὸ τὸ καλὸ φυτὸ καὶ ὁδηγηθεῖ στὸν ἀφανισμὸ μὲ την καταστροφή του ἀπὸ τὴν παρὰ φύσιν φωτιά, τότε καὶ σ’ αὐτούς (τοὺς ἀνθρώπους) θ’ ἀναπτυχθεῖ ἡ φύση καὶ θὰ δώσει καρπὸ χάρη σ’ αὐτὴν τὴ φροντίδα· θ’ ἀποκτήσει πάλι, μετὰ μακρὺ χρονικὸ διάστημα, τὸ ἀρχικὸ κοινὸ εἶδος, ποὺ μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός. Καὶ εὐτυχισμένοι εἶναι πράγματι ἐκεῖνοι στους ὁποίους τὸ τέλειο κάλλος τῶν στάχυων φυτρώνει ἀμέσως μὲ τὴν ἀνάσταση.
»Καὶ λέμε αὐτά, ὄχι διότι τάχα θὰ ὑπάρχει κάποια σωματικὴ διαφορὰ κατὰ την ἀνάσταση στοὺς ἐνάρετους ἀπὸ τοὺς ἁμαρτωλούς, ὥστε νὰ νομίζει κανεὶς ὅτι ὂ ἕνας εἶναι ἀτελὴς στὸ σῶμα καὶ ὁ ἄλλος τέλειος. Ἀλλά, ὅπως στὸν παρόντα βίο ὁ φυλακισμένος καὶ ὁ ἐλεύθερος ἔχουν βέβαια καὶ οἱ δύο ὁμοιότητα στὸ σῶμα, ὑπάρχει ὅμως μεγάλη διαφορὰ μεταξύ τους σχετικὰ μὲ τὴν εὐχαρίστηση καὶ τὴ λύπη, παρόμοια νομίζω πρέπει νὰ θεωροῦμε τὴ διαφορὰ μεταξὺ των ἀγαθῶν καὶ τῶν κακῶν στὴ μέλλουσα κατάσταση.
»Διότι ἡ τελείωση τῶν ἀναστημένων ἀπὸ τὴ φθορὰ σωμάτων φανερώνεται, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος, στὴν ἀφθαρσία, τὴ δόξα, τὴν τιμὴ καὶ τὴ δύναμη. Ἡ μείωση αὐτῶν τῶν ἰδιοτήτων δὲν σημαίνει κάποια ἀναπηρία τοῦ ἀναστημένου σώματος, ἀλλὰ στέρηση καὶ ἀλλοτρίωση καθενός ἀπὸ τὰ νοητὰ ἀγαθά (της ἀναστάσεως). Ἐπειδή, λοιπόν, τὸ ἦθος τοῦ ἀνθρώπου ἕνα ἀπὸ τὰ δύο ἀντίθετα πρέπει νὰ τὸ διακρίνει, ἢ τὸ ἀγαθὸ ἢ τὸ κακό, εἶναι φανερὸ ὅτι, ὅταν λέμε ὅτι κάποιος δὲν βρίσκεται μέσα στὸ ἀγαθό, δείχνουμε ὅτι σίγουρα βρίσκεται μέσα στὸ κακό. Καὶ βέβαια στὴν κακία δεν ὑπάρχει οὔτε τιμή, οὔτε δόξα, οὔτε ἀφθαρσία, οὔτε δύναμη.
»Ὑποχρεωτικά, λοιπόν, δὲν πρέπει ν’ ἀμφιβάλλουμε ὅτι σ’ ὅποιον δεν ὑπάρχουν αὐτά, ὑπάρχουν τὰ ἀντίθετά τους, δηλαδὴ ἀσθένεια, ἀτιμία, φθορὰ καὶ ὅσα ἀνήκουν στὴν ἴδια κατηγορία. Αὐτά, ὅπως εἴπαμε στὴ συζήτηση μας παραπάνω, ἀποτελοῦν τὰ πάθη τῆς κακίας γιὰ τὴν ψυχὴ ποὺ δύσκολα διώχνονται, διότι ἀναμειγνύονται καὶ φυτρώνουν μαζί, καὶ γίνονται ἔνα μ’ αὐτήν. Ἀφοῦ, ὅμως, αὐτὰ (τὰ πάθη) μὲ τὴ θεραπεία τῆς φωτιᾶς (τῆς κρίσεως) καθαρισθοῦν καὶ χαθοῦν, θὰ ἔλθει στὴ θέση τοὺς καθένα ἀπὸ τὰ θεωρούμενα ἀγαθά, δηλαδὴ ἡ ἀφθαρσία, ἡ ζωή, ἡ τιμή, ἡ χάρη, ἡ δόξα, ἡ δύναμη καὶ ὁτιδήποτε ἄλλο παρόμοιο φανταζόμαστε ὅτι ὑπάρχει τόσο στὸ Θεὸ ὅσο καὶ στὴν εἰκόνα Του, ποὺ εἶναι ἡ ἀνθρώπινη φύση».

πηγή