,

Ἐπιστολὴ πρὸς τὸν μονάζοντα Νικόλαο. Ὁσίου Μάρκου τοῦ ἀσκητοῦ

1 total views, 1 views today

 

(Ἀπὸ τὴ Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν) 

Ἐπειδὴ ἀπὸ καιρὸ ἤσουν πολὺ ἀπασχολημένος μὲ τὴ σωτηρία σου καὶ ἡ φροντίδα σου ἦταν πολλὴ γιὰ τὴ ζωὴ τὴ σύμφωνη μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἦρθες σὲ μένα καὶ μοῦ ἔλεγες τὰ δικά σου, μὲ ποιοὺς κόπους καὶ πόθο φλογερὸ εἶχες σκοπὸ νὰ προσκολληθεῖς στὸν Κύριο, μὲ ζωὴ αὐστηρή, μὲ ἐγκράτεια καὶ κάθε κακοπάθεια, ἀγωνιζόμενος μὲ ἀγρυπνία πολλὴ καὶ ἐπίμονη καὶ συνεχῆ προσευχή.

Καὶ ποιοὶ πόλεμοι, μοῦ ἔλεγες, καὶ σμήνη ἀπὸ σαρκικὰ πάθη ἀνασυντάσσονται μέσα στὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ ξεσηκώνονται κατὰ τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ νόμο τῆς ἁμαρτίας(117) ποὺ ἐναντιώνεται καὶ μάχεται στὸ νόμο τοῦ νοῦ μας. Περισσότερο ἀπ’ ὅλα θρηνοῦσες γιατί σ’ ἐνοχλοῦσε τὸ πάθος τῆς ὀργῆς καὶ τῆς ἐπιθυμίας καὶ ζητοῦσες ἀπὸ μένα κάποια μέθοδο καὶ συμβουλή, μὲ ποιοὺς ἀγῶνες καὶ κόπους θὰ μποροῦσες νὰ κατανικήσεις τὰ καταστρεπτικὰ αὐτὰ πάθη. Καὶ τότε, ὅσο ἦταν δυνατό, συμβούλεψα προσωπικὰ τὴν ἀγάπη σου, ἐκθέτοντάς σου τὰ ψυχωφελῆ νοήματα, τὶς σκέψεις καὶ τὰ φρονήματα. Καὶ σοῦ εἶπα τότε μὲ ποιοὺς κόπους καὶ ἐπιμονὴ ἀσκητικὴ καὶ σύνεση καὶ γνώση λογικὴ σύμφωνα μὲ τὸ Εὐαγγέλιο ἂν ζήσει ἡ ψυχή, μὲ πίστη καὶ μὲ τὴ βοήθεια τῆς χάρης, μπορεῖ νὰ νικήσει τὶς κακίες ποὺ ἀναβλύζουν μέσα μας καὶ μάλιστα τὶς κακίες ποὺ εἴπαμε παραπάνω.

Ἐναντίον ἐκείνων τῶν παθῶν ποὺ ἔδωσαν ἀπὸ τὴν προηγούμενη συνήθεια σ’ αὐτὰ τὴν ποιότητά τους στὴν ψυχὴ ποὺ ὅπως εἶναι ἑπόμενο παρασύρεται περισσότερο ἀπὸ αὐτά, ἐναντίον αὐτῶν τῶν παθῶν ὀφείλει ἡ ψυχὴ νὰ ἀγωνιστεῖ μὲ μεγαλύτερη ἔνταση καὶ ἀκατάπαυστα, ἕως ὅτου ὑποτάξει τὶς σαρκικὲς καὶ παράλογες ἐπιθυμίες τῆς καρδιᾶς, στὶς ὁποῖες προηγουμένως παρασυρόταν καὶ ὑποτασσόταν καὶ γινόταν αἰχμάλωτή τους μὲ τὴ συνεχῆ ὑπενθύμιση καὶ κακὴ μελέτη τῶν λογισμῶν καὶ τὴν ἐσωτερικὴ συγκατάθεση τῶν σκέψεων. Σωματικὰ λοιπὸν ἀπομακρύνθηκα ἀπὸ σένα στὸ πρόσωπο μόνο, ὄχι ὅμως καὶ στὴν καρδιὰ(118), καὶ πῆγα στὴν ἔρημο κοντὰ στοὺς ἀληθινοὺς ἐργάτες καὶ πολεμιστὲς τοῦ Χριστοῦ, μὲ σκοπὸ κι ἐγώ, ἔστω καὶ λίγο, νὰ ἀγωνιστῶ καὶ νὰ συμπολεμήσω μὲ τοὺς ἀδελφοὺς ποὺ πολεμοῦν ἐναντίον τῶν ἀντιθέτων σαρκικῶν ἐνεργειῶν καὶ ἀντιπαρατάσσονται γενναία ἐναντίον τῶν παθῶν, καὶ ν’ ἀποβάλλω τὴν ὀκνηρία καὶ ν’ ἀπορρίψω τὴν ἀμέλεια ἀπὸ πάνω μου καὶ νὰ πάρω ἐπάνω μου κάθε φροντίδα καὶ ἐπιμέλεια, ἐπειδὴ βιαζόμουνα νὰ εὐαρεστήσω τὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ μὲ προθυμία στέλνω γραπτὴ ψυχοφελὴ νουθεσία σ’ ἐσένα ποὺ εἶσαι ἀληθινὸς καὶ γνήσιος δοῦλος τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὸ σκοπὸ ὅσα σου ἔλεγα τότε πρόσωπο μὲ πρόσωπο, διατυπωμένα τώρα πιὸ σύντομα στὴ μικρὴ σουμβουλευτικὴ ἐπιστολή, νὰ τὰ διαβάσεις μ’ ἐπιμέλεια σὰν νὰ εἶμαι παρὼν καὶ νὰ ὠφεληθεῖς πνευματικά.

Λοιπὸν τὴν ἀρχὴ τῆς κατὰ Θεὸν ὠφέλειάς σου, παιδί μου, ὀφείλεις νὰ τὴν κάνεις ἀπὸ αὐτὸ τὸ σημεῖο: πρέπει νὰ μελετᾶς καὶ νὰ συλλογίζεσαι ἀκατάπαυστα χωρὶς ποτὲ νὰ ξεχνᾶς, ὅλες τὶς οἰκονομίες (τὶς διευθετήσεις καὶ τοὺς μυστηριώδεις τρόπους τῆς θείας βουλῆς) καὶ τὶς εὐεργεσίες πού σου ἔκανε κι ἐξακολουθεῖ νὰ σοῦ κάνει ὁ Θεὸς γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς σου. ὄχι τυλιγμένος ἀπὸ τὴ λήθη ποὺ προκαλεῖ ἡ κακία ἢ ἐξαιτίας τῆς ραθυμίας νὰ ξεχνᾶς τὶς πολλὲς καὶ μεγάλες πρὸς ἐσένα εὐεργεσίες Του, καὶ ἔτσι νὰ περνᾶς τὸν ὑπόλοιπο καιρό σου χωρὶς ὠφέλιμα ἔργα καὶ χωρὶς εὐχαριστία. Ἐπειδὴ οἱ ἀκατάπαυστες αὐτὲς ἐνθυμήσεις τῶν εὐεργεσιῶν τοῦ Θεοῦ, κεντοῦν σὰν τὸ σουβλὶ τὴν καρδιά, καὶ τὴν παρακινοῦν σὲ ἐξομολόγηση καὶ σὲ δοξολογία, σὲ ταπείνωση, σὲ εὐχαριστία μὲ συντριβὴ ψυχῆς, σὲ κάθε ἀγαθὴ ἀπασχόληση, σὲ προθυμία γιὰ νὰ ἀνταποδώσει τὶς εὐεργεσίες πρὸς τὸ Θεὸ μὲ τρόπους καὶ ἤθη ἀγαθὰ καὶ μὲ ὅλη τὴν ἀρετὴ ποὺ εἶναι σύμφωνη μὲ τὸ θέλημά Του. καὶ τὴν κάνουν νὰ μελετᾶ πάντοτε τὸν προφητικὸ λόγο: «Τί θὰ ἀνταποδώσω στὸν Κύριο γιὰ ὅλα, μὲ ὅσα μὲ ἔχει εὐεργετήσει;»(119).

Ἃς ἀναλογιστεῖ ὁ ἄνθρωπος τὶς εὐεργεσίες τοῦ φιλάνθρωπου Θεοῦ ἀπὸ τὸν καιρὸ τῆς γενννήσεως, ἢ ἀπὸ πόσους κινδύνους γλύτωσε, σὲ πόσες ἁμαρτίες ἔπεσε καὶ σὲ πόσες παραβάσεις γλίστρησε θεληματικά, καὶ ἐντούτοις δὲν τὸν παρέδωσε γιὰ ἀπώλεια καὶ θάνατο, σύμφωνα μὲ τὸ δίκαιο, στὰ πονηρὰ πνεύματα ποὺ τὸν ἐξαπάτησαν, ἀλλὰ τὸν διαφύλαξε μακρόθυμα ὁ φιλάνθρωπος Κύριος, παραβλέποντας τὶς ἁμαρτίες του, περιμένοντας τὴν ἐπιστροφή του. Καὶ ἐνῶ ἡ ψυχὴ τοῦ δούλευε μὲ τὰ πάθη τῆς θεληματικὰ στὰ ἐχθρικὰ καὶ πονηρὰ πνεύματα, Αὐτὸς τὸν διέτρεφε, τὸν σκέπαζε καὶ τὸν προστάτευε, προνοώντας μὲ κάθε τρόπο γι’ αὐτόν. Καὶ τέλος ἔβαλε μέσα του ἀγαθὴ κλίση καὶ τὸν ὁδήγησε σὲ ὁδὸ σωτηρίας καὶ ἔβαλε στὴν καρδιὰ τοῦ ἔρωτα ἀσκητικοῦ βίου καὶ τὸν δυνάμωσε ὥστε ν’ ἀφήσει μὲ χαρὰ τὸν κόσμο καὶ ὅλη τὴν ἀπάτη τοῦ κόσμου καὶ τῶν σαρκικῶν ἡδονῶν, καὶ τὸν καταστόλισε μὲ τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα τῆς ἀσκητικῆς τάξεως, καὶ προετοίμασε τὰ πράγματα ὥστε νὰ γίνει δεκτὸς σὲ ἀδελφότητα ἁγίων ἀνδρῶν.

Ποιὸς λοιπόν, ἂν εἶναι εὐσυνείδητος καὶ τὰ συλλογίζεται αὐτά, δὲ θὰ βρίσκεται πάντοτε σὲ συντριβὴ καρδιᾶς; Καὶ ἀφοῦ ἔχει τόσες προηγούμενες εὐεργεσίες σὰν ἐνέχυρα χωρὶς προηγουμένως νὰ ἔχει πράξει κανένα ἀγαθό, δὲν θὰ ἔχει πάντοτε βέβαιη ἐλπίδα; Θὰ ἔχει βέβαιη ἐλπίδα γιατί θὰ σκέφτεται: «Ἐγὼ κανένα καλὸ δὲν ἔκανα ἀλλὰ ἀντίθετα ἔχω ἁμαρτήσει πολὺ ἐνώπιόν Του μὲ σαρκικὲς ἁμαρτίες καὶ πολλὲς ἄλλες κακίες. ὡστόσο δὲν μοῦ φέρθηκε ἀνάλογα μὲ τὶς ἀνομίες μου, οὔτε μου ἀνταπέδωσε ἀνάλογα μὲ τὶς ἁμαρτίες μου(120), ἀλλὰ τόσες εὐεργεσίες καὶ δωρεὲς οἰκονόμησε γιὰ μένα. Ἂν τώρα δώσω ὁλότελα τὸν ἑαυτό μου νὰ Τὸν ὑπηρετῶ στὸ ἑξῆς, μὲ ἁγνὴ διαγωγὴ καὶ ἐνάρετες πράξεις, γιὰ πόσα ἀγαθὰ καὶ πνευματικὰ χαρίσματα θὰ μὲ κρίνει ἄξιο καὶ θὰ μὲ δυναμώσει καὶ θὰ μὲ κατευθύνει καὶ θὰ μὲ κατευοδώσει σὲ κάθε καλὸ ἔργο; Γι’ αὐτό, ἐκεῖνος ποὺ ἔχει πάντοτε τέτοιες σκέψεις καὶ δὲ λησμονεῖ τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, ντρέπεται τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν διορθώνει καὶ τὸν βιάζει γιὰ κάθε καλὴ ἄσκηση ἀρετῆς καὶ γιὰ κάθε ἐργασία ἐνάρετη καὶ εἶναι πάντοτε πρόθυμος, πάντοτε ἕτοιμος στὸ νὰ ἐκτελεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Λοιπόν, ἀγαπητό μου παιδί, ἐπειδὴ ἔχεις μὲ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ φυσικὴ σύνεση, αὐτὴ τὴν ἀγαθὴ μελέτη νὰ τὴν ἔχεις διαρκῶς στὸ νοῦ σου καὶ νὰ φροντίζεις νὰ μὴν τὴν σκεπάζει ἡ καταστρεπτικὴ λησμοσύνη, οὔτε ἡ ἀμέλεια ποὺ ματαιώνει καὶ ἀπομακρύνει τὸ νοῦ ἀπὸ τὴν θεϊκὴ ζωὴ νὰ τὴν ἐμποδίζει. οὔτε νὰ σκοτίζεται ὁ νοῦς σου ἀπὸ τὴν ἄγνοια ποὺ εἶναι αἰτία ὅλων των κακῶν, οὔτε ἀπὸ σαρκικὴ ἡδονὴ νὰ δελεάζεσαι, οὔτε νὰ νικιέσαι ἀπὸ τὴν λαιμαργία. Νὰ μὴν αἰχμαλωτίζεται ὁ νοῦς σου ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία ὥστε νὰ μολύνεται ἀπὸ τὴν συγκατάθεση σὲ πορνικὲς σκέψεις. Νὰ μὴν σὲ νικοῦν ἡ ὀργὴ καὶ ἡ μνησικακία ποὺ γεννοῦν τὸ μίσος ἐναντίον τῶν ἄλλων, καὶ μὲ μιὰ ἐλεεινὴ καὶ ἄθλια πρόφαση νὰ λυπᾶσαι καὶ νὰ λυπεῖς τοὺς ἄλλους καὶ νὰ μαζεύεις μνησικακία στὴν ψυχή σου κατὰ τοῦ πλησίον σου καὶ ἔτσι νὰ ξεπέφτεις ἀπὸ τὴν καθαρὴ προσευχὴ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ αἰχμάλωτος πιὰ στὸ νοῦ ν’ ἀγριοκοιτάζεις τὸν ἀδελφὸ ποὺ ἔχει κι αὐτὸς τὴν ἴδια ψυχὴ μὲ σένα. Γιατί μὲ δεμένη τὴ συνείδηση ἀπὸ τὸ παράλογο σαρκικὸ φρόνημα, θὰ παραδοθεῖς ἀπὸ τὸ Θεὸ στὰ πονηρὰ πνεύματα στὰ ὁποῖα ὑπάκουσες, πρὸς τιμωρία σου γιὰ ἕνα ὁρισμένο διάστημα, ἕως ὅτου βρεθεῖ ὁ νοῦς σὲ τέλεια ἀπορία καὶ ἀπελπισία ἀπ’ ὅλα τα μέρη, σὰν νὰ τὸν ἔχουν καταπιεῖ ὅλα αὐτά, καὶ ἀφοῦ θὰ ἔχει χάσει τὴν κατὰ Θεὸν προκοπὴ ἀπὸ τὶς παραπάνω αἰτίες, θ’ ἀρχίσει πάλι μὲ πολλὴ ταπείνωση ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὸ δρόμο τῆς σωτηρίας. Καὶ ἀφοῦ κοπιάσει πολὺ σὲ προσευχὲς καὶ ὁλονύκτιες ἀγρυπνίες, θὰ καταργήσει τὶς αἰτίες μὲ τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ἐξομολόγηση πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὸν πλησίον.

Ἔτσι ἀρχίζει ὁ νοῦς νὰ ἔρχεται πάλι στὸν ἑαυτό του καὶ φωτιζόμενος μὲ φωτισμοὺς εὐαγγελικῆς γνώσεως, μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, μαθαίνει ὅτι ἐκεῖνος ποὺ δὲν παραδίνει τὸν ἑαυτὸ τοῦ αὐτοπροαιρέτως στὸ σταυρὸ μὲ φρόνημα ταπεινώσεως καὶ ἐξουδενώσεως καὶ δὲν ρίχνει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ κάτω ἀπ’ ὅλους νὰ καταπατεῖται καὶ νὰ ἐξουδενώνεται καὶ νὰ καταφρονεῖται καὶ νὰ καταγελᾶται καὶ νὰ ἐμπαίζεται καὶ ὅλα αὐτὰ νὰ τὰ ὑπομένει μὲ χαρὰ καὶ διόλου νὰ μὴν ἐπιδιώκει τὰ ἀνθρώπινα, δόξα ἢ τιμὴ ἢ ἔπαινο ἢ ἡδονὴ φαγητοῦ ἢ ποτοῦ ἢ ἐνδύματος, δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀληθινὸς χριστιανός.

Λοιπὸν ἀφοῦ εἶναι μπροστὰ μας τέτοιοι ἀγῶνες καὶ παλαίσματα καὶ βραβεῖα, μέχρι πότε θὰ μᾶς περιγελᾶ ἡ ὑποκριτικὴ μόρφωση εὐσέβειας γιὰ νὰ ὑπηρετοῦμε μὲ πανουργία τὸν Κύριο, ἄλλο νὰ μᾶς νομίζουν οἱ ἄνθρωποι καὶ ἄλλο νὰ φαινόμαστε σ’ Ἐκεῖνον ποῦ γνωρίζει τὰ κρυφά; Γιατί ἐνῶ πολλοί μας νομίζουν γιὰ ἁγίους, ἐμεῖς ἔχουμε ἀκόμη ἄγριο χαρακτήρα καὶ φερσίματα, καὶ ἐνῶ ἔχομε τὸ ἐξωτερικὸ σχῆμα τῆς εὐσέβειας, ἀρνούμαστε τὴ δύναμή της(121); Καὶ ἐνῶ μᾶς νομίζουν πολλοὶ παρθένους καὶ ἁγνούς, ἐνώπιόν του Θεοῦ ποὺ γνωρίζει τὰ κρυφά της καρδιᾶς μᾶς εἴμαστε μολυσμένοι μέσα μας ἀπὸ συγκαταθέσεις σὲ πορνικοὺς λογισμοὺς καὶ λασπωμένοι ἀπὸ τὶς ἐνέργειες τῶν παθῶν καὶ ἀκάθαρτοι. Καὶ γιὰ τὴν ὑποκριτική μας ἀκόμη ἄσκηση καμαρώνομε μπροστὰ στοὺς ἐπαίνους τῶν ἀνθρώπων καὶ τυφλώνεται ὁλότελα ὁ νοῦς μας.

Ὡς πότε λοιπὸν θὰ βαδίζομε μὲ τὴν ματαιότητα τοῦ νοῦ μᾶς χωρὶς νὰ πιάσομε γερά το εὐαγγελικὸ φρόνημα καὶ χωρὶς νὰ φροντίζομε νὰ πληροφορηθοῦμε ποιὸς εἶναι ὁ ἀκριβὴς καὶ κατὰ συνείδηση βίος γιὰ νὰ ἐπιδιώξομε νὰ τὸν ἐφαρμόσουμε καὶ νὰ βροῦμε τὴν ἀφοβία καὶ τὸ βάρος τῆς συνειδήσεως; Ἀλλὰ ἀκόμη στηριζόμαστε στὴν ἐξωτερικὴ μόνο ἀρετή, κι αὐτὸ γιατί δὲν ἔχουμε τὴν ἀληθινὴ γνώση καὶ ἀπατοῦμε τοὺς ἑαυτούς μας μὲ ἐξωτερικὰ ἔργα καὶ θέλομε νὰ ἀρέσομε στοὺς ἀνθρώπους καὶ κυνηγοῦμε τὶς δόξες, τὶς τιμὲς καὶ τοὺς ἐπαίνους τους.

Θὰ ἔρθει ὁπωσδήποτε Ἐκεῖνος ποὺ φανερώνει τὰ κρυμμένα στὸ σκοτάδι καὶ τὰ θελήματα τῶν καρδιῶν(122), ὁ δικαστὴς ποὺ δὲν ξεγελιέται μὲ σοφίσματα, ποὺ μήτε τὸν πλούσιο ντρέπεται, μήτε τὸν φτωχὸ ἐλεεῖ. Ἐκεῖνος ποὺ ἀφαιρεῖ τὸ ἐξωτερικὸ σχῆμα καὶ φανερώνει τὴν ἐσωτερικὰ κρυμμένη ἀλήθεια. Ἐκεῖνος ποὺ στεφανώνει ἐπὶ παρουσία Ἀγγέλων μπροστὰ στὸν Πατέρα Τοῦ τοὺς ἀληθινοὺς ἐγωιστὲς καὶ ἀθλητὲς ποὺ ζοῦν σύμφωνα μὲ τὴ συνείδησή τους. Ἐκεῖνος ποὺ σέρνει στὸν θρίαμβό του, μπροστὰ στὴν ἄνω Ἐκκλησία τῶν ἁγίων καὶ σὲ ὅλη τὴν ἐπουράνια στρατιά, τοὺς ὑποκριτὲς ποὺ φοροῦν μόνο το ἐξωτερικὸ σχῆμα τῆς εὐσέβειας καὶ μόνο φαινομενικὴ ἁγιότητα ἐπιδεικνύουν στοὺς ἀνθρώπους καὶ στηρίζονται σ’ αὐτὴν καὶ ἀπατοῦν τὸν ἑαυτὸ τοὺς(123), καὶ ποὺ τοὺς ἀποστέλλει φοβερὰ ντροπιασμένους στὸ σκότος τὸ ἐξώτερο, ὅπως τὶς μωρὲς παρθένες(124). Αὐτὲς καὶ τὴν ἐξωτερικὴ παρθενία φύλαξαν, γιατί δὲν κατηγορήθηκαν ὅτι δὲν τὴν φύλαξαν, ἀλλὰ καὶ λάδι στὰ δοχεῖα τοὺς εἶχαν ἐν μέρει, δηλαδὴ εἶχαν καὶ μερικὲς ἀρετὲς καὶ μερικὰ ἐξωτερικὰ κατορθώματα καὶ χαρίσματα, γι’ αὐτὸ οἱ λαμπάδες τοὺς μέχρι ἑνὸς σημείου ἀναβαν. ἀλλὰ ἀπὸ ἀμέλεια καὶ ἄγνοια καὶ ὀκνηρία, δὲν εἶχαν προνοήσει καὶ δὲν γνώρισαν μὲ ἀκρίβεια τὸ πλῆθος τῶν παθῶν ποὺ εἶχαν μέσα τους καὶ τὰ ἐνεργοῦσαν καὶ τὰ κινοῦσαν τὰ πονηρὰ πνεύματα. ἀλλὰ ἄφηναν νὰ διαφθείρονται οἱ σκέψεις τους ἀπὸ τὶς ἀντίθετες ἐνέργειες τῶν πονηρῶν πνευμάτων καθὼς μὲ τὴν συγκατάθεσή τους στοὺς πονηροὺς λογισμοὺς ἐπίαναν σχέση μὲ αὐτούς, ἔπαιρναν τὸ δόλωμα στὴν καρδιά τους καὶ ἔπεφταν νικημένες. Τὶς νικοῦσε δηλαδὴ ὁ κάκιστος φθόνος, ἡ ζήλεια ποὺ μισεῖ τὰ καλά, ἡ διχόνοια, ἡ φιλονεικία, τὸ μίσος, ἡ ὀργή, ἡ πικρία καὶ δυσαρέσκεια, ἡ μνησικακία, ἡ ὑποκρισία, ὁ θυμός, ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ κενοδοξία, ἡ ἀνθρωπαρέσκεια, ἡ φιλαργυρία, ἡ ἀκηδία, ἡ σαρκικὴ ἐπιθυμία ἡ ὁποία ἐργάζεται νοερὰ τὴν ἡδυπάθεια, ἡ ἀπιστία, ἡ ἔλλειψη τοῦ θείου φόβου, ἡ δειλία, ἡ λύπη, ἡ ἀντιλογία, ἡ ἀτονία, ὁ ὕπνος, ἡ οἴηση, ἡ δικαιολογία, τὸ φούσκωμα τοῦ φρονήματος, ἡ ἀλαζονεία, ἡ ἀπληστία, ἡ ἀσωτία, ἡ πλεονεξία, ἡ ἀπελπισία ποὺ εἶναι τὸ χειρότερο ὅλων των κακῶν, καὶ οἱ λεπτὲς ἐνέργειες τῆς κακίας. Οἱ ὁποῖες μωρὲς παρθένες καὶ τὴν ἐργασία τῶν καλῶν, τὴ σεμνὴ δηλ. πολιτεία τους καὶ αὐτὴ ποὺ φαίνονταν ὅτι κάνουν στοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀπολάμβανουν τοὺς ἐπαίνους (μ’ ὅλο ποὺ εἶχαν καὶ μερικὰ χαρίσματα, τὰ παρέδιναν στὰ πνεύματα τῆς κενοδοξίας καὶ τῆς ἀνθρωπαρέσκειας), καὶ μὲ τὴν μετοχὴ τῶν λοιπῶν παθῶν, ἀνακάτωναν τὰ καλὰ ἔργα μὲ τὰ πονηρὰ καὶ σαρκικὰ φρονήματα. Γι’ αὐτὸ καὶ τὰ ἔκαναν ἀπαράδεκτα καὶ ἀκάθαρτα ὅπως ἡ θυσία τοῦ Κάιν(125) κι ἔτσι ἀποκλείστηκαν ἀπὸ τὴ χαρὰ τοῦ Νυμφίου καὶ τοῦ ἐπουράνιου Νυμφώνα.

Αὐτὰ λοιπὸν ἃς σκεφτόμαστε καῖς ἃς ξεκαθαρίζομε καὶ ἃς δοκιμάζομε γιὰ νὰ ἐννοήσομε καὶ νὰ μάθομε σὲ ποιὰ κατάσταση βρισκόμαστε, μὲ τὸ σκοπό, ἐφόσον ἔχομε ἀκόμη καιρὸ μετάνοιας καὶ ἐπιστροφῆς στὸ Θεό, νὰ διορθώσομε τοὺς ἑαυτούς μας. Ἔτσι θὰ ἐκτελοῦμε τὰ καλὰ ἔργα μὲ καθαρὴ καρδιὰ κι ἔτσι θὰ εἶναι αὐτὰ ἀληθινὰ καὶ καθαρὰ καὶ ὄχι ἀνακατωμένα μὲ σαρκικὸ φρόνημα καὶ δὲ θὰ ἀπορριφθοῦν μακριὰ σὰν θυσία ἐπίμεμπτη, ἐξαιτίας ἀφοβίας καὶ ἀμέλειας καὶ ἐλλείψεως ἀληθινῆς γνώσεως. Φοβοῦμαι μήπως καὶ τὸν κόπο τῆς παρθενίας καὶ ἐγκράτειας καὶ ἀγρυπνίας καὶ νηστείας καὶ φιλοξενίας ὑποφέρομε καὶ ξοδέψομε τὶς ἡμέρες μας, καὶ γιὰ τὶς παραπάνω αἰτίες τῶν παθῶν ποὺ εἴπαμε, ἐκεῖνα ποὺ νομίζαμε γιὰ ἀρετὲς βρεθοῦν θυσία ἐπίμεμπτη καὶ γίνουν ἀπαράδεκτα ἀπὸ τὸν ἐπουράνιο Ἱερέα Χριστό.

Αὐτὸς λοιπόν, παδί μου, ποὺ θέλει νὰ σηκώσει τὸ σταυρό του καὶ νὰ ἀκολουθήσει τὸν Χριστὸ μὲ τὴν ἀκατάπαυστη ἐξέταση τῶν λογισμῶν του, πρέπει νὰ φροντίσει πρῶτα πρῶτα νὰ ἔχει τὴν ἀληθινὴ γνώση καὶ τὴ φρόνηση. νὰ ἔχει πολλὴ μέριμνα γιὰ τὴ σωτηρία του, πολλὴ σύνεση καὶ πολλὴ σπουδὴ πρὸς τὸν Θεό. νὰ ἐρωτᾶ ἐκείνους ποὺ ἔχουν τὸ ἴδιο φρόνημα μὲ αὐτόν, δούλους τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀγωνίζονται τὸν ἴδιο ἀγώνα, γιὰ νὰ γνωρίζει ποὺ καὶ πῶς βαδίζει, μήπως ἀπὸ ἄγνοια βαδίζει στὸ σκοτάδι χωρὶς λύχνο νὰ τοῦ φέγγει. Γιατί ἐκεῖνος ποὺ εἶναι ἰδιόρρυθμος κι ἀκολουθεῖ δικό του τρόπο ζωῆς καὶ βαδίζει χωρὶς εὐαγγελικὴ γνώση καὶ χωρὶς ὁδηγία, σκοντάφτει συχνὰ καὶ πέφτει σὲ πολλοὺς λάκκους καὶ παγίδες τοῦ πονηροῦ καὶ πλανιέται πολύ, πέφτει σὲ πολλοὺς κινδύνους καὶ δὲν γνωρίζει τί τέλος θὰ ἔχει. Ἐπειδὴ πολλοὶ πέρασαν ἀπὸ πολλοὺς κόπους καὶ ἄσκηση καὶ κακοπάθειες καὶ πολλοὺς μόχθους ὑπέφεραν γιὰ τὸν Θεό, ἀλλὰ ἡ ἰδιορρυθμία, ἡ ἔλλειψη διακρίσεως καὶ ἡ ἔλλειψη τῆς πνευματικῆς βοήθειας τῶν ἄλλων ἔκαναν τοὺς τόσους καὶ τόσους κόπους τοὺς ἀνίσχυρους καὶ μάταιους.

Σὺ λοιπόν, ἀγαπητό μου παιδί, ὅπως σου γράφω καὶ στὴν ἀρχὴ αὐτοῦ του λόγου, μὴν ξεχνᾶς τὶς εὐεργεσίες πού σου ἔχει κάνει ὁ προσκυνητὸς καὶ φιλάνθρωπος Θεός. μὴ δελεάζεσαι ἀπὸ τὴν κακία καὶ ὀκνηρία, ἀλλὰ βάλε μπροστὰ στὰ μάτια σου ὅλες τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴ γέννεσή σου μέχρι τώρα, σωματικὲς καὶ πνευματικές, νὰ τὶς μελετᾶς καὶ νὰ τὶς σκέφτεσαι προσεκτικά, ὅπως λέει καὶ ἡ Γραφή: «Μὴν ξεχνᾶς ὅλες τὶς εὐεργεσίες Τοῦ»(126). Ἔτσι θὰ παρακινεῖται ἡ καρδιά σου στὸ φόβο καὶ στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὥστε ὅσο μπορεῖς νὰ τοῦ ἀνταποδώσεις βίο προσεκτικό, ζωὴ ἐνάρετη, συνείδηση εὐσεβῆ, λόγο κατάλληλο, πίστη ὀρθή, φρόνημα ταπεινό, καὶ μὲ μιὰ λέξη νὰ ἀναθέσεις ὁλόκληρο τὸν ἑαυτό σου στὸ Θεό, φιλοτιμημένος ἀπὸ τὴν ἀνάμνηση τῶν εὐεργεσιῶν τοῦ ἀγαθοῦ καὶ φιλάνθρωπου Κυρίου. Κι ἔτσι κατὰ κάποιο τρόπο αὐτομάτως μὲ τὴν μνήμη τῶν εὐεργεσιῶν Του, ἢ μᾶλλον καὶ μὲ τὴν βοήθεια ἀπὸ τὸν οὐρανό, πληγώνεται ἡ καρδιά σου ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ τὸν πόθο πρὸς Αὐτόν, γιατί ἐκεῖνα τὰ θαυμάσια ποὺ δὲν ἔκανε σὲ ἄλλους ποὺ εἶναι πολὺ καλύτεροί σου, τὰ ἔκανε σὲ σένα λόγω τῆς ἄρρητης φιλανθρωπίας Του.

Νὰ προσπαθεῖς λοιπὸν νὰ θυμᾶσαι ἀδιάκοπα ὅλες τὶς εὐεργεσίες πού σου ἔχει κάνει ὁ Θεός. Ἐξαιρετικὰ καὶ ἰδιαίτερα νὰ θυμᾶσαι ἀδιάλειπτα ἐκείνη τὴν μεγάλη καὶ θαυμαστὴ χάρη καὶ εὐεργεσία. ταξίδευες μαζὶ μὲ τὴ μητέρα σου ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Τόπους πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπως μᾶς διηγήθηκες, καὶ σηκώθηκε ἡ φοβερὴ καὶ ἀνυπόφορη ἐκείνη θαλασσοταραχὴ καὶ μεγάλη τρικυμία ἐκείνη τὴ νύχτα καὶ ὅλοι ὅσοι βρίσκονταν στὸ πλοῖο μαζὶ μὲ τοὺς ναῦτες καὶ τὴ μητέρα σου χάθηκαν στὸ βυθό, καὶ ἀπὸ ἕνα παράδοξο θαῦμα τῆς θείας δυνάμεως, μόνον ἐσὺ καὶ δύο ἄλλοι σωθήκατε. Καὶ πῶς κατὰ θεία οἰκονομία, μᾶς εἶπες, ἦρθες στὴν Ἄγκυρα καὶ σὲ λυπήθηκε κάποιος μὲ πατρικὰ σπλάχνα. σὲ πῆρε κοντά του καὶ ἀπὸ συμπάθεια καὶ προαίρεση συνδέθηκες μὲ τὸν εὐλαβέστατο Ἐπιφάνιο, γιὰ νὰ ὁδηγηθεῖτε καὶ οἱ δύο ἀπὸ ἕναν ὅσιο ἄνθρωπο καὶ νὰ ἔρθετε στὸ δρόμο τῆς σωτηρίας καὶ νὰ γίνετε δεκτοὶ ἀπὸ ἁγίους δούλους τοῦ Θεοῦ, ὡς γνήσια τέκνα.

Γιὰ ὅλα λοιπὸν αὐτὰ τὰ καλὰ ποῦ σου ἔκανε ὁ Θεός, τί ἄξιο ἔχεις ν’ ἀνταποδώσεις σ’ Ἐκεῖνον ποῦ κάλεσε τὴν ψυχή σου στὴ ζωὴ τὴν αἰώνια; Ἄρα λοιπόν, σύμφωνα μὲ τὸ νόμο τῆς δικαιοσύνης ὀφείλεις νὰ μὴ ζεῖς πιὰ γιὰ τὸν ἑαυτό σου, ἀλλὰ γι’ Αὐτὸν ποὺ γιὰ σένα πέθανε καὶ ἀναστήθηκε(127). Νὰ ζεῖς μὲ κάθε ἀρετή, νὰ κατορθώνεις κάθε ἐντολὴ καὶ γενικὰ νὰ ἀπέχεις ἀπὸ κάθε κοσμικὸ φρόνημα καὶ νὰ ἀποκτᾶς χριστιανικὰ φρονήματα, ὥστε νὰ διακρίνεις ποιὸ εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι ἀγαθὸ καὶ εὐάρεστο σ’ Αὐτὸν καὶ τέλειο(128), καὶ μὲ ὅλη σου τὴ δύναμη νὰ ἐπιδιώκεις νὰ τὸ ἐκπληρώσεις. Ἀλλὰ καὶ τὴ νεότητά σου ὑπόταξε τὴν στὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἀπαιτεῖ ὁ λόγος αὐτός, δηλαδὴ νὰ παραστήσεις τὸ σῶμα σου θυσία στὸ Θεὸ ζωντανή, ἁγία, εὐάρεστη στὸ Θεό, χρησιμοποιώντας τὰ μέλη σου ὡς ὄργανα πράξεων ἁγίων καὶ ὄχι ἁμαρτίας. αὐτὴ εἶναι ἡ λογικὴ λατρεία(129). Κάθε ὑγρασία σαρκικῆς ἐπιθυμίας μὲ τὴ λίγη τροφὴ καὶ τὸ λίγο νερὸ καὶ μὲ ὁλονύκτιες ἀγρυπνίες σβῆσε καὶ μάρανε τὴν, γιὰ νὰ πεῖς καὶ σὺ σὰν τὸν Δαβίδ: «Τόσο πολὺ κακουχήθηκα, ὥστε ἔγινα κατάξερος σὰν ἀσκὸς ποὺ τὸν ξέρανε ἡ πάχνη καὶ ἡ παγωνιά, ἀλλὰ δὲν λησμόνησα τὰ δικαιώματά Σου καὶ τὶς ἐντολές Σου»(130). Καὶ ἀφοῦ κατανοήσεις βαθιὰ ὅτι ἀνήκεις στὸ Χριστό, σταύρωσε τὴ σάρκα σου μαζὶ μὲ τὰ πάθη καὶ τὶς ἐπιθυμίες τῆς(131) καὶ νέκρωσε τὰ μέλη σου ποὺ ἐπιθυμοῦν τὶς γήινες ἡδονὲς(132), ὄχι μόνο τὴν πορνεία ἀλλὰ καὶ κάθε ἀκαθαρσία ποὺ ἐνεργεῖται στὴ σάρκα ἀπὸ τὰ πονηρὰ πνεύματα.

Καὶ δὲ σταματᾶ μόνο ὡς ἐδῶ τὸν ἀγώνα ἐκεῖνος ποὺ περιμένει τὸ στεφάνι τῆς ἀληθινῆς καὶ ἀμόλυντης καὶ ὁλοκληρωτικῆς παρθενίας, ἀλλὰ ἀκολουθώντας τὴν ἀποστολικὴ διδασκαλία, ἀγωνίζεται νὰ νεκρώσει καὶ αὐτοῦ του πάθους τῆς σαρκικῆς ἐπιθυμίας τὴν ἔννοια καὶ τὴν κίνηση. Ὅμως οὔτε καὶ σ’ αὐτὸ ἀναπαύεται, ἀπὸ τὸ σφοδρὸ ἔρωτα ποὺ ἔχει νὰ κατασκηνώσει ἐπάνω στὸ σῶμα του ἡ ἀγγελικὴ καὶ ἀμόλυντη παρθενία, ἀλλὰ προσεύχεται νὰ ἐξαφανιστεῖ καὶ αὐτὴ ἡ ἐνθύμιση τῆς ψιλῆς ἐπιθυμίας ποὺ ἔρχεται μὲ τὸ λογισμὸ στὸ νοῦ, χωρὶς κίνηση καὶ πάθος σωματικό, ἀλλ’ ἁπλῶς σὰν παρεκτροπὴ τοῦ νοῦ. Αὐτὸ μόνο μὲ τὴν οὐράνια βοήθεια καὶ δύναμη καὶ πλούσια παροχὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι δυνατὸ νὰ κατορθωθεῖ, ἂν ἴσως καὶ ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ γίνονται πράγματι ἄξιοι γι’ αὐτὴ τὴ χάρη. Ἔτσι λοιπὸν ἐκεῖνος ποὺ περιμένει τὸ στεφάνι τῆς καθαρῆς καὶ ἄυλης καὶ ἀμόλυντης παρθενίας, σταυρώνει τὴ σάρκα μὲ ἀσκητικοὺς πόνους, νεκρώνει τὰ γήινα μέλη του μὲ τὴν αὔξηση καὶ ἐπιμονὴ στὴν ἐγκράτεια, φθείρει τὸν ἐξωτερικὸ ἄνθρωπο μὲ τὸ νὰ τὸν κάνει ἀδύνατο καὶ ζαρωμένο καὶ κατάξερο. Ἔτσι μὲ τὴν πίστη καὶ μὲ τοὺς ἀγῶνες καὶ τὴν ἐνέργεια τῆς θείας χάρης, ὁ ἐσωτερικὸς ἄνθρωπος, δηλαδὴ ἡ ψυχή, θὰ ἀνανεώνεται ἡμέρα μὲ τὴν ἡμέρα(133), προοδεύοντας στὸ καλύτερο μὲ τὸ νὰ μεγαλώνει στὴν ἀγάπη, νὰ στολίζεται μὲ πραότητα, νὰ εὐφραίνεται μὲ ἀγαλλίαση τοῦ πνεύματος, νὰ κυριαρχεῖ μέσα στὴν καρδιά του ὡς ἐπιβράβευση ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ(134), νὰ ὁδηγεῖται ἀπὸ τὴν καλοσύνη, νὰ φυλάγεται μὲ τὴν ἀγαθότητα, νὰ κρατεῖται ἀπὸ τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ, νὰ φωτίζεται ἀπὸ φρόνηση καὶ πνευματικὴ γνώση, νὰ γίνεται λαμπρὸς ἀπὸ σοφία, νὰ καθοδηγεῖται ἀπὸ τὴν ταπεινοφροσύνη. Μὲ αὐτὲς καὶ παρόμοιες ἀρετὲς ὁ νοῦς ἀνανεώνεται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ ἀναγνωρίζει πάνω του τὰ χαρακτηριστικά της θείας εἰκόνας καὶ ἐννοεῖ πλήρως τὸ νοητὸ καὶ ἄρρητο κάλλος τῆς ὁμοιώσεως μὲ τὸν Κύριο καὶ κατακτᾶ τὸν πλοῦτο τῆς αὐτοδίδακτης κι αὐτομάθητης σοφίας ποὺ περιέχει ὁ ἐσωτερικὸς ἐνδιάθετος νόμος.

Λέπτυνε λοιπόν, παιδί μου, τὴ νεαρή σου σάρκα καὶ θρέψε μὲ τὰ προελεχθέντα τὴν ἀθάνατη ψυχὴ καὶ ἀνανέωσε τὸ νοῦ σου μὲ τὶς ἀρετὲς ποὺ εἴπαμε μὲ τὴν συνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γιατί νεανικὲς σάρκες ποὺ ἔχουν παχύνει μὲ διάφορα φαγητὰ καὶ κρασί, εἶναι σὰν χοῖρος ἕτοιμος γιὰ σφάξιμο, ἐνῶ μὲ τὸ ἄναμμα τῶν σαρκικῶν ἡδονῶν σφάζεται ἡ ψυχὴ καὶ μὲ τὸ βρασμὸ τῆς κακῆς ἐπιθυμίας αἰχμαλωτίζεται ὁ νοῦς καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ὑποφέρει τὶς ἡδονὲς τῆς σάρκας. Γιατί εἴσοδος αἵματος φέρνει ἔξοδο πνεύματος. Ἰδιαιτέρως τὸ κρασὶ οὔτε νὰ τὸ μυρίζει ὁ νέος, μὴν τυχὸν ἀπὸ τὴν διπλὴ φωτιὰ ποὺ φανερώνεται μὲ τὴν ἐσωτερικὴ ἐνέργεια τοῦ πάθους καὶ μὲ τὴν ἐξωτερικὴ οἰνοποσία, ἡ ἡδονὴ τῆς σάρκας ἀνάψει πολύ, διώξει τὴν πνευματικὴ ἡδονὴ τοῦ πόνου τῆς κατανύξεως καὶ φέρει σύγχυση καὶ ἀπολίθωση στὴν καρδιά. Ἀλλὰ οὔτε τὸ νερὸ δὲν πρέπει νὰ τὸ χορταίνει ὁ νέος, γιὰ χάρη τῆς πνευματικῆς ἐπιθυμίας. Ἐπειδὴ πάρα πολὺ βοηθεῖ στὴν ἀπόκτηση τῆς σωφροσύνης ἡ στέρηση τοῦ νεροῦ, πράγμα ποὺ ἂν τὸ δοκιμάσεις θὰ τὸ πληροφορηθεῖς μὲ τὴν πείρα σου. Κι αὐτὸ δὲν σοῦ τὸ νομοθετῶ οὔτε τὸ ὁρίζω ἀναγκαστικά, ἀλλὰ ὡς ἐπινόηση καὶ καλὴ μέθοδο ποὺ βοηθεῖ στὴν ἀληθινὴ παρθενία καὶ ἀκριβῆ σωφροσύνη ἀπὸ ἀγάπη σὲ παρακινῶ καὶ σὲ συμβουλεύω, ἀφήνοντας στὴν αὐτεξούσια προαίρεσή σου νὰ κάνεις ὅ,τι θέλεις.

Ἔλα τώρα λοιπὸν νὰ ποῦμε μερικὰ καὶ γιὰ τὸ παράλογο πάθος τῆς ὀργῆς ποὺ ἐρημώνει καὶ συγχίζει καὶ σκοτίζει κάθε ψυχὴ καὶ ἀποδεικνύει τὸν ἄνθρωπο ὅμοιο μὲ θηρίο, ὅταν ἐνεργεῖ καὶ μπαίνει σὲ κίνηση ὁ θυμὸς καὶ μάλιστα σ’ ἐκεῖνον ποὺ εἶναι εὐέξαπτος καὶ κλίνει πολὺ στὸ πάθος αὐτό. Αὐτὸ τὸ πάθος στηρίζεται ἰδιαίτερα στὴν ὑπερηφάνεια καὶ δυναμώνει μὲ αὐτὴ καὶ γίνεται ἀκατάλυτο. Ἐφόσον τὸ διαβολικὸ δένδρο τῆς ἔχθρας, τῆς ὀργῆς καὶ τοῦ θυμοῦ ποτίζεται ἀπὸ τὸ πρόστυχο νερὸ τῆς ὑπερηφάνειας, ἀνθεῖ καὶ θάλλει καὶ φέρνει πολὺ καρπὸ ἀνομίας. Καὶ ἔτσι τὸ οἰκοδόμημα τοῦ πονηροῦ διαβόλου γίνεται ἀκατάλυτο, γιατί ἔχει στήριγμα καὶ ὀχύρωμα τὰ θεμέλια της ὑπερηφάνειας. Ἂν λοιπὸν θέλεις τὸ δένδρο τῆς ἀνομίας, δηλαδὴ τὸ πάθος τῆς ἔχθρας, τοῦ θυμοῦ καὶ τῆς ὀργῆς νὰ ξεραθεῖ μέσα σου καὶ νὰ γίνει ἄκαρπο καὶ νὰ ἔρθει ἡ ἀξίνη τοῦ Πνεύματος νὰ τὸ κόψει καὶ νὰ τὸ ρίξει στὴ φωτιὰ(135) καὶ νὰ τὸ σηκώσει μαζὶ μὲ κάθε κακία, καὶ ἂν θέλεις τὸ σπίτι τῆς ἀνομίας ποὺ κτίζει ὁ πονηρὸς μὲ κακία μέσα στὴ ψυχὴ μὲ πέτρες τὶς διάφορες εὔλογες ἢ παράλογες προφάσεις (ποὺ παρουσιάζονται κάθε φορᾶ στοὺς λογισμοὺς ἀπὸ τὰ ὑλικὰ πράγματα ἢ λόγια καὶ κτίζει μὲ αὐτὰ οἰκοδομῆ κακίας μέσα στὴν ψυχὴ) βάζοντας ἀπὸ κάτω γιὰ στήριγμα καὶ ὀχύρωμα τοὺς λογισμοὺς τῆς ὑπερηφάνειας. ἂν λοιπὸν θέλεις νὰ κατεδαφιστεῖ καὶ νὰ κατασκαφτεῖ αὐτὴ ἡ οἰκοδομή, νὰ ἔχεις τὴν ταπείνωση τοῦ Κυρίου ἀλησμόνητη μέσα στὴν καρδιά σου.

Τί ἦταν δηλαδὴ ὁ Κύριος καὶ τί ἔγινε γιὰ μᾶς καὶ ἀπὸ ποιὰ φωτεινὰ ὕψη θεότητας ποὺ ἦταν ἀποκαλυμμένη ἀνάλογα μὲ τὴ δύναμη τῶν ἐπουρανίων οὐσιῶν καὶ ποὺ τὴ δόξαζε κάθε λογικὴ φύση, Ἄγγελοι, Ἀρχάγγελοι, Θρόνοι, Κυριότητες, Ἀρχές, Ἐξουσίες, Χερουβεὶμ καὶ Σεραφεὶμ καὶ ὅσες ἄγνωστες νοερὲς δυνάμεις, (ποὺ τὰ ὀνόματά τους δὲν ἔφτασαν σ’ ἐμᾶς, ὅπως ὑπαινίσσεται ὁ Ἀπόστολος Παῦλος[136]), σὲ ποιὸ βάθος ταπεινώσεως ἀνθρώπων ἐξαιτίας τῆς ἄρρητης ἀγαθότητάς Του κατέβηκε καὶ ἔγινε σὲ ὅλα ὅμοιος μὲ ἐμᾶς ποὺ καθόμαστε ἀπελπισμένοι στὸ σκοτάδι τῆς πλάνης καὶ τῆς ἀσέβειας καὶ στὴ σκιὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου(137), ποὺ μὲ τὴν παράβαση τοῦ Ἀδὰμ γίναμε αἰχμάλωτοι καὶ μᾶς ἐξουσιάζει ὁ ἐχθρὸς μὲ τὴν ἐνέργεια τῶν παθῶν. Σὲ τέτοια λοιπὸν φοβερὴ καὶ ἄγρια αἰχμαλωσία ἐνῶ βρισκόμαστε καὶ εἴχαμε κατακτηθεῖ ἀπὸ τὸν ἀόρατο καὶ πικρὸ θάνατο, δὲν ντράπηκε ὁ Κύριος κάθε ὁρατῆς καὶ ἀόρατης κτίσεως, ἀλλὰ ταπείνωσε τὸν ἑαυτό Του καὶ ἀφοῦ ἀνέλαβε τὸν ἄνθρωπο, ποὺ εἶχε καταδικαστεῖ κάτω ἀπὸ τὰ πάθη τῆς ἀτιμίας καὶ τῆς ἐπιθυμίας μὲ τὴ δεσποτικὴ ἀπόφαση, ἔγινε ἄνθρωπος ὅμοιος σὲ ὅλα μὲ ἐμᾶς χωρὶς ἁμαρτία(138), δηλαδὴ χωρὶς τὰ πάθη τῆς ἀτιμίας. Γιατί τὶς τιμωρίες ποὺ ἐπιβλήθηκαν ἀπὸ τὴ δεσποτικὴ ἀπόφαση γιὰ τὴν ἁμαρτία τῆς παραβάσεως στοὺς ἀνθρώπους, τὴν τιμωρία τοῦ θανάτου, τὸν κόπο, τὴν πείνα, τὴν δίψα καὶ τὰ λοιπά, ὅλα τα πῆρε ἐπάνω Του ὁ Κύριος Ἰησοῦς καὶ ἔγινε ὅ,τι εἴμαστε ἐμεῖς, γιὰ νὰ γίνομε ὅ,τι εἶναι Αὐτός. Ὁ Λόγος «σὰρξ ἐγένετο»(139) γιὰ νὰ γίνει ἡ σάρκα, Λόγος. Ἦταν πλούσιος κι ἔγινε φτωχὸς γιὰ μᾶς, ὥστε νὰ πλουτήσομε μὲ τὴν φτώχεια Ἐκείνου(140). Ἔγινε ὅμοιος μὲ ἐμᾶς ἐξαιτίας τῆς πολλῆς φιλανθρωπίας, γιὰ νὰ γίνομε ἐμεῖς ὅμοιοι μὲ Αὐτόν, μέσω κάθε ἀρετῆς. Γιατί ἀφότου ἦρθε ὁ Χριστός, πράγματι ὁ ἄνθρωπος ποὺ πλάστηκε κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοιώσή Του, ἀνανεώνεται μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ δύναμη τοῦ Παναγίου Πνεύματος καὶ φτάνει στὰ μέτρα τῆς τέλειας ἀγάπης, ἡ ὁποία βγάζει ἔξω ἀπὸ τὴν ψυχὴ τὸν φόβο(141) καὶ ἡ ὁποία δὲν ξεπέφτει ποτέ, γιατί «ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει»(142). Ἡ ἀγάπη, ὅπως λέει ὁ Ἰωάννης, εἶναι ὁ Θεός, κι ὅποιος μένει μέσα στὴν ἀγάπη, μένει στὸ Θεὸ(143). Σ’ αὐτὸ τὸ μέτρο καταξιώθηκαν καὶ ἔφτασαν οἱ Ἀπόστολοι καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἄσκησαν τὴν ἀρετὴ σὰν τοὺς Ἀποστόλους καὶ παρουσίασαν τοὺς ἑαυτοὺς τῶν τέλειους στὸν Κύριο καὶ ἀκολούθησαν σὲ ὅλη τους τὴ ζωὴ μὲ τέλειο πόθο τὸ Χριστό.

Αὐτὴ λοιπὸν τὴν τόσο μεγάλη ταπείνωση, τὴν ὁποία ἀνέλαβε ἐπάνω Του ὁ Κύριος γιὰ τὴν ἀγάπη Του πρὸς ἐμᾶς ἀπὸ ἀνέκφραστη φιλανθρωπία, νὰ σκέφτεσαι χωρὶς νὰ τὴν ξεχνᾶς, δηλαδὴ τὴν κατοίκηση τοῦ Θεοῦ Λόγου στὴ μήτρα τῆς Ἀειπαρθένου Μαρίας, τὸ ὅτι ἔλαβε ἀνθρώπινη μορφή, τὴ γέννησή Του ἀπὸ γυναίκα, τὴν αὔξησή Του σωματικά, τὶς ἀτιμίες, τὶς βρισιές, τὶς κατηγορίες, τὰ περιπαίγματα, τὶς κακολογίες, τὶς μάστιγες, τὰ φτυσίματα, τὰ γέλια, τὸν ἐμπαιγμό, τὴν κόκκινη χλαμύδα, τὸ ἀκάνθινο στεφάνι, τὴν ἀπόφαση τῶν ἀρχόντων ἐναντίον Του, τὴ φωνὴ τῶν ἀνόμων Ἰουδαίων, ἂν καὶ ἦταν ὁμόφυλοί Του: «ἄρον, ἄρον, σταύρωσον αὐτὸν»(144), τὸ σταυρό, τὰ καρφιά, τὴ λόγχη, τὸν ποτισμὸ μὲ ξύδι καὶ χολή, τὸν θρίαμβο τῶν ἐθνικῶν, τὰ περιφρονητικὰ γέλια ἐκείνων ποὺ περνοῦσαν κοντὰ στὸ σταυρὸ καὶ ἔλεγαν: «Ἂν εἶσαι γιὸς τοῦ Θεοῦ, κατέβα ἀπὸ τὸ σταυρό, καὶ θὰ σὲ πιστέψομε»(145), καὶ τὰ λοιπὰ πάθη ποὺ ὑπέφερε γιὰ χάρη μας, τὴ σταύρωση, τὸ θάνατο, τὴν τριήμερη ταφή, τὴν κάθοδο στὸν ἅδη. Ἔπειτα νὰ σκέφτεσαι τοὺς καρποὺς τῶν παθῶν τοῦ Κυρίου, τί λογῆς καὶ ποιοὶ εἶναι, δηλαδὴ τὴν ἀνάσταση ἀπὸ τοὺς νεκρούς, τὴ λαφυραγώγηση τοῦ ἅδη καὶ τοῦ θανάτου ἀπὸ τὶς ψυχὲς ποὺ ἀνταμώθηκαν μὲ τὸν Κύριο, τὴν Ἀνάληψη στοὺς οὐρανούς, τὸ κάθισμά Του στὰ δεξιά του Πατέρα, τὴν παραπάνω ἀπὸ κάθε ἀρχὴ καὶ ἐξουσία καὶ ἀπὸ κάθε ὄνομα τιμημένο τιμὴ καὶ δόξα(146), τὴν προσκύνηση ἀπὸ ὅλους τους ἀγγέλους(147) τοῦ πρωτότοκού των νεκρῶν ἐξαιτίας τῶν παθημάτων Του, σύμφωνα μὲ τὴν ἀποστολικὴ φωνὴ ποὺ λέει: «Ἃς ὑπάρχει μέσα σας τὸ φρόνημα τῆς ταπεινώσεως καὶ αὐταπαρνήσεως ποὺ ὑπῆρχε καὶ στὸν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ὁποῖος ἂν καὶ εἶχε τὴν ἴδια οὐσία καὶ φύση μὲ τὸν Θεό, κι ἐνῶ ὑπῆρχε μὲ τὴ μορφὴ τοῦ Θεοῦ, δὲ θεώρησε ὅτι ἦταν κάτι ποὺ εἶχε ἁρπάξει ἡ ἰσότητά Του μὲ τὸν Θεό, ἀλλὰ ἀπογύμνωσε τὸν ἑαυτό Του καὶ μίκρυνε μόνος Του πρόσκαιρα τὴ δόξα καὶ τὸ μεγαλεῖο της θεότητός Του καὶ πῆρε μορφὴ δούλου κι ἔγινε ὅμοιος μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ κατὰ τὸ ἐξωτερικὸ σχῆμα βρέθηκε ὡς ἄνθρωπος, ἐνῶ ἦταν συγχρόνως καὶ Θεός. Καὶ ταπείνωσε τὸν ἑαυτό Του μὲ τὸ νὰ γίνει ὑπήκοος μέχρι θανάτου καὶ μάλιστα θανάτου σταυρικοῦ. Γιὰ τὴν ταπείνωση Τοῦ αὐτὴ καὶ τὴν ὑπακοή, ὁ Θεὸς τὸν σήκωσε πάρα πολὺ ψηλὰ καὶ ὡς ἄνθρωπο, καὶ τοῦ χάρισε ὄνομα ποὺ εἶναι παραπάνω ἀπὸ κάθε ἄλλο ὄνομα. Γιὰ νὰ λυγίσει ταπεινὰ στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ κάθε γόνατο καὶ νὰ προσκυνήσουν λατρευτικὰ Αὐτὸν τὸν Ἰησοῦ καὶ οἱ Ἄγγελοι στοὺς οὐρανούς, καὶ οἱ ἄνθρωποι τῆς γῆς, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ ὄντα ποὺ βρίσκονται στὰ καταχθόνια κτλ.»(148). Νὰ λοιπὸν ποιὲς εἶναι οἱ αἰτίες οἱ ὁποῖες, σύμφωνα μὲ τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ἀνέβασαν τὸν Θεάνθρωπο σὲ τέτοια δόξα καὶ τέτοιο ὕψος.

Λοιπόν, ἂν μὲ πόθο καὶ καλὴ προαίρεση διατηρεῖς αὐτὰ ἀλησμόνητα μέσα στὴν καρδιά σου, δὲν θὰ σὲ κυριεύσει τὸ πάθος τῆς ἔχθρας, τῆς ὀργῆς καὶ τοῦ θυμοῦ. Ἐπειδὴ ὅταν βγοῦν ἀπὸ κάτω τα θεμέλια της ὑπερηφάνειας μὲ τὴν ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ ποὺ θὰ συλλογίζεσαι, ὅλο το οἰκοδόμημα τῆς ἀνομίας τοῦ θυμοῦ καὶ τῆς ὀργῆς καὶ τῆς λύπης εὔκολα καὶ ἀπὸ μόνο του κατεδαφίζεται. Γιατί ποιὰ σκληρὴ καὶ πέτρινη καρδιά, ἂν ἔχει διαρκῶς στὸ νοῦ τῆς τὴν τόση μεγαλειότητα τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ποὺ τόσο ταπεινώθηκε γιὰ μᾶς καὶ ἂν θυμᾶται τὰ πάθη ποῦ ἀπαρίθμησα παραπάνω, δὲν συντρίβεται; Δὲν ἔρχεται σὲ κατάνυξη; Δὲν ταπεινώνεται; Πῶς δὲν θὰ γίνει θεληματικὰ στάχτη καὶ χῶμα(149) νὰ τὴν πατοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι κατὰ τὴν Γραφή; Καὶ ἔτσι ὅταν ταπεινώνεται καὶ συντρίβεται ἡ ψυχὴ ἀποβλέποντας στὴν ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ, ποιὸς θυμὸς μπορεῖ νὰ τὴν νικήσει; Ποιὰ ὀργή; Ποιὰ πικρία μπορεῖ νὰ ὑπερισχύσει;

Ἀλλὰ ὅπως φαίνεται, ἡ λησμοσύνη τῶν λογισμῶν αὐτῶν ποὺ μᾶς συμφέρουν καὶ μᾶς δίνουν ζωή, καὶ ἡ ἀδελφή της λησμοσύνης ὀκνηρία καὶ ἡ συνεργὸς καὶ ὁμότροπή τους ἄγνοια, δηλαδὴ τὰ πιὸ βαριὰ καὶ ἐσώτερα πάθη τῆς ψυχῆς, τὰ δυσκολοεξιχνίαστα καὶ δυσκολονίκητα, ποὺ καλύπτουν καὶ σκοτίζουν τὴν ψυχὴ μὲ φοβερὴ πολυπραγμοσύνη, κάνουν νὰ ἐνεργοῦν καὶ νὰ φωλιάζουν μέσα σ’ αὐτὴ τὰ ὑπόλοιπα πάθη τῆς κακίας. Ἐπειδὴ προκαλοῦν ἀφοβία καὶ ἀμέλεια τῶν καλῶν καὶ προσφέρουν ἄφοβα καὶ εὔκολα ἐργασία γιὰ κάθε πάθος. Γιατί ὅταν ἡ ψυχὴ εἶναι σκεπασμένη ἀπὸ τὴν πάγκακη λησμοσύνη καὶ ἀπὸ τὴν ὀλέθρια ἀμέλεια καὶ ἀπὸ τὴν ἄγνοια, τὴ μητέρα καὶ τὴν τροφὸ ὅλων των κακῶν, εὔκολα δένεται ὁ ἄθλιος καὶ τυφλὸς νοῦς ἀπὸ κάθε τί ποὺ βλέπομε ἢ σκεφτόμαστε ἢ ἀκοῦμε. Παράδειγμα: ἂν δεῖ ὄμορφη γυναίκα, εὐθὺς πληγώνεται ἀπὸ τὴν σαρκικὴ ἐπιθυμία. Καὶ ἔτσι λοιπόν, ἀφοῦ δεχτοῦν οἱ μνῆμες ἐκεῖνο ποὺ εἶδε ἢ ἄκουσε ἢ ψηλάφησε, μὲ τὸ ξανατύπωμα τῶν σκέψεων καὶ τὴν κακὴ μελέτη ξαναζωγραφίζουν μέσα μας τὶς εἰκόνες, καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ μολύνουν τὸν ἐμπαθῆ καὶ ἄθλιο νοῦ, μὲ τὴν ἐνέργεια τῶν πορνικῶν πνευμάτων. Τότε λοιπὸν καὶ ἡ σάρκα, ἂν εἶναι παχιὰ καὶ λιπαρὴ ἢ νέα ἢ ἐπιρρεπὴς στὰ σαρκικὰ πάθη, διεγείρεται εὔκολα πρὸς τὸ πάθος ἀπὸ τὶς μνῆμες αὐτὲς καὶ κάνει κινήσεις πρὸς τὴν ἐπιθυμία, ἢ ἐνίοτε στὸν ὕπνο ἢ καὶ στὸν ξύπνο ἐργάζεται τὴν ἀκαθαρσία, ἂν καὶ δὲν πλησίασε γυναίκα. Καὶ ναὶ μὲν ἀπὸ τοὺς πολλοὺς νομίζεται ἐγκρατὴς καὶ παρθένος καὶ ἁγνὸς – καὶ ἅγιος ἀκόμη νομίζεται -, ἐνώπιον ὅμως τοῦ Θεοῦ ποὺ ἐπιβλέπει τὰ κρυφά των καρδιῶν, κρίνεται ὡς ἀκάθαρτος καὶ ἄσωτος καὶ μοιχός. Καὶ δικαίως καταδικάζεται ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἂν δὲν θρηνεῖ καὶ δὲν πενθεῖ καὶ ἂν μὲ νηστεῖες, ἀγρυπνίες καὶ ἀκατάπαυστες προσευχὲς δὲν μαράνει τὴ σάρκα. Τὸ νοῦ ὅμως πρέπει μὲ ἅγιες ἐνθυμήσεις καὶ μελέτες τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ νὰ θεραπεύσει καὶ νὰ διορθώσει. Ἔτσι προσφέρει ἄξια μετάνοια στὸ Θεό, ἐνώπιόν του Ὁποίου σκέφτηκε ἢ ἔπραξε τὰ κακά. Γιατί εἶναι ἀληθινὴ ἡ γλώσσα ποὺ εἶπε: «Ἐγὼ ὅμως σᾶς λέω, καθένας ποὺ βλέπει γυναῖκαι μὲ βλέμμα ἐπιθυμίας, ἤδη ἔκανε μοιχεία μ’ αὐτὴν μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ(150).

Γι’ αὐτὸ συντελεῖ πολύ, καὶ μάλιστα στοὺς νέους, νὰ μὴ συναντιοῦνται μὲ γυναῖκες διόλου, ἂν εἶναι δυνατό, ἀκόμη καὶ ἂν νομίζονται ἅγιες. Ἂν εἶναι δυνατὸ νὰ ζοῦν μακριὰ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ὁπότε περνᾶ κανεὶς ἐλαφρότερα τὸν πόλεμο καὶ αἰσθάνεται καθαρότερα τὴν προκοπή του, καὶ μάλιστα ἂν προσέχει μὲ ἀκρίβεια στὸν ἑαυτό του καὶ περνᾶ ἀγωνιζόμενος μὲ ὀλιγάρκεια, μὲ λίγη πόση νεροῦ καὶ ἀγρυπνία πολλὴ καὶ προσευχή, καὶ φροντίζει νὰ συναναστρέφεται καὶ νὰ εἶναι μαζὶ μὲ πεπειραμένους πνευματικοὺς πατέρες καὶ νὰ φροντίζει νὰ ὁδηγεῖται ἀπὸ αὐτούς. Γιατί εἶναι ἐπικίνδυνο νὰ ζεῖ κανεὶς μόνος του, ἰδιόρρυθμος καὶ ἀδέσποτος, ἢ νὰ ζεῖ μαζὶ μὲ ἀνθρώπους ποὺ δὲν ἔχουν πείρα τοῦ πνευματικοῦ πολέμου. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ κυριεύονται μὲ διαφορετικοὺς τρόπους πολέμου, γιατί εἶναι πολλά τα μηχανήματα τῆς κακίας καὶ πολλὲς οἱ κρυφὲς ἐνέδρες, καὶ διάφορες παγίδες ἀπὸ ὅλα τα μέρη ἔχουν στηθεῖ ἀπὸ τὸν ἐχθρὸ διάβολο. Γι’ αὐτόν, ἂν εἶναι δυνατόν, πρέπει κανεὶς νὰ φροντίζει καὶ νὰ ἀγωνίζεται νὰ εἶναι συνεχῶς μαζὶ μὲ ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν πνευματικὴ γνώση, μὲ σκοπό, ἂν ὁ ἴδιος δὲν ἔχει φωτισμὸ ἀληθινῆς γνώσεως, ἐπειδὴ εἶναι ἀκόμη ἀτελὴς ἡ πνευματικὴ ἡλικία του καὶ εἶναι νήπιο, περπατώντας μαζὶ μὲ ἐκεῖνον ποὺ ἔχει, νὰ μὴν περπατᾶ στὸ σκοτάδι, νὰ μὴν κινδυνεύει νὰ πέσει σὲ θηλειὲς καὶ παγίδες καὶ νὰ μὴν πέφτει πάνω στὰ νοητὰ θηρία ποὺ ζοῦν στὸ σκοτάδι κι ἁρπάζουν καὶ ἀφανίζουν ἐκείνους ποὺ περπατοῦν μέσα σ’ αὐτὸ τὸ σκοτάδι χωρὶς τὸ νοητὸ λύχνο τοῦ θείου λόγου.

Ἂν λοιπόν, θέλεις παιδί μου, νὰ ἀποκτήσεις δικό σου λύχνο φωτὸς νοητοῦ καὶ πνευματικῆς γνώσεως μέσα σου, γιὰ νὰ μπορέσεις ἀνεμπόδιστα νὰ περπατήσεις μέσα στὸ βαθύτατο σκοτάδι αὐτοῦ του αἰώνα καὶ ἂν θέλεις νὰ καθοδηγοῦνται τὰ βήματά σου ἀπὸ τὸν Κύριο μὲ σκοπὸ νὰ θελήσεις σφοδρά το δρόμο τοῦ Εὐαγγελίου κατὰ τὸν προφήτη(151), δηλαδὴ νὰ θελήσεις νὰ ζεῖς μέσα στὴ φλογερὴ πίστη πρὸς τὶς τελειότερες εὐαγγελικὲς ἐντολὲς καὶ νὰ συμμετέχεις στὰ πάθη τοῦ Κυρίου μὲ ἱερὴ ἐπιθυμία καὶ προσευχή, ἐγώ σου ὑποδεικνύω μιὰ θαυμαστὴ μέθοδο καὶ πνευματικὴ ἐπινόηση. Ἡ μέθοδος αὐτὴ δὲν χρειάζεται σωματικὸ κόπο ἢ ἀγώνα, ἀλλὰ χρειάζεται πόνο ψυχικὸ καὶ γνώση τοῦ νοῦ καὶ διάνοια προσεκτικὴ ποὺ βοηθεῖται ἀπὸ τὸ φόβο καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ θὰ μπορέσεις εὔκολα νὰ τρέψεις σὲ φυγὴ τὸ στρατόπεδο τῶν ἐχθρῶν, κατὰ τὸ μακάριο Δαβίδ, ὁ ὁποῖος σκότωσε ἕνα γίγαντα ἀλλόφυλο μὲ τὴν πίστη καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη του στὸ Θεὸ(152) καὶ ἔτσι τὶς μυριάδες τῶν ἐχθρῶν ἔτρεψε σὲ φυγὴ εὔκολα μαζὶ μὲ τὸ λαό.

Στὴ δική μας περίπτωση ὑπάρχουν τρεῖς δυνατοὶ καὶ ἰσχυροὶ γίγαντες, πάνω στοὺς ὁποίους στηρίζεται ὅλη ἡ ἐχθρικὴ δύναμη τοῦ νοητοῦ Ὀλοφέρνη[153](τοῦ διαβόλου). αὐτοὶ ὅταν πέσουν κάτω καὶ νεκρωθοῦν, εὔκολα θὰ ἐξασθενήσει ὅλη ἡ δύναμη τῶν πονηρῶν πνευμάτων. Αὐτοὶ οἱ τρεῖς γίγαντες εἶναι ἡ ἄγνοια, μητέρα ὅλων των κακῶν, ἡ λησμοσύνη, ἀδελφή, βοηθὸς καὶ συνεργάτης τῆς ἄγνοιας, καὶ ἡ ραθυμία, ἡ ὁποία ὑφαίνει τὸ σκοτεινὸ καὶ μαῦρο σύννεφο γιὰ ἔνδυμα καὶ σκέπασμα τῆς ψυχῆς καὶ ἡ ὁποία στηρίζει καὶ δυναμώνει τὶς ἄλλες δύο καὶ τοὺς δίνει ὕπαρξη καὶ φυτεύει στὴν ἀμελέστατη ψυχὴ τὴν κακία καὶ τὴν στερεώνει. Ἀπὸ τὴ ραθυμία, τὴ λησμοσύνη καὶ τὴν ἄγνοια δυναμώνουν τὰ ὑποστηλώματα τῶν λοιπῶν παθῶν καὶ μεγαλώνουν. Γιατί μὲ τὸ νὰ εἶναι οἱ τρεῖς αὐτὲς κακίες βοηθοὶ ἡ μία στὴν ἄλλη, ἀποδεικνύονται ἰσχυρὲς δυνάμεις καὶ δυνατοὶ ἄρχοντες τοῦ πονηροῦ διαβόλου, μέσω τῶν ὁποίων ὁ στρατὸς τῶν πονηρῶν πνευμάτων ἐπιστρέφει καὶ ὑποστηρίζεται καὶ μπορεῖ νὰ ἐκτελεῖ τὶς πονηρὲς βουλές του, καὶ χωρὶς αὐτὲς ὅσα εἴπαμε πρὶν δὲν μποροῦν νὰ ὑπάρξουν.

Ἂν λοιπὸν θέλεις νὰ νικήσεις τὰ πάθη ποὺ ἀναφέραμε πρὶν καὶ νὰ κατατροπώσεις μὲ εὐκολία τὸ στρατὸ τῶν νοητῶν ἀλλοφύλων, ἀφοῦ συμμαζευτεῖς στὸν ἑαυτό σου μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ ἀφοῦ βυθιστεῖς στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς σου, ξετρύπωσε τοὺς τρεῖς αὐτοὺς δυνατοὺς γίγαντες τοῦ διαβόλου, τὴ λησμοσύνη, τὴ ραθυμία καὶ τὴν ἄγνοια, ποὺ εἶναι ὑποστηλώματα τῶν δαιμόνων, μέσω τῶν ὁποίων ἐπιστρέφουν καὶ τὰ λοιπὰ πάθη τῆς κακίας καὶ ἐνεργοῦν καὶ ζοῦν καὶ δυναμώνουν μέσα στὶς ψυχὲς τῶν ἀμαθῶν καὶ φιληδόνων. Καὶ μὲ πολλὴ προσοχὴ καὶ ἐπιμέλεια τοῦ νοῦ καὶ μὲ τὴ θεία βοήθεια, καὶ ἀφοῦ βρεῖς αὐτὲς τὶς μεγάλες κακίες ποὺ οἱ ἄλλοι τὶς ἀγνοοῦν καὶ οὔτε φαντάζονται ὅτι ὑπάρχουν, αὐτὲς ποὺ εἶναι πιὸ καταστρεπτικὲς ἀπὸ ὅλα τα ἄλλα κακά, πολέμησε τὶς μὲ τὰ ὅπλα τῆς δικαιοσύνης ποὺ εἶναι ἀντίθετα σ’ αὐτές. Τὴ λησμοσύνη πολέμησε τὴν μὲ τὴν ἀγαθὴ μνήμη ποὺ εἶναι αἰτία ὅλων των καλῶν. τὴν ἄγνοια πολέμησε τὴν μὲ τὴ φωτισμένη γνώση, μὲ τὴν ὁποία ἡ ψυχὴ ξαναξυπνάει καὶ διώχνει ἀπὸ πάνω της τὸ σκοτάδι τῆς ἄγνοιας. τὴ ραθυμία πολέμησε τὴν μὲ τὴν προθυμία ποὺ εἶναι ὅπλο ἄριστο νὰ βάλει σὲ τάξη καὶ νὰ σπρώξει τὴν ψυχὴ πρὸς τὴν σωτηρία.

Ἀφοῦ ντυθεῖς αὐτὰ τὰ ὅπλα τῆς ἀρετῆς, μὲ τὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μὲ κάθε εἴδους προσευχὴ καὶ δέηση, μὲ γενναιότητα καὶ ἀνδρεία, θὰ κατανικήσεις τοὺς τρεῖς γίγαντες ποὺ ἀναφέραμε τῶν ἐχθρῶν δαιμόνων. Μὲ τὴν ἄριστη μνήμη τοῦ Θεοῦ σκεπτόμενος πάντοτε ὅσα εἶναι ἀληθινά, ὅσα εἶναι σεμνὰ καὶ σεβαστά, ὅσα εἶναι σύμφωνα μὲ τὸ δίκαιο, ὅσα εἶναι ἁγνά, ὅσα ἔχουν καλὴ φήμη, καὶ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀρετὴ καὶ ὁποιοδήποτε ἔργο ποὺ εἶναι ἄξιο ἐπαίνου(154) θὰ νικήσεις τὴν παγκάκιστη λησμοσύνη καὶ θὰ τὴ διώξεις μακριά σου. Μὲ τὴ φωτισμένη καὶ οὐράνια γνώση θὰ ἐξαφανίσεις τὴν καταστρεπτικὴ καὶ σκοτεινὴ ἄγνοια. μὲ τὴν κάλλιστη καὶ γεμάτη ἀπὸ ἀρετὴ προθυμία θὰ διώξεις μακριὰ τὴν ἄθεη ραθυμία, ἡ ὁποία φυτεύει μέσα στὴ ψυχὴ τὸ κακό. Αὐτὲς τὶς ἀρετὲς ἀφοῦ τὶς ἀποκτήσεις ὄχι μὲ ψιλὴ προαίρεση μόνο, ἀλλὰ πραγματικὰ – μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ συνεργασία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος -, μὲ πολλὴ προσοχὴ καὶ προσευχή, θὰ μπορέσεις νὰ γλυτώσεις ἀπὸ τοὺς τρεῖς δυνατοὺς γίγαντες τοῦ πονηροῦ ποὺ ἀναφέραμε. Γιατί ἡ συνύπαρξη γνώσεως ἀληθινῆς καὶ μνήμης λόγων Θεοῦ καὶ ἀγαθῆς προθυμίας, ποὺ μὲ τὴν βοήθεια τῆς ζωντανῆς χάρης θὰ ἐγκατασταθεῖ μὲ ἀγώνα στὴ ψυχὴ καὶ θὰ διατηρηθεῖ μὲ ἐπιμέλεια, ἐξαφανίζει ἀπὸ αὐτὴ (τὴν ψυχὴ) καὶ καθιστᾶ ἀνύπαρκτο κάθε ἴχνος λησμοσύνης καὶ ἄγνοιας καὶ ραθυμίας. Καὶ λοιπόν, τότε βασιλεύει ἡ θεία χάρη μέσα στὴν ψυχή, στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας. σ’ Αὐτὸν ἡ δόξα καὶ ἡ ἐξουσία σὲ ὅλους τους αἰῶνες. Ἀμήν.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *

  1. Ρωμ. 7, 23.
  1. Α΄ Θεσ. 2, 17.
  1. Ψάλμ. 115, 3.
  1. Ψάλμ. 102, 10.
  1. Β΄ Τιμ. 3, 5.
  1. Α΄ Κορ. 4, 5.
  1. Γαλ. 6, 3.
  1. Ματθ. 25, 1-12.
  1. Γέν. 4, 5.
  1. Ψάλμ. 102, 2.
  1. Β΄ Κορ. 5, 15.
  1. Ρωμ. 12, 2.
  1. Ρωμ. 12,1.
  1. Ψάλμ. 118, 83.
  1. Γαλ. 5, 24.
  1. Κολ. 3, 5.
  1. Β΄ Κορ. 4, 16.
  1. Κολ. 3, 15.
  1. Ματθ. 3, 10
  1. Ἐφ. 1, 21.
  1. Ἡσ. 9, 2. Ματθ. 4, 16. Λουκ. 1, 79.
  1. Ἑβρ. 4, 15.
  1. Ἰω. 1, 14.
  1. Β΄ Κορ. 8, 9.
  1. Α΄ Ἰω. 4, 18.
  1. Α΄ Κορ. 13, 8.
  1. Α΄ Ἰω. 4, 16.
  1. Ἰω. 19, 15.
  1. Ματθ. 27, 39-40.
  1. Ἐφ. 1, 21.
  1. Ἑβρ. 1, 6.
  1. Φιλιπ. 2, 5-10.
  1. Γέν. 18, 27. Ἰὼβ 42, 6. Σ. Σείρ. 17, 32.
  1. Ματθ. 5, 28.
  1. Ψάλμ. 36, 23.
  1. Α΄ Βασ. 17, 45.
  1. Ἰουδὶθ 2, 4.
  1. Φιλιπ. 4, 8.

—————————————-

(πηγή: Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν, μεταφρ. Ἀντώνιος Γαλίτης, ἔκδ. Τὸ περιβόλι τῆς Παναγίας, 1986, ἃ΄τόμος, σέλ. 163-176).

http://paterikakeimena.blogspot.gr/