Περί Προσευχής. Ἐκ τοῦ Γεροντικοῦ

1 total views, 1 views today

pray1Εκείνος που έχει συμμαζεμένο το νου του, όταν προσεύχεται, και προσέχει σ’ αυτά που λέγει, απομακρύνει με τη φλόγα της προσευχής του τους δαίμονες, λέγει ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος. Εκείνος όμως που μετερωρίζεται (σκορπίζει το νου του σε ανώφελες σκέψεις) περιπαίζεται απ’ αυτούς.

Ένα Άγιος Ερημίτης, πολλά χρόνια κλεισμένος μέσα σε μια σπηλιά στη ρίζα ενός απόκρημνου βράχου, είχε μοναδική του απασχόληση την προσευχή. Ο Ουράνιος Πατήρ, προνοώντας γι’ αυτόν, όπως και τα πετεινά τ’ ουρανού, τον έτρεφε μ’ αυτό το θαυμαστό τρόπο: Κάθε βράδυ, ύστερα από τη δύση του ηλίου, έβρισκε ένα ζεστό ψωμί, που έλεγες πως μόλις είχε βγει από το φούρνο, στην είσοδο της σπηλιάς του. Χρόνια γινότανε αυτό!
Μια μέρα όμως πήγε να δει τον Ερημίτη μας ένας συνασκητής του και καθώς συνομιλούσαν, του υπέδειξε πως δεν ήταν σωστό να κάθεται αργός. Τον βοήθησε να κόψει καλάμια από το έλος και τον έμαθε να πλέκει πανέρια.
Σαν βράδιασε, κουρασμένος από τη δουλειά και πεινασμένος ο Γέροντας, πήγε στη σπηλιά του να πάρει το ψωμί του. Με πόση ανακούφιση θα το έτρωγε! Δε βρήκε όμως τίποτε. Έτσι κοιμήθηκε νηστικός. Την άλλη μέρα ασχολήθηκε πάλι με ζήλο στο εργόχειρο, αλλά δε βρήκε πάλι στη θέση το βράδυ το ευλογημένο ψωμάκι, με το οποίο τόσα χρόνια τον έτρεφε ο Θεός. Στενοχωρημένος τότε προσευχήθηκε και παρακάλεσε τον Κύριο να του φανερώσει σε τι είχε σφάλει, ώστε να πάψει να φροντίζει πια γι’ αυτόν. Άκουσε τότε θεία φωνή να του λέει:
-Όταν ήσουν απασχολημένος μόνο με μένα, σε έτρεφα. Τώρα που έμαθες εργόχειρο, δίκαιο είναι να σε τρέφει αυτό.

Ένας αρχάριος Μοναχός ζήτησε από τον Όσιο Σισώη συμβουλές. Αν θέλεις, παιδί μου, ν’ αρέσεις στον Θεό, απομάκρυνε πρώτα τον εαυτό σου ψυχικά από τον κόσμο, αποκρίθηκε ο σοφός Πατήρ. Μη απασχολείς το νου σου με τα γήινα. Ανέβα από τα κτίσματα στο Δημιουργό τους. Η προσευχή και το κατανυκτικό δάκρυ ας φτιάξουνε ένα ισχυρό δεσμό ανάμεσα σε σένα και τον Πλάστη σου. Τότε μόνο θα βρει η ψυχή σου ανάπαυση στον πρόσκαιρο κόσμο και στην αιωνιότητα.

Η προσευχή είναι ο καθρέφτης του χριστιανού, λέγουν οι Πατέρες.

Αν η προσευχή μας δε συμφωνεί με τα έργα μας, άδικα κοπιάζουμε σ’ αυτήν, έλεγε συχνά στους νεότερους Αδελφούς ο Αββάς Μωυσής.
-Πώς θα κατορθώσουμε μια τέτοια συμφωνία; Ρώτησαν μια μέρα εκείνοι.
Όταν εφαρμόζουμε εκείνα που γυρεύουμε με την προσευχή μας, εξήγησε ο Όσιος. Τότε μόνο μπορεί να συμφιλιωθεί η ψυχή με το Δημιουργό της και να γίνεται δεκτή η προσευχή της, όταν αφήσει κατά μέρος όλα της τα κακά θελήματα.

Ακοή αντί ακοής λαμβάνουμε, λέει κάποιος Πατήρ. Και εξηγεί: Ακούει ο Θεός την προσευχή εκείνου που υπακούει στο θέλημά Του.

Όταν προσεύχεται με ταπεινοφροσύνη, έχοντας βαθιά συναίσθηση της αναξιότητας σου, γράφει ο Αββάς Ησαΐας ο Αναχωρητής, η προσευχή σου γίνεται αμέσως δεκτή από τον Θεό. Αν όμως, ενώ προσεύχεται, σου έλθει στο νου πως ο τάδε Αδελφός την ώρα αυτή κοιμάται η ο δείνα είναι αμελής κι αρχίζεις έτσι την κατάκριση, τότε ο κόπος σου πηγαίνει εντελώς χαμένος.

«Πρόσεχε, χριστιανέ, να μην αδικήσεις ποτέ τον αδελφό σου, για να γίνεται δεκτή από τον Θεό η προσευχή σου. Αν όμως αδικήσεις, η προσευχή σου είναι απαράδεκτη. Οι αναστεναγμοί του αδικημένου δεν την αφήνουν να φθάσει στον Ουρανό. Αν μάθεις πως κάποιος σε κακολογεί και έλθει καμιά φορά να σ’ επισκεφθεί, μη του δείξεις με τον τρόπο σου πως τα γνωρίζεις όλα και είσαι στενοχωρημένος μαζί του. Δέξου τον χαρούμενος, με ήρεμο πρόσωπο και γλυκό τρόπο, για να βρει παρρησία στον Θεό η προσευχή σου», συμβουλεύει κάποιος Αββάς.

Να τι λέει για την προσευχή κι ο Αββάς Μωϋσής:
Πρόσεχε να διατηρείς στην καρδιά σου βαθειά την συναίσθηση της αμαρτωλής σου καταστάσεως, για να γίνεται δεκτή η προσευχή σου. Όταν απασχολείς το νου σου με τις δικές σου αμαρτίες, δεν θα σου μένει καιρός να παρακολουθείς τα σφάλματα των άλλων.

Θέλεις ν’ ακούει παρευθύς ο Θεός την προσευχή σου, Αδελφέ; Λέει ο Αββάς Ζήνων. Σαν σηκώνεις τα χέρια στον Ουρανό, προσευχήσου πρώτα απ’ όλα, με την καρδιά σου, για τους εχθρούς σου και ο Θεός θα σου δώσει γρήγορα ό,τι άλλο του ζητήσεις.

Από τις συμβουλές στους Μοναχούς αγίου Γέροντα:
«Αν εργάζεσαι το εργόχειρό σου και σημάνει η ώρα της προσευχής, μη πεις στον εαυτό σου «ας αποτελειώσω της σειρά που μου απόμεινε ή ας συμπληρώσω λίγες βελονιές κι ύστερα πηγαίνω». Παραμέρισε όλα τ’ άλλα καθήκοντα και δόσε το χρέος σου στο Θεό. Διαφορετικά μαθαίνεις να θεωρείς πάρεργο την προσευχή και την Ακολουθία. Έτσι όμως και την ψυχή στερείς από πνευματική τροφή και το σώμα σου από υλική. Γιατί δε θα προκόψει το εργόχειρο σου, χωρίς την ευλογία του Θεού. Η προθυμία σου στα πνευματικά και στα σωματικά θα φανεί από το πρωί που θα ξημερώσει».

Ο Όσιος Παλάμων, ο Γέροντας του Οσίου Παχωμίου, όταν έβλεπε πως ο νεαρός υποτακτικός του νύσταζε τη νύκτα που προσευχόταν, τον έπαιρνε κι ανέβαιναν πάνω στο γειτονικό αμμόλοφο. Κρατούσε ο καθένας τους ένα ζεμπίλι και κουβαλούσαν άμμο από το ένα μέρος στο άλλο. Τον συνήθιζε έτσι ν’ αντιστέκεται στον ύπνο και να γίνεται πιο πρόθυμος στην προσευχή.
-Να είσαι πάντα άγρυπνος, παιδί μου, του έλεγε συχνά, για να μη σε βρει στον ύπνο ο πειρασμός και κλέψει όλους σου τους κόπους.
Συνήθισε σιγά –σιγά ο Παχώμιος να σηκώνει τα χέρια του στον Ουρανό από το βράδυ, που άρχιζε την προσευχή του, και να τα κατεβάζει, όταν έβγαινε ο ήλιος. Έτσι απέκτησε καθαρή καρδιά κι αγνό σώμα.

Πώς ν’ αποκτήσω κατάνυξη στην προσευχή, Αββά; ρώτησε ένας Αδελφός τον Όσιο Σιλουανό, που είχε μεγάλη πείρα στα πνευματικά. Και του εμπιστεύθηκε πως έκανε μεγάλη προσπάθεια να ψάλλει μελωδικά για ν’ αντιστέκεται στον ύπνο που τον ενοχλούσε στην Ακολουθία.
-Η ψυχή, παιδί μου, δε συγκινείται τόσο από τη μελωδία, όσο από το περιεχόμενο του ψαλμού, εξήγησε ο Όσιος. Προσέχοντας μόνο να ψάλλεις μελωδικά, κινδυνεύεις να πέσεις σε κενοδοξία και να σκληρύνει πιο πολύ η καρδιά σου. Είτε προσεύχεσαι, είτε ψάλλεις, να έχεις πάντοτε βαθειά συναίσθηση ότι βρίσκεσαι μπροστά στον Άγιο Θεό. Μην επιτρέπεις στο νου σου να ρεμβάζει. Αγάπησε την ταπεινοσύνη, που γεννά την κατάνυξη. Μη θέλεις να κάνεις επίδειξη της σοφίας και των γνώσεών σου. Προτίμα να διδάσκεσαι παρά να διδάσκεις. Κοντά στα παραπάνω, βλέποντας ο Θεός την αγαθή σου προαίρεση, θα σου δώσει το χάρισμα της κατανύξεως.

Λένε για τον Όσιο Σισώη τον Θηβαίο, πως, μόλις απόλυε η εκκλησία, έφευγε για το κελλί του σχεδόν τρέχοντας. Μερικοί νεοφερμένοι Μοναχοί στη σκήτη, που δεν τον γνώριζαν ακόμη, βλέποντάς τον, έλεγαν πως είχε δαιμόνιο και τον κυνηγούσε. Οι παλαιότεροι όμως τους εξήγησαν πως μ’ αυτό τον τρόπο συνήθιζε ο Όσιος ν’ αποφεύγει τις συνομιλίες, για να μη αποσπάται ο νους του από την προσευχή.

Και ο Αββάς Μακάριος συνήθιζε στο τέλος της Θ. Λειτουργίας να στέκεται στην πόρτα της εκκλησίας και να ψιθυρίζει στους Μοναχούς που έβγαιναν:
-Φεύγετε, Αδελφοί.
-Πού θέλεις να πάμε, Αββά; ρωτούσαν οι νεότεροι. Μήπως πιο βαθειά στην έρημο;
Ο Όσιος τότε έβαζε το δάκτυλο στο στόμα και τους απαντούσε:
-Τούτο δω να φεύγετε.
Εννοούσε τις συνομιλίες, για να μη σκοτίζεται ο νους τους και χάνουν τις καλές σκέψεις που κέρδισαν με την προσευχή.

Η προσευχή του χριστιανού, λέει κάποιος Γέροντας, πρέπει να γίνεται, πρώτον, με διάθεση ειρηνική, ύστερα με ησυχία και κοσμιότητα. Όταν προσεύχεται μαζί με άλλους στην εκκλησία, πρέπει ν’ αποφεύγει τις εξωτερικεύσεις της ευλαβείας του και τις δυνατές φωνές που φέρνουν σύγχυση και στον ίδιο και στους άλλους. Η προσευχή οφείλει να γίνεται με εσωτερικό πόνο της καρδιάς και με ήρεμο νου αφωσιωμένο στο Θεό.
Υπάρχουν άνθρωποι, που πάσχουν από σωματικές αρρώστιες κι ενώ χειρουργούνται ή καυτηριάζονται από το γιατρό, υποφέρουν καρτερικά τον πόνο, χωρίς φωνές και φασαρία, σιωπηλά και υπομονετικά. Άλλοι πάλι ανυπόμονοι χαλούν τον κόσμο από τις φωνές, όταν τους κάνουν θεραπεία. Μήπως όμως έτσι αποφεύγουν τον πόνο; Μάλλον τον αυξάνουν.
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με την προσευχή. Οι πνευματικότεροι άνθρωποι προσεύχονται αθόρυβα με «στεναγμούς αγλαλήτους». Έτσι διατηρούν την ψυχική τους γαλήνη. Οι άλλοι δε συγκρατούν τον εαυτό τους. Προσεύχονται μεγαλοφώνως, με εκδηλώσεις εξωτερικές, που συχνά σκανδαλίζουν τους άλλους. Ο πραγματικός χριστιανός πρέπει ν’ αποφεύγει την ακαταστασία και τα εξωτερικά σχήματα. Να προτιμά την τάξη, την ησυχία και την ταπείνωση. Αυτό ζητά και ο Θεός με το στόμα του Προφήτου, που λέγει: «επί τίνα επιβλέψω, αλλ’ η επί τον ταπεινόν και ησύχιον, τον τρέμοντά μου τους λόγους;»
Όσοι χριστιανοί διάλεξαν αυτό το δρόμο, έγιναν παράδειγμα και φως για πολλούς άλλους.

Οι Αδελφοί της σκήτης ρώτησαν ένα Γέροντα, αν πραγματικά ωφελούνται εκείνοι που ζητούν από τους άλλους να προσευχηθούν για χάρη τους.
-Πολύ ισχύει δέησις δικαίου, αποκρίθηκε ο Αββάς πλην όμως «ενεργουμένη» (Ιακ. ε’ 16). Βοηθουμένη, με άλλα λόγια, από τον ίδιο που ζητά την προσευχή. Σε τι να ωφελήσουν οι προσευχές των αγίων, εκείνον, που θεληματικά παραμελεί την σωτηρία του;
Και τους διηγήθηκε την παρακάτω ιστορία:
Ο Ηγούμενος κάποιου Κοινοβίου, πολύ ευλαβής κι ενάρετος άνθρωπος, έκανε κάθε μέρα αυτή την προσευχή:
-Σε παρακαλώ, Κύριε, μη με χωρίσεις από τα πνευματικά μου παιδιά στην άλλη ζωή, αλλά αξίωσέ μας να απολαύσουμε όλοι μαζί την Ουράνιο μακαριότητα. Κάποτε όμως τον πληροφόρησε ο Θεός, με τον ακόλουθο τρόπο, πως ο καθένας ετοιμάζει μόνος, με τα έργα του, τη μελλοντική του αποκατάσταση. Πλησίαζε η γιορτή ενός Αγίου, που πανηγύριζε το γειτονικό τους Μοναστήρι. Οι Αδελφοί του Μοναστηριού εκείνου προσκαλέσανε τον Αββά του Κοινουβίου και ολόκληρη την συνοδεία του να πάρουν μέρος στην πανηγύρι. Εκείνος όμως αποφάσισε να μην πάει, αποφεύγοντας έτσι τις τιμές που συνήθως του έκαναν εκεί. Την παραμονή ακριβώς άκουσε μυστηριώδη φωνή στον ύπνο του να τον διατάζει να πάει οπωσδήποτε στο πανηγύρι, αφού στείλει νωρίτερα τους υποτακτικούς του. Ο Ηγούμενος υπήκουσε στη θεία προσταγή.
Μόλις ξημέρωσε, πρόσταξε τους μαθητές του να ξεκινήσουν παρευθύς για το γειτονικό Κοινόβιο. Στο δρόμο τους συνάντησαν πεσμένο χάμω ένα δυστυχισμένο γέρο να βογγά. Τον ρώτησαν, τι του συνέβαινε.
-Είμαι άρρωστος, τους αποκρίθηκε με κόπο, και δεν έπαψε ν’ αναστενάζει. Πήγαινα στο γιατρό με το ζώο μου, μα σαν έφτασα σε τούτο το μονοπάτι, μ’ έρριξε κάτω κι έφυγε. Τι έγινε, κι εγώ δεν ξέρω. Ούτε άνθρωπος βρέθηκε να με βοηθήσει να σηκωθώ.
Τα τελευταία λόγια τα πρόφερε με πολύ παράπονο.
-Τι να σου κάνουμε, γέροντα, του είπαν οι Καλόγεροι. Είμαστε κι εμείς πεζοί και βιαστικοί.
Συνέχισαν έτσι το δρόμο τους για να φτάσουν στην ώρα τους στο πανηγύρι, αφήνοντας στη μέση του δρόμου αβοήθητο το φτωχό γέρο.
Σε λίγο να κι ο Ηγούμενος. Είδε τον άνθρωπο σε κακή κατάσταση. Έσκυψε πάνω του με συμπόνια. Άκουσε τα βάσανά του και τον ρώτησε με καταφανή έκπληξη:
-Καλά, δεν πέρασαν από δω πριν από λίγο κάτι νέοι Καλόγεροι; Γιατί δεν τους σταμάτησες να σε βοηθήσουν; Θα έπρεπε, χωρίς άλλο, να σε είδαν.
-Με είδαν και με ρώτησαν, Αββά, είπε με λύπη ο Γέρος. Μου είπαν όμως πως ήσαν πεζοί και βιαστικοί και δε μπορούσαν να μου κάνουν τίποτα.
Ο Ηγούμενος αναστέναξε βαθειά, ντροπιασμένος από την συμπεριφορά των μαθητών του.
-Αν στηριχτείς πάνω μου, θα μπορέσεις να περπατήσεις λίγο;
-Αδύνατο να κινηθώ, Πάτερ.
Έλα λοιπόν να σε ανεβάσω στους ώμους μου, είπε ο γέρο Ηγούμενος αποφασιστικά, κι ο Θεός θα βοηθήσει να φτάσουμε εκεί που πηγαίνεις.
-Δεν μπορείς να με κουβαλήσεις τόσο δρόμο πάνω στους ώμους σου. Μήπως είσαι κι εσύ νέος; Πήγαινε, Αββά, στη δουλειά σου και μη χασομεράς άδικα για μένα. Ευχήσου μόνο να μ’ ελεήσει ο Θεός.
Δε σ’ αφήνω έτσι, σε τέτοια κατάσταση, διαμαρτυρήθηκε ο άνθρωπος του Θεού. Θα σε πάω στην πόλη.
Με πολύ κόπο ανέβασε τον άρρωστο στους αδύνατους ώμους του ο γέρο Ηγούμενος. Το βάρος στην αρχή του φάνηκε ασήκωτο. Με μεγάλη δυσκολία κατόρθωσε να σέρνει τα πόδια του.
Παράδοξο πράγμα!
Σιγά –σιγά αλάφραινε, ώσπου σε μια στιγμή του φάνηκε πως του έφυγε από την πλάτη το φορτίο. Σήκωσε το κεφάλι να δει τι συνέβαινε. Αντί του φτωχού γέρου, που είχε πάρει στους ώμους του, στεκόταν μπροστά του ένας πανέμορφος Άγγελος.
Μ’ έστειλε ο Κύριος να σε πληροφορήσω, του είπε με τη γλυκειά φωνή του που έμοιαζε με υπερκόσμια μουσική, πως τότε μόνο θ’ αξιωθούν οι μαθητές σου να βρεθούν μαζί σου στη Βασιλεία Του, όταν ακολουθήσουν τα ίχνη σου. Διαφορετικά, άδικα κοπιάζεις και προσεύχεσαι γι’ αυτούς. Ο Θεός δίνει στον καθένα την αμοιβή των έργων του.
Ο Άγγελος με μιας χάθηκε στα ουράνια. Ο γέρο Ηγούμενος, συλλογισμένος, γύρισε πίσω στο Μοναστήρι του για ν’ αρχίσει καινούριο αγώνα. Χρειαζόταν ακόμη κοπιαστική δουλειά για να μορφώσει χαρακτήρες.

Από το Γεροντικό

πηγή

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *