,

Λόγος Δ’ εἰς τούς μακαρισμούς. Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης

3 total views, 1 views today

Μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται,

Ἀπὸ τὰ ὑλικὰ στὰ πνευματικὰ 

  1. Οἱ γιατροὶ λένε πὼς ὅσοι ὑποφέρουν ἀπὸ τὸ στομάχι καὶ δὲν τρέφονται καλά, πάντοτε νιώθουν γεμάτοι καὶ χορτάτοι, ὅταν συγκεντρωθοῦν στὴν ἄνω κοιλιακὴ χώρα μερικὰ βλαβερὰ ὑγρὰ καὶ περιττώματα. 

Γι’ αὐτὸ καὶ δὲ δέχονται τὴν ὠφέλιμη τροφή, ἐπειδὴ τοὺς κόπηκε ἡ φυσικὴ ὄρεξη ἀπὸ τὸν πλασματικὸ χορτασμό. Ἂν ὅμως ἐπιδειχθεῖ γι’ αὐτοὺς κάποιο ἰατρικὸ ἐνδιαφέρον καὶ μὲ τὸ κατάλληλο φάρμακο ποὺ θὰ πιοῦν, ἀποβληθοῦν ὅσα εἶχαν ἐναπομείνει στὶς στομαχικὲς κοιλότητες, παύει τὸ ξένο νὰ ἐνοχλεῖ πιὰ τὴ φύση, κι ἐπανέρχεται σ’ αὐτοὺς ἡ ὄρεξη γιὰ τὴν ὠφέλιμη καὶ θρεπτικὴ τροφή. 

Κι αὐτὸ εἶναι ἡ ἀπόδειξη τῆς ὑγείας, τὸ νὰ παίρνεις δηλ. τὴν τροφὴ ὄχι ἀναγκαστικά, ἀλλὰ μὲ προθυμία κι ὄρεξη. Τί μου χρειάζεται τοῦτο τὸ προοίμιο; Ὅπως προχωρεῖ ὁ λόγος τῶν μακαρισμῶν μὲ τὴ σειρὰ τῆς κλίμακας, μᾶς χειραγωγεῖ πρὸς τὰ ψηλότερα.

Σύμφωνα δὲ μὲ τὸν προφητικὸ λόγο: «Βάζει στὴν καρδιὰ μᾶς τὶς καλὲς ἀναβάσεις» (Ψάλμ. 83,6), καὶ μᾶς προβάλλει τώρα μίαν ἄλλη τέταρτη ἀνάβαση μετὰ ἀπὸ τὶς προηγούμενες ἀνόδους, λέγοντας: «Μακάριοι εἶναι ὅσοι πεινοῦν καὶ διψοῦν τὴ δικαιοσύνη, γιατί αὐτοὶ θὰ χορτασθοῦν». 

Νομίζω πὼς εἶναι καλὸ νὰ ἀδειάσουμε τὴ ψυχὴ ἀπὸ τὸ βάρος καὶ τὸ γέμισμα, ὅσο εἶναι δυνατό, γιὰ νὰ προκαλέσουμε στοὺς ἴδιους τους ἑαυτοὺς μᾶς τὴ μακάρια ὄρεξη αὐτῆς τῆς τροφῆς καὶ τοῦ ποτοῦ. 

Γιατί δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἔχει δύναμη ὁ ἄνθρωπος, ἂν ἡ ἱκανοποιητικὴ τροφὴ δὲν ὑποβαστάζει τὴ δύναμη, οὔτε νὰ χορτάσει ἀπὸ φαγητό, ἂν δὲν φάει, οὔτε νὰ τραφεῖ, χωρὶς νὰ ἔχει ὄρεξη.

Ἐπειδή, λοιπόν, ἕνα ἀγαθὸ στὴ ζωὴ εἶναι ἡ δύναμη, ἡ ὁποία διατηρεῖται μὲ τὸν ἀνάλογο χορτασμό, κι ὁ χορτασμὸς πετυχαίνεται μὲ τὸ φαγητό, καὶ γιὰ νὰ φᾶς χρειάζεται ὄρεξη, θεωρεῖται μακάριο γιὰ τοὺς ζωντανοὺς ἡ ὄρεξη, ἀφοῦ αὐτὴ ἀποτελεῖ τὴν ἀρχὴ καὶ τὴν αἰτία τῆς δύναμης ποὺ ὑπάρχει μέσα μας.

Καὶ ὡς πρὸς αὐτὴ τὴν ὑλικὴ τροφὴ ποὺ χρησιμοποιοῦμε, δὲν ἐπιθυμοῦμε ὅλοι τα ἴδια φαγητά, ἀλλὰ πολλὲς φορές, ἀνάλογα μὲ τὰ εἴδη τους, χωρίζεται ἡ ἐπιθυμία ἐκείνων ποὺ μετέχουν σ’ αὐτά. Ὁ ἕνας εὐχαριστεῖται ὑπερβολικὰ ἀπὸ τὰ γλυκά, ἄλλος ἔχει τὴν τάση πρὸς ὅσα εἶναι πιὸ ἐρεθιστικὰ καὶ θερμαντικά, ἄλλος πρὸς τὰ ἁλμυρά, κι ἄλλος εὐχαριστεῖται μὲ τὰ πιὸ πικρά.

Συμβαίνει μάλιστα πολλὲς φορὲς ἡ προτίμηση τοῦ φαγητοῦ ἀπὸ τὸν καθένα νὰ μὴ γίνεται μὲ κριτήριο τὴν ὠφελιμότητα. Κι ὅποιος ρέπει πρὸς ἕνα πάθος ἀπὸ κάποια ἀδυναμία τοῦ χαρακτήρα, ὑποθάλπει τὴν ἀσθένεια μὲ τὸ εἶδος τῶν ἀντίθετων φαγητῶν, ἐνῶ ὅποιος ἔχει τὴν τάση πρὸς ὅσα ὠφελοῦν, θὰ ζήσει σίγουρα μὲ ὑγεία, ἀφοῦ ἡ τροφὴ θὰ τοῦ ἐξασφαλίζει τὴν εὐεξία.

Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴν τροφὴ τῆς ψυχῆς. Δὲν κλίνουν οἱ ἐπιθυμίες ὅλων πρὸς τὸ ἴδιο. Ἄλλοι ἐπιθυμοῦν π.χ. τὸν πλοῦτο, τὴ δόξα ἢ κάποια κοσμικὴ διάκριση. Γιὰ ἄλλους ἡ ὄρεξη ἀναφέρεται στὸ φαγητό, ἄλλοι παίρνουν μὲ προθυμία τὸ φθόνο σὰν ἄλλη δηλητηριώδη τροφή.

Ὑπάρχουν καὶ μερικοὶ ποὺ ἡ ὄρεξή τους στρέφεται πρὸς αὐτὸ ποὺ εἶναι καλὸ ἀπὸ τὴ φύση του. Ἐκ φύσεως δὲ καλὸ εἶναι αὐτὸ ποὺ ὅλοι καὶ πάντοτε τὸ προτιμοῦν ὄχι γιὰ κανένα ἄλλο λόγο, ἀλλὰ γιατί εἶναι αὐτὸ καθεαυτὸ ἐπιθυμητό, γιατί πάντα μένει τὸ ἴδιο καὶ ποτὲ δὲν ἐξασθενίζει μὲ τὴν πολλὴ χρήση.

Γι’ αὐτὸ ὁ Κύριος μακαρίζει ὄχι αὐτοὺς ποὺ ἁπλῶς πεινοῦν, ἀλλὰ κείνους ποὺ ἐπιθυμοῦν τὴν ἀληθινὴ δικαιοσύνη. 

Ἡ ἔννοια τῆς δικαιοσύνης

  1. Και τί εἶναι ἡ δικαιοσύνη; Νομίζω πὼς αὐτὸ πρέπει πρῶτα νὰ ἀποκαλύψουμε μὲ τὸ λόγο, ὥστε, φανερώνοντας τὴν ὀμορφιά της, νὰ γεννηθεῖ ἔτσι ἔγκαιρα μέσα μας ἡ ἐπιθυμία αὐτοῦ ποὺ ἀποκαλύφθηκε.

Γιατί δὲν εἶναι δυνατό, νὰ ἔχεις τὴ διάθεση νὰ ἐπιθυμήσεις αὐτὸ ποὺ δὲ φαίνεται. Ἀλλὰ κι ἡ φύση μᾶς παραμένει κάπως ἀδρανὴς κι ἀσυγκίνητη γιὰ τὸ ἄγνωστο, ἐκτὸς βέβαια κι ἂν ἔχει σχηματίσει κάποιαν ἔννοια γιὰ τὸ ἐπιθυμητὸ ἐξ ἀκοῆς ἢ ἐξ ὄψεως.

Λένε, λοιπόν, μερικοὶ ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ ἀσχολήθηκαν μ’ αὐτὰ τὰ θέματα ὅτι δικαιοσύνη εἶναι ἡ συνήθεια νὰ ἀποδίδεις τὸ ἴσο, καὶ στὸν καθένα αὐτὸ ποὺ ἀξίζει. Δίκαιος λέγεται π.χ. ἐκεῖνος ποὺ ὅταν βρεθεῖ στὴ θέση νὰ μοιράσει χρήματα, δίνει ἀποβλέποντας στὸ ἴσο κι ὑπολογίζει συγχρόνως τὴν ἀνάγκη ἐκείνων ποὺ παίρνουν μέρος στὴ μοιρασιά.

Κι ἐκεῖνος πού, ἔχοντας τὴ δικαστικὴ ἐξουσία, ὅταν δὲν ἐκδίδει τὴν ἀπόφαση μὲ κάποια εὔνοια ἢ ἀντιπάθεια, ἀλλ’ ἀκολουθώντας τὴ φύση τῶν πραγμάτων, τιμωρεῖ, ὅσους εἶναι ἄξιοι τιμωρίας καὶ δίνει ἀθωωτικὴ ψῆφο στοὺς ἀνεύθυνους, ἐνῶ ὅταν πρόκειται γιὰ θέματα ποὺ ἀμφισβητοῦνται, ἐκφέρει τὴν κρίση του μὲ γνώμονα τὴν ἀλήθεια, κι αὐτὸς λέγεται δίκαιος.

Κι ἐκεῖνος ποὺ ἐπιβάλλει τοὺς φόρους στοὺς ὑπηκόους, ὅταν καθορίζει τὸ φόρο ἀνάλογα μὲ τὴ δύναμη, κι ὁ οἰκογενειάρχης κι ὁ ἄρχοντας τῆς πόλης κι ὁ βασιλιὰς τῶν ἐθνῶν, ὅταν ὁ καθένας ἀπ’ αὐτοὺς διοικεῖ μὲ τὸν κατάλληλο τρόπο αὐτοὺς ποὺ ἐξουσιάζει καὶ δὲν κινεῖται ἀπὸ παράλογες διαθέσεις, ἀλλὰ μὲ εὐθύτητα κρίνει τοὺς ὑπηκόους καὶ προσαρμόζει τὴ γνώμη τοῦ ἀνάλογα μὲ τὶς προτιμήσεις τῶν πολιτῶν.

Ὅλα αὐτὰ παρόμοια ἐντάσσονται στὴν ἔννοια τῆς δικαιοσύνης, ἀπὸ ὅσους ὁρίζουν τὸ δίκαιο σὰν μιὰ παρόμοια συνήθεια. Ἐγὼ ὅμως, ἀποβλέποντας πρὸς τὸ ὕψος τῆς θεϊκῆς νομοθεσίας, σκέπτομαι πὼς κάτι περισσότερο ἀπὸ ὅσα εἴπαμε ἐννοεῖται μ’ αὐτὴ τὴ δικαιοσύνη.

Ἂν ὁ λόγος τῆς σωτηρίας εἶναι κοινὸς γιὰ ὅλους τους ἀνθρώπους, ὅμως δὲ εἶναι δυνατὸ ν’ ἀνήκει κάθε ἄνθρωπος σ’ αὐτοὺς ποὺ ἀναφέραμε. Γιατί λίγοι βασιλεύουν, διοικοῦν, δικάζουν, κατέχουν χρήματα, ἢ ἔχουν κάποια ἄλλη ἁρμοδιότητα.

Οἱ περισσότεροι ἀνήκουν στοὺς ὑπηκόους καὶ στοὺς διοικούμενους. πῶς μπορεῖ νὰ δεχθεῖ κανεὶς ὅτι ἡ ἀληθινὴ δικαιοσύνη εἶναι ἐκείνη, ποῦ δὲν ἔχει δοθεῖ ἐξίσου σ’ ὅλη τὴ φύση; Γιατί ἂν ὁ σκοπὸς τοῦ δικαίου, σύμφωνα μὲ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῶν ἔξω της Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ ἰσότητα, κι ἡ ὑπεροχὴ ἔχει μέσα της τὴν ἀνισότητα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθεῖ ἀληθινὸς ὁ ὁρισμὸς τῆς δικαιοσύνης, ὅπως δόθηκε προηγουμένως.

Γιατί ἀμέσως θὰ ἐλεγχθεῖ ἀπὸ τὴν ἀνισότητα, ποὺ ὑπάρχει στὴ ζωή. Ποιὰ εἶναι, λοιπόν, ἡ δικαιοσύνη ποῦ ἀναφέρεται σ’ ὅλους; Ἐκείνη ποὺ ἡ ἐπιθυμία τῆς βρίσκεται κοινὴ στὸν καθένα, ὁ ὁποῖος ἀποβλέπει στὸ τραπέζι τοῦ Εὐαγγελίου.

Εἴτε πλούσιος εἶναι κανείς, εἴτε φτωχός, εἴτε δοῦλος, εἴτε κύριος, εἴτε εὐγενής, εἴτε ἐξαγορασμένος ἀπὸ τοὺς δούλους· ὅταν καμιὰ κατάσταση δὲν αὐξάνει οὔτε ἐλαττώνει τὸ δικαίωμα τῆς δικαιοσύνης.

Γιατί ἂν ἐφαρμοζόταν αὐτό, μόνο σ’ αὐτὸν ποὺ εἶναι πρῶτος σὲ κάποια ἐξουσία καὶ στὸ ἀξίωμα, τότε πῶς χαρακτηρίζεται δίκαιος ὁ παραπεταμένος στὴν πύλη τοῦ πλουσίου Λάζαρος, ποῦ δὲν εἶχε κανένα στοιχεῖο γιὰ μιὰ παρόμοια δικαιοσύνη, καμιὰ ἀρχηγία, οὔτε ἐξουσία, οὔτε σπίτι, οὔτε τράπεζα, οὔτε κάποιο ἄλλο ἐφόδιο γιὰ τὴ ζωή, μὲ τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσε νὰ ἀσκήσει ἐκείνη τὴ δικαιοσύνη;

Γιατί ἂν ἡ δικαιοσύνη ἀναφέρεται στὴ διοίκηση, ἢ στὴ διανομή, ἢ γενικὰ στὴ διαχείριση, ὅποιος δὲν ἔχει σχέση μ’ αὐτά, βρίσκεται ὁπωσδήποτε ἔξω ἀπ’ τὴ δικαιοσύνη. Ἀλλὰ τότε ὅμως πῶς κρίνεται ἄξιος νὰ ἀναπαυθεῖ ἐκεῖνος, ποῦ δὲν ἔχει ἀποκτήσει κανένα ἀπὸ ὅσα χαρακτηρίζουν τὴ δικαιοσύνη, σύμφωνα μὲ τὸν ὁρισμὸ ποῦ δίνουν οἱ πολλοί;

Ἐπιβάλλεται, λοιπόν, ν’ ἀναζητήσουμε κείνη τὴ δικαιοσύνη, ποὺ ὅποιος τὴν ἐπιθυμήσει, θὰ μπορεῖ νὰ ἀπολαύσει τὴν ἐπαγγελία ποὺ λέγει: «Εἶναι μακάριοι ὅσοι πεινοῦν καὶ διψοῦν τὴ δικαιοσύνη, γιατί αὐτοὶ θὰ χορτασθοῦν».

Ἡ ὑπέρβαση «τῶν ἀναγκαίων ὅρων τῆς χρείας» 

  1. Πολλά καὶ παντὸς εἴδους πράγματα βρίσκονται μπροστὰ μας γιὰ φαγητό, στὰ ὁποῖα ὁ ἄνθρωπος στρέφει τὴν τάση τῆς ὄρεξης. Γι’ αὐτὸ μας χρειάζεται πολλὴ γνώση, ὥστε νὰ εἴμαστε σὲ θέση νὰ διακρίνουμε ἀπὸ τὰ τρόφιμα αὐτὰ καὶ τὸ θρεπτικὸ καὶ τὸ δηλητηριασμένο, μήπως αὐτό, ποὺ φαίνεται στὴν ψυχή, ὅτι τὸ παίρνει ὡς μέρος τροφῆς, ἐπιφέρει σὲ μᾶς τὸ θάνατο καὶ τὴν καταστροφὴ ἀντὶ γιὰ τὴ ζωή.

Ἴσως νὰ μὴν εἶναι ἀταίριαστο, νὰ συλλάβουμε αὐτὸ τὸ νόημα, καὶ μὲ κάποιο ἄλλο στοιχεῖο ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἀναφέρονται στὸ Εὐαγγέλιο. Ὁ Κύριος, μολονότι κοινώνησε μὲ μᾶς καθ’ ὅλα, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ συμμετέσχε μὲ μᾶς στὰ ἴδια παθήματα (Ἑβρ. 4,5) δὲ θεώρησε τὴν πείνα, οὔτε ἀπέκλεισε ἀπὸ τὴν πείρα τοῦ τὸ σχετικὸ μ’ αὐτὴν πάθος, ἀλλὰ ἀποδέχθηκε τὴν ὀρεκτικὴ διάθεση τῆς φύσης ποὺ ἀποβλέπει στὴν τροφή.

Γιατί, ἀφοῦ παρέμεινε σαράντα μέρες χωρὶς τροφή, τελικὰ πείνασε (Ματθ. 4,2). Γιατί ἔδωκε, ὅταν θέλησε, στὴν ἀνθρώπινη φύση Τοῦ τὴν εὐκαιρία νὰ ἐνεργήσει τὶς δικές της λειτουργίες. Ἀλλὰ ὁ ἐφευρέτης τῶν πειρασμῶν, ὅταν ἀντιλήφθηκε ὅτι ἐμφανίσθηκε τὸ πάθος τῆς πείνας καὶ στὸν Ἰησοῦ, τὸν παρότρυνε νὰ ἱκανοποιήσει τὴν ὄρεξη μὲ τὶς πέτρες.

Κι αὐτὸ σήμαινε νὰ ἐκτρέψει τὴν ἐπιθυμία ἀπὸ τὴ φυσικὴ τροφὴ στὴν ἔξω ἀπὸ τὴ φύση. Γιατί πρότεινε: «Δῶσε ἐντολὴ νὰ γίνουν ψωμιὰ αὐτὲς οἱ πέτρες» (Ματθ. 4, 3). Ποιὰ ἀδικία διέπραξε ἡ γεωργία; Γιὰ ποιὸ λόγο ἀποστράφηκε τοὺς καρπούς, ὥστε νὰ ἀποστραφεῖ τὴν τροφή, ποῦ προέρχεται ἀπ’ αὐτούς; Γιατί κατηγορεῖ τὴ σοφία τοῦ Δημιουργοῦ, ὅτι δῆθεν δὲν τρέφει κατάλληλά τους ἀνθρώπους μὲ τὰ σπέρματα; Ἢ μήπως τώρα ἡ πέτρα παρουσιάζεται ὡς ἡ πιὸ κατάλληλη τροφή, ὁπότε ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ ἔκαμε λάθος ὡς πρὸς τὴν ἀπαραίτητη φροντίδα γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ζωή; «Δῶσε ἐντολὴ νὰ γίνουν αὐτὲς οἱ πέτρες ψωμί».

Αὐτὰ λέγει μέχρι σήμερα, σ’ αὐτοὺς ποὺ πειράζονται ἀπὸ τὴ δική τους ὄρεξη. Καὶ λέγοντας αὐτά, πείθει τὶς περισσότερες φορὲς ἐκείνους ποὺ τὸν ἀκοῦνε, ὅτι ἀπὸ τὶς πέτρες γίνεται ψωμί. Γιατί ὅταν ἡ ὄρεξη βγαίνει ἔξω ἀπὸ τὰ ἀναγκαῖα ὅρια, τί ἄλλο εἶναι ἐκτὸς ἀπὸ συμβουλὴ τοῦ διαβόλου, ποῦ τότε πλαστογράφησε τὴν τροφὴ τῶν καρπῶν κι ἔστρεψε τὴν ὄρεξη τῆς φύσης πρὸς τὰ ἔξω; Ἀπὸ πέτρες τρῶνε, ὅσοι παραθέτουν τὸ ψωμὶ τῆς πλεονεξίας, ὅσοι ἑτοιμάζουν γιὰ τοὺς ἑαυτούς τους ἀπὸ ἀδικίες τὰ πολὺ πλούσια καὶ θορυβώδη τραπέζια.

Ἡ προετοιμασία γι’ αὐτὰ τὰ δεῖπνα εἶναι μιὰ πομπώδης ἐπίδειξη σκηνοθετημένη γιὰ νὰ προκαλέσει κατάπληξη. Αὐτὴ πέφτει ἔξω ἀπὸ τὰ ἀναγκαῖα γιὰ τὴ ζωή.

Γιατί ποιὰ σχέση ἔχει μὲ τὴν ἀνάγκη τῆς φύσης ὁ ἄργυρος ποὺ δὲν τρώγεται, ὅταν μάλιστα ἐπιδεικνύεται σὲ βαριὰ καὶ δυσβάστακτη ποσότητα; Τί εἶναι τὸ πάθος τῆς πείνας; Δὲν εἶναι ἡ ἐπιθυμία τοῦ ἀπαραίτητου; Γιατί ὅταν ἐξατμίζεται ἡ δύναμη, πάλι ἀναπληρώνεται τὸ ἔλλειμμα μὲ τὴν κατάλληλη προσθήκη.

Κι αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμεῖ ἡ φύση εἶναι τὸ ψωμί, ἢ κάτι ἄλλο ἀπὸ τὰ φαγώσιμα. Ὅταν, λοιπόν, κάποιος πλησιάσει στὸ στόμα χρυσὸ ἀντὶ γιὰ ψωμί, ἄραγε ἰκανοποεῖ τὴν ἀνάγκη; Κι ὅταν κανεὶς ἐπιδιώκει πρὶν ἀπὸ τὰ τρόφιμα τὰ ὑλικὰ ἐκεῖνα, ποὺ δὲν τρώγονται, ἀσχολεῖται ἀποκλειστικὰ μὲ τὶς πέτρες.

Κι ἐνῶ ἡ φύση ζητάει ἄλλο, αὐτὸς καταγίνεται μὲ ἄλλο. Λέγει ἡ φύση μὲ τὸ πάθος τῆς πείνας, μόνο ποὺ δὲν ἀφήνει φωνή: Αὐτὸ ποὺ τώρα χρειάζεται εἶναι τὸ φαγητό.

Γιατί πρέπει νὰ ξαναμπεῖ στὸ σῶμα αὐτό, ποὺ θὰ ἀντικαταστήσει τὴ δύναμη, ἡ ὁποία ἐξατμίστηκε. Σὺ ὅμως δὲν ἀκοῦς τὴ φύση. Γιατί δὲν τῆς δίνεις αὐτὸ ποὺ ζητεῖ. ἀλλὰ φροντίζεις πὼς θὰ σοῦ γίνουν πιὸ βαριά τα ἀργυρᾶ ἐπιτραπέζια σκεύη.

Κι ἀναζητεῖς τοὺς μεταλλουργοὺς ποὺ θὰ ἐπεξεργασθοῦν καὶ θὰ φιλοτεχνήσουν τὰ σκεύη αὐτά. Καὶ τὴν ἱστορία τῶν εἰκόνων ποὺ χαράσσονται στὰ σκεύη φροντίζεις, ὥστε μὲ τὴν τέχνη, νὰ χαραχθοῦν μὲ ἀκρίβεια στὰ γλυπτὰ καὶ τὰ πάθη καὶ τὰ ἤθη.

Κι ἔτσι νὰ διακρίνεται καθαρὰ κι ὁ θυμὸς τοῦ ὁπλίτη, ὅταν ἀνυψώνει τὸ ξίφος γιὰ τὴ σφαγή, κι ὁ πόνος τοῦ τραυματία, ὅταν κουλουριασμένος πρὸς τὴν πληγὴ φαίνεται μὲ τὴ στάση νὰ θρηνεῖ. Κι ἡ ὁρμητικότητα τοῦ κυνηγοῦ κι ἡ ἀγριότητα τοῦ θηρίου κι ὅσα ἀλλὰ φιλοτεχνοῦν οἱ ἀνόητοι ἀπὸ μιὰ τέτοια περιέργεια πάνω στὰ ἐπιτραπέζια σκεύη. Ἡ φύση ζητεῖ νὰ πιεῖ.

Ἐσὺ ὅμως καλλωπίζεις τοὺς ἀκριβοῦς τρίποδες καὶ τὶς λεκάνες καὶ τοὺς κρατῆρες κι ἀμφορεῖς κι ἀμέτρητα ἄλλα σκεύη, ποὺ δὲν ἔχουν κανένα κοινὸ σημεῖο μὲ τὴν ἀπαραίτητη ἀνάγκη. Ἑπομένως μὲ ὅσα κάνεις, δὲν ἀκοῦς καθαρὰ ἐκεῖνον, ποῦ σὲ συμβουλεύει νὰ προσέχεις στὴν πέτρα; Τί νὰ πεῖ ὅμως κανεὶς γιὰ τὰ ὑπόλοιπα αὐτῆς τῆς πέτρινης τροφῆς; Ἐννοῶ τὰ αἰσχρὰ θεάματα, τὰ βουτηγμένα στὰ πάθη ἀκροάματα, μὲ τὰ ὁποῖα ἀνοίγουν γιὰ τοὺς ἑαυτοὺς τοὺς τὸ δρόμο στὴ φάλαγγα τῶν κακῶν, καρυκεύοντας μὲ τὰ προσανάμματα τὴν τροφὴ τῆς ἀκολασίας.

«Πεινάσωμεν τὴν ἑαυτῶν σωτηρίαν, διψήσωμεν τοῦ θείου θελήματος» 

  1. Αυτή εἶναι ἡ συμβουλὴ τοῦ ἐχθροῦ γιὰ τὴν τροφή. Αὐτὰ προτείνει, γιὰ νὰ προσέχουν στὶς πέτρες ἀντὶ γιὰ τὴ νόμιμη χρήση τοῦ ἄρτου. Ὅμως ὁ νικητὴς τῶν πειρασμῶν δὲ βγάζει τὴν πείνα ἔξω ἀπὸ τὴ φύση, ὡς αἰτία τῶν κακῶν, ἀλλὰ διώχνοντας μόνο τὴ ζωηρὴ ἐπιθυμία, ποὺ εἰσχώρησε μαζὶ μὲ τὴν ἀνάγκη ἀπὸ τὴ συμβουλὴ τοῦ ἐχθροῦ, ἄφησε τὴ φύση νὰ συντηρεῖται σύμφωνα μὲ τοὺς δικούς της κανόνες.

Ὅπως ἀκριβῶς ἐκεῖνοι ποὺ φιλτράρουν τὸ κρασί, δὲν περιφρονοῦν τὴ χρησιμότητά του, ἐπειδὴ μαζὶ μ’ αὐτὸ ἀνακατεύθηκε κι ἡ ἐλαφρὰ σκόνη, ἀλλὰ μὲ τὸ φιλτράρισμα ξεχωρίζουν τὰ περιττὰ καὶ δὲν ἀπορρίπτουν τὴ χρήση του.

Ἔτσι κι ὁ Κύριος, ποὺ ἐξετάζει καὶ διακρίνει τὰ ξένα της ἀνθρώπινης φύσης, δὲν ἔδιωξε μακριὰ τὴν πείνα, ποὺ εἶναι συντηρητικὸ στοιχεῖο τῆς ζωῆς μας. Φιλτράρησε ὅμως καὶ πέταξε μακριὰ τὶς ἀνωφελεῖς ἔρευνες ποὺ συμπλέκονται μὲ τὴν ἀνάγκη, λέγοντας: Θρεπτικὸ ψωμὶ νὰ θεωρεῖτε ἐκεῖνο, ποὺ εἶναι σύμφωνο κατὰ τὴν φύση μὲ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ.

Ἐὰν πείνασε ὁ Ἰησοῦς, σημαίνει πὼς εἶναι μακάρια ἡ πείνα, ὅταν λειτουργεῖ καὶ μέσα μας κατὰ ἀπομίμηση Ἐκείνου. Συνεπῶς ἂν μάθαμε τί εἶναι ἐκεῖνο γιὰ τὸ ὁποῖο πεινᾶ ὁ Κύριος, σίγουρα θὰ γνωρίσουμε καὶ τὴ δύναμη τοῦ μακαρισμοῦ, ποὺ ἔχουμε μπροστὰ μας τώρα. Ποιὰ εἶναι, λοιπόν, ἡ τροφή, ποῦ ὁ Κύριος δὲν ἀρνεῖται τὴν ἐπιθυμία της; Μετὰ τὸ διάλογο ποὺ εἶχε μὲ τὴ Σαμαρείτιδα, λέγει πρὸς τοὺς μαθητές: «Δική μου τροφὴ εἶναι νὰ ἐκπληρώνω τὸ θέλημα τοῦ Πατρός μου» (Ἰωάν. 4, 34).

Εἶναι ὅμως φανερό το θέλημα τοῦ Πατρός, ποὺ «θέλει νὰ σωθοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ γνωρίσουν καλὰ τὴν ἀλήθεια» (Ἃ’ Τιμ. 2, 4). Λοιπόν, ἂν Ἐκεῖνος ἐπιθυμεῖ τὴ σωτηρία μας καὶ γίνεται δική του τροφὴ ἡ δική μας ζωή, ἔχουμε μάθει τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο θὰ πρέπει νὰ χρησιμοποιοῦμε αὐτὴ τὴν τάση τῆς ψυχῆς.

Καὶ ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ τρόπος; νὰ πεινάσουμε τὴ σωτηρία μας, νὰ διψάσουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι το νὰ σωθοῦμε ἐμεῖς. Καὶ ἔχουμε μάθει τώρα ἀπὸ τὸ μακαρισμό, πὼς εἶναι δυνατὸ νὰ ἀποκτήσουμε αὐτὴ τὴν πείνα. Ὅποιος ποθεῖ τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, βρῆκε τὸ ἀληθινὰ ἐπιθυμητό.

Καὶ τὴν ἐπιθυμία τοῦ γι’ αὐτὸ δὲν τὴν ἱκανοποίησε μ’ ἕναν τρόπο, ἀνάλογο μ’ ἐκεῖνον ποὺ ἐφαρμόζουμε ὡς πρὸς τὴν ὄρεξη, γιατί δὲν ἐπιθυμεῖ τὴν κοινωνία τοῦ δικαίου μόνο ὡς τροφή. Ἂν περιόριζε τὴν ὄρεξη μόνο σ’ αὐτὴ τὴν ἐπιθυμία, θὰ ἦταν ἡμιτελής, τώρα ὅμως ἔκανε τὸ ἀγαθὸ αὐτὸ καὶ πόσιμο, γιὰ νὰ δείξει τὴ θέρμη καὶ τὴ φλόγα τῆς ἐπιθυμίας μὲ τὸ πάθος τῆς δίψας.

Γιατί ὅταν εἴμαστε στεγνοὶ καὶ φλογισμένοι κατὰ κάποιο τρόπο στὸν καιρὸ τῆς δίψας, προσφέρουμε μὲ χαρὰ τὸ ποτὸ ὡς φάρμακο αὐτῆς τῆς διάθεσης. Ἐπειδή, λοιπόν, εἶναι μὲν μία γενικὰ ἡ ὄρεξη καὶ γιὰ τὸ φαγητὸ καὶ γιὰ τὸ ποτό, διαφορετικὴ ὅμως ἡ διάθεση γιὰ τὸ καθένα ἀπ’ αὐτά, ὁ Κύριος μακαρίζει ἐκείνους ποὺ παθαίνουν τὰ δύο αὐτά, καὶ τὴν πείνα καὶ τὴ δίψα γιὰ τὴ δικαιοσύνη, προκειμένου νὰ νομοθετήσει γιὰ μᾶς τὸν ἀνώτατο βαθμὸ τῆς ἐπιθυμίας γιὰ τὸ ἀγαθό.

Καὶ τοῦτο γιατί εἶναι ἱκανό το ποθούμενο νὰ προσαρμοσθεῖ μὲ κατάλληλο τρόπο στὴν καθεμιὰ ἐπιθυμία καὶ νὰ γίνεται γιὰ μὲν τὸν πεινασμένο, στερεὰ τροφή, πόσιμη δὲ γιὰ κεῖνον ποὺ προσελκύει μὲ τὴ δίψα τὴ χάρη.

«Διὰ τοῦ μέρους τὸ ὅλον» 

  1. «Μακάριοι εἶναι ὅσοι πεινοῦν καὶ διψοῦν τὴ δικαιοσύνη, γιατί αὐτοὶ θὰ χορτασθοῦν». Λοιπόν, εἶναι μακάριο νὰ ἐπιθυμεῖ κανεὶς τὴ δικαιοσύνη. Κι ἂν κάποιος ἐπιθυμεῖ ἐξίσου τὴ σωφροσύνη, ἢ τὴ σοφία, ἢ τὴ φρόνηση, ἢ κάποια ἄλλη ἀρετή, αὐτὸν δὲν τὸν μακαρίζει ὁ Κύριος;

Τὸ νόημα ὅμως τοῦ λόγου εἶναι περίπου τὸ ἑξῆς: Ἡ δικαιοσύνη εἶναι ἕνα ἀπὸ ὅσα ἐννοοῦμε γύρω ἀπὸ τὴν ἀρετή. Πολλὲς φορὲς ὅμως συνηθίζει ἡ Γραφὴ ὅταν μνημονεύει τὸ ἐπὶ μέρους, νὰ περιλαμβάνει τὸ ὅλον, ὅπως ὅταν ἑρμηνεύει τὴ θεία φύση μὲ μερικὰ ὀνόματα. «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Κύριος» (Ἡσ. 42, 8), λέγει π.χ. ὁ προφήτης, ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Θεοῦ. «Αὐτὸ εἶναι τὸ ὄνομά μου αἰώνια. Κι ἡ μνημόνευσή μου στὶς γενεὲς τῶν γενεῶν». Καὶ σ’ ἄλλο σημεῖο λέγει: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Ὧν». Καὶ σ’ ἄλλο ὅτι «Εἶμαι ἐλεήμων» (Ἔξοδ. 3, 15 καὶ 14).

Καὶ μὲ ἄπειρα ἄλλα ὀνόματα, ποὺ σημαίνεται μ’ αὐτὰ καὶ τὸ ὕψος κι ἡ θεότητα, γνωρίζει ἡ ἁγία Γραφὴ νὰ ὀνομάζει τὸ Θεό, ὥστε μ’ αὐτὰ νὰ μάθουμε ἀκριβῶς ὅτι, ὅταν ἀναφέρει ἕνα ἀπὸ τὰ ὀνόματα αὐτά, ἐκφωνεῖ μαζὶ ὅλο τὸν κατάλογο τῶν ὀνομάτων, κατὰ τὸ σχῆμα τῆς παρασιώπησης.

Γιατί δὲν εἶναι δυνατὸ ὅταν λέγεται ὁ Θεὸς Κύριος, νὰ μὴν εἶναι καὶ τ’ ἀλλά. Ὅλα ὅμως ὀνομάζονται μ’ ἕνα ὄνομα. Μ’ αὐτὰ ποὺ ἀναφέραμε, μάθαμε πιὰ ὅτι ὁ θεόπνευστος λόγος γνωρίζει νὰ ὑπονοεῖ μὲ τὸ μέρος πολλά.

Κι ἐδῶ, λοιπόν, ποὺ λέγει ὁ Κύριος ὅτι ἡ δικαιοσύνη προορίζεται γιὰ ὅσους πεινοῦν κατὰ τρόπο μακάριο, μ’ αὐτὴν ἀποσαφηνίζει κάθε εἶδος ἀρετῆς. Μακάριος εἶναι ἐπίσης κι ὅποιος πεινάει γιὰ φρόνηση κι ἀνδρεία καὶ σωφροσύνη καὶ γιὰ ὅ,τι ἄλλο ἐννοοῦμε μὲ τὸ ἴδιο ὄνομα τῆς ἀρετῆς.

Γιατί δὲν εἶναι δυνατὸ ἕνα εἶδος τῆς ἀρετῆς χωρισμένο ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα, νὰ εἶναι αὐτὸ καθεαυτὸ ἡ τέλεια ἀρετή. Γιατί ἐκεῖνο, μὲ τὸ ὁποῖο δὲ συνυπάρχει κάποιο ἀπὸ ὅσα νοοῦνται γύρω ἀπὸ τὸ ἀγαθό, ἀναγκαστικὰ κατέχεται ἀπὸ τὸ ἀντίθετο πρὸς αὐτό.

Ἀντίθετη στὴ σωφροσύνη εἶναι ἡ ἀκολασία, στὴ φρόνηση ἡ ἀφροσύνη, καὶ γιὰ καθένα ποὺ ὑπολείπεται ὡς πρὸς τὸ καλύτερο, ὑπάρχει κάποιο ποὺ ἐννοεῖται ἐκ τοῦ ἀντιθέτου. Ἄν, λοιπόν, δὲ συνυπῆρχαν ὅλα μὲ τὴ δικαιοσύνη, εἶναι ἀδύνατο, αὐτὸ ποὺ ὑπολείπεται, νὰ εἶναι ἀγαθό.

Γιατί δὲ θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ὀνομάσει δικαιοσύνη τὴν ἀφροσύνη, ἢ τὴ θρασύτητα, ἢ τὴν ἀκολασία, ἢ κάτι ἄλλο ἀπ’ ὅσα βρίσκονται στὴν κακία. Ἐὰν εἶναι ἀνόθευτό το ὄνομα τῆς δικαιοσύνης ἀπὸ καθετὶ τὸ χειρότερο, σίγουρα ἔχει συμπεριλάβει μέσα του ὅλο το ἀγαθό. Κι ἀγαθὸ εἶναι ὅ,τι νοεῖται ὡς ἀρετή.

Συνεπῶς ἐδῶ μὲ τὸ ὄνομα τῆς δικαιοσύνης ἀναγνωρίζεται ὅλη ἡ ἀρετή. Καὶ κείνους ποὺ τὴν πεινοῦν καὶ τὴ διψοῦν μακαρίζει ὁ Κύριος, ὑποσχόμενος σ’ αὐτοὺς τὸ χορτασμὸ ἀπ’ αὐτὰ ποὺ ἐπιθυμοῦν.

Ἡ ἀπόκτηση τῆς ἀρετῆς ἀνοίγει τὴν ὄρεξη 

  1. «Μακάριοι εἶναι ὅσοι πεινοῦν καὶ διψοῦν τὴ δικαιοσύνη, γιατί αὐτοὶ θὰ χορτασθοῦν», λέγει, καὶ νομίζω πὼς αὐτὸ ποὺ λέγεται ἔχει αὐτὸ περίπου τὸ νόημα.

Καμιὰ ἀπὸ τὶς ἐπιδιώξεις τῆς ἡδονῆς στὴ ζωὴ δὲ χορταίνει κείνους ποὺ τὴν ἐπιδιώκουν, ἀλλὰ καθὼς λέγει κάπου ἡ Γραφὴ παραβολικὰ «ἡ ἀσχολία μὲ τὶς ἡδονὲς εἶναι πιθάρι τρύπιο» (Παροιμ. 23, 27).

Αὐτὸ πάντοτε τὸ κατακλύζουν μὲ προθυμία ὅσοι καταγίνονται μ’ αὐτές, καταβάλλοντος ἕναν κόπο ἀπλήρωτο κι ἀκόρεστο.

Γιατί ναὶ μὲν πάντοτε κάτι ρίχνουν μέσα στὸ βυθὸ τῆς ἐπιθυμίας, κι ἐπισωρεύουν αὐτὸ ποὺ προκαλεῖ τὴν ἡδονή, ἀλλὰ δὲν κατορθώνουν νὰ χορτάσουν τὴν ἐπιθυμία.

Ποιὸς ἔμαθε τὸ ὅριο τῆς φιλαργυρίας, μὲ τὸ ὅτι ἀπόκτησαν οἱ φιλάργυροι αὐτὸ ποῦ ἐπιδίωκαν; Ποιὸς ἀπὸ τοὺς δοξομανεῖς ἱκανοποιήθηκε μὲ τὸ νὰ πετύχει αὐτὰ γιὰ τὰ ὁποῖα ἀγωνιζόταν; Κι ἐκεῖνος ποὺ ρούφηξε τὴν ἡδονὴ μὲ ἀκροάματα καὶ θεάματα, ἢ μὲ τὴ μανία καὶ τὴ λύσσα γύρω ἀπὸ τὴ γαστέρα, τί βρῆκε νὰ τοῦ ἔχει ἀπομείνει ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἀπόλαυση;

Ἀλλὰ κι ἡ κάθε μορφὴ ἡδονῆς, ποῦ ἱκανοποιεῖται μὲ τὸ σῶμα, μόλις προσεγγίσει, ἀμέσως δὲν χάνεται χωρὶς νὰ παραμείνει σ’ αὐτοὺς ποῦ ἄγγιξε οὔτε γιὰ ἐλάχιστο χρόνο; Αὐτή, λοιπόν, τὴ μεγάλη ἀλήθεια μαθαίνουμε ἀπὸ τὸν Κύριο, ὅτι μόνο ἡ προσπάθεια ποὺ καταβάλλεται ἀπὸ μᾶς γιὰ τὴν ἀρετὴ εἶναι κάτι τὸ σταθερὸ καὶ πραγματικό.

Ὅποιος πέτυχε κάτι ἀπὸ τὰ μεγάλα, ὅπως εἶναι ἡ σωφροσύνη, ἢ ἡ μετριοφροσύνη, ἢ ἡ εὐσέβεια πρὸς τὸ Θεό, ἢ κάποιο ἄλλο ἀπὸ τὰ μεγάλα κι εὐαγγελικὰ διδάγματα, δὲ δοκιμάζει παροδικὰ κι ἀκατάστατα τὴν εὐχαρίστηση γιὰ καθεμιὰ ἀπὸ τὶς ἐπιτυχίες, ἀλλὰ τὴν ἔχει ἐγκαταστήσει γιὰ νὰ διαμένει μόνιμα καὶ νὰ παρατείνεται μαζί του σ’ ὅλο το διάστημα τῆς ζωῆς του.

Καὶ γιατί ὅλα αὐτά;

Διότι εἶναι δυνατὸν αὐτὰ νὰ ἐνεργοῦν πάντοτε καὶ δὲν ὑπάρχει καμιὰ περίοδος σ’ ὅλο το διάστημα τῆς ζωῆς, ποὺ νὰ προκαλεῖ τὸν κορεσμὸ τῆς ἀγαθῆς ἐνέργειας. Γιατί κι ἡ σωφροσύνη κι ἡ καθαρότητα κι ἡ σταθερότητα γενικὰ στὸ ἀγαθό, κι ἡ ἔλλειψη κάθε ἐπαφῆς μὲ τὸ κακό, ἐνεργεῖται πάντοτε, ἐφόσον κανεὶς ἀποβλέπει πρὸς τὴν ἀρετὴ κι ἔχει τὴν εὐχαρίστηση ποὺ παρατείνεται μαζὶ μὲ τὴν ἐνέργεια.

Ὅσοι ὅμως ἔχουν ξεχυθεῖ στὶς παράλογες ἐπιθυμίες, ἀκόμη κι ἂν ἔχουν συνεχῶς στραμμένη τὴν ψυχή τους πρὸς τὴν ἀκολασία, δὲ νιώθουν πάντοτε τὴν ἡδονή. Γιατί τὴ λαιμαργία π.χ. γιὰ τὸ φαγητὸ τὴ σταματάει ὁ κορεσμός, κι ἡ ἡδονὴ ποὺ δοκιμάζει ὁ πότης σβήνει μαζὶ μὲ τὴ δίψα.

Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ τ’ ἄλλα χρειάζονται κάποιο χρόνο καὶ κάποιο διάλειμμα νὰ μεσολαβήσει, γιὰ νὰ ἑξασθενίσει ἡ ἐπιθυμία ἀπὸ τὸν κορεσμὸ καὶ τὴν ἡδονή, ὥστε νὰ ἐπανέλθει καὶ πάλι ἡ ὄρεξη ἐκείνου ποὺ προκαλεῖ τὴν ἡδονή.

Ἡ ἀπόκτηση ὅμως τῆς ἀρετῆς, σ’ ὅσους ἐγκατασταθεῖ σταθερὰ γιὰ μιὰ φορά, δὲν μετριέται μὲ τὸ χρόνο, οὔτε διακόπτεται ἀπὸ τὸν κορεσμό. Ἀλλὰ σ’ αὐτοὺς ποὺ ζοῦν ἐνάρετα, πάντοτε κάνει τὰ ἀγαθά της αἰσθητά, καθαρά, νέα καὶ δυνατά. Γι’ αὐτὸ ὁ Κύριος ὑπόσχεται σ’ αὐτοὺς ποὺ πεινοῦν τὸ χορτασμό.

Ἕνα χορτασμὸ ὅμως ποὺ ἀνοίγει τὴν ὄρεξη καὶ δὲν τὴν σβήνει μὲ τὸν κορεσμό. Αὐτὸ εἶναι, λοιπόν, ἐκεῖνο ποὺ διδάσκει ὁ Κύριος μιλώντας ἀπὸ τὸ ψηλὸ ὅρος τῶν ἐννοιῶν, δηλ. τὸ νὰ μὴ ἀπασχολοῦμε τὴν ἐπιθυμία μᾶς περισσότερο μὲ κανένα ἀπὸ κεῖνα, ποὺ δὲν ὁδηγοῦν πουθενά, ὅσους ἐπιδιώκουν αὐτὰ κι ἡ ἐπιδίωξή τους εἶναι ματαιοπονία κι ἀνοησία.

Ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ μὲ κείνους ποὺ κυνηγοῦν τὴν κορυφὴ τῆς σκιᾶς τους. Γι’ αὐτοὺς ὁ δρόμος εἶναι ἀτελείωτος, γιατί αὐτὸ ποὺ κυνηγοῦν ἀπομακρύνεται σιγὰ-σιγὰ μαζὶ μὲ κεῖνον ποὺ τρέχει ἀπὸ κοντά.

Ἀλλὰ μᾶς διδάσκει νὰ στρέψουμε τὴν ὄρεξή μας σὲ κεῖνα ποὺ ἡ ἐπιδίωξή τους γίνεται κτῆμα αὐτοῦ ποὺ τὰ ἐπιδιώκει. Γιατί ὅποιος ἐπιθυμεῖ τὴν ἀρετή, κάνει κτῆμα τοῦ τὸ ἀγαθό, βλέποντας μέσα του αὐτὸ ποὺ ἐπιθύμησε.

Εἶναι, λοιπόν, μακάριος αὐτὸς ποὺ πείνασε τὴ σωφροσύνη, γιατί θὰ χορτάσει καθαρότητα. Κι ὁ χορτασμός, ὅπως εἴπαμε, δὲν προκαλεῖ τὴν ἀποστροφὴ πρὸς τὴν ὄρεξη, ἀλλὰ τὴν αὔξηση, καὶ αὐξάνονται μαζὶ καὶ τὰ δύο ἐξίσου ἀνάμεσά τους.

Γιατί τὴν ἐπιθυμία τῆς ἀρετῆς ἐπακολούθησε ἡ ἀπόκτηση αὐτοῦ, ποὺ εἶναι τὸ ἀντικείμενο τῆς ἐπιθυμίας. Καὶ τὸ ἀποκτημένο ἀγαθό, ἔφερε μαζί του γιὰ χάρη τῆς ψυχῆς ἀτελείωτη τὴ χαρά. Γιατί εἶναι τέτοια ἡ φύση αὐτοῦ του ἀγαθοῦ, δηλ. τῆς ἀρετῆς, ποὺ ὑπερευφραίνει ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τὴν ἀπολαμβάνει ὄχι μόνο στιγμιαία, ἀλλὰ προσφέρει συνεχῆ τὴ χαρὰ σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ χρόνου.

Γιατί ἡ ἀνάμνηση τῶν περασμένων ποὺ ἔχουν βιωθεῖ σωστά, εὐχαριστεῖ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τὰ πέτυχε. ἀλλὰ καὶ στὸ παρόν, ὅταν ἡ ζωὴ διανύεται μέσα στὴν ἀρετή, ὅπως ἐπίσης κι ἡ προσδοκία τῆς ἀνταμοιβῆς, ποὺ κι αὐτὴ δὲ νομίζω πὼς εἶναι καμιὰ ἄλλη παρὰ ἡ ἴδια καὶ πάλι ἡ ἀρετή, αὐτὴ εἶναι καὶ ἔργο ἐκείνων ποὺ τὴν κατορθώνουν, ἀλλὰ συγχρόνως γίνεται καὶ βραβεῖο γιὰ τὰ κατορθώματα.

«Ἐδίψησεν ἡ ψυχή μου πρὸς τὸν Θεόν, τὸν ἰσχυρόν, τὸν ζῶντα» 

  1. Αν ὅμως ἔπρεπε νὰ ἐπικαλεσθῶ κι ἕνα πιὸ τολμηρὸ λόγο, θὰ ἔλεγα πὼς ὁ Κύριος μὲ τὸ λόγο γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴ δικαιοσύνη προβάλλει τὸν Ἑαυτό του στὴν ὄρεξη τῶν ἀκροατῶν. Ἐκεῖνος «εἶναι γιὰ μᾶς ἀπὸ τὸ Θεὸ κι ἡ δικαιοσύνη κι ὁ ἁγιασμὸς κι ἡ ἀπολύτρωση» (Ἃ’ Κορ. 1, 30), ἀλλὰ κι «ὁ ἄρτος ποὺ κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ» καὶ «τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν» (Ἰωάν. 6, 58 καὶ 4, 10).

Αὐτὸ τὸ νερό, λέγει σὲ κάποιο ψαλμὸ ὁ Δαβίδ, ὅτι διψάει, κι ἀναφέρει στὸ Θεὸ αὐτὸ τὸ μακάριο πάθος τῆς ψυχῆς, ὅταν ὁμολογεῖ: «Ἐδίψασε ἡ ψυχή μου τὸ Θεὸ τὸ δυνατὸ καὶ ζῶντα. Πότε θὰ φθάσω καὶ θὰ δῶ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ;» (Ψάλ. 41, 3).

Νομίζω δὲ ὅτι ὁ Δαβὶδ μὲ τὸ νὰ ἔχει διδαχθεῖ πρωτύτερα μὲ τὴ δύναμη τοῦ ἁγίου Πνεύματος αὐτὰ τὰ σοφὰ διδάγματα τοῦ Κυρίου καὶ τὸ χορτασμὸ αὐτῆς τῆς ὄρεξης γιὰ τὸν ἑαυτό του, προσθέτει: «Ἐγὼ θὰ χορτάσω μὲ τὸ νὰ δῶ τὴ δόξα Σου», (Ψάλ. 16, 15).

Αὐτὴ εἶναι, κατὰ τὴ γνώμη μου βέβαια, ἡ ἀληθινὴ ἀρετή, τὸ ἀγαθὸ ποὺ εἶναι ἀνόθευτο ἀπὸ τὸ χειρότερο. Γύρω ἀπ’ αὐτὸ γίνεται κατανοητὴ κάθε σκέψη ἀπ’ ὅσες σκεπτόμαστε ὡς πρὸς τὸ καλύτερο.

Κι αὐτὸ εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ «ἡ ἀρετὴ ποὺ σκέπασε τοὺς οὐρανοὺς» ὅπως λέγει ὁ προφήτης Ἀββακοὺμ (3,3). Καὶ καλῶς μακαρίσθηκαν ὅσοι πεινοῦν αὐτὴ τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ.

Γιατί πραγματικὰ «ὅποιος ἀπόκτησε κάποια γεύση τοῦ Κυρίου» καθὼς λέγει ὁ ψαλμὸς (33, 9) δηλ. ὅποιος δέχτηκε μέσα του τὸ Θεό, αὐτὸς χορταίνει ἐκεῖνο ποὺ δίψασε καὶ πείνασε, σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεση τοῦ Κυρίου: «Ἐγὼ κι ὁ Πατέρας θὰ ἔλθουμε καὶ θὰ παραμείνουμε σ’ αὐτὸν» (Ἰωάν. 14, 23), ὅταν δηλ. κατοικήσει μέσα του πρωτύτερά το ἅγιο Πνεῦμα.

Τὸ ἴδιο νομίζω ὅτι συνέβη καὶ μὲ τὸ μεγάλο ἄπ. Παῦλο, ποὺ γεύθηκε τοὺς μυστικοὺς ἐκείνους καρποὺς τοῦ Παραδείσου. Καὶ χόρτασε ἀπὸ ὅσα δοκίμασε καὶ πάντοτε πεινοῦσε. Γιατί ὁμολογεῖ πὼς εἶναι χορτασμένος ἀπ’ αὐτὸ ποὺ ποθοῦσε, γράφοντας: «Μέσα μου ζεῖ ὁ Χριστὸς» (Γαλ. 2, 20).

Κι ὡς πεινασμένος λέγει ὅτι ἐπεκτείνεται συνεχῶς πρὸς τὰ ἐμπρός, «Ὄχι γιατί ἤδη πῆρα (αὐτὸ ποὺ ἐπεδίωκα) ἢ ἤδη ἔχω τελειωθεῖ, ἀλλὰ τρέχω γιὰ νὰ τὸ κατακτήσω» (Φιλιπ. 3, 12-14). Ἃς ὑποθέσουμε ὅτι δίνεται τὸ δικαίωμα νὰ ποῦμε κάτι τὸ ἀφύσικο.

Γιατί ὅπως ἀκριβῶς ἀπὸ τὰ ὑλικὰ φαγητὰ ποὺ παίρνουμε γιὰ διατροφή, ἂν δὲν ἀποβάλλονταν τίποτε μὲ τὰ περιττώματα, ἀλλὰ ὁ ὀργανισμὸς δέχονταν τὰ πάντα καὶ τὰ πρόσθετε στὸ ὕψος τοῦ σώματος, τότε τὰ σώματα θὰ ἀνέβαιναν σὲ μεγάλο ὕψος, ἐπειδὴ ἡ καθημερινὴ τροφὴ θὰ αὔξανε τὸ μέγεθος ἀπὸ μόνη της.

Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ κείνη τὴ δικαιοσύνη κι ὅλη τὴν ἀρετὴ ποὺ μ’ αὐτὴν ἐννοεῖται. Ἐπειδὴ δὲν ἀποβάλλεται,ὅταν τρώγεται μὲ τὸν νοητὸ τρόπο τῆς βρώσης, κάνει πάντοτε ψηλότερους γιὰ τὸν ἑαυτὸ τῆς ἐκείνους ποὺ τὴν τρώγουν, καὶ πάντοτε μὲ τὴν προσθήκη τοῦ ἐαυτοῦ τῆς αὐξάνει τὸ μέγεθος.

Συνεπῶς ἂν κατανοήσαμε τὴν ἔννοια τῆς μακαριστῆς πείνας, ἀφοῦ ἀποβάλουμε μὲ ἐμετὸ ὅλο το πλῆθος τῆς κακίας, ἃς πεινάσουμε τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ χορτάσουμε ἀπ’ αὐτήν, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίω ἠμῶν, στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

πηγή