Ο Άγιος Βασίλειος, γεννημένος το 330μ.Χ. στη Νεοκαισάρεια του Πόντου από γονείς ευγενείς με δυνατό χριστιανικό φρόνημα, έμελλε να γίνει Μέγας πνευματικός διδάσκαλος και κορυφαίος θεολόγος και Πατέρας της Εκκλησίας, αφού η χριστιανική του ανατροφή και η πνευματική του πορεία τον οδήγησαν στην Θεία θεωρεία του Αγίου Ευαγγελίου, και στην αυστηρή ασκητική ζωή, παράλληλα με το ποιμαντικό, παιδαγωγικό και φιλανθρωπικό του έργο .(Ἡ Ἐπιστολὴ γράφηκε τὸν πρῶτο χρόνο τῆς ἀσκήσεως τοῦ Βασιλείου στὰ Ἀννησα, τὸ 358/9. Ὅ,τι ἀκολουθεῖ, ἀποτελεῖ ἀξιοθαύμαστο διάγραμμα τοῦ ἀσκητικοῦ βίου. Περιγράφει καὶ δεοντολογεῖ τὴν προσευχή, τὴ φυλακὴ τοῦ νοῦ, τὶς πνευματικὲς ἀναβάσεις, τὸ ρόλο καὶ τὴν ἀξία τῆς ἡσυχίας, τὴ σημασία τοῦ φαγητοῦ καὶ τῆς ἐξωτερικῆς ἐμφανίσεως. Τὸ θαυμαστὸ εἶναι ὅτι τὸ κείμενο τοῦτο, ἀπὸ τὰ ἀρχαιότερα καὶ σημαντικότερα τῆς ἀσκητικῆς γραμματείας, γράφηκε ἀπὸ ἀσκητὴ ποὺ ἀκόμα δὲν ἦταν οὔτε 30 ἐτῶν καὶ δὲν εἶχε καλὰ – καλὰ ἀσκητέψει οὔτε 12 μῆνες.)

1. Σὲ ἀναγνώρισα στὴν ἐπιστολή σου, ὅπως ἀναγνωρίζει κανεὶς τὰ παιδιὰ ἀπὸ τοὺς γονεῖς, μὲ τὴν ὁμοιότητα ποὺ ἔχουν τὰ μὲν στοὺς δέ. Διάβασα τὴν ἀποψή σου, πὼς δὲν παίζει κάποιο σπουδαῖο ρόλο τὸ τοπίο (1), ὥστε νὰ προκαλέσει κάποια παρόρμηση τῆς ψυχῆς γιὰ τὴ συμβίωση μ’ ἐμᾶς, πρὶν μάθεις κάτι γιὰ τὸν τρόπο ζωῆς. Δικός σου πράγματι ἦταν αὐτὸς ὁ συλλογισμὸς καὶ τῆς δικῆς σου ψυχῆς, ποὺ ὅλα ἐδῶ κάτω τὰ θαρρεῖ μηδαμινὰ μπροστὰ στὴν ὑποσχεμένη σ’ ἐμᾶς μακαριότητα.

Ὅσο γιὰ μένα, ὅ,τι κάνω ὁ ἴδιος ἐδῶ πέρα νύχτα καὶ μέρα, ντρέπομαι νὰ τὸ γράψω. Παράτησα λοιπὸν τὴν παραμονή μου στὴν πόλη σὰν πηγὴ ἀφορμῶν γιὰ μύρια δεινὰ κι ἔτσι μπόρεσα ν’ ἀφήσω κατὰ μέρος καὶ τὸν ἑαυτό μου. Ἀλλὰ μοιάζω μ’ αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται στὸ πέλαγος καὶ χωρὶς πείρα ὄντας ἀπὸ ταξίδια, λιποψυχοῦν κι ὑποφέρουν ἀπὸ ναυτία.

Τοὺς στενοχωρεῖ τὸ μεγάλο σκάφος, γιατί κουνιέται πολύ. Μπαίνουν λοιπὸν στὴ φελούκα ἤ στὸ βαρκάκι. Ἀλλὰ πάλι τοὺς πιάνει ἡ θάλασσα καὶ δὲν ξέρουν πιὰ τί νὰ κάνουν, γιατί τοὺς ἔρχεται κι ἐδῶ ἡ ἀναγούλα κι ἡ πίκρα στὸ στόμα. Τὸ ἴδιο καὶ μ’ ἐμᾶς συμβαίνει. Φέρνοντας μαζί μας παντοῦ τὰ πάθη ποὺ φωλιάζουν μέσα μας, στὶς ἴδιες ταραχὲς βρισκόμαστε. Κι ἡ κατάληξη εἶναι ὅτι τίποτα τὸ σπουδαῖο δὲν κερδίσαμε ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἐρημία. Τί ἔπρεπε νὰ κάνουμε; Νὰ βαδίσουμε στὰ ἴχνη ἐκείνου ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία λέγοντας: «Ὅποιος θέλει πίσω μου νὰ ἔλθει, ἂς ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του κι ἂς σηκώσει τὸ σταυρό του κι ἂς μὲ ἀκολουθήσει».

2. Χρέος μας εἶναι, νὰ φυλᾶμε τὸ νοῦ μέσα σὲ ἡσυχία. Τὸ μάτι, ὅταν γυροφέρνει διαρκῶς καὶ τώρα στὰ πλάγια πάει κι ἔρχεται κι ὕστερα πρὸς τὰ ψηλὰ ἤ τὰ χαμηλὰ ὁλοένα ἀλλάζει κατεύθυνση, δὲν μπορεῖ νὰ κοιτάξει καθαρὰ ὅ,τι βρίσκεται ἀπέναντί του. Πρέπει τὸ βλέμμα νὰ στερεωθεῖ πάνω στὸ ὁρατό, ἂν εἶναι νὰ ἰδεῖς καθαρά. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὸ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν μύριες κοσμικὲς ἔγνιες τὸν τραβοῦν ἀπὸ παντοῦ, δὲν κατορθώνει ν’ ἀτενίσει ξάστερα τὴν ἀλήθεια.

Ἀλλ’ αὐτὸν ποὺ δὲν ζεύθηκε ἀκόμα στὸ ζυγὸ τοῦ γάμου, τὸν ἀναστατώνουν μανιασμένες ἐπιθυμίες καὶ ὁρμὲς ἀβάσταχτες καὶ κάποιες ἐρωτικὲς ἕλξεις ποὺ εἶναι ὅλο ἀγκάθια. Ἐνῶ ὅποιον ἤδη εἶναι στὰ κάτεργα μαζὶ μὲ τὴ γυναίκα ποὺ στεφανώθηκε, ἄλλος συρφετὸς Ἀπὸ ἔγνιες τὸν περιμένει. Ἂν εἶναι ἄτεκνος, ἡ λαχτάρα νὰ κάνει παιδιά. Ἂν ἀπόχτησε παιδιά, ἡ μέριμνα τῆς ἀνατροφῆς τους. Ἡ ἄγρυπνη παρακολούθηση τῆς γυναίκας του. Τὸ νοικοκυριό. Τῶν ὑπηρετῶν ἡ ἐπιτήρηση. Οἱ ζημιὲς ἀπὸ ὁμόλογα. Οἱ διαπληκτισμοὶ μὲ τοὺς γείτονες. Τὰ μπλεξίματα στὰ δικαστήρια. Οἱ κίνδυνοι στὸ ἐμπόριο. Τῆς γεωργίας ἡ πολλαπλὴ κούραση. Κάθε μέρα ἀνατέλλει φέρνοντας δική της σκοτούρα στὴν ψυχή. Κι οἱ νύχτες, ὅσες φροντίδες ἀφήνει ἡ μέρα, μέσα στὶς ἴδιες φαντασιοπληξίες ξεπλανεύουν τὸ νοῦ.Ἀπ’ ὅλα αὐτά, μιὰ εἶναι ἡ φυγή: Νὰ χωρισθεῖς ἀπ’ ὅλο τὸν κόσμο. Κι ἀναχώρηση ἀπὸ τὸν κόσμο δὲν εἶναι τὸ νὰ βρεθεῖς σωματικὰ ἔξω ἀπ’ αὐτόν, ἀλλὰ ν’ ἀποσπάσεις τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὴ συμπάθεια πρὸς τὸ σῶμα καὶ νὰ μείνεις χωρὶς πόλη, σπίτι, βίος, συντρόφους, χτήματα, μέσα γιὰ νὰ ζεῖς, κοσμικὰ ἐνδιαφέροντα, συναλλαγές, γνώση τῶν ἀνθρωπίνων διδαγμάτων, ἕτοιμος νὰ ἐγκολπωθεῖς τὰ ὅσα τυπώνει στὴν καρδιὰ ἡ θεία διδασκαλία.

Ἑτοιμασία δὲ τῆς καρδιᾶς εἶναι τὸ νὰ ξεμάθει ὅσα ἡ ἁμαρτωλὴ συνήθεια τῆς εἶχε ἐπιβάλει πρὶν διδάγματα. Δὲν εἶναι μπορετό, βλέπεις, νὰ γράψεις στὸ κερὶ πρὶν σβήσεις ὅσα ἦταν ἤδη χαραγμένα πάνω του. Ἔτσι, οὔτε στὴν ψυχὴ νὰ βάλεις θεῖες ἀλήθειες, πρὶν ἐξώσεις ἀπ’ αὐτὴ τὶς προκαταλήψεις, ὅπου τὸ ἔθος τὴν εἶχε αἰχμαλωτίσει.Λοιπόν, γι’ αὐτὸ τὸ σκοπό, πολύ μᾶς ὠφελεῖ ἡ ἐρημία, κατευνάζοντας τὰ πάθη μας κι ἐπιτρέποντας στὸ λογικὸ νὰ τὰ ξερριζώσει ὁλότελα ἀπὸ τὴν ψυχή. Πότε εἶναι εὔκολο νὰ τιθασευθοῦν τὰ θηρία; Ὅταν προηγηθεῖ τὸ χάδι. Ἔτσι κι οἱ ἐπιθυμίες κι οἱ ὀργὲς κι οἱ φόβοι κι οἱ λύπες, αὐτὰ τὰ φαρμάκια τῆς ψυχῆς, ἀφοῦ κατευνασθοῦν μέσα στὸν ἡσύχιο βίο καὶ πάψουν νὰ ἐξαγριώνονται μὲ τὸν ἀδιάκοπο ἐρεθισμό, καταβάλλονται πιὸ εὔκολα ἀπὸ τὴ δύναμη τοῦ λογικοῦ.

Ἂς εἶναι λοιπὸν ὁ τόπος ὅμοιος μὲ τὸ δικό μας τόπο, ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὸ συγχρωτισμὸ μὲ ἀνθρώπους, ἔτσι ποὺ τίποτα τὸ ἀπ’ ἔξω νὰ μὴ διακόπτει στὴ συνέχειά της τὴν ἄσκηση. Ἡ δὲ ἄσκηση τῆς εὐσέβειας τρέφει τὴν ψυχὴ μὲ τὰ θεία διανοήματα- Τί λοιπὸν εἶναι πιὸ μακάριο ἀπὸ τὸ νὰ μιμεῖται κανεὶς στὴ γῆ τὸν ἀγγελικὸ κόσμο; Πῶς; Μόλις ἀρχίζει ἡ μέρα, νὰ ὁρμᾶ στὴν προσευχὴ καὶ νὰ γεραίρει μὲ ὕμνους κι ὠδὲς τὸ Δημιουργό. Κι ὕστερα, ἀφοῦ ξεμυτίσει ὁ ἥλιος, νὰ πηγαίνει νὰ ἐργασθεῖ, ἔχοντας συνοδὸ του παντοῦ τὴν προσευχὴ καὶ τοὺς ὕμνους, σὰν ἁλάτι νὰ τοῦ νοστιμίζουν τὴν ἐργασία. Γιατί τὴν ἱλαρὴ κι ἄλυπη κατάσταση τῆς ψυχῆς τὴ χαρίζουν οἱ παρηγοριὲς τῶν ὕμνων.

Ἡ ἡσυχία λοιπὸν εἶναι ἡ βάση γιὰ τὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς. Τότε, οὔτε ἡ γλώσσα μιλᾶ γιὰ κοσμικὰ πράγματα, οὔτε τὰ μάτια περιδιαβάζουν πάνω σὲ προφαντὰ καὶ καλοκαμωμένα σώματα, οὔτε ἡ ἀκοὴ λιγώνει τὴν ψυχὴ μὲ μουσικὰ ἀκροάματα συνθεμένα γιὰ νὰ προκαλοῦν ἡδονή, οὔτε λόγια εὐτράπελα καὶ γελωτοποιὰ γρικᾶμε, ποὺ καθὼς ἡ πείρα μαρτυρεῖ, ἀποδυναμώνουν στὸ ἔπακρο τὴν ψυχή.

Ὁ νοῦς ποὺ δὲν σκορπίζεται πρὸς τὰ ἔξω κι οὔτε ξεχύνεται στὸν κόσμο μὲς ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις, γυρνᾶ στὸν ἑαυτό του. Καὶ μὲς ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, ὑψώνεται στὴ θεογνωσία. Τότε, τριγυρισμένος καὶ ποτισμένος ἀπὸ τὴ λάμψη ἐκείνης τῆς ὀμορφιᾶς, ξεχνᾶ καὶ τὸ ἴδιο τὸ σῶμα του. Δὲν τὸν τραβοῦν πιὰ ἡ φροντίδα τῆς τροφῆς, οὔτε ἡ μέριμνα τῆς ἐνδυμασίας.

Ἔχοντας ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὶς γήινες ἔγνιες, ὅλη του τὴ λαχτάρα τὴ στρέφει τώρα στὸ νά κερδίσει τὰ αἰώνια ἀγαθά. Δὲν τὸν μέλει ἄλλο, παρὰ πῶς νὰ πετύχει τὴ σωφροσύνη καὶ τὴν ἀνδρεία, τὴ δικαιοσύνη καὶ τὴ φρόνηση (2) καὶ τὶς ὑπόλοιπες ἀρετές, ὅσες ὑπάγονται στὶς γενικὲς αὐτὲς ἀρετὲς κι ὑπαγορεύουν στὸ ζηλωτὴ σωστὰ νὰ ζεῖ σὲ κάθε λεπτομέρεια.

3. Σπουδαιότατος δρόμος γιὰ νὰ βρεῖ κανεὶς τὸ τί πρέπει νὰ κάνει, εἶναι ἡ μελέτη τῶν θεοπνεύστων Γραφῶν. Γιατί ἐκεῖ μέσα θὰ δεῖ τὶς ἐντολὲς ποὺ πρέπει νὰ ἐφαρμόζει καὶ τοὺς βίους τῶν μακαρίων ἀνδρῶν δοσμένους μὲς ἀπὸ τὰ γράμματα. Εἶναι σὰν ἔμψυχες εἰκόνες, ποὺ δείχνουν πῶς νὰ πολιτεύεσαι σύμφωνα μὲ το θεῖο θέλημα. Εἶναι πρότυπα ἀγαθῶν ἔργων, ποὺ καλεῖσαι νὰ μιμεῖσαι. Ἔτσι, ὅποια ἔλλειψη αἰσθάνεσαι στὸν ἑαυτό σου, σὰν σὲ κοινό ἰατρεῖο ἐκεῖ παραμένοντας, βρίσκεις τὸ κατάλληλο γιὰ τὴν πάθησή σου φάρμακο.

Λόγου χάρη, ὅποιος λαχταρᾶ τὴ σωφροσύνη, διαρκῶς ξετυλίγει τὴν ἱστορία τοῦ Ἰωσὴφ κι ἀπ’ αὐτὸν μαθαίνει καλὰ τὴ σώφρονα ζωή, βλέποντάς τον ὄχι μόνο νὰ εἶναι ἐγκρατὴς ἀπέναντι στὶς ἡδονές, ἀλλὰ καὶ στερεωμένον στὴν ἀρετή.Ἐξ ἄλλου, μορφώνεται στὴν ἀνδρεία ἀπὸ τὸν Ἰώβ. Τί θωρεῖ σ’ αὐτόν; Ὅταν τοῦ ἦλθε ἀνάποδα ἡ ζωὴ κι ἀπόμεινε ὁλότελα ἄνεχος ἀπὸ πλούσιος κι ἄτεκνος ἀπὸ εὐτυχισμένος πατέρας μέσα σὲ λίγη ὥρα, δὲν ἄλλαξε σὲ τίποτα. Ἀπὸ παντοῦ, φύλαξε ὑψηλὸ τὸ φρόνημα τῆς ψυχῆς. Ἀκόμα κι ὅταν οἱ φίλοι του, ποὺ ἦλθαν νὰ τὸν παρηγορήσουν, τὸν μάλωναν καὶ τοῦ αὔξαιναν τὸν πόνο, δὲν ἔχασε τὴ γαλήνη του.

Θέλει πάλι κανεὶς νὰ δεῖ πὼς ὁ πρᾶος μπορεῖ νὰ εἶναι συνάμα καὶ παλικάρι, ἔτσι ποὺ νὰ χρησιμοποιεῖ τὴν παλικαριὰ ἀπέναντι στὴν ἁμαρτία καὶ τὴν πραότητα ἀπέναντι στοὺς ἀνθρώπους; Ἂς κοιτάξει τὸν Δαβίδ, θὰ τὸν βρεῖ γενναῖο καὶ τροπαιοφόρο στοὺς πολέμους καὶ πρᾶο κι ἀτάραχο στὰ ἄδικα χτυπήματα τῶν ἐχθρῶν του.

Ἴδιος ἦταν κι ὁ Μωυσῆς. Ἀπέναντι σ’ ὅσους ἁμάρταιναν βαριὰ στὸν Θεό, ξεσηκωνόταν. Ἐνῶ μὲ πραότητα στὴν ψυχή, ὑπέφερε τὶς ἀδικίες ποὺ τοῦ γίνονταν.

Καὶ γενικά, ἂς ἔχουμε ὑπ’ ὄψη τί κάνουν οἱ ζωγράφοι. Ὅταν ἀντιγράφουν κάποιο πρότυπο, δὲν ἀποσποῦν τὴν προσοχὴ τους ἀπ’ αὐτό. Κι ἔτσι πασχίζουν νὰ μεταφέρουν στὸ δικό τους ἔργο τέχνης ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ ποὺ βλέπουν ἐκεῖ. Τὸ ἴδιο πρέπει νὰ κάνει κι ὅποιος πασχίζει ν’ ἀπεργασθεῖ τὸν ἑαυτὸ του τέλειο σὲ ὅλα τὰ μέρη τῆς ἀρετῆς, θὰ κοιτᾶ μὲ προσοχή, σὰν ἀγάλματα ποὺ κινοῦνται καὶ δροῦν, τοὺς βίους τῶν ἁγίων καὶ θὰ κάνει δικό του ὅ,τι καλὸ ἔχουν, ἀντιγράφοντάς τους.

Οἱ προσευχὲς πάλι, διαδεχόμενες τὰ ἀναγνώσματα, κάνουν μὲ τὴ σειρὰ τους τὴν ψυχὴ πιὸ νέα καὶ πιὸ σφριγηλὴ στὸν πόθο ποὺ τὴν κινοῦσε πρὸς τὸν Θεό. Καὶ προσευχὴ καλὴ εἶναι αὐτὴ ποὺ κάνει τὴν ἔννοια τοῦ Θεοῦ καθαρὴ μέσα στὴν ψυχή.

Αὐτό, ἄλλωστε, σημαίνει τὸ νὰ κατοικεῖ μέσα μας ὁ Θεός: Νὰ τὸν ἔχουμε μὲ τὴ μνήμη θρονιασμένο στὰ μύχιά μας. Ἔτσι γινόμαστε ναὸς τοῦ Θεοῦ, ὅταν δὲν διασποῦν τὴ μνήμη οἱ γήινες φροντίδες. Ὅταν ὁ νοῦς δὲν ἀναστατώνεται ἀπὸ τοὺς αἰφνιδιασμοὺς τῶν παθῶν. Ὅταν, ὅλα ἀποφεύγοντάς τα, ὁ φίλος τοῦ Θεοῦ βγαίνει ἀπὸ τὸν κόσμο γιὰ νὰ συναντήσει τὸν Θεό. Ὅταν, ἀποδιώχνοντας ὅσα μᾶς δελεάζουν νὰ πᾶμε πρὸς τὴν κακία, ἀπασχολεῖται μὲ ὅ,τι μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ἀρετή.

Καὶ πρῶτα – πρῶτα, καλὸ εἶναι νὰ φροντίζουμε γιὰ τὸ πῶς θὰ μιλᾶμε. Νὰ μὴ μένουμε δηλαδὴ στὴν ἀμάθεια, ἀλλὰ νὰ ρωτᾶμε ὄχι μὲ διάθεση ἐριστικὴ καὶ ν’ ἀποκρινόμαστε ὄχι φιλόδοξα, χωρὶς νὰ διακόπτουμε τὸ συνομιλητὴ μας ὅταν λέει κάτι ὠφέλιμο, οὔτε ἐπιθυμώντας νὰ παρεμβάλλουμε ἐπιδεικτικὰ τὸ λόγο μας, ἀλλὰ κρατώντας μέτρο κι ὅταν μιλᾶμε κι ὅταν ἀκοῦμε.

Νὰ μαθαίνουμε χωρὶς νὰ ντρεπόμαστε καὶ νὰ διδάσκουμε χωρὶς φθόνο. Ὅ,τι μάθαμε ἀπὸ τὸν ἄλλο, νὰ μὴ τὸ κρύβουμε, ὅπως οἱ φαῦλες γυναῖκες τὸ ὅτι εἶναι νόθο τὸ παιδί τους, ἀλλὰ μ’ εὐγνωμοσύνη νὰ προβάλλουμε τὸν πατέρα τοῦ λόγου. Ὁ τόνος δὲ τῆς φωνῆς μας ἂς εἶναι μᾶλλον ὁ μέσος. Ἔτσι καὶ δὲν θὰ ξεφεύγει τὴν ἀκοὴ σὰν ψίθυρος καὶ δὲν θὰ εἶναι ἐνοχλητικὸς σὰν ξεφωνητό. Κι ἀφοῦ ἐξετάσουμε μέσα μας τί ἔχουμε νὰ ποῦμε, ἔτσι νὰ τὸ ξεστομίζουμε ὕστερα.

Πρέπει κανεὶς νὰ εἶναι εὐπροσήγορος στὶς συναντήσεις του καὶ γλυκομίλητος. Νὰ μὴ θηρεύει τὸ εὐχάριστο μὲς ἀπὸ τὰ εὐτράπελα, ἀλλὰ νὰ εἶναι κοντὰ στὴν καρδιὰ τοῦ συνομιλητῆ του μὲ τὸν καλόβολο, στηρικτικὸ καὶ παρηγορητικὸ λόγο. Πάντα τὴν τραχειὰ ἔκφραση ἀποφεύγοντας, ἀκόμα κι ἂν χρειάζεται νὰ ἐπιτιμήσει. Γιατί, μὲ προϋπόθεση τὴν ταπεινοφροσύνη σου, θὰ εἶσαι καλόδεχτος ἀπ’ αὐτὸν ποὺ ἔχει ἀνάγκη θεραπείας.

Πολλὲς φορές, μᾶς εἶναι χρήσιμος κι ὁ τρόπος ποὺ βρῆκε ὁ προφήτης γιὰ νὰ ἐπιπλήξει. Ὅταν ἁμάρτησε ὁ Δαβίδ, δὲν τὸν καταδίκασε ἀπότομα ὁ ἴδιος. Χρησιμοποίησε ἕνα φανταστικὸ πρόσωπο ἐνόχου κι ἔτσι τὸν ἔκανε νὰ γίνει κριτὴς τοῦ ἁμαρτήματος ποὺ ὁ ἴδιος διέπραξε. Ὁ Δαβὶδ μόνος του ἀπὸ πρὶν καταδίκασε τὸν ἑαυτό του καὶ δὲν μποροῦσε πιὰ νὰ μεμφθεῖ τὸν ἐλεγκτὴ του.

Ταιριάζει δὲ στὸ ταπεινὸ καὶ συντετριμμένο φρόνημα μάτι θλιμμένο, ποὺ νὰ βλέπει χάμω, παρουσιαστικὸ ἀμελημένο, κόμη ἀπεριποίητη, ροῦχο ρυπαρό. Δηλαδή, ὅσα κάνουν ἀπὸ ὑποχρέωση αὐτοὶ ποὺ πενθοῦν, σ’ ἐμᾶς εἶναι αὐθόρμητο ἀπαύγασμα.

Χιτώνας μὲ ζώνη συμμαζεμένος στὸ σῶμα. Καὶ τὸ ζώσιμο μήτε πάνω ἀπὸ τὶς λαγόνες, πράγμα θηλυπρεπές, μήτε χαλαρό, ποὺ ν’ ἀφήνει τὸ χιτώνα νὰ γλιστρᾶ, πράγμα ποὺ δείχνει μαλθακότητα. Καὶ τὸ βάδισμα μήτε νωχελικό, ὁπότε θὰ ἔκανε νὰ ὑποθέσει κανεὶς ψυχὴ ἔκλυτη, οὔτε πάλι ἀγέρωχο καὶ βιαστικό, ὑποδηλώνοντας σὰν ἀχαλίνωτες τὶς ὁρμές της.

 

 

Σκοπὸς τοῦ ρούχου εἶναι ἕνας: Νὰ σκεπάζει τὴ σάρκα ὅσο τῆς χρειάζεται τὸ χειμώνα καὶ τὸ καλοκαίρι. Ὅσο γιὰ τὸ χρῶμα, νὰ μὴν ἐπιδιώκεται τὸ ζωηρό. Κι οὔτε ἡ ὕφανση νὰ εἶναι λεπτὴ καὶ μαλακή. Γιατί τὸ νὰ λογαριάζει κανεὶς στὴν ἐνδυμασία τὸ ἐντυπωσιακό, θυμίζει τὸ γυναικεῖο καλλωπισμό. Οἱ γυναῖκες, πράγματι, βάφουν ἀδίσταχτα μ’ ἄλλο χρῶμα μάγουλα καὶ μαλλιά. Ἀλλὰ καὶ στὸ πάχος ἔτσι πρέπει νὰ εἶναι ὁ χιτώνας, ὥστε μόλις νὰ θάλπει αὐτὸν ποὺ τὸν φορᾶ.

Τὸ ὑπόδημα, φθηνὸ μέν, ἀλλὰ κι ὄχι ἐλαττωματικὰ ἐξυπηρετικό. Καὶ γενικά. Ὅπως στὴν ἐνδυμασία ἁρμόζει τὸ βασικὰ χρήσιμο, ἔτσι καὶ στὴ διατροφή. Τὸ ψωμὶ ποὺ ἀρκεῖ καὶ τὸ νερὸ ποὺ φθάνει γιὰ νὰ σβήνει τὴ δίψα σὲ γερὸ ὀργανισμὸ κι ὅσα φυτικὰ προϊόντα μαγειρευτά, ποὺ ἔχει τὸ σῶμα ἀνάγκη γιὰ νὰ διατηρεῖ τὴ δύναμή του. Καὶ νὰ τρῶμε χωρὶς βουλιμία ξέφρενη, ἀλλὰ πάντα νὰ φυλᾶμε συμπεριφορὰ στὸ φαγητὸ σταθερὴ κι ἥμερη κι ἐγκράτεια στὶς νοστιμιές. Κι οὔτε τότε νὰ μένει ὁ νοῦς ἀργὸς στὶς γύρω ἀπὸ τὸν Θεὸ σκέψεις, ἀλλὰ νὰ παίρνουμε ἀφορμὴ δοξολογίας του κι ἀπὸ τὴ φύση τῶν ἐδεσμάτων κι ἀπὸ τὴν κατασκευὴ τοῦ σώματος ποὺ τὰ ὑποδέχεται.

Ἂς προσευχόμαστε πρὶν ἀπὸ τὸ φαγητό, νὰ γίνουμε ἄξιοι τῶν παροχῶν τοῦ Θεοῦ, αὐτῶν ποὺ μᾶς δίνει κι αὐτῶν ποὺ μᾶς ἐπιφυλάσσει στὸ μέλλον. Ἂς προσευχόμαστε κι ἀφοῦ ἀποφᾶμε, εὐχαριστώντας γιὰ ὅσα μᾶς δόθηκαν καὶ ζητώντας ὅσα μᾶς εἶναι ὑποσχεμένα. Μιὰ ὥρα, γιὰ τὴν τροφὴ ταγμένη κατὰ μέρος, ἡ ἴδια πάντα στὸν κύκλο τῶν εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν τοῦ μερονυχτίου, μιὰ καὶ μόνη νὰ ξοδεύεται γιὰ τὸ σῶμα. Κι οἱ ἄλλες, γιὰ ν’ ἀπασχολοῦν τὴν ἐσωτερικὴ ζωὴ τοῦ ἀσκητῆ.

Ὕπνοι ἐλαφροί, ἀπ’ ὅπου εὔκολα σηκώνεσαι, ὄντας φυσικὴ συνέπεια στὴ συγκρατημένη διατροφὴ καὶ ποὺ νὰ διακόπτονται ποὺ καὶ ποὺ ἀπὸ τὴ μέριμνα γύρω ἀπὸ τὰ σπουδαῖα. Γιατί τὸ νὰ κρατιέσαι σὲ βαθὺ ἀποκάρωμα καὶ νὰ παραλύουν τὰ μέλη σου, ἔτσι ποὺ νὰ δίνεις τόπο σὲ ἄπρεπες φαντασιοπληξίες, σὲ ρίχνει σὲ καθημερινὸ θάνατο ἂν ἔτσι κοιμᾶσαι.

Ἀλλὰ ὅ,τι στοὺς ἄλλους εἶναι ὁ ὄρθρος, τὰ μεσάνυχτα εἶναι σὲ ὅσους ἀσκοῦνται στὴν εὐσέβεια. Γιατί ἡ νυχτερινὴ ἡσυχία χαρίζει στὴν ψυχὴ μεγάλη ἄνεση. Τότε, οὔτε τὰ μάτια, οὔτε τ’ αὐτιὰ μεταφέρουν στὴν καρδιὰ βλαβερὰ ἀκούσματα ἤ θεάματα. Ὁ νοῦς εἶναι μόνος μαζὶ μὲ τὸν Θεό. Διορθώνει τὸν ἑαυτό του μὲ τὸ νὰ θυμᾶται τὶς ἁμαρτίες του. Παίρνει ἀποφάσεις γιὰ νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὸ κακό. Κι ἐπιδιώκει τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ φθάσει, ὡς τὸ ὠμέγα τους, ὅσα λαχταρᾶ.

 

(1). Ὁ Βασίλειος, ἐπιθυμώντας νὰ προσελκύσει κοντὰ του τὸν Γρηγόριο γιὰ νὰ μονάσουν μαζὶ (σύμφωνα μὲ ὑπόσχεση ποὺ εἶχαν δώσει ἀμοιβαῖα ὅταν σπούδαζαν στὴν Ἀθήνα), τοῦ ἔστειλε ἀπὸ τὰ Ἀννησα γράμμα, στὸ ὁποῖο περιέγραφε τὴν ὡραιότητα τοῦ τοπίου μὲ περισσὴ τέχνη. Τότε ὁ Γρηγόριος ἀπάντησε ὅτι δὲν τὸν συγκινοῦν τὰ τοπία ὅσο ἡ πνευματικὴ ζωή.

(2). Ἐδῶ εἶναι ἄμεσα ἐπηρεασμένος ὁ Βασίλειος ἀπὸ τὸν Πλάτωνα, πού• ἀναφέρει καὶ τὶς τέσσερις ἀρετές. Τὸ γεγονὸς πάντως δὲν ἐμποδίζει τὸ Βασίλειο νὰ θεμελιώνει τὴν ἄσκηση σὲ γνήσιο ἐκκλησιαστικὸ καὶ βιβλικὸ ὑπόβαθρο. (agiazoni.gr)

Μέγας Βασίλειος – Απ’ την 2η Επιστολή του «Προς τον Φίλον Γρηγόριον». 
Επιμέλεια-Τονισμοί: Σοφία Ντρέκου/Αέναη επΑνάσταση

 

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *