Μηνύματα από το Γεροντικό

1 total views, 1 views today

Αββάς Μακάριος

Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Μακάριο τον μέγα σχετικά με την τελειότητα. Και απάντησε ο Γέροντας τα εξής:
«Δεν μπορεί να είναι κανείς τέλειος, εάν δεν αποκτήσει ταπείνωση μεγάλη στην καρδιά και στο σώμα, εάν δεν μάθει δηλαδή:

– Να μην υπολογίζει τον εαυτό του σε καμιά περίπτωση αλλά να προτιμά να βάζει ταπεινά τον εαυτό του χαμηλότερα απ’ όλη την κτίση, να μην κρίνει διόλου κάποιον, παρά μόνο τον εαυτό του, να υπομένει την καταφρόνια και να αποστρέφεται ολόψυχα κάθε κακία.
– Να βιάζει τον εαυτό του να’ ναι μακρόθυμος, αγαθός, ν’ αγαπά τους αδελφούς, να είναι σώφρων, να κυριαρχεί στον εαυτό του, γιατί λέει η αγία Γραφή «η Βασιλεία των Ουρανών ανήκει σ’ αυτούς που ασκούν βία στον εαυτό τους και αυτοί οι αγωνιστές την κερδίζουν».
– Να βλέπει ίσια με τα μάτια, να φρουρεί τη γλώσσα και ν’ αποφεύγει ν’ ακούει μάταια πράγματα που φθείρουν την ψυχή.
– Τα χέρια να κινούνται για να κάνουν το θέλημα του Θεού, η καρδιά να είναι καθαρή έναντι του Θεού και το σώμα αμόλυντο, να έχει τη μνήμη του θανάτου καθημερινά, ν’ αποκηρύσσει την εσωτερική οργή και κακία.
– Να αποτάσσεται τα υλικά και τις σαρκικές ηδονές, να αποτάσσεται το διάβολο και όλα τα έργα αυτού και να συντάσσεται σταθερά με τον Βασιλιά των πάντων Θεό και μ’ όλες τις εντολές του, να προσεύχεται αδιάκοπα και να παραμένει κοντά στον Θεό πάντοτε, σε κάθε περίσταση και σε κάθε εργασία».

Άγιος Νείλος ο ασκητής, περί προσευχής
Όταν ο φθονερός δαίμονας δεν μπορεί να ανακινήσει τη μνήμη κατά την προσευχή, τότε αναγκάζει το ίδιο το σώμα να προκαλέσει στο νου κάποια παράξενη φαντασία και με αυτή να δώσει μορφή στο νου. Και εκείνος πού έχει συνήθεια να ζει με τις σκέψεις του, εύκολα λυγίζει. Και ενώ σπεύδει να λάβει γνώση άυλη και άμορφη, εξαπατάται και κατέχει καπνό αντί για φως.

Στάσου καλά πάνω στη σκοπιά σου και φύλαγε το νου σου από νοήματα κατά τον καιρό της προσευχής, για να τελειώσεις την αίτησή σου και να σταθείς στην ηρεμία σου. Έτσι θα επιφοιτήσει και σε σένα Αυτός πού συμπάσχει με όσους έχουν άγνοια. Και τότε θα λάβεις το ενδοξότατο δώρο της προσευχής.

Δεν θα μπορέσεις να προσευχηθείς καθαρά, αν ανακατεύεσαι με τα υλικά πράγματα και σε ταράζουν συνεχείς φροντίδες. Προσευχή είναι απόρριψη σκέψεων.

Δεν μπορεί ο δεμένος να τρέξει. Ούτε ο νους πού είναι δούλος σε κάποιο πάθος θα μπορέσει να δει τόπο πνευματικής προσευχής, γιατί σύρεται και γυρίζει εδώ και εκεί από την εμπαθή σκέψη και δεν μπορεί να σταθεί ατάραχος.

Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Είπε ο μακάριος Ιωάννης ο Χρυσόστομος:
«Όταν κάθεσαι να διαβάσεις λόγο Θεού, να επικαλείσαι στην αρχή τον Θεό ν’ ανοίξει τα μάτια της ψυχής σου, ώστε να μην περιοριστείς στο να διαβάζεις μόνο αυτά που γράφτηκαν αλλά και να τα εκτελείς, και έτσι να μη γίνει καταδίκη μας η μελέτη του βίου και των λόγων των αγίων».

Περί αρετής…
Ανηφορίζοντας από τη Γεθσημανή στο όρος των Ελαιών, συναντά κανείς το μοναστήρι του αββά Αβραμίου.
Σ’ αυτό το μοναστήρι ηγούμενος ήταν ο αββάς Ιωάννης ο Κυζικηνός. Τον ρωτήσαμε λοιπόν κάποια μέρα:
«Αββά, πώς μπορεί να αποκτήσει κανείς αρετή;»
Και μας απάντησε ο Γέροντας:
«Αν θέλει κανείς ν’ αποκτήσει μια αρετή, δεν μπορεί να την κάνει κτήμα του, αν δεν μισήσει την κακία που είναι ο αντίποδάς της.
– Αν λοιπόν θέλεις να έχεις πάντοτε πένθος στην ψυχή σου, μίσησε το γέλιο.
– Θέλεις να έχεις ταπείνωση; Μίσησε την υπερηφάνεια.
– Θέλεις να είσαι εγκρατής; Μίσησε τη λαιμαργία.
– Θέλεις να είσαι σώφρων; Μίσησε την ακόλαστη ζωή.
– Θέλεις να είσαι ακτήμων; Μίσησε τη φιλαργυρία.
– Αυτός που θέλει να είναι κάτοικος της ερήμου, μισεί τις πόλεις εξαιτίας των πειρασμών.
– Αυτός που θέλει να έχει ησυχία, μισεί την παρρησία.
– Αυτός που θέλει να ζει άγνωστος, μισεί την τάση για επίδειξη.
– Αυτός που θέλει να κυριαρχεί στην οργή, μισεί να περνάει τις ώρες του μαζί με πολλούς.
– Αυτός που θέλει να έχει αμνησικακία, αποφεύγει να κακολογεί τους άλλους.
– Αυτός που θέλει να είναι απερίσπαστος, μένει στη μοναξιά.
– Αυτός που θέλει να κυριαρχεί στη γλώσσα, ας κλείνει τ’ αυτιά του να μην ακούει πολλά.
– Αυτός που θέλει να έχει τον φόβο του Θεού πάντοτε, θα μισήσει τη σωματική ανάπαυση και θα αγαπήσει τη θλίψη και τη στενοχώρια».

Περιεκτική μετάνοια
Σε όσους αθλούν νόμιμα στο πολύπονο στάδιο της φιλοπονίας, χρήσιμη βοηθός και συμπαραστάτρια είναι η εγκράτεια και η ακρίβεια της τήρησης του προγράμματος. Και τα δύο θεωρούνται απαραίτητα μέσα προαγωγής. Το του Αποστόλου «ο αγωνιζόμενος πάντα εγκρατεύεται» (Α’ Κορ. θ’,25), θεωρείται επιβεβλημένη αρχή, που συναντούμε επίμονα στους βίους των Πατέρων μας. Μόνο η εγκράτεια, ως αποτελεσματικό μέσο, καθαίρει τη μητέρα του θανάτου ηδονή.

Η επιμονή στο πρόγραμμα, που είναι σωτήριο μέσο στον πνευματικό μας αγώνα, διευκολύνει την παράταση της εγκράτειας. Μη λησμονούμε ότι οι ακατονόμαστοι λόγοι και προφάσεις, χάριν δήθεν της βιολογικής μας σύστασης, αλλοιώνουν την επιμονή της εγκράτειας. Το παράδειγμα του Κυρίου μας, ως καθηγητή της εγκράτειας (νηστείας), στην έρημο, πείθει για την αναγκαιότητα της επιμονής στο πρόγραμμα ολόκληρης της αγωνιστικότητας. Αν και η Γραφή λέγει ότι ο Κύριός μας «επείνασε» (Ματ. δ’,2), εν τούτοις δεν υποχώρησε στο γαργαλισμό των αισθήσεων της δήθεν βιολογικής αναγκαιότητας, αλλά παρέμεινε τηρητής του προγράμματος της ασκητικής αγωνιστικότητας. Με την πίστη στη θεία Πρόνοια έλυσε το πρόβλημα της ανάγκης της πείνας, που φαινόταν ότι πίεζε. Αυτό το παράδειγμα να μη λείψει ποτέ από το οπλοστάσιο της πνευματικής μας άμυνας.

Όπως αντιμετωπίζουμε τον πόλεμο της αμαρτίας στον αισθητό κόσμο των πραγμάτων, έτσι να τον αντιμετωπίζουμε και στο νοητό κόσμο των νοημάτων, που είναι δυσκολώτερος και ταχύτερος στην προσβολή και επίθεσή του. Σ’ αυτό πολύ μας ωφελεί η μελέτη και η πείρα των Γραφών και των πατερικών διηγημάτων, από τα οποία παίρνει δύναμη ο νους και αμύνεται στο νοητό και αόρατο πόλεμο. Από αυτό ξυπνά η μνήμη του Θεού και ενεργοποιείται η όλη του παναγαθότητα, που συνεχώς μας περιβάλλει.

Απ εδώ αρχίζει και το πανίσχυρό μας όπλο, η προσευχή, χωρίς την οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί τίποτα. Ερμηνεύοντας οι Πατέρες αυτό που λέει ο Δαυΐδ, «εις τας πρωΐας απέκτεινον πάντας τους αμαρτωλούς της γης» (Ψαλμ. ρ’,8), υποδεικνύουν με επαινετή επιμονή τη σημασία του αγώνα. Ο αγώνας πρέπει να γίνεται με βία από την αρχή, πριν ο νους σκορπιστεί στις μνήμες του παρελθόντος, λόγω του μετεωρισμού. Πρώτο καθήκον στο πνευματικό στάδιο του αόρατου και πολυμόρφου πολέμου είναι η εργασία στο νου απ όπου τα ακατονόμαστα νοήματα ξεκινούν από «πρωΐας», δηλαδή από την αρχή. Και αυτό κατορθώνεται με τη μνήμη του Θεού «από φυλακής πρωΐας» (Ψαλμ. ρκθ’,6) και με την επίμονη επίκληση του πανάγιου ονόματός του, με την οποία φανερώνεται η πρόθεση για υποταγή στο θείο του θέλημα.

Στη νοητή Ιερουσαλήμ, που είναι η προσοχή του νου, πριν ακόμη αποκτήσει την ησυχία, εισερχόμαστε με την «εν γνώσει» σιωπή του στόματος. Δεύτερο βήμα είναι η εγκράτεια στη δίαιτά μας. Επιδιώκεται η κατά δύναμη λιτότητα και η αποφυγή του κορεσμού. Τρίτη προσπάθεια προβάλλουμε τη μελέτη των ιερών κειμένων, της θείας Γραφής και των συγγραμμάτων των οσίων Πατέρων μας, με τη μνήμη του θανάτου που ακολουθεί.

Περὶ ἀγάπης…

  • Ὁ ὑποτακτικὸς κάποιου Γέροντα ἔμενε σὲ μία καλύβα δέκα μίλια μακριὰ ἀπὸ τὴ σκήτη. Μία μέρα θέλησε νὰ τὸν εἰδοποιήσῃ ὁ Γέροντας νὰ ἔλθῃ νὰ πάρῃ τὸ ψωμί του. Ὕστερα ὅμως σκέφθηκε: Γιὰ λίγα ψωμιὰ νὰ κάνω τὸν Ἀδελφὸ νὰ περπατήσει δέκα μίλια; Ἂς τοῦ τὰ πάω μόνος. Ἔβαλε τὸ ταγάρι στὸν ὦμο καὶ ξεκίνησε. Πηγαίνοντας, σκόνταψε σὲ μία πέτρα κι ἔκανε τέτοια πληγὴ στὸ πόδι, ποὺ ἦταν ἀδύνατον νὰ σταματήσει τὸ αἷμα. Ἀπὸ τὸν ὑπερβολικὸ πόνο ποὺ ἔνιωσε, ἄρχισε νὰ κλαίει.
    – Γιατί κλαῖς, Ἀββᾶ; ἄκουσε πίσω του μία γλυκειὰ φωνὴ νὰ τὸν ρωτᾷ.
    Ἔστρεψε τὸ κεφάλι καὶ εἶδε ἕναν ὡραῖο Ἄγγελο. Δὲν φοβήθηκε ὅμως, ἀλλὰ τοῦ ἔδειξε μὲ τὸ δάκτυλο τὴν πληγή.
    – Πάψε νὰ κλαῖς γι᾿ αὐτὸ τὸ τιποτένιο πρᾶγμα, τὸν πρόσταξε ὁ Ἄγγελος. Τὰ βήματα ποὺ κάνεις γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Ἀδελφοῦ τὰ ἔχω μετρημένα καὶ θὰ πάρεις τὴν ἀμοιβή σου ἀπὸ τὸν Θεό.
    Ὁ Γέροντας πῆρε θάῤῥος καὶ χαρούμενος συνέχισε τὸ δρόμο του. Ἀπὸ τότε προθυμοποιήθηκε νὰ ἐξυπηρετεῖ τοὺς Ἀδελφούς.
    Μία μέρα πῆρε πάλι ψωμιὰ νὰ τὰ πάει σ᾿ ἄλλον Ἐρημίτη ποὺ ἔμενε πολὺ πιὸ μακριά. Συνέβηκε ὅμως νὰ ἔρχεται κι ἐκεῖνος μὲ τὸν ἴδιο σκοπὸ καὶ συναντήθηκαν στὸ δρόμο.
    – Ἀδελφέ μου, εἶπε πρῶτος ὁ Γέροντας, μὲ κόπο ἀπέκτησα ἕνα μικρὸ θησαυρὸ καὶ πρόλαβες ἐσὺ νὰ μοῦ τὸν πάρεις.
    – Μήπως ἡ στενὴ πύλη χωράει μόνο ἐσένα, Ἀββᾶ; Κάνε λίγο τόπο νὰ περάσουμε κι ἐμεῖς, τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Ἀδελφός.
    Ἐνῷ ἔλεγαν αὐτά, ἦλθε πάλι ὁ Ἄγγελος καὶ τοὺς εἶπε:
    – Αὐτὴ ἡ φιλονικία σὰν εὐωδία στὸ λιβάνι ἀνεβαίνει στὸν οὐρανό.

Περὶ ἀνεξικακίας…

  • Ὅσο φέρνουμε διαρκῶς στὸ νοῦ μας τὰ κακὰ ποὺ τυχόν μας προξένησαν οἱ ἀδελφοί μας, ἔλεγε ὁ Ὅσιος Μακάριος, τόσο ἀπομακρύνουμε τὸν Θεὸ ἀπ᾿ αὐτόν. Ὅταν τὰ λησμονοῦμε παρευθύς, δὲν τολμοῦν οἱ δαίμονες νὰ μᾶς πειράξουν.

Ἡ πρὸς τὸν Θεὸ ἐλπίδα…

  • Οἱ Ἅγιοι, λέγει κάποιος ἀπὸ τοὺς Γέροντες, ἐπειδὴ ἔχουν πάντοτε στὴν καρδιὰ τοὺς τὸν Θεὸ καὶ τὰ ἐδῶ κερδίζουν μὲ τὴν ἀπάθεια καὶ τὰ ἐκεῖ κληρονομοῦν, διότι κι ἐκεῖνα καὶ αὐτὰ στὸν Θεὸ ἀνήκουν. Ἀφοῦ λοιπὸν κατέχουν τὸν Θεὸ ἔχουν καὶ ὅλα τὰ δικά Του.
    Ἐκεῖνοι πάλι ποὺ ἔχουν στὴν καρδιὰ τοὺς τὸν κόσμο, δηλαδὴ τὰ ἁμαρτωλὰ πάθη, καὶ ἂν ἀκόμα κατορθώσουν νὰ κερδίσουν τὸν κόσμο ὁλόκληρο, τίποτε δὲν ἔχουν στὴν πραγματικότητα, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ πάθη ποὺ τοὺς ἐξουσιάζουν.

Πίστη…

  • Ὁ δειλὸς ἄνθρωπος, διδάσκει ὁ σοφὸς Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, πάσχει κυρίως ἀπὸ δυὸ ψυχικὲς ἀσθένειες. Ἀπὸ ὀλιγοπιστία κι ἀπὸ φιλοσωματία. Ὅποιος ἀγωνίζεται νὰ νικήσει αὐτὰ τὰ δυὸ μεγάλα κακὰ εἶναι φανερὸ πὼς πιστεύει ὁλόψυχα στὸν Θεὸ κι εἶναι ἕτοιμος νὰ δεχθεῖ ὅλα τὰ δυσάρεστα ποὺ τυχὸν Ἐκεῖνος θὰ παραχωρήσει.
    Ἡ ὑπερβολικὴ τόλμη πάλι καὶ καταφρόνηση τῶν κινδύνων γεννῶνται ἢ ἀπὸ μεγάλη πίστη στὸν Θεὸ ἢ ἀπὸ τὴ σκληροκαρδία τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ τὴ σκληροκαρδία ἀκολουθεῖ ἀπαραιτήτως ἡ ὑπερηφάνεια, τὴν πίστη ὅμως ἡ ἀληθινὴ ταπεινοσύνη.

Ὑπομονή…

  • Ἂν σοῦ συμβεῖ ἀσθένεια σωματική, συμβουλεύει σοφὸς Γέρων, μὴ χάνεις τὴν ὑπομονή σου καὶ μὴ γογγύζεις. Ἂν εἶναι θέλημα Θεοῦ νὰ βασανίζεται τὸ σῶμα σου, γιατί δυσανασχετεῖς; Ἐκεῖνος Δὲ φροντίζει γιὰ σένα; Μήπως μπορεῖς νὰ ζήσεις στιγμὴ χωρὶς τὸ θέλημά Του; Γίνε ὑπομονετικὸς καὶ προσευχήσου νὰ σοῦ δίνει ὁ Θεὸς ὅτι εἶναι συμφέρον τῆς ψυχῆς σου. Αὐτὸ θέλει ἀπὸ σένα.Ὅταν στὴν ἀῤῥώστια σου οἱ Ἀδελφοὶ δείχνουν τὴν ἀγάπη τους μὲ δῶρα, δέξου τα μὲ εὐγνωμοσύνη καὶ προσευχήσου γι᾿ αὐτούς.

Μετάνοια…

  • Ἕνας ἀδελφὸς ἐξομολογήθηκε στὸν Ἀββᾶ Σισώη: – Ἔπεσα, Πάτερ. Τί νὰ κάνω τώρα;
    – Σήκω, τοῦ εἶπε μὲ τὴ χαρακτηριστική του ἁπλότητα ὁ Ἅγιος Γέροντας.
    – Σηκώθηκα, Ἀββᾶ, μὰ πάλι ἔπεσα στὴν καταραμένη ἁμαρτία, ὁμολόγησε μὲ θλίψη ὁ ἀδελφός.
    – Καὶ τί σὲ ἐμποδίζει νὰ ξανασηκωθῇς;
    – Ὡς πότε; ρώτησε ὁ ἀδελφός.
    -Ἕως ὅτου σὲ βρῇ ὁ θάνατος ἢ στὴν πτώση ἢ στὴν ἔγερση. Δὲν εἶναι γραμμένο «ὅπου εὑρῶ σε ἐκεῖ καὶ κρινῶ σε»; ἐξήγησε ὁ Γέροντας. Μόνο εὐχήσου στὸν Θεὸ νὰ βρεθεῖς τὴν τελευταία σου στιγμὴ σηκωμένος μὲ τὴν ἁγία μετάνοια.

Προσευχή…

  • Ἀπὸ τοῦτα τὰ τέσσερα ἔχει πιὸ πολὺ ἀνάγκη ἡ ψυχή, ἔλεγε κάποιος Γέροντας: Νὰ φοβᾶται τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ, νὰ μισεῖ τὴν ἁμαρτία, ν᾿ ἀγαπᾷ τὴν ἀρετὴ καὶ νὰ προσεύχεται ἀδιαλείπτως.

Περὶ ψυχικῆς σωτηρίας

    • Μᾶς διηγήθηκε ἕνας ἀπὸ τοὺς Ἁγίους καὶ μεγάλους Πατέρες τῆς ἐρήμου, ὅτι κάποια πλούσια γυναίκα πῆγε σὲ κάποιον Γέροντα καὶ ἐνάρετο Πνευματικὸ γιὰ νὰ ἐξομολογηθῇ, καὶ δὲν μπόρεσε νὰ πῇ τὶς ἁμαρτίες της γιατὶ ἦσαν πολλές, μεγάλες καὶ θανάσιμες, καὶ ἐπιστρέφουσα εἶδε στὸν δρόμο κάποιον μοναχὸ νὰ κείτεται κάτω ἀσθενὴ καὶ λεπρό. Τοῦ λέει ἡ γυναίκα: Θέλεις γέροντα νὰ σὲ πάρω σπίτι μου, νὰ σὲ φροντίσω καὶ νὰ σὲ ὑπηρετήσω ὅσο μπορῶ ἐγὼ ἡ ἀνάξια; Μήπως καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ Θεὸς παραβλέψει τὶς πολλὲς ἁμαρτίες μου. Αὐτὸς εἶπε: Ναί, ἔρχομαι κυρία μου, ἐλέησέ με τὸν ταλαίπωρο καὶ ἁμαρτωλό. Ἀφοῦ λοιπὸν μπῆκαν στὸ σπίτι της, τοῦ ἑτοίμασε δωμάτιο, τοῦ ἔστρωσε δωμάτιο, ἔστειλε τοὺς ὑπηρέτες της στὴν ἀγορὰ καὶ τοῦ ἔφεραν νέα καλογερικὰ ροῦχα, τὸν ἔστειλε στὸ μπάνιο καὶ ἀφοῦ τὸν ἔλουσαν καλά, τοῦ φόρεσαν τὰ ροῦχα καὶ τὸν ἔβαλαν στὸ κρεβάτι. Κατὰ τὴν διάρκεια ὅλων αὐτῶν, ἡ ἴδια τὸν ὑπηρετοῦσε, τοῦ ἔχριε τὶς πληγές του μὲ ἀλοιφὲς γιὰ νὰ γιατρευθῇ, καὶ μὲ κάθε τρόπον καὶ μὲ εὐχαρίστηση τὸν ἀνακούφιζε. Ὅταν δὲ ἦλθε ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Πέμπτη, τὴν ὥρα ποὺ ὁ ἱερέας ἄρχισε νὰ διαβάζει τὸ Εὐαγγέλιο ὅτι: τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ γενομένου ἐν Βηθανίᾳ, ἐν τῇ οἰκίᾳ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ, προσῆλθεν αὐτῷ γυνὴ ἀλάβαστρον μύρου ἔχουσα βαρύτιμον… ἡ γυναίκα πῆρε μύρο καὶ ἔπλυνε τὰ πόδια τοῦ λεπροῦ, καταφιλοῦσα αὐτὰ καὶ βρέχοντας τὰ μὲ τὰ δάκρυά της καὶ σκουπίζοντας τὰ μὲ τὶς τρίχες τῆς κεφαλῆς της καὶ ταυτόχρονα τοῦ ἐξομολογοῦνταν ὅλες τὶς ἁμαρτίες της. Ἀφοῦ λοιπὸν ἔγιναν αὐτά, ἔγινε μεγάλος σεισμός, ὄχι ὅμως σὲ ὅλη τὴν πόλη, ἀλλὰ μόνο στὸ σπίτι της, καὶ ἀκούσθηκε φωνὴ νὰ λέει: Γύναι, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου. Ὅταν σταμάτησε ἡ φωνή, σηκώθηκε ὁ καλόγερος ὑγιής, χωρὶς νὰ ἔχει καμία πληγή. Τότε καὶ οἱ δύο δόξαζαν καὶ ἔψαλλαν στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος ποιεῖ αὐτὰ τὰ φοβερὰ καὶ μεγάλα θαύματα. Ἡ δὲ μακαρία γυναίκα, ἀφοῦ ἔλαβε τὴν συγχώρηση, πέρασε τὸν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς της σὲ μετάνοια.

Ἀββᾶς Φιλήμων

    • ΟΤΑΝ ΕΙΣΑΙ στὴν ἐκκλησία γιὰ νὰ μεταλάβεις τὰ θεῖα μυστήρια τοῦ Χριστοῦ, μὴ βγεῖς ἔξω χωρὶς νὰ ἔχεις τὴν τέλεια εἰρήνη. Μεῖνε στὸ ἴδιο μέρος καὶ μὴ φύγεις μέχρι τὴν ἀπόλυση. Νὰ σκέπτεσαι πὼς εἶσαι στὸν οὐρανὸ μαζὶ μὲ τοὺς Ἁγίους Ἀγγέλους γιὰ νὰ συναντήσεις τὸν Θεὸ καὶ νὰ τὸν ὑποδεχθεῖς μέσα στὴν καρδιά σου. Νὰ προετοιμάζεσαι γιὰ τὴ Θεία Κονωνία μὲ φόβο καὶ τρόμο πολύ, γιὰ νὰ μὴ μεταλάβεις ἀνάξια τὶς Ἅγιες δυνάμεις.

Ὅσιος Θεόγνωστος

    • ΑΝ ΑΓΑΠΑΣ τὴν ἀφθαρσία καὶ τὴν ἀθανασία, ἔλα μὲ τιμὴ καὶ εὐλάβεια καὶ πίστη στὰ ζωοποιὰ καὶ ἄφθαρτα μυστήρια, μὲ πόθο ἀκόμη νὰ ἀποδημήσεις ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸ ἐπειδὴ ἡ πίστη σου σὲ ὁλοκλήρωσε• ἂν φοβᾶσαι τὸν θάνατο δὲν ἑνώθηκες ἀπὸ ἀγάπη μὲ τὸν Χριστό, κι ἂς σοῦ δόθηκε ἡ τιμὴ νὰ τὸν θυσιάζεις μὲ τὰ ἴδια σου τὰ χέρια καὶ νὰ παίρνεις τὶς σάρκες του• ἂν τὸν ἀγαποῦσες θὰ βιαζόσουν νὰ φύγεις ὅπου εἶναι ὁ ἀγαπημένος σου καὶ καθόλου δὲν θὰ σκεφτόσουν τὴ ζωὴ καὶ τὴ σάρκα σου.
    • ΟΠΩΣ ΕΙΠΕ κάποιος ἅγιος, δὲν κατέρχεται τὸ σῶμα τοῦ Θεοῦ Λόγου ποὺ ἀναλήφθηκε γιὰ νὰ θυσιαστεῖ στὴ θεία Λειτουργία, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος μεταβάλλονται σὲ σῶμα καὶ αἷμα τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν ἱεροτελεστία ποὺ ἐπιτελοῦν ἐκεῖνοι ποὺ ἀξιώθηκαν τὴ θεία ἱερωσύνη• ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος δέχονται τὴ μεταβολὴ αὐτὴ μὲ τὴν ἐνέργεια καὶ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Δὲν μεταβάλλεται ὁ ἄρτος σὲ κάποιο σῶμα ἄλλο ἀπὸ αὐτὸ τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ σ᾽ αὐτὸ τὸ ἴδιο, καὶ προσφέρει αἰώνια ζωή, καὶ δὲν φθείρεται. Πόσο ἁγνὸς λοιπὸν καὶ ἅγιος πρέπει νὰ εἶναι ὁ ἱερέας ποὺ ἀγγίζει σῶμα Θεοῦ! Καὶ πόση παρρησία πρέπει νὰ ἔχει ἐκεῖνος ποὺ συνδέει Θεὸ καὶ ἀνθρώπους καὶ ἔχει συνεργάτες του τὴν Πάναγνη Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ὅλες τὶς δυνάμεις τῶν Ἀγγέλων τὶς ἐπουράνιες καὶ ὅλους τοὺς ἁγίους; Νομίζω πὼς πρέπει νὰ ἔχει μὲ τὸν Θεὸ τὴν οἰκειότητα ποὺ ἔχουν οἱ Ἄγγελοι ἢ οἱ Ἀρχάγγελοι, ἀκριβῶς ὅπως ἔχει καὶ τὸ δικό τους ἀξίωμα.
    • ΣΗΜΕΙΩΣΕ Πισήνιε, ὅτι τὰ τίμια δῶρα ποὺ σὲ λίγο θὰ ἁγιασθοῦν μένουν ἀκάλυπτα ἐπάνω στὴν ἁγία τράπεζα μετὰ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, κάπως σὰν νὰ παρακαλοῦν τὸν Θεὸ γιὰ τὴ σωτηρία αὐτῶν ποὺ τὰ προσφέρουν, σὰν νὰ καλοῦν μὲ ἄρρητες φωνὲς Ἐκεῖνον ποὺ κατοικεῖ στοὺς οὐρανούς. Κι Ἐκεῖνος ποὺ τὰ βλέπει δὲν ἀδιαφορεῖ• τὰ κοιτάει καὶ προσέχει καὶ θυμᾶται τὴν ἑκούσια σάρκωσή Του γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς, τὴν ἀνείπωτη συγκατάβαση καὶ τὴ Σφαγή Του γιὰ χάρη τῶν ἀνθρώπων. Γιατὶ δὲν μᾶς χάρισε τὴ λύτρωση καὶ τὴ σωτηρία μὲ τὸ πάθος Του ἐνῶ εἴμασταν δίκαιοι• ἀντίπαλους ἐλέησε καὶ ξανακάλεσε κοντά του.

Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής

    • ΣΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ποὺ τελοῦμε ὅταν συγκεντρωνόμαστε στὴν ἐκκλησία, ἡ πρώτη εἴσοδος γενικὰ σημαίνει τὴν πρώτη παρουσία τοῦ Θεοῦ μας, καὶ εἰδικὰ τὴ μεταστροφὴ ἐκείνων ποὺ μὲ τὴ βοήθειά Του καὶ μαζί Του εἰσέρχονται ἀπὸ τὴν ἀπιστία στὴν πίστη καὶ ἀπὸ τὴν κακία στὴν ἀρετὴ καὶ ἀπὸ τὴν ἀγνωσία στὴ γνώση.

Ἀββᾶς Θεόδωρος τῆς Φέρμης

    • ΕΙΠΕ ὁ ἀββᾶς Θεόδωρος τῆς Φέρμης:
      – Ἄνθρωπος ποὺ στέκεται σὲ μετάνοια δὲν εἶναι δεμένος σ᾽ ἐντολή.

Ἀββᾶς Ἰσαὰκ ὁ Θηβαῖος

    • Ο ΑΒΒΑΣ Ἰσαὰκ ὁ Θηβαῖος ἐπισκέφθηκε κάποτε ἕνα κοινόβιο καὶ βλέποντας ἕναν ἀδελφὸ νὰ ἁμαρτάνει τὸν κατέκρινε. Ὅταν ἀναχώρησε στὴν ἔρημο ἦρθε ἄγγελος Κυρίου καὶ στάθηκε μπροστὰ στὴν εἴσοδο τοῦ κελιοῦ του λέγοντας:
      – Δὲν σ᾽ ἀφήνω νὰ μπεῖς μέσα.
      Ἐκεῖνος τότε τὸν παρακαλοῦσε
      – Τί ἔκανα;
      Καὶ ὁ ἄγγελος τοῦ ἀποκρίθηκε
      – Μ᾽ ἔστειλε ὁ Θεὸς μὲ τὴν ἐντολὴ «πές του: ποῦ διατάζεις νὰ βάλω τὸν ἁμαρτωλὸ ἀδελφὸ ποὺ κατέκρινες;»
      Κι ἐκεῖνος ἀμέσως μετανόησε καὶ εἶπε
      – Ἁμάρτησα, συγχώρησέ με.
      Καὶ ὁ ἄγγελος εἶπε
      – Σήκω, σὲ συγχώρησε ὁ Θεός. Ἀπὸ δῶ κι ἐμπρὸς πρόσεξε νὰ μὴν κρίνεις κανένα πρὶν τὸν κρίνει Ἐκεῖνος.

Ἀββᾶς Ποιμήν

    • ΕΙΠΕ ὁ ἀββᾶς Ποιμήν
      – Ἂν ἕνας ἄνθρωπος ἁμαρτήσει καὶ τὸ ἀρνηθεῖ λέγοντας «δὲν ἁμάρτησα», μὴ τὸν ἐλέγξεις• διαφορετικὰ βλάπτεις τὴν καλή του θέληση. Ἂν ὅμως τοῦ πεῖς «μὴ στενοχωριέσαι ἀδελφέ, ἀλλὰ στὸ μέλλον νὰ εἶσαι προσεκτικώτερος», ἐξυψώνεις τὴν ψυχή του σὲ μετάνοια.

Ἀββᾶς Δωρόθεος

    • Ο ΑΒΒΑΣ Δωρόθεος ἔλεγε πὼς εἶναι ἀδύνατον αὐτὸς ποὺ κρατάει τὶς δικές του ἀπόψεις καὶ σκέψεις νὰ ὑποταχθεῖ ἢ νὰ συμμορφωθεῖ μὲ τὸ καλὸ τοῦ πλησίον του.

Μέγας Ἀντώνιος

    • Ο ΘΕΟΣ δημιούργησε μὲ τὸν λόγο Του τὰ διάφορα γένη τῶν ζώων γιὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου• ἄλλα γιὰ τροφή, ἄλλα γιὰ νὰ τὸν ὑπηρετοῦν• τὸν ἄνθρωπο τὸν δημιούργησε γιὰ νὰ κοιτάει μὲ θαυμασμὸ τὰ ζῶα καὶ τὰ ἔργα τους καὶ νὰ εὐχαριστεῖ τὸν Θεό. Νὰ προσέχουν λοιπὸν πάρα πολὺ οἱ ἄνθρωποι μήπως συμβεῖ καὶ πεθάνουν ὅπως τὰ ἄλογα ζῶα, χωρὶς νὰ δοῦν καὶ νὰ νοιώσουν τὸν Θεό. Πρέπει ἀκόμη νὰ καταλάβει ὁ ἄνθρωπος ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι παντοδύναμος καὶ ὅτι τίποτα δὲν ὑπάρχει χωρὶς νὰ τὸ ἐπιθυμεῖ Ἐκεῖνος ποὺ μπορεῖ νὰ κάνει τὰ πάντα• ἀλλὰ δημιούργησε καὶ δημιουργεῖ ὅσα θέλει ἀπὸ τὸ μηδὲν μὲ τὸν λόγο Του γιὰ νὰ σώσει τοὺς ἀνθρώπους.
    • Ο ΘΑΝΑΤΟΣ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ τὸν κατανοοῦν εἶναι ἀθανασία• γιὰ τοὺς ἀνόητους ὅμως ποὺ δὲν τὸν καταλαβαίνουν εἶναι θάνατος ἀλλ᾽ αὐτὸ τὸν θάνατο δὲν πρέπει νὰ τὸν φοβόμαστε• ἡ ἀπώλεια τῆς ψυχῆς, δηλαδὴ ἡ ἄγνοια τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ πραγματικὴ συμφορὰ γιὰ τὴν ψυχή, καὶ πρέπει νὰ τὴ φοβόμαστε.

Ἅγιος Κασσιανὸς ὁ Ρωμαῖος

    • ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ἀπ᾽ ὅλους μίλησε ὁ μακάριος Ἀντώνιος: «ὅσα εἴπατε εἶναι ὅλα ἀναγκαῖα καὶ ὠφέλιμα γιὰ ἐκείνους ποὺ ζητοῦν τὸν Θεὸ καὶ θέλουν νὰ πλησιάσουν κοντά του. Ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δώσουμε τὰ πρωτεῖα σ᾽ αὐτὲς τὶς ἀρετές• ἔχουμε δεῖ πολλοὺς ποὺ βασανίστηκαν μὲ νηστεῖες καὶ ἀγρυπνίες καὶ ἀναχώρησαν στὴν ἔρημο, καὶ ἄσκησαν τέτοια ἀκτημοσύνη ὥστε νὰ μὴν ἀφήνουν γιὰ τὸν ἑαυτό τους οὔτε τὴν καθημερινὴ τροφή, καὶ κατόρθωσαν τέτοια ἐλεημοσύνη ὥστε δὲν ἔφθαναν ὅσα εἶχαν γιὰ νὰ δίνουν• καὶ μετὰ ἔγιναν ἀξιολύπητοι ἔτσι ὅπως ξέπεσαν ἀπὸ τὴν ἀρετὴ καὶ γλύστρησαν στὴν κακία. Τί λοιπὸν τοὺς ἔκανε νὰ χάσουν τὴν εὐθεία ὁδό; Τίποτε ἄλλο, ὅπως πιστεύω καὶ κρίνω, παρὰ μόνο τὸ ὅτι δὲν εἶχαν τὸ χάρισμα τῆς διακρίσεως. Αὐτὸ τὸ χάρισμα διδάσκει τὸν ἄνθρωπο νὰ μὴν ὑπερβάλλει σὲ τίποτα καὶ ν᾽ ἀκολουθεῖ τὴ βασιλικὴ ὁδό• καὶ δὲν τὸν ἀφήνει οὔτε ἀπὸ δεξιὰ νὰ βλάπτεται μὲ τὴν ἄμετρη ἐγκράτεια, οὔτε ἀπὸ ἀριστερὰ νὰ παρασύρεται στὴν ἀδιαφορία καὶ τὴ μαλθακότητα.῾Η διάκριση εἶναι γιὰ τὴν ψυχὴ ἕνα μάτι κι ἕνα λυχνάρι, ὅπως λέει καὶ τὸ Εὐαγγέλιο: «τὸ μάτι εἶναι τὸ λυχνάρι τοῦ σώματος• ἂν τὸ μάτι σου γίνει ἁπλὸ ὁλόκληρο τὸ σῶμα σου θὰ εἶναι φωτεινό• ἂν τὸ μάτι σου σκοτεινιάσει ὅλο τὸ σῶμα σου θὰ εἶναι σκοτεινό». Καὶ πράγματι ἔτσι εἶναι. Γιατὶ ἡ διάκριση ἐλέγχει ὅλες τὶς σκέψεις καὶ πράξεις τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀντιλαμβάνεται καὶ ξεχωρίζει ὅ,τι εἶναι κακὸ καὶ δὲν ἀρέσει στὸν Θεὸ κι ἔτσι διώχνει τὴν πλάνη. Κι αὐτὸ μπορεῖ νὰ τὸ δεῖ κανεὶς κι ἀπὸ τὶς διηγήσεις τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ὁ Σαοὺλ γιὰ παράδειγμα, ποὺ πρῶτα σ᾽ αὐτὸν ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεὸς τὴ βασιλεία τοῦ Ἰσραήλ, ἐπειδὴ δὲν εἶχε αὐτὸ τὸ μάτι τῆς διάκρισης σκοτίσθηκε ἡ σκέψη του καὶ δὲν μπόρεσε νὰ διακρίνει ὅτι ἡ ἐπιθυμία τοῦ Θεοῦ ἦταν νὰ ὑπακούσει στὶς ἐντολὲς τοῦ ἁγίου Σαμουὴλ παρὰ νὰ προσφέρει θυσία• κι ἐνῶ νόμιζε ὅτι αὐτὰ ποὺ κάνει εὐχαριστοῦν τὸν Θεό, αὐτὰ ἀκριβῶς ἦταν τὰ σφάλματα γιὰ τὰ ὁποῖα διώχθηκε ἀπὸ τὴ βασιλεία. Δὲν θὰ τὸ πάθαινε αὐτὸ ἂν εἶχε ἀποκτήσει μέσα του τὸ φῶς τῆς διάκρισης. Τὴν διάκριση καὶ ὁ Ἀπόστολος τὴν ὀνομάζει ἥλιο ὅταν λέει «ἂς μὴ σᾶς ἀφήνει ὀργισμένους ἡ δύση τοῦ ἥλιου». Καὶ ὀνομάζεται ἀκόμη κυβέρνηση τῆς ζωῆς μας, σύμφωνα μὲ τὸ γραμμένο «ὅσοι δὲν ἔχουν κυβέρνηση πέφτουν σὰν τὰ φύλλα». Καὶ ἡ Γραφὴ τὴν ὀνομάζει ἐπίγνωση, καὶ μᾶς διδάσκει νὰ μὴν κάνουμε τίποτα χωρὶς αὐτή, ὥστε ἀκόμη καὶ τὸ πνευματικὸ κρασὶ ποὺ εὐφραίνει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου νὰ μὴν τὸ πίνουμε χωρὶς διάκριση, ὅπως λέει τὸ ρητό «μ᾽ ἐπίγνωση νὰ πίνεις κρασί», καὶ ἀκόμη «ὅποιος δὲν ἐνεργεῖ πάντοτε μὲ ἐπίγνωση μοιάζει μὲ πόλη κατεστραμμένη καὶ ἀτείχιστη». Στὴ διάκριση ὀφείλεται ἡ σοφία καὶ ἡ νόηση καὶ ἡ σύνεση, χωρὶς τὶς ὁποῖες δὲν μποροῦμε νὰ κτίσουμε τὸ ἐσωτερικό μας σπίτι, οὔτε νὰ μαζέψουμε πνευματικὸ πλοῦτο, ὅπως ἔχει εἰπωθεῖ «τὸ σπίτι κτίζεται μὲ τὴ σοφία καὶ ὑψώνεται μὲ τὴ σύνεση καὶ γεμίζουν πλοῦτο οἱ ἀποθῆκες του μὲ τὴ φρόνηση». Ἀκόμη ἔχει ὀνομαστεῖ καὶ στέρεη τροφὴ γιὰ ἐκείνους ποὺ μὲ τὴν ἄσκηση ἔχουν γυμνάσει τὰ αἰσθητήριά τους καὶ ἀπὸ συνήθεια πιὰ διακρίνουν τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό. Εἶναι λοιπὸν φανερὸ ὅτι χωρὶς τὸ χάρισμα τῆς διάκρισης καμμιὰ ἀρετὴ δὲν δημιουργεῖται ἢ δὲν διατηρεῖται σταθερὰ ὣς τὸ τέλος• ἡ διάκριση γεννᾶ καὶ προστατεύει ὅλες τὶς ἀρετές».

Ἀββᾶς Ἀντώνιος

    • ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ μας προέρχεται ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος. Γιατὶ ἂν κερδίσουμε τὸν ἀδελφό μας, κερδίζουμε τὸν Θεό• ἂν ὅμως τὸν σκανδαλίσουμε, ἁμαρτάνουμε στὸν Χριστό.
    • ΕΠΙΣΚΕΦΘΗΚΑΝ ΚΑΠΟΤΕ τὸν ἀββᾶ Ἀντώνιο γέροντες καὶ μαζί τους ἦταν ὁ ἀββᾶς Ἰωσήφ. Ὁ γέροντας θέλησε νὰ τοὺς δοκιμάσει καὶ διαλέγοντας ἕνα ρητὸ ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ τοὺς ρωτοῦσε τί σημαίνει, ἀρχίζοντας ἀπὸ τοὺς μικρότερους. Καὶ ἕνας ἕνας ἔλεγε ὅπως μποροῦσε τὴ γνώμη του. Ὅταν τελείωναν ὁ γέροντας ἔλεγε σὲ ὅλους:
      — Δὲν τὸ κατάλαβες ἀκόμα.
      Τέλος ρώτησε καὶ τὸν ἀββᾶ Ἰωσὴφ.
      — Ἐσὺ τί νομίζεις ὅτι σημαίνει αὐτὸ τὸ ρητό;
      Κι ἐκεῖνος ἀπάντησε:
      — Δὲν ξέρω.
      Τότε ὁ ἀββᾶς Ἀντώνιος εἶπε:
      — Πάντως ὁ ἀββᾶς Ἰωσὴφ βρῆκε τὸν δρόμο ἐπειδὴ εἶπε «δὲν ξέρω».
    • ΕΙΠΕ ὁ ἀββᾶς Ἀντώνιος
      — Ἔρχεται καιρὸς ποὺ οἱ ἄνθρωποι θὰ τρελλαθοῦν καὶ ὅταν δοῦν κάποιον ποὺ δὲν εἶναι τρελὸς θὰ ξεσηκωθοῦν ἐναντίον του καὶ θὰ τοῦ ποῦν «εἶσαι τρελός», ἐπειδὴ δὲν εἶναι ὅμοιος μ᾽ αὐτούς.
    • ΤΡΕΙΣ ΠΑΤΕΡΕΣ εἶχαν τὴ συνήθεια κάθε χρόνο νὰ ἐπισκέπτονται τὸν μακάριο Ἀντώνιο. Κι ἐνῶ οἱ δύο τὸν ρωτοῦσαν γιὰ τὴ σκέψη καὶ γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς, ὁ ἕνας ἔμενε πάντοτε σιωπηλὸς καὶ δὲν ρωτοῦσε τίποτα.
      Μετὰ ἀπὸ πολὺ χρόνο ὁ ἀββᾶς Ἀντώνιος τοῦ λέει:
      — Ὁρίστε, τόσες φορὲς ἔχεις ἔρθει ἐδῶ καὶ δὲν μὲ ρωτᾶς τίποτα.
      Κι ἐκεῖνος τότε τοῦ ἀπάντησε:
      — Μοῦ φθάνει μόνο νὰ σὲ βλέπω, πάτερ.
    • ΕΙΠΕ ὁ ἀββᾶς Ἀντώνιος:
      — Δὲν φοβᾶμαι πιὰ τὸν Θεό, ἀλλὰ τὸν ἀγαπάω. «Γιατὶ ἡ ἀγάπη διώχνει τὸν φόβο» (Ἰωαν. Α’ 4:18).
    • ΕΙΠΕ ὁ ἀββᾶς Ἀντώνιος:
      — Ἐκεῖνος ποὺ κτυπάει τὴ μάζα τοῦ σιδήρου σκέπτεται πρῶτα τὶ θέλει νὰ φτιάξει, δρεπάνι, μαχαίρι, τσεκούρι. Ἔτσι κι ἐμεῖς πρέπει νὰ σκεπτόμαστε γιὰ ποιά ἀρετὴ παλεύουμε, ὥστε νὰ μὴ κοπιάζουμε μάταια.

Ἀββᾶς Ἀρσένιος

    • ΟΤΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ὁ ἀββᾶς Ἀρσένιος συμβουλευόταν ἕναν Αἰγύπτιο γέροντα, ἕνας ἄλλος ποὺ τὸν εἶδε τοῦ εἶπε:
      — Ἀββᾶ Ἀρσένιε, σὺ ποὺ τόσο κατέχεις τὴ ρωμαϊκὴ καὶ τὴν ἑλληνικὴ παιδεία, πῶς καὶ ρωτᾶς αὐτὸν ἐδῶ τὸν ἀγροῖκο γιὰ τὶς σκέψεις σου;
      Κι ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε:
      — Τὴ ρωμαϊκὴ καὶ τὴν ἑλληνικὴ παιδεία τὴν κατέχω, τὴν ἀλφάβητο ὅμως αὐτοῦ τοῦ ἀγροίκου δὲν τὴν ἔχω μάθει ἀκόμα.

Ἀββᾶς Ἀγάθων

    • ΕΙΠΕ
      — Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ὀργίζεται δὲν εἶναι δεκτὸς ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀκόμα κι ἂν ἀναστήσει νεκρό.

Ἅγιος῾Ησαΐας ὁ Ἀναχωρητής

    • Η ΟΡΓΗ εἶναι πάθος τοῦ νοῦ φυσιολογικό. Καὶ χωρὶς τὴν ὀργὴ δὲν ἐξαγνίζεται ὁ ἄνθρωπος – ἂν δὲν ὀργισθεῖ μὲ ὅλες τὶς ἁμαρτίες ποὺ τοῦ ὑποβάλλει μέσῳ τῶν ἀνθρώπων ὁ πονηρός. Καὶ ὅταν τὸν ἀνακάλυψε ὁ Ἰὼβ ἔβρισε τοὺς ἐχθρούς του μὲ τὰ λόγια αὐτά: «ἄτιμοι καὶ διεφθαρμένοι ποὺ δὲν ἔχετε τίποτε καλό, ποὺ δὲν σᾶς θεωρῶ ἄξιους οὔτε γιὰ σκύλους τῶν ποιμνίων μου». Ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ κατορθώσει τὴν κατὰ φύσιν ὀργὴ ξεριζώνει ὅλα τὰ δικά του θελήματα μέχρι νὰ ὑψωθεῖ στὴ φυσικὴ κατάσταση τοῦ νοῦ.

Ἀββᾶς Ἁλώνιος

    • ΡΩΤΗΣΕ κάποτε ὁ ἀββᾶς Ἀγάθων τὸν ἀββᾶ Ἁλώνιο:
      — Πῶς θὰ μποροῦσα νὰ συγκρατήσω τὴ γλώσσα μου νὰ μὴ λέει ψέμματα;
      Καὶ ὁ ἀββᾶς Ἁλώνιος τοῦ ἀπαντᾶ:
      — Ἂν δὲν ψεύδεσαι, θὰ κάνεις πολλὲς ἁμαρτίες.
      Ἐκεῖνος τότε εἶπε:
      — Τί ἐννοεῖς;
      Καὶ ὁ γέροντας τοῦ λέει:
      — Ἔστω ὅτι δύο ἄνθρωποι δολοφόνησαν κάποιον μπροστὰ στὰ μάτια σου, καὶ ὁ ἕνας κρύφτηκε στὸ κελί σου. Καὶ ἔστω ὅτι ὁ ἄρχοντας ποὺ ψάχνει νὰ τὸν βρεῖ σὲ ρωτάει «ἔγινε μπροστά σου φόνος;» Ἂν δὲν πεῖς ψέμματα παραδίδεις τὸν ἄνθρωπο σὲ θάνατο. Καλύτερα ἄφησέ τον ἐλεύθερο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ• γιατὶ Αὐτὸς γνωρίζει τὰ πάντα.

Ἀββᾶς Ἰωάννης ὁ Κολοβός

    • ΜΕΡΙΚΟΙ ΓΕΡΟΝΤΕΣ βρῆκαν τὸν καιρὸ νὰ φᾶνε μαζὶ στὴ Σκῆτι• ἦταν μαζί τους καὶ ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης. Σηκώθηκε λοιπὸν κάποιος ποὺ τύχαινε νὰ εἶναι ὁ μεγαλύτερος στὴν ἡλικία, νὰ προσφέρει τὸ σταμνάκι μὲ τὸ νερό• κανεὶς δὲν δέχτηκε νὰ τὸ πάρει ἀπὸ αὐτὸν παρὰ μόνο ὁ Ἰωάννης ὁ Κολοβός. Οἱ ὑπόλοιποι λοιπὸν ἁπόρησαν καὶ τοῦ εἶπαν:
      — Πῶς ἐσὺ ποὺ εἶσαι τόσο μικρότερος τόλμησες νὰ ὑπηρετηθεῖς ἀπὸ τὸν μεγαλύτερο;
      Καὶ τοὺς λέει:
      — Ἐγὼ ὅποτε σηκώνομαι νὰ προσφέρω τὸ σταμνάκι χαίρομαι ἅμα τὸ πάρουν ὅλοι, γιατὶ ἔτσι ἔχω μισθό. Τώρα λοιπὸν γι᾽ αὐτὸ τὸν λόγο τὸ δέχτηκα, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἔχει μισθό, μήπως λυπηθεῖ ποὺ κανεὶς δὲν δέχτηκε ἀπὸ αὐτόν. Καὶ ὅταν τ᾽ ἄκουσαν αὐτὰ θαύμασαν καὶ ὠφελήθηκαν ἀπὸ τὴ διάκρισή του.

Ἀββᾶς Ἰσαὰκ ὁ πρεσβύτερος τῶν κελιῶν

    • ΕΙΠΕ ὁ ἀββᾶς Ἰσαὰκ:
      — Ὅταν ἤμουν νεώτερος ἀσκήτευα μαζὶ μὲ τὸν ἀββᾶ Κρόνιο καὶ ποτὲ δὲν μοῦ ζήτησε νὰ κάνω κάτι μολονότι ἦταν γέροντας κι ἔτρεμε ἀπ᾽ τὴν ἀδυναμία, ἀλλὰ σηκωνόταν μόνος του κι ἔφερνε τὸ σταμνάκι σ᾽ ἐμένα καὶ σ᾽ ὅλους τοὺς ἄλλους χωρὶς ἐξαίρεση. Καὶ μὲ τὸν ἀββᾶ Θεόδωρο τῆς Φέρμης ἀσκήτευσα καὶ οὔτε ἐκεῖνος μοῦ ζήτησε ποτὲ νὰ κάνω κάτι, ἀλλὰ καὶ τὸ τραπέζι μόνος του τὸ ἔστρωνε καὶ ἔλεγε:
      — Ἀδελφέ, ἂν θέλεις ἔλα γιὰ φαγητό.
      Κι ἐγὼ τοῦ ἔλεγα:
      — Ἀββᾶ, ἦρθα κοντά σου γιὰ νὰ ὠφεληθῶ, γιατί δὲν ζητᾶς τίποτα ἀπὸ ΄μένα;
      Ἀλλὰ ὁ γέροντας ἔμενε σιωπηλός. Ἔτσι ἔφυγα καὶ ζήτησα τὴ συμβουλὴ τῶν γερόντων. Οἱ γέροντες λοιπὸν ἦρθαν καὶ τοῦ εἶπαν:
      — Ἀββᾶ, ἦρθε ὁ ἀδελφὸς κοντὰ στὴν ἁγιοσύνη σου γιὰ νὰ ὠφεληθεῖ, γιατί ποτὲ δὲν τοῦ ζητᾶς τίποτα;
      Καὶ ὁ γέροντας τοὺς ἀπαντάει:
      — Μήπως εἶμαι κοινοβιάρχης γιὰ νὰ τὸν διατάξω; Ἐγὼ ποτὲ δὲν τοῦ λέω τίποτα, ἀλλὰ ἐὰν θέλει, ὅ,τι μὲ βλέπει νὰ κάνω ἂς τὸ κάνει κι αὐτός.
      Ἀπὸ τότε λοιπὸν προλάβαινα κι ἔκανα ὅτι ἔβλεπα ὅτι πήγαινε νὰ κάνει ὁ γέροντας. Ἐκεῖνος πάλι ὅποτε ἔκανε κάτι τὸ ἔκανε σιωπηλά. Καὶ τοῦτο μὲ δίδαξε, νὰ κάνω τὸ ἔργο μου σιωπηλά.

Ἀββᾶς Ἰάκωβος

    • ΕΙΠΕ ὁ ἀββᾶς Ἰάκωβος:
      — Πιὸ σημαντικὸ εἶναι νὰ ξενιτευθεῖ κανεὶς παρὰ νὰ φιλοξενεῖ.

Ἀββᾶς Ποιμήν

    • ΕΛΕΓΕ ὁ ἀββᾶς Ἰωσήφ:
      Εἴμαστε μὲ τὸν ἀββᾶ Ποιμένα ὅταν ἀποκάλεσε τὸν Ἀγάθωνα ἀββᾶ. Καὶ τοῦ λέμε
      — Εἶναι νεαρός• γιατί τὸν ὀνομάζεις ἀββᾶ;
      Καὶ ὁ ἀββᾶς Ποιμὴν εἶπε:
      — Τὸ στόμα του τὸν ἔκανε νὰ ὀνομάζεται ἀββᾶς.

Ἀββᾶς Ρωμαῖος

    • Ο ΙΔΙΟΣ εἶπε γιὰ ἕνα γέροντα, ποὺ εἶχε καλὸ μαθητὴ καὶ ἀπὸ περιφρόνηση τὸν ἔβγαλε ἔξω ἀπὸ τὸ κελὶ μὲ τὴ μηλωτή του. Ὁ ἀδελφὸς ὅμως κάθησε ἔξω κι ἔκανε ὑπομονή. Ὅταν ἄνοιξε ὁ γέροντας τὸν εἶδε νὰ κάθεται ἐκεῖ καὶ τοῦ ἔβαλε μετάνοια λέγοντας:
      — Πάτερ, ἡ ταπείνωση τῆς μακροθυμίας σου νίκησε τὴν ἀπροσεξία μου. Ἔλα μέσα• ἀπὸ τώρα ἐσὺ εἶσαι ὁ γέροντας καὶ ὁ πατέρας, κι ἐγὼ ὁ νέος κι ὁ μαθητής.

Μέγας Ἀθανάσιος

    • ΑΝ ΟΣΑ ΒΛΕΠΟΥΜΕ γύρω μας εἶναι ἔργα τοῦ κακοῦ, τότε ποιό εἶναι τὸ ἔργο τοῦ ἀγαθοῦ; Γιατὶ τίποτε ἄλλο δὲν βλέπουμε παρὰ μόνο τὴν κτίση τοῦ Δημιουργοῦ. Καὶ πῶς θὰ ξέραμε ὅτι ὑπάρχει ὁ ἀγαθὸς ἂν δὲν ὑπῆρχαν ἔργα δικά του μὲ τὰ ὁποῖα μποροῦμε νὰ τὸν γνωρίσουμε; Γιατὶ ἀπὸ τὰ ἔργα του γνωρίζουμε τὸν δημιουργό. Καὶ τέλος, πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ ὑπάρχουν δύο ὄντα τελείως ἀντίθετα μεταξύ τους καὶ τί εἶναι ἐκεῖνο ποὺ τὰ χωρίζει, ἔτσι ὥστε νὰ βρίσκεται τὸ ἕνα μακριὰ ἀπὸ τὸ ἄλλο; Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο νὰ ὑπάρχουν καὶ τὰ δύο μαζὶ ἀφοῦ τὸ ἕνα ἀναιρεῖ τὸ ἄλλο. Καὶ οὔτε θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρχει τὸ ἕνα μέσα στὸ ἄλλο ἀφοῦ ἀπὸ τὴ φύση τους δὲν ἔχουν τίποτα κοινὸ καὶ δὲν ἑνώνονται.

Ὅσιος Μάρκος ὁ Ἀσκητής

    • Ο,ΤΙ ΚΑΛΟ θυμᾶσαι, κάνε το• καὶ αὐτὸ ποὺ δὲν θυμᾶσαι θὰ σοῦ ἀποκαλυφθεῖ. Μὴ παραδώσεις ἀπερίσκεπτα στὴ λησμοσύνη τὴν ἔννοια τοῦ καλοῦ.
    • ΜΗ ΛΕΣ ὅτι ἔχεις ἀποκτήσει κάποια ἀρετὴ χωρὶς θλίψη• δὲν ἔχει δοκιμαστεῖ ἡ ἀρετὴ ποὺ ἀπόκτησες εὔκολα.
    • ΠΟΛΛΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ τῶν ἄλλων εἶναι γιὰ τὸ καλό μας• τίποτα ὅμως δὲν εἶναι πιὸ ὠφέλιμο γιὰ τὸν καθένα ἀπὸ τὴ δική του γνώμη.
    • ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ νὰ γιατρευτεῖς φρόντισε τὴ συνείδησή σου, ὅ,τι σοῦ λέει κάνε το, καὶ θὰ βρεῖς τὸ φάρμακο.
    • ΤΑ ΚΡΥΦΑ κάθε ἀνθρώπου τὰ γνωρίζει ὁ Θεὸς καὶ ἡ συνείδηση• ἀπὸ αὐτὰ τὰ δύο καθένας ἂς διορθώνεται.
    • ΟΠΟΙΟΣ ΕΞΥΒΡΙΖΕΙ τὴ φρόνηση καὶ περηφανεύεται γιὰ τὴν ἀμάθειά του, δὲν εἶναι μόνο στὰ λόγια ἀνίκανος ἀλλὰ καὶ στὴ γνώση.
    • ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ἄλλο ἡ σοφία στὰ λόγια καὶ ἄλλο ἡ φρόνηση, ἔτσι διαφέρουν ἡ ἀνικανότητα στὰ λόγια καὶ ἡ ἀφροσύνη.
    • ΚΑΛΥΤΕΡΑ νὰ προσεύχεσαι μὲ εὐλάβεια γιὰ τὸν πλησίον σου παρὰ νὰ τὸν ἐλέγχεις γιὰ κάθε ἁμάρτημά του.
    • ΑΝ ΣΟΥ ΜΙΛΗΣΟΥΝ ἄσχημα, μὲ τὸν ἑαυτό σου νὰ ὀργίζεσαι, ὄχι μὲ τὸν ἄλλον• γιατὶ ἂν εἶναι πονηρὴ ἡ ἀκοή, πονηρὰ θὰ ἀπαντήσεις.
    • ΑΛΛΟ ΕΙΝΑΙ ἡ ἐκτέλεση μιᾶς ἐντολῆς καὶ ἄλλο ἡ ἀρετή, ἂν καὶ ξεκινοῦν ἡ μία ἀπὸ τὴν ἄλλη γιὰ νὰ κάνουν τὸ καλό.
    • ΠΑΝΤΟΤΕ ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ νὰ κάνεις τὸ καλό, καὶ ὅταν χρειάζεται τὸ μεγαλύτερο ἐσὺ νὰ μὴ στρέφεσαι στὸ μικρότερο• γιατὶ ὅπως λέει ἡ Γραφὴ ὅποιος κοιτάει πίσω δὲν εἶναι κατάλληλος γιὰ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
    • Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ σχεδὸν δὲν μπορεῖ νὰ διαχειριστεῖ οὔτε αὐτὰ ποὺ ἔχει ἀπὸ τὴ φύση του. Ὁ Χριστὸς διὰ τοῦ Σταυροῦ χαρίζει τὴν υἱοθεσία.
    • ΤΟ ΠΡΩΤΟ κακὸ εἶναι ἡ ἄγνοια• δεύτερη ἀκολουθεῖ ἡ ἀπιστία.
    • ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ταπεινοφροσύνη ἡ καταδίκη τῆς συνείδησής μας ἀλλὰ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἐπίγνωση τῆς συμπάθειάς Του.

Ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς

    • ΤΟ ΚΑΚΟ δὲν ὑπάρχει στὴ φύση, οὔτε εἶναι κανεὶς πλασμένος κακός• τίποτε κακὸ δὲν δημιούργησε ὁ Θεός. Ὅταν κάποιος ἐπιθυμήσει στὴν καρδιά του τὸ κακὸ καὶ δώσει ἔτσι ὑπόσταση στὸ ἀνυπόστατο, τότε ἀρχίζει νὰ ὑπάρχει, ὅπως ἀκριβῶς τὸ θέλησε αὐτὸς ποὺ τὸ δημιουργεῖ. Πρέπει ἑπομένως νὰ φροντίζουμε πάντοτε νὰ ἔχουμε στὴ μνήμη μας τὸν Θεό καὶ νὰ πολεμοῦμε τὴ συνήθεια γιὰ τὸ κακό. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ γίνει γιατὶ ἡ φύση τοῦ καλοῦ εἶναι πιὸ δυνατὴ ἀπὸ τὴ συνήθεια γιὰ τὸ κακό, ἀφοῦ τὸ καλὸ ὑπάρχει ἐνῶ τὸ κακὸ δὲν ὑπάρχει, παρὰ μόνο ὅταν τὸ κάνουμε.

Ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός

  • ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΚΕΣ οἱ τροφὲς ἀλλὰ ἡ γαστριμαργία• οὔτε τὰ χρήματα ἀλλὰ ἡ φιλαργυρία• οὔτε ἡ ὁμιλία ἀλλὰ ἡ φλυαρία• οὔτε τὰ εὐχάριστα τοῦ κόσμου ἀλλὰ ἡ ὑπερβολή• οὔτε ἡ ἀγάπη γιὰ τοὺς δικούς μας παρὰ μόνο ὅταν γίνεται ἀφορμὴ νὰ μὴν εὐγνωμονοῦμε τὸν Θεό• οὔτε τὰ ροῦχα ὅταν τὰ ἔχουμε γιὰ νὰ σκεπαζόμαστε καὶ νὰ φυλαγόμαστε ἀπὸ τὸ κρῦο καὶ τὸν καύσωνα, ἀλλὰ τὰ περιττὰ καὶ τὰ πολυτελῆ• οὔτε τὰ σπίτια ὅταν τὰ ἔχουμε γιὰ νὰ φυλαγόμαστε ἀπ᾽ αὐτὰ ποὺ μόλις εἶπα καὶ ἀκόμη ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, θηρία καὶ ἀνθρώπους, ἀλλὰ τὰ διόροφα καὶ τριόροφα, τὰ μεγάλα καὶ πολυδάπανα• οὔτε ἡ ἰδιοκτησία ἀλλὰ ὅ,τι δὲν ἀνήκει στὰ ἀπολύτως ἀπαραίτητα• οὔτε τὸ νὰ ἔχουν βιβλία βλάπτει ὅσους ἐπιθυμοῦν πολὺ τὴν ἀκτημοσύνη ἀλλὰ τὸ νὰ μὴν τὰ χρησιμοποιοῦν γιὰ θεοπρεπῆ ἀνάγνωση• οὔτε οἱ φίλοι ἀλλὰ οἱ φίλοι ποὺ δὲν κάνουν καλὸ στὴν ψυχή μας• οὔτε ἡ γυναίκα εἶναι κάτι κακὸ ἀλλὰ ἡ πορνεία• οὔτε ὁ πλοῦτος ἀλλὰ ἡ φιλαργυρία• οὔτε τὸ κρασὶ ἀλλὰ ἡ μέθη• οὔτε ἡ φυσιολογικὴ ὀργή, ἐκείνη ποὺ νοιώθουμε ἐναντίον τῆς ἁμαρτιῶν μας, ἀλλὰ ἐκείνη ποὺ νοιώθουμε γιὰ τοὺς συνανθρώπους μας• οὔτε ἡ ἐξουσία ἀλλὰ ἡ ἀρχομανία• οὔτε ἡ δόξα ἀλλὰ φιλοδοξία καὶ αὐτὸ ποὺ εἶναι ἀκόμα χειρότερο, ἡ κενοδοξία• οὔτε ἡ ἀρετὴ ἀλλὰ τὸ νὰ νομίζουμε ὅτι εἶναι δική μας• οὔτε ἡ γνώση ἀλλὰ τὸ νὰ νομίζουμε πὼς εἴμαστε γνωστικοὶ καὶ αὐτὸ ποὺ εἶναι ἀκόμα χειρότερο, ν᾽ ἀγνοοῦμε τὴν ἄγνοιά μας• οὔτε ἡ ἀληθινὴ γνώση ἀλλὰ ἡ ἀπατηλή• οὔτε ὁ κόσμος εἶναι κάτι κακὸ ἀλλὰ τὰ πάθη• οὔτε ἡ φύση ἀλλὰ οἱ διαστροφές• οὔτε ἡ ὁμόνοια, ἀλλὰ ἡ ὁμόνοια τῶν κακοποιῶν κι ἐκείνη ποὺ δὲν βοηθάει στὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς• οὔτε τὰ μέλη τοῦ σώματος ἀλλὰ ἡ κακὴ χρήση τους• γιατὶ ἡ ὅραση δὲν μᾶς δόθηκε γιὰ νὰ βλέπουμε ὅσα δὲν πρέπει ἀλλὰ γιὰ νὰ δοξάζουμε τὸν Δημιουργὸ βλέποντας τὰ κτίσματά του καὶ νὰ προοδεύουμε σύμφωνα μὲ τὰ ἀληθινὰ συμφέροντα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός μας• οὔτε ἡ ἀκοὴ γιὰ ν᾽ ἀσχολούμαστε μὲ συκοφαντίες καὶ ἀνοησίες ἀλλὰ γιὰ ν᾽ ἀκοῦμε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ κάθε φωνή, ἀνθρώπων, πτηνῶν καὶ ὅλων τῶν ἄλλων, καὶ νὰ δοξάζουμε τὸν Ποιητή τους• οὔτε ἡ ὄσφρηση γιὰ νὰ γίνει μαλθακὴ ἡ ψυχὴ καὶ νὰ χάνει τὸ φρόνημά της μέσα στ᾽ ἀρώματα, ὅπως λέει ὁ Θεολόγος, ἀλλὰ γιὰ ν᾽ ἀναπνέουμε καὶ νὰ δεχόμαστε τὸν ἀέρα ποὺ μᾶς χάρισε ὁ Θεὸς καὶ νὰ τὸν δοξάζουμε γι᾽ αὐτό• γιατὶ χωρὶς τὸν ἀέρα κανένα σῶμα δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει οὔτε ἀνθρώπου οὔτε ζώου (…) Καὶ τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια δὲν μᾶς δόθηκαν γιὰ νὰ κλέβουμε καὶ ν᾽ ἁρπάζουμε καὶ νὰ κτυποῦμε τοὺς ἄλλους ἀλλὰ γιὰ νὰ τὰ χρησιμοποιοῦμε στὶς θεάρεστες ἐργασίες• οἱ πιὸ ἀδύναμοι στὴν ψυχὴ γιὰ νὰ δίνουν ἐλεημοσύνη στοὺς φτωχοὺς καὶ νὰ βοηθοῦν ὅσους ἔχουν ἀνάγκη κι ἔτσι νὰ τελειοποιοῦνται, καὶ οἱ ἰσχυρότεροι στὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα γιὰ ν᾽ ἀσκοῦν ἀκτημοσύνη καὶ νὰ μιμοῦνται τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς ἅγιους μαθητές Του καὶ γιὰ νὰ δοξάζουν τὸν Θεὸ καὶ νὰ θαυμάζουν πῶς ὑπάρχει καὶ στὰ μέλη μας ἡ σοφία Του. Καὶ πῶς τὰ χέρια αὐτὰ καὶ τ᾽ ἀδύναμα δάκτυλά μας μὲ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἱκανὰ γιὰ κάθε ἐπιστήμη καὶ ἐργασία, γραφὴ καὶ δεξιότητα• ἀπ᾽ ὅπου προέρχεται ἡ γνώση τῶν ἀναρίθμητων τεχνῶν καὶ γραφῶν, τῆς ἐπιστήμης καὶ τῶν διαφόρων φαρμάκων, τόσων γλωσσῶν καὶ γραμμάτων• καὶ γενικὰ ὅλα ὅσα ἔχουν γίνει καὶ γίνονται καὶ θὰ γίνουν εἶναι δῶρα ποὺ μᾶς ἔχουν δοθεῖ καὶ μᾶς δίνονται συνεχῶς, ἔτσι ὥστε νὰ ἐπιβιώνουμε σωματικὰ καὶ νὰ σωθοῦμε ψυχικά, ἂν ὅλα αὐτὰ τὰ χρησιμοποιοῦμε σύμφωνα μὲ τοὺς σκοποὺς τοῦ Θεοῦ καὶ ἂν μέσα ἀπ᾽ αὐτὰ τὸν δοξάζουμε μὲ ἀπέραντη εὐγνωμοσύνη. Διαφορετικὰ ξεπέφτουμε καὶ καταστρεφόμαστε καὶ ὅλα στὴ ζωὴ αὐτὴ μᾶς ὁδηγοῦν στὴ θλίψη, ἀλλὰ καὶ σὲ αἰώνια κόλαση στὴ μέλλουσα ζωή, ὅπως ἔχει ἤδη εἰπωθεῖ.
  • Να πως δοκίμαζαν τους υποτακτικούς των οι παλαιοί άγιοι Γέροντες, ώσπου να μορφωθούν μέσα τους οι αρετές του Χριστού και πάνω απ’ όλες η ταπεινοφροσύνη. Το ακόλουθο περιστατικό μας το διηγείται ο Όσιος Κασσιανός:
    Ένα αρχοντόπουλο από την πόλη πήγε σ’ ένα γειτονικό Κοινόβιο και ζήτησε να γίνει Καλόγερος. Ο Ηγούμενος, για να τον δεχτεί, του έκανε αυτή τη δοκιμασία: Του φόρεσε κουρέλια, του φόρτωσε στην πλάτη καμιά εικοσαριά πανέρια και τον έστειλε να τα πουλήσει στην πόλη. Τον πρόσταξε να μην τα δώσει όλα μαζί σε κανένα μαγαζί, μα ένα-ένα, γυρνώντας και διαλαλώντας το εμπόρευμα του στους πιο κεντρικούς δρόμους.
    Το αρχοντόπουλο έκανε κατά γράμμα την προσταγή του Ηγουμένου του. Έτσι τον είδαν οι συγγενείς κι’ οι φίλοι του και τον ρεζίλεψαν με την καρδιά τους. Μα σαν γύρισε το βράδυ στο Κοινόβιο, ο Αββάς τον κούρεψε αμέσως μοναχό. Ήταν άξιος, γιατί έδειξε ταπεινοσύνη.
  • Ένας νέος Μοναχός ρώτησε κάποιο γέροντα, πώς θα μπορούσε να γίνει μωρός για την αγάπη του Χρίστου. Εκείνος τότε του διηγήθηκε αυτό το περιστατικό:
    Ένας γείτονας μου Ερημίτης περιμάζεψε ένα εγκαταλειμμένο παιδί στην καλύβα του και το μεγάλωσε. Μια μέρα τον άκουσα να το συμβουλεύει:
    — Αν τύχη να σε βρίσει κανείς, Γάιε μου, εσύ ευλόγησε τον. Όταν σε προσκαλέσουν σε τραπέζι, φάγε τα χειρότερα κι’ άφησε για τους άλλους τα καλλίτερα. Αν πρέπει να διάλεξης μόνος τα φορέματα σου, προτίμησε τα παλιά κι’ άφησε στους άλλους τα καινούργια. Αν σε στείλουν…
    Δεν πρόφτασε να τελείωση τη φράση του ο Γέροντας, το παιδί βιάστηκε να τον διακόψει:
    — Μα για κουτό με περνάς, Άββά, να κάνω όλα τούτα που μου αραδιάζεις;
    — Ναι, παιδί μου, αποκρίθηκε ο καλός Άββάς, γίνε μωρός, για την αγάπη του Χριστού μας, να βρεις γαλήνη στη ζωή σου.
  • Θέλοντας να βεβαιωθούν οι Γέροντες, αν πραγματικά ήταν τόσο ταπεινός και πράος ο Αββάς Αγάθων, όσο τουλάχιστον φημιζόταν, πήγαν μια μέρα τάχα θυμωμένοι στο κελί του και του φώναξαν:
    — Εσύ είσαι ο Αγάθων, ο φαύλος και υπερήφανος;
    — Ναι, Πατέρες μου, τέτοιος είμαι, αποκρίθηκε εκείνος, χωρίς καν να ταραχτεί.
    — Και τολμάς να φλυαρείς και να κατακρίνεις τους αδελφούς; εξακολούθησαν οι άλλοι.
    — Δίκιο έχετε, αλλά παρακαλέστε τον Θεό να μ’ ελεήσει, είπε πάλι ο ταπεινός Αγάθων.
  • Τρεις ευσεβείς νέοι, φίλοι μεταξύ τους, ακολούθησαν τρεις διαφορετικούς δρόμους για την αγάπη του Χριστού.
    Ο ένας αποφάσισε ν’ αφιέρωσει τη ζωή του στο να συμφιλιώνει μεταξύ τους τους εχθρούς και αντιπάλους. Τον συγκινούσε βαθειά το έργον του ειρηνοποιού.
    Ο άλλος, δοσμένος ολόψυχα στην αγάπη του πλησίον, πήγαινε βάλσαμο παρηγοριάς στους δυστυχισμένους.
    Ο τρίτος, φλογερός εραστής της ησυχίας, πήγε στην έρημο να ζήσει ξένος κι’ άγνωστος ανάμεσα στους ασκητές και ερημίτες.
    Πέρασαν μερικά χρόνια. Ο πρώτος, αηδιασμένος απ τις δολοπλοκίες, τις αντιθέσεις, τις διαμάχες των ανθρώπων, που δεν είχαν ποτέ σταματημό, πήγε να βρει το σύντροφο του να δεί μήπως εκείνος είχε πιο επιτυχία στο έργο του. Αλλά κι’ εκείνος ήταν απογοητευμένος. Η δυστυχία κι η κακομοιριά των συνανθρώπων του ήταν τόσο μεγάλη που δεν έφθανε να την ανακούφιση, καθώς ήθελε. Κι οι δύο μαζί τότε ξεκίνησαν να συναντήσουν τον παλιό τους φίλο να δουν τί κέρδος είχε εκείνος από την ξενιτεία του. Τον βρήκαν στο ερημητήριο του κι’ αφού του διηγήθηκαν τα βάσανα τους, τον ρώτησαν τί απόκτησε ζώντας τόσα χρόνια αποτραβηγμένος από τον κόσμο. Εκείνος αντί να τους αποκριθεί με λόγια, έκανε τούτο το παράξενο: Πήρε ένα δοχείο, το γέμισε νερό κι’ είπε στους φίλους του να κοιτάξουν μέσα.
    — Βλέπετε τίποτε; τους ρώτησε.
    — Νερό ταραγμένο.
    Ύστερα από λίγο, όταν το νερό είχε ηρεμήσει πια, τους είπε να ξανακοιτάξουν μέσα.
    — Τί βλέπετε;
    — Τα πρόσωπα μας, αποκρίθηκαν εκείνοι.
    — Να, λοιπόν, τί απόκτησα στην ηρεμία της ερήμου, είπε τότε ο ησυχαστής. Βλέπω κάθε μέρα και γνωρίζω καλλίτερα τον εαυτό μου, τις ελλείψεις και τις αδυναμίες μου. Αγωνίζομαι να διορθωθώ και ποτέ δεν ένοιωσα κόπο κι’ απογοήτευση.
    Οι άλλοι δύο συμφώνησαν πώς ο ερημίτης είχε δίκαιο.
  • Όσο κι’ αν κοπιάσεις να σπείρεις στο δρόμο που πατιέται, χλωρό φύλλο δε φυτρώνει• άλλο τόσο κι’ αν μοχθήσεις να καλλιεργήσεις καρδιά βαρυμένη με βιοτικές μέριμνες, άδικα κοπιάζεις• αδύνατον είναι να βλάστηση αρετές. Γι’ αυτό οι Πατέρες διάλεξαν την ξενιτεία, λέγει κάποιος Αββάς.
  • Όταν έπαψαν οι Εβραίοι ν’ ασχολούνται με τις δουλειές των Αιγυπτίων, κι’ έμειναν στις σκηνές, έμαθαν πώς να λατρεύουν τον Θεό, λέγει σοφός Πατήρ. Και τα πλοία, όχι στο πέλαγος, αλλά στο λιμάνι εμπορεύονται και κερδίζουν. Το ίδιο κι’ η ψυχή, αν δεν πάψη ν’ ασχολείται με τα πράγματα του κόσμου και δε μείνει σε τόπο ήσυχο, ούτε τον Θεό βρίσκει, ούτε αρετές αποκτά.
  • Αληθινή ξενιτεία είναι να γνωρίζει να συγκρατεί ο άνθρωπος τη γλώσσα του όπου κι’ αν βρίσκεται, έλεγε ο Αββάς Τιθόης.
  • Σ’ ένα νέο, που είχε αποφασίσει να μονάσει σε Κοινόβιο, ο Αββάς Ποιμήν έδωσε την ακόλουθη συμβουλή:
    — Αν θέλεις, αδελφέ, να γίνεις καλός μοναχός και μάλιστα κοινοβιάτης, κράτησε καλά στο νου σου αυτά τα δύο: Πρώτον, απόφευγε τις περιττές κουβέντες, και, δεύτερον, μην απόκτησης ποτέ δικό σου πράγμα, ούτε μικρό λαγήνι για νερό, και θα είσαι σ’ όλη σου τη ζωή αναπαυμένος.
  • Ένας από τους παλαιότερους Πατέρας συνήθιζε να λέγει πως πολλοί από τούς Μοναχούς μοίρασαν τα υπάρχοντα τους στους φτωχούς, άφησαν γονείς και φίλους και κλείστηκαν στα Μοναστήρια για την αγάπη του Χριστού. Κατόρθωσαν τα πιο μεγάλα, μα νικήθηκαν στα μικροπράγματα κι’ έγιναν παιγνίδι στα χέρια του διαβόλου. Κι’ όλα αυτά συνέβησαν, γιατί καταπάτησαν την υπόσχεση της ακτημοσύνης, κρατώντας στο κελί τους σακούλια με ξηρούς καρπούς, καλαθάκια με οπωρικά, βελόνες, ψαλίδια ή ζώνες. Δεν καταλαβαίνουν οι δυστυχείς πως μ’ αυτόν τον τρόπο ακολουθούν τον Ανανία και τη Σαπφείρα των Πράξεων.
  • Αγάπα, αδελφέ, τα φτωχικά ενδύματα, αν θέλεις να διώξεις από την καρδιά σου την υψηλοφροσύνη. Όποιος αγαπά την πολυτέλεια, είναι αδύνατο να απόκτηση ταπεινοσύνη. Είναι φυσικό να διαμορφώνεται ο εσωτερικός άνθρωπος σύμφωνα με τον εξωτερικό.
  • Ο Αββάς Παμβώ θέλει τον μοναχό ντυμένο με τέτοια ρούχα, που, αν τα πετάξει στο δρόμο, να μη καταδεχτούν ούτε οι ζητιάνοι να τα πάρουν.
  • Κάποιος πλούσιος χριστιανός επισκέφτηκε κάποτε έναν Ερημίτη και, φεύγοντας, του πρόσφερε ένα γερό φιλοδώρημα. Εκείνος όμως με κανένα τρόπο δεν ήθελε να το δεχτεί.
    — Πάρε το, Αββά, τον παρακαλούσε ο επισκέπτης, και μοίρασέ το στους φτωχούς.
    — Αυτό είναι διπλή ντροπή για μένα, τέκνον μου, του αποκρίθηκε ο Γέροντας, να παίρνω χωρίς να έχω ανάγκη και να κενοδοξώ μοιράζοντας τα ξένα ελεημοσύνη.
  • Αν δώσεις ελεημοσύνη, λέγει άλλος Γέροντας, κι ο λογισμός σε θλίβει πως έδωσες πολύ, μη δίνης προσοχή σ’ αυτόν, γιατί είναι σατανικός. Καλλίτερα όμως για σένα είναι να ζεις με τόση ακτημοσύνη, πού να έχεις ανάγκη από τους άλλους να σ’ ελεούν. Εκείνος πού δίνει, έχει την ικανοποίηση πως κάνει κάτι καλό. Αλλ’ όποιος στερείται και δεν έχει ποτέ να δώσει κάτι, αποκτά ταπεινοσύνη με τη σκέψη πως ποτέ δεν κάνει τίποτε καλό. Έτσι έζησαν οι Πατέρες μας. Μ’ αυτόν τον τρόπο βρήκε τον Θεό ο Μέγας Αρσένιος.
  • Επαινούσαν οι Πατέρες την ακτημοσύνη και την αφιλοχρηματία του Αββά Αγάθωνος και του υποτακτικού του. Όταν κατέβαιναν στην αγορά να πουλήσουν το εργόχειρο τους έλεγαν μία φορά την τιμή στον αγοραστή. Αν εκείνος άρχιζε τα παζαρέματα, αυτοί σώπαιναν και τον άφηναν να του δώσει όσα ήθελε. Αν πάλι είχαν ανάγκη οι ίδιοι να αγοράσουν κάτι, έδιναν αμέσως τα χρήματα που τους ζητούσαν, χωρίς να βγάλουν λέξη από το στόμα τους.
  • Ένας σοφός Γέροντας, στον οποίον πήγαιναν πολλοί για συμβουλές, συνήθιζε να λέγει:
    — Πόσο καλλίτερα θα ήταν για μένα να διδάσκομαι παρά να κάνω το δάσκαλο στους άλλους.
  • — Ποιό είναι το έργο του Μοναχού; ρώτησε μια μέρα το νεαρό υποτακτικό του ο Όσιος Μακάριος.
    — Συ ρωτάς εμένα, Αββά; είπε ντροπαλά ο νέος.
    — Γιατί όχι; αποκρίθηκε ο Όσιος. Μυαλό έχεις να σκεφτείς.
    — Νομίζω πως ο Μοναχός δεν έχει άλλο έργο ανώτερο από το να βιάζει διαρκώς τον εαυτό του να κάνη το καλό, είπε τότε ο υποτακτικός.
    Ο Γέροντας συμφώνησε πως ήταν πολύ ορθή η απάντηση του.
  • Τι είναι ταπείνωσις, Αββά; ρώτησαν κάποιον Γέροντα οι αδελφοί της σκήτης.
    — Ταπείνωσις, παιδιά μου, αποκρίθηκε εκείνος, είναι να σού φταίξει ο άλλος και συ να τον συγχωρέσεις παρ’ευθύς, χωρίς να περιμένεις να σου ζητήσει συγγνώμη.
    Πιο σύντομο δρόμο για τον Ουρανό από την ταπεινοσύνη δε μπορείς να βρεις, έλεγε άλλος Πατήρ.
  • Δύο Επίσκοποι σε γειτονικές επαρχίες, ο ένας πλούσιος και ισχυρός, ο άλλος φτωχός και ταπεινός, παρεξηγήθηκαν κάποτε γι’ ασήμαντη αφορμή. Από τότε ζητούσε ο πλούσιος ευκαιρία να εκδικηθεί το φτωχό. Εκείνος όμως δε φοβήθηκε κι’ έλεγε συχνά στους κληρικούς του:
    — Κάνετε υπομονή, Αδελφοί, εμείς θα νικήσουμε στο τέλος.
    Σ’ ένα μεγάλο πανηγύρι, που ο πλούσιος Επίσκοπος με πομπή ατέλειωτη λιτάνευε την εικόνα του Αγίου που γιόρταζε, ο γείτονάς του πήρε όλους τους κληρικούς του και πήγε στην επαρχία του.
    — Θα κάνετε ότι κάνω εγώ, τους είχε ειπεί, και σήμερα, με τη δύναμη του Θεού, θα τον νικήσουμε.
    — Τί έχει στο νου του τάχα να κάνη; έλεγαν με απορία εκείνοι μεταξύ τους.
    Σαν έφτασαν στη γειτονική πόλη, η πομπή βρισκόταν στον πιο κεντρικό δρόμο. Τότε ο ταπεινός Επίσκοπος, με όλο του τον κλήρο, έπεσε στα πόδια του αντιπάλου του και είπε δυνατά για ν’ ακουστεί απ’ όλους:
    — Συγχώρεσέ μας, δέσποτα, δούλοι σου είμαστε όλοι.
    Ό ισχυρός Επίσκοπος εκάμφθηκε και, διώχνοντας τη σκληρότητα από την καρδιά του, αγκάλιασε τον αδελφό του και του είπε ταπεινά:
    — Σύ είσαι Πατέρας και δεσπότης μου.
    Από την ήμερα εκείνη απόκτησαν μεγάλη φιλία μεταξύ τους.
    Δεν σας έλεγα, τέκνα μου, πως θα τον νικήσουμε; έλεγε ο φτωχός Επίσκοπος στους κληρικούς του. Η ταπεινοσύνη είναι αληθινή δύναμη στη ζωή.
  • ΠΗΓΗ
0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *