Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται.

«Ἰλιγγιά μου ἡ ψυχὴ»

  1. Ό,τι εἶναι φυσικὸ νὰ παθαίνουν ὅσοι σκύβουν ἀπὸ κάποια ψηλὴ κορυφὴ πρὸς τὸ ἀχανὲς πέλαγος, αὐτὸ ἔπαθε κι ὁ νοῦς μου ἀπὸ τὴν ὑψηλὴ φωνὴ τοῦ Κυρίου, ποὺ βλέπει σὰν ἀπὸ κάποια κορυφὴ βουνοῦ στὸ ἀδιαπέραστο βάθος τῶν νοημάτων.

Ὅπως ἐπίσης καὶ σὲ πολλὰ παραθαλάσσια μέρη μπορεῖ νὰ δεῖς βουνὸ κομμένο στὰ δύο καὶ τὸ μέρος ποὺ εἶναι πρὸς τὴ θάλασσα νὰ ἔχει ἀποσχισθεῖ ἀπὸ τὴν κορυφὴ πρὸς τὸ βάθος στὰ ἴσα, κι ἀπὸ τὸ πάνω μέρος μιὰ ἄκρη ποὺ προεξέχει νὰ ἔχει κλίση πρὸς τὸ βυθό.

Ὅ,τι ἀκριβῶς εἶναι φυσικὸ νὰ πάθει, ὅποιος στέκεται σ’ αὐτὴ τὴν ὑψηλὴ καὶ προεξέχουσα κορυφὴ καὶ σκύβει πρὸς τὴ θάλασσα, ἡ ὁποία βρίσκεται στὸ βάθος, αὐτὸ παθαίνει τώρα κι ἡ ψυχή μου.

Κυριεύεται ἀπὸ ἴλιγγο, ἐπειδὴ γίνεται μετέωρη ἀπ’ αὐτὸ τὸ μεγάλο λόγο τοῦ Κυρίου: «Μακάριοι εἶναι ὅσοι ἔχουν καθαρὴ τὴν καρδιά, γιατί αὐτοὶ θὰ ἰδοῦν τὸ Θεό».

Ὁ Θεὸς προβάλλεται ὡς θέαμα σ’ ἐκείνους ποὺ ἔχουν καθαρίσει καλὰ τὴν καρδιά τους. «Τὸ Θεὸ δὲν εἶδε ποτὲ κανείς, καθὼς λέγει ὁ Εὐαγγελιστὴς (Ἰωάν. 1, 18), ἐπικυρώνει δὲ αὐτὴ τὴν ἀλήθεια κι ὁ ὑψηλὸς στὴ διάνοια ἄπ. Παῦλος, λέγοντας: «Τὸ Θεὸ δὲν τὸν εἶδε κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, οὔτε καὶ μπορεῖ νὰ τὸν ἰδεῖ» (Ἃ’ Τιμ. 6, 16).

Αὐτὸς εἶναι ὁ λεῖος κι ἀπόκρημνος βράχος, ποὺ δὲν προσφέρει καμιὰ βάση πάνω του γιὰ τοὺς συλλογισμούς.

Αὐτὸ τὸ βράχο χαρακτήρισε ἀπρόσιτο κι ὁ Μωυσῆς μὲ τὶς δικές του ἀλήθειες, ἐπειδὴ σὲ κανένα σημεῖο δὲν μπορεῖ νὰ προχωρήσει ὁ νοῦς μας,ἀφοῦ ἡ ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ ἀποκλείει κάθε ἀντίληψη. Γιατί λέγει: «Δὲν ὑπάρχει κάποιος ποὺ θὰ ἰδεῖ τὸν Κύριο καὶ θὰ ζήσει» (Ἐξοδ. 33, 20).

Κι ὅμως ζωὴ αἰώνια εἶναι το νὰ ἰδεῖς τὸ Θεό. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ προσδιορίζουν ὡς ἀδύνατο, ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι τὰ στηρίγματα τῆς πίστης, δηλ. ὁ Ἰωάννης κι ὁ Παῦλος κι ὁ Μωυσῆς.

Βλέπεις τὸν ἴλιγγο μαζὶ μὲ τὸν ὁποῖο ἡ ψυχὴ παρασύρεται πρὸς τὸ βάθος ἐκείνων, ποῦ ἐννοοῦνται μὲ τὸ ρητό; Ἂν ὁ Θεὸς εἶναι ἡ ζωή, ὅποιος δὲν τὸν εἶδε, δὲ βλέπει τὴ ζωή. Οἱ θεοφόροι προφῆτες κι οἱ ἀπόστολοι παραπονοῦνται, γιατί δὲν μποροῦν νὰ ἰδοῦν τὸ Θεό.

Σὲ τί στηρίζεται ἡ ἐλπίδα τῶν ἀνθρώπων; ἀλλὰ εἶναι γνωστὸ πὼς ὁ Κύριος ὑποστηρίζει τὴν ἐλπίδα, ὅταν πέφτει πρὸς τὰ κάτω.

Ὅπως ἀκριβῶς ἔκαμε καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Πέτρου, ποὺ κινδύνεψε νὰ βυθισθεῖ καὶ τὸν στήριξε πάλι στὸ σταθερὸ καὶ ἄκαμπτο νερὸ (Ματθ. 14, 28-31).

Ἂν φθάσει τὸ χέρι τοῦ Κυρίου καὶ ὡς ἐμᾶς, ποὺ κινούμαστε συνεχῶς μέσα στὸ βυθὸ τῶν νοημάτων, θὰ μᾶς σταθεροποιήσει στὸ καθένα ἀπὸ τὰ δύο νοήματα. θὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὸ φόβο, ἀφοῦ θὰ ἔχουμε πιάσει γερὰ τὸν Κύριο, ποὺ μᾶς χειραγωγεῖ. Γιατί λέγει: «Μακάριοι εἶναι ὅσοι ἔχουν καθαρὴ τὴν καρδιά, γιατί αὐτοὶ θὰ ἰδοῦν τὸ Θεό».

Εἶναι δυνατὴ ἡ καθαρότητα τῆς καρδιάς 

  1. Κι ἡ μὲν ὑπόσχεση εἶναι τόσο μεγάλη, ὥστε νὰ ξεπερνάει κι αὐτὸ τὸ ἀνώτατο ὅριο τῆς μακαριότητας. Γιατί τί ἄλλο θὰ μποροῦσε νὰ ποθήσει κανείς, μετὰ ἀπὸ ἕνα παρόμοιο ἀγαθό, ὅταν θὰ ἔχει τὰ πάντα μ’ ἐκεῖνο ποῦ ἔχει δεῖ; Γιατί τὸ νὰ δεῖς, σημαίνει νὰ ἔχεις, ὅπως συνηθίζεται στὴν ἁγία Γραφή.

Λέγει π.χ:«νὰ ἀξιωθεῖς νὰ δεῖς τὰ ἀγαθά της Ἱερουσαλήμ», ἀντὶ νὰ βρεῖς, ποὺ σημαίνει ὁ λόγος. Ὅπως ἐπίσης καὶ τὸ ἄλλο: «Ἃς φύγει ἀπὸ τὴ μέση ὁ ἀσεβής, γιὰ νὰ μὴν ἰδεῖ τὴ δόξα τοῦ Κυρίου» (Ψάλ. 157, 5 καὶ Ἤσ. 26,10), ὅπου ὁ προφήτης μὲ τὸ «νὰ μὴν ἰδεῖ», δηλώνει το νὰ μὴ μετάσχει.

Ὅποιος, λοιπόν, εἶδε τὸ Θεό, ἀπόκτησε μὲ τὸ ποὺ τὸν εἶδε, καθετὶ ποὺ βρίσκεται στὸν κατάλογο τῶν ἀγαθῶν, δηλ. τὴν ἀτελείωτη ζωή, τὴν αἰώνια ἀφθαρσία, τὴν ἀθάνατη μακαριότητα, τὴ βασιλεία ποὺ δὲν ἔχει τέλος, τὴν ἀτέλειωτη εὐφροσύνη, τὸ ἀληθινὸ φῶς, τὸν πνευματικὸ καὶ γλυκὸ ἦχο, τὴν ἀπρόσιτη δόξα, τὴ συνεχῆ ἀγαλλίαση, κάθε ἀγαθό.

Καὶ τὸ μὲν ἀγαθό, ποὺ σύμφωνα μὲ τὴν ἐλπίδα βρίσκεται μπροστά μας, εἶναι τέτοιο καὶ τόσο μεγάλο μὲ τὴν ἐπαγγελία τῆς μακαριότητας. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ τρόπος του νὰ δοῦμε τὸ Θεό, δηλώνεται ἐκ τῶν προτέρων ὅτι εἶναι ἡ καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, καὶ σ’ αὐτὸ πάλι πιάνει ἴλιγγος τὸ νοῦ μου.

Κι ἀναρωτιέμαι: μήπως ἡ καθαρότητα τῆς καρδιᾶς εἶναι ἀπὸ τὰ ἀδύνατα καὶ ἀνώτερα γιὰ τὴ φύση μας; Γιατί ἂν ὁ Θεὸς γίνεται ὁρατὸς μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο, ὁ Μωυσῆς δὲ κι ὁ Παῦλος δὲν εἶδαν καθόλου Αὐτόν, κι ἀποφάνθηκαν πὼς οὔτε ἄλλος κανεὶς μπορεῖ νὰ τὸν δεῖ, μοιάζει νὰ εἶναι κάτι τὸ ἀδύνατο, αὐτὸ ποὺ τώρα μὲ τὸ μακαρισμὸ θέτει μπροστὰ μας ὁ Κύριος.

Ἀλλὰ τί κερδίζουμε μὲ τὸ νὰ ξέρουμε τὸν τρόπο ποῦ ὁ Θεὸς γίνεται ὁρατός, ἂν δὲν ὑπάρχει, κοντὰ στὴ γνώση κι ἡ δυνατότητα γιὰ τὸν τρόπο;

Αὐτὸ μοιάζει μὲ κεῖνο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κάποιος, ὅτι μακαριότητα εἶναι το νὰ φθάσει κανεὶς στὸν οὐρανό, γιατί ἐκεῖ θὰ δεῖ καλά, ὅσα εἶναι ἀόρατα στὸν ἐπίγειο βίο.

Ἂν ὅμως ὑπῆρχε κάποιος τρόπος, ποὺ νὰ ἔδειχνε ἐκ τῶν προτέρων μὲ λόγια τὴν πορεία πρὸς τὸν οὐρανό, θὰ ἦταν χρήσιμο στοὺς ἀκροατὲς νὰ μάθουν ὅτι μακαριότητα εἶναι το νὰ φθάσεις στὸν οὐρανό.

Ὅσο καιρὸ ὅμως θὰ παραμένει ἀδύνατη ἡ ἄνοδος, τί ὠφελεῖ ἡ γνώση τῆς οὐράνιας μακαριότητας; Μόνο λύπη προξενεῖ σὲ μᾶς ποὺ μάθαμε ποιὰ ἀγαθὰ ἔχουμε στερηθεῖ ἐξαιτίας τῆς ἀδυναμίας μᾶς ν’ ἀνέβουμε.

Συνεπῶς ὁ Κύριος διατάσσει πράγματα ποὺ βρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὴ φύση μας καὶ μὲ τὴ λαμπρότητα τῆς ἐντολῆς ξεπέρασε τὰ ὅρια τῆς ἀνθρώπινης δύναμης; Δὲ συμβαίνουν αὐτά.

Γιατί δὲ διατάσσει νὰ γίνουν πτηνὰ ἐκεῖνοι, στὴ φύση τῶν ὁποίων δὲν ἔδωκε τὰ φτερά, οὔτε νὰ ζοῦν κάτω ἀπὸ τὸ νερὸ ἐκεῖνοι, στοὺς ὁποίους ἔδωκε σὰν κλῆρο τὴ ζωὴ πάνω στὴ γῆ.

Ἄν, λοιπόν, ὁ νόμος εἶναι γιὰ ὅλα τα δημιουργήματα ἀνάλογος μὲ τὴ δύναμη ἐκείνων ποὺ τὸν δέχονται καὶ κανένα δὲν ἀναγκάζεται πέρα ἀπὸ τὴ φυσική του δύναμη, ὁπωσδήποτε καὶ τοῦτο θὰ τὸ ἐννοήσουμε ὡς συνέπεια, ὅτι δηλ. δὲν εἶναι πέρα ἀπὸ τὴν ἐλπίδα αὐτὸ ποὺ προβάλλει ὁ μακαρισμός.

Ἀλλὰ κι ὁ Ἰωάννης κι ὁ Παῦλος κι ὁ Μωυσῆς κι ὅποιος ἄλλος ὅμοιός τους, δὲ στερήθηκαν ἐκείνη τὴν ὑψηλὴ μακαριότητα, ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὴ θέα τοῦ Θεοῦ.

Οὔτε κεῖνος ποὺ εἶπε: «Τώρα μου ἀπομένει τὸ στεφάνι τῆς δικαιοσύνης, ποὺ θὰ μοῦ ἀποδώσει ὁ δίκαιος κριτὴς» (Β’ Τιμ. 4, 8), οὔτε κεῖνος ποὺ ἀναπέσε στὸ στῆθος τοῦ Ἰησοῦ (Ἰωάν. 21, 20), οὔτε ἐκεῖνος ποὺ ἄκουσε ἀπὸ τὸ Θεό: «Σὲ ἔχω ξεχωρίσει ἀπὸ ὅλους τους ἀνθρώπους» (Ἔξοδ. 33, 17).

Λοιπὸν εἶναι ἀναμφισβήτητη ἡ μακαριότητα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διακηρύττουν ὅτι εἶναι πάνω ἀπὸ τὴ δύναμη τοῦ ἀνθρώπου ἡ κατανόηση τοῦ Θεοῦ.

Ἡ δὲ μακαριότητα ἔγκειται στὴ θέα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ πετυχαίνεται μὲ τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς. Ἑπομένως δὲν εἶναι ἀδύνατη ἡ καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, μὲ τὴν ὁποία μπορεῖ κανεὶς νὰ γίνει μακάριος.

Πῶς εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ ἰσχυρισθοῦμε ὅτι λένε ἀλήθεια κι οἱ γύρω ἀπὸ τὸν Παῦλο, ὅταν ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις μας ἡ κατανόηση τοῦ Θεοῦ, κι ὅτι ὁ λόγος τοῦ Κυρίου δὲ διδάσκει ἀντίθετες ἀλήθειες πρὸς τὶς δικές τους, ὅταν ὑπόσχεται ὅτι θὰ δοῦν τὸ Θεὸ οἱ καθαροί;

«Ὁ ἀόρατος τὴ φύσει, ὁρατὸς ταῖς ἐνεργείαις γίνεται» 

  1. Νομίζω πὼς εἶναι καλὸ νὰ ποῦμε ἀπαραίτητα γι’ αὐτὸ λίγα λόγια στὴν ἀρχή, γιὰ νὰ βροῦμε τὸ δρόμο στὴν ἐξέταση τοῦ θέματος ποὺ ἔχουμε μπροστά μας. Τί ἀκριβῶς εἶναι αὐτὴ καθ’ ἐαυτὴν ἡ θεία φύση κατὰ τὴν οὐσία της, καὶ ξεπερνάει κάθε σκέψη γιὰ νὰ τὴν καταλάβουμε, ἐπειδὴ εἶναι ἀπρόσιτη καὶ ἀπλησίαστη γιὰ τὶς στοχαστικὲς σκέψεις.

Καὶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους δὲ βρέθηκε ἀκόμη καμιὰ δύναμη γιὰ τὴν κατανόηση τῶν ἀκατάληπτων, οὔτε ἐπινοήθηκε καμιὰ μέθοδος γιὰ νὰ κατανοήσουν αὐτὰ ποὺ εἶναι ἀδύνατον νὰ κατανοηθοῦν.

Γι’ αὐτὸ κι ὁ μέγας Ἀπόστολος ἀποκαλεῖ «ἀνεξιχνίαστούς τους δρόμους τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. 11, 33), φανερώνοντας μ’ αὐτὸ τὸ λόγο πὼς εἶναι ἀπάτητος μὲ συλλογισμοὺς ὁ δρόμος ἐκεῖνος, ποὺ ὁδηγεῖ στὴ γνώση τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ.

Γιατί κανεὶς μέχρι τώρα ἀπὸ ὅσους ἔχουν προοδεύσει στὸν ἐνάρετο βίο, δὲ μᾶς φανέρωσε μὲ τρόπο καταληπτὸ κάποιο σημεῖο γιὰ τὴ γνώση τοῦ ὄντος, ποὺ εἶναι πάνω ἀπὸ τὴ γνώση.

Μὲ τὸ νὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι κατὰ τὴ φύση, ὁ πάνω ἀπὸ κάθε φύση, γίνεται καταληπτὸς καὶ βλέπεται μὲ ἄλλην ἔννοια ὁ ἀόρατος κι ἀπερίγραπτος. 

Κι εἶναι πολλοὶ οἱ τρόποι αὐτῆς τῆς κατανόησης. Μπορεῖς δηλ. καὶ μέσα ἀπὸ τὴ σοφία ποὺ φαίνεται σὲ ὅλα, νὰ δεῖς μὲ τρόπο στοχαστικὸ Ἐκεῖνον ποὺ δημιούργησε τὰ πάντα ἐν σοφία.

Ὅπως κατὰ κάποιο τρόπο φανερώνεται καὶ στὰ ἀνθρώπινα δημιουργήματα νοερὰ ὁ δημιουργός του ἔργου, ποὺ ἔχουμε μπροστά μας, ἀφοῦ στὸ ἔργο ἔχει ἀποθέσει τὴν τέχνη του. Ἀποκαλύπτεται δὲ ὄχι ἡ φύση τοῦ τεχνίτη, ἀλλὰ μόνο ἡ τεχνικὴ γνώση, ποὺ ὁ τεχνίτης ἀποτύπωσε στὸ κατασκεύασμα.

Ἔτσι κι ὅταν βλέπουμε προσεκτικὰ τὸν κόσμο μέσα στὴ δημιουργία, ἀναπαριστάνουμε μέσα στὸ νοῦ ὄχι τὴν ἔννοια τῆς οὐσίας, ἀλλὰ τῆς σοφίας Ἐκείνου, ποὺ ἐποίησε τὰ πάντα μὲ σοφὸ τρόπο.

Κι ἂν συλλογισθοῦμε τὴν αἰτία τῆς δικῆς μας ζωῆς, ποὺ δὲν προῆλθε ἀπὸ ἀνάγκη, ἀλλὰ ἀπὸ ἀγαθὴ θέληση προχώρησε στὸ νὰ δημιουργήσει τὸν ἄνθρωπο, καὶ πάλι ὑποστηρίζουμε ὅτι καὶ μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο ἔχει γίνει ὁρατὸς ὁ Θεός, ὅταν βάλουμε στὸ νοῦ μᾶς τὴν ἀγαθότητα κι ὄχι τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ.

Ἔτσι κι ὅλα τα ἄλλα, ὅσα ἀνυψώνουν τὸ νοῦ πρὸς τὸ καλύτερο καὶ τὸ ἀνώτερό το ἀποκαλοῦμε κατανόηση τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ καθένα ἀπὸ τὰ ὑψηλὰ νοήματα φέρει στὰ μάτια μᾶς τὸ Θεό. Γιατί ἡ δύναμη κι ἡ καθαρότητα κι ἡ αἰωνιότητα καὶ τὸ ἀνόθευτο ἀπὸ τὰ ἀντίθετα κι ὅλα τα παρόμοια, ἀποτυπώνουν στὶς ψυχὲς τὴν εἰκόνα τῆς θείας καὶ ὑψηλῆς διάνοιας.

Λοιπόν, μὲ ὅσα εἴπαμε, ἀποδεικνύεται ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο καὶ ὁ Κύριος λέγει τὴν ἀλήθεια, ὅταν ὑπόσχεται ὅτι ὁ Θεὸς θὰ φανεῖ σὲ κείνους ποὺ ἔχουν τὴν καρδιὰ καθαρή, ἀλλὰ κι ὁ ἄπ. Παῦλος δὲν ψεύδεται, ὅταν ἀποφαίνεται μὲ τὰ λόγια του, ὅτι κανεὶς δὲν εἶδε τὸ Θεό, οὔτε καὶ νὰ τὸν δεῖ μπορεῖ.

Ὅμως ὁ ἀόρατος κατὰ τὴ φύση γίνεται ὁρατὸς διὰ μέσου των ἐνεργειῶν, ἐπειδὴ γίνεται θεατὸς διὰ μέσου μερικῶν ποὺ ὑπάρχουν γύρω ἀπ’ Αὐτόν.

«… βλέπεις τηλαυγῶς τὸ μακάριον θέαμα» 

  1. Αλλά τὸ νόημα τοῦ μακαρισμοῦ δὲν ἀναφέρεται μόνο σ’ αὐτό, στὸ ὅτι δηλ. μποροῦμε νὰ ἀναλογισθοῦμε Τέτοιον Ἐκεῖνον, ἀπὸ κάποια ἐνέργεια ποὺ ἐνεργεῖ. Θὰ μποροῦσε ἴσως ἡ κατανόηση τῆς σοφίας καὶ τῆς δύναμης, ποὺ εἶναι ἀνώτερες ὅλων, νὰ φθάσει καὶ στοὺς σοφοὺς αὐτοῦ του αἰώνα, μὲ τὴν καλὴ διάρθρωση τοῦ κόσμου.

Νομίζω ὅμως ὅτι ἡ μεγαλοφυία τοῦ μακαρισμοῦ δίνει τὴ συμβουλὴ νὰ δεχθοῦν νὰ δοῦν αὐτὸ ποὺ ποθοῦν, ὅσοι μποροῦν.

Τὴ σκέψη μου αὐτὴ ποὺ ἐξέθεσα, θὰ τὴν ἀποσαφηνίσω μὲ παραδείγματα. Ἕνα ἀγαθὸ στὸν ἀνθρώπινο βίο εἶναι ἡ σωματικὴ ὑγεία. Μακάριο ὅμως δὲν εἶναι το νὰ ξέρεις μόνο το λόγο τῆς ὑγείας, ἀλλὰ καὶ τὸ νὰ ζεῖς μὲ ὑγεία.

Γιατί, ἂν κάποιος, πλέκοντας τὰ ἐγκώμια τῆς ὑγείας, προτιμοῦσε τὴ βλαβερὴ καὶ γεμάτη κακοὺς χυμοὺς τροφή, τί θὰ κέρδιζε ἀπ’ τὰ ἐγκώμια τῆς ὑγείας τὴ στιγμὴ ποῦ θὰ δεινοπαθοῦσε ἀπὸ τὶς ἀρρώστιες; Ἔτσι θὰ ἐννοήσουμε καὶ τὸ λόγο ποὺ ἔχουμε μπροστά μας. Ὁ Κύριος λέγει ὅτι εἶναι μακάριο, ὄχι τὸ νὰ γνωρίζεις κάτι περὶ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὸ νὰ ἔχεις μέσα σου τὸ Θεό. Μακάριοι εἶναι ὅσοι ἔχουν καθαρὴ τὴν καρδιά, γιατί αὐτοὶ θὰ δοῦν τὸ Θεό.

Γιατί δὲ νομίζω πὼς ὁ Θεὸς βάζει μπροστὰ σ’ αὐτὸν ποὺ εἶναι καθαρὸς ὡς πρὸς τὸ μάτι τῆς ψυχῆς ἕνα θέαμα ποὺ τὸν ἀντιπροσωπεύει. Ἀλλὰ ἡ μεγαλοφυία τοῦ Λόγου ἴσως νὰ μᾶς παρουσιάζει αὐτό, ποὺ ὁ Κύριος παριστάνει καθαρότερα καὶ πρὸς ἄλλους, μὲ τὸ νὰ λέγει: «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρίσκεται μέσα σας» (Λουκ. 17, 21). Κι ἔτσι νὰ μάθουμε ὅτι ὅποιος καθαρίσει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀπ’ ὅλη τὴ δημιουργία κι ἀπὸ κάθε ἐμπαθῆ διάθεση, θὰ δεῖ τὴν εἰκόνα τῆς θείας φύσης μέσα στὸ δικό του κάλλος.

Νομίζω δὲ ὅτι μὲ τὰ λίγα ποὺ εἶπε ὁ Κύριος, δίνει αὐτὴ τὴ συμβουλή: Ἄνθρωποι, ὅσοι ἐπιθυμεῖτε νὰ δεῖτε τὸ ἀληθινὸ ἀγαθό, μὴν ἀπελπίζεστε ἀπὸ τὴν ἀδυναμία νὰ δεῖτε καλά το ποθούμενο, ὅταν ἀκούσετε ὅτι ἡ θεϊκὴ μεγαλοπρέπεια ξεπερνάει τοὺς οὐρανοὺς κι ἡ δόξα τῆς εἶναι ἀνερμήνευτη καὶ τὸ κάλλος ἀπερίγραπτο κι ἡ φύση ἀχώρητη. Γιατί γιὰ σένα τὸ μέτρο τῆς κατανόησης τοῦ Θεοῦ βρίσκεται μέσα σου. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ὁ πλάστης σου ἔδωκε ὑπόσταση σ’ αὐτὸ τὸ ἀγαθὸ συγχρόνως μὲ τὴ δημιουργία σου.

Γιατί ὁ Θεὸς ἀποτύπωσε στὴ δική σου κατασκευὴ τὰ ὁμοιώματα τῶν ἀγαθῶν της δικῆς του φύσης, ἀποτυπώνοντας αὐτὰ πάνω της, σὰν σὲ κάποιο κερὶ μὲ τὴ μέθοδο τῆς τέχνης τοῦ ἀνάγλυφου. Ὅταν ὅμως χύθηκε ἡ κακία γύρω ἀπὸ τὰ θεοειδὴ χαρακτηριστικά, ἔκαμε ἄχρηστό το ἀγαθὸ γιὰ σένα, μὲ τὸ νὰ τὸ κρύψει κάτω ἀπὸ τὰ ἐλεεινὰ προπετάσματα.

Ἂν ξεπλύνεις καὶ πάλι μὲ τὸν προσεκτικὸ βίο σου τὴν ἀκαθαρσία, ποὺ ἐκ τῶν ὑστέρων δημιουργήθηκε στὴν καρδιά σου, θὰ ξαναλάμψει πάνω σου τὸ θεοειδὲς κάλλος. Ὅπως συνήθως γίνεται μὲ τὸ σίδερο.

Ὅταν καθαρισθεῖ ἀπὸ τὴ σκουριὰ μὲ τὸ ἀκόνισμα, ὁ πρὶν ἀπὸ λίγο μαῦρος σίδηρος, καθὼς πέφτουν πάνω του οἱ ἀκτίνες τοῦ ἥλιου, ἐκπέμπει μερικὲς λάμψεις κι ἀκτινοβολίες ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Ἔτσι κι ὁ ἐσωτερικὸς ἄνθρωπος, ποὺ ὁ Κύριος τὸν ὀνομάζει καρδιά.

Ὅταν ἀποξύσει τὴ δηλητηριώδη ἀκαθαρσία, ποὺ μὲ τὴ μούχλα τοῦ διαβόλου ἀνθησε πάνω στὴ μορφή, θὰ ἀναλάβει καὶ πάλι τὴν ὁμοιότητα πρὸς τὸ πρωτότυπο καὶ θὰ εἶναι ἀγαθός. Καὶ τὸ ὅμοιο πρὸς τὸ ἀγαθὸ εἶναι ὁπωσδήποτε ἀγαθό.

Συνεπῶς ὅποιος προσέχει στὸν ἑαυτό του, διακρίνει μέσα του αὐτὸ ποὺ ποθεῖ. Κι ἔτσι ὁ καθαρὸς στὴν καρδιὰ γίνεται μακάριος, γιατί μὲ τὸ νὰ ἀποβλέπει στὴ δική του καθαρότητα, βλέπει μέσα στὴν εἰκόνα τὸ πρωτότυπο.

Ὅπως κι ὅσοι βλέπουν τὸν ἥλιο σὲ καθρέπτη, ἔστω κι ἂν δὲν ἀναβλέπουν μὲ τὸ βλέμμα στηλωμένο πρὸς τὸν ἴδιο τὸν οὐρανὸ βλέπουν τὸν ἥλιο μὲ τὴ λάμψη τοῦ καθρέπτη, ὄχι λιγότερο, ἀπὸ κείνους ποὺ ἔχουν τὰ βλέμματα ὑψωμένα πρὸς τὸν ἴδιο τὸν κύκλο τοῦ ἥλιου.

Ἔτσι καὶ σεῖς, λέγει ὁ Κύριος, ἀκόμη κι ἂν δὲν ἔχετε τὴν ἀπαραίτητη δύναμη γιὰ νὰ κατανοήσετε τὸ φῶς, ἂν ἀνατρέξετε στὴν ἀρχικὴ χάρη τῆς εἰκόνας ποὺ χαράχθηκε μέσα σας, θὰ βρεῖτε μέσα σας αὐτὸ ποὺ ζητᾶτε.

Γιατί ὁ Θεὸς εἶναι καθαρότητα κι ἀπάθεια κι ἀποξένωση ἀπὸ κάθε κακό. Κι ἂν αὐτὰ ὑπάρχουν μέσα σου, ἐξάπαντος ὁ Θεὸς ὑπάρχει μέσα σου. Ὅταν ἡ σκέψη μέσα σου εἶναι ἀνόθευτη ἀπὸ κάθε κακία, ἐλεύθερη ἀπὸ πάθη καὶ χωρισμένη ἀπὸ κάθε μολυσμό, εἶσαι μακάριος, ἐπειδὴ εἶσαι καθαρὸς καὶ μὲ τὴν ὀξύτητα τῆς ὅρασης βλέπεις τὸ ἀθέατο γιὰ τοὺς ἀκάθαρτους.

Κι ἐπειδὴ ἔχει ἀφαιρεθεῖ ἀπὸ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς ἡ ὑλικὴ λάσπη, μέσα στὸν καθαρὸ οὐρανὸ τῆς καρδιᾶς βλέπεις καθαρά το μακάριο θέαμα. Καὶ τὸ θεάμα αὐτὸ τί εἶναι; Καθαρότητα, ἁγιασμός, ἁπλότητα, ὅλες αὐτὲς οἱ φωτοειδεῖς ἀνταύγειες τῆς θείας φύσης, διὰ μέσου των ὁποίων γίνεται ὁρατὸς ὁ Θεός.

Δύσκολη ναί, ἀδύνατη ὄχι 

  1. Μετά ἀπ’ ὅσα εἴπαμε δὲ μένει ἀμφιβολία ὅτι αὐτὰ ἔτσι ἔχουν. Ἀλλὰ τὴ σκέψη μᾶς τὴ βασανίζει ἀκόμη ἡ ἀρχικὴ ἀπορία γιὰ τὴν ἴδια τὴν ἀδυναμία. Γιατί ναὶ μὲν βρίσκεται σὲ κοινωνία μὲ τὰ οὐράνια θαύματα, ὅποιος ἀνεβαίνει στοὺς οὐρανούς, ἀλλὰ ὁ τρόπος τῆς ἀνόδου εἶναι ἀδύνατος.

Κι ἔτσι δὲν προκύπτει γιὰ μᾶς κανένα ὄφελος ἀπὸ ὅσα συμφωνήσαμε, ἀφοῦ κανεὶς δὲν ἀμφιβάλλει ὅτι ἡ μακαριότητα πετυχαίνεται μὲ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς. Τὸ πῶς ὅμως θὰ μπορέσει κανεὶς νὰ τὴν καθαρίσει ἀπὸ τοὺς μολυσμούς, φαίνεται πὼς εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἴδιο μὲ τὴν ἀνάβαση στὸν οὐρανό.

Ποιὰ κλίμακα, λοιπόν, τοῦ Ἰακώβ, ποιὸ πύρινο ἅρμα θὰ βρεθεῖ, ὅμοιο μὲ κεῖνο ποὺ ἀνέβασε στὸν οὐρανὸ τὸν προφήτη Ἠλία γιὰ νὰ ἀνεβεῖ ἡ καρδιά μας πρὸς τὰ ἄνω θαύματα καὶ γιὰ νὰ ἀποτινάξει αὐτὸ τὸ γήινο βάρος;

Γιατί ἂν σκεφθεῖ κανεὶς τὰ ἀναπόφευκτα γιὰ τὴν ψυχὴ πάθη, θὰ θεωρήσει δύσκολη κι ἀδύνατη τὴν ἀποχώρηση τῶν κακῶν ποὺ ἔχουν συζευχθεῖ μ’ αὐτήν. Ἡ ὑπαρξὰ μᾶς ἀρχίζει ἀμέσως μὲ πάθος. Κι ἡ αὔξηση προχωρεῖ μὲ πάθος κι ἡ ζωὴ καταλήγει στὸ πάθος.

Κι ἔχει ἀναμιχθεῖ ὡς ἕνα βαθμὸ τὸ κακὸ μὲ τὴ φύση διὰ τῶν πρωτοπλάστων, ποὺ δέχθηκαν πάνω τους τὸ πάθος ἓξ ἀρχῆς καὶ μὲ τὴν παρακοὴ ἔφεραν μέσα στὴ φύση τὴν ἀσθένεια. Κι ὅπως μὲ τὴ διαδοχὴ τῶν ἀπογόνων στὸ κάθε εἶδος μεταβιβάζεται ἡ φύση τῶν ζώων σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε τὸ γεννημένο νὰ εἶναι τὸ ἴδιο ἀπὸ πλευρᾶς φυσικῆς μὲ κεῖνο ἀπὸ τὸ ὁποῖο γεννήθηκε, ἔτσι κι ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο γίνεται ὁ ἄνθρωπος.

Ἀπὸ τὸν ἐμπαθῆ γίνεται ὁ ἐμπαθής, ἀπ’ τὸν ἁμαρτωλὸ γίνεται ὁ ὅμοιος. Συνεπῶς συνυπάρχει κατὰ κάποιο τρόπο ἡ ἁμαρτία στοὺς ἀπογόνους καὶ γεννιέται μαζὶ κι αὐξάνει μαζὶ καὶ καταλήγει στὸ τέρμα τῆς ζωῆς μαζί.

Ἀπεναντίας εἶναι δύσκολο νὰ πετύχουμε τὴν ἀρετή. Μόλις ποὺ κατορθώνουμε νὰ τὴν ἀποκτήσουμε, μὲ ἄπειρους ἱδρῶτες καὶ πόνους, μ’ ἐπιμέλεια καὶ κούραση. Ἀπὸ πολλὰ σημεῖα τῆς Ἁγίας Γραφῆς μάθαμε ὅτι ἡ ὁδὸς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν εἶναι ὅλο θλίψεις καὶ προχωρεῖ ἀπὸ στενὸ μονοπάτι, ἐνῶ ἡ ἄλλη, ποὺ ὁδηγεῖ μὲ τὴν κακία, τὴ ζωὴ στὴν καταστροφή, εἶναι καὶ πλατιὰ καὶ κατηφορικὴ καὶ εὐκολοδιάβατη.

Παρὰ ταῦτα ἡ Ἁγία Γραφή, ποὺ ἐκθέτει στὰ ἱερά της βιβλία τὰ θαύματα τόσων ἀνθρώπων, ἀποφαίνεται πὼς δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατη ἡ ὑψηλὴ ζωή. Ὅμως εἶναι διπλό το νόημα τῆς ὑπόσχεσης ποὺ ἀναφέρεται στὴ θέα τοῦ Θεοῦ.

Τὸ μὲν ἕνα εἶναι ἡ γνώση τῆς φύσης, ποὺ βρίσκεται πάνω ἀπ’ ὅλα, τὸ δὲ ἄλλο ἡ ἀνακράση μ’ Ἐκεῖνον διὰ τῆς καθαρότητας τῆς ζωῆς. Καὶ γιὰ τὸ πρῶτο εἶδος κατανόησης ἀποφαίνεται ὁ λόγος τῶν ἁγίων ὅτι εἶναι ἀδύνατο.

Γιὰ τὸ δεύτερο ὅμως ὑπόσχεται ὁ Κύριος μ’ αὐτὴν ἐδῶ τὴ διδασκαλία στοὺς ἀνθρώπους λέγοντας: «Μακάριοι εἶναι ὅσοι ἔχουν καθαρὴ τὴν καρδιά, γιατί αὐτοὶ θὰ ἰδοῦν τὸ Θεό». «Φύγωμεν τὴν τοῦ διαβόλου μορφήν, ἀναλάβωμεν τὴν θείαν εἰκόνα» 6. Σχετικὰ μὲ τὸ πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ γίνεις καθαρός, σοῦ εἶναι εὔκολο νὰ τὸ μάθεις μέσα ἀπ’ ὅλη σχεδὸν τὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου. Γιατί θὰ βρίσκεις ἀποσαφηνισμένο τὸ καθαρτικό της καρδιᾶς, ὅταν ἀνατρέχεις διαδοχικὰ στὰ παραγγέλματά του.

Γιατί χωρίζει σὲ δύο εἴδη τὴν κακία. Σὲ κείνη ποὺ διαπράττεται μὲ τὰ ἔργα καὶ στὴν ἄλλη, ποὺ συνίσταται στὰ διανοήματα. Μὲ τὸν παλαιὸ νόμο καταδίκασε ἀρχικὰ τὴν ἀδικία ποὺ φανερώνεται μὲ τὰ ἔργα.

Τώρα δέ, ἔκαμε τὸ νόμο νὰ ἐλέγχει τὸ ἄλλο εἶδος τῆς ἁμαρτίας. Καὶ δὲν τιμωρεῖ τὸ ἔργο τῆς πονηρίας, ἀλλὰ φροντίζει ὥστε νὰ μὴ γίνει οὔτε ἡ ἀρχὴ τοῦ κακοῦ.

Γιατί τὸ νὰ ξερριζώσεις τὴν κακία ἀπὸ τὴ θέληση, εἶναι πολὺ σπουδαιότερο ἀπὸ τὸ νὰ ἀποξενώσεις τὸ βίο ἀπὸ τὰ πονηρὰ ἔργα. Ἐπειδὴ ἡ κακία ἐκδηλώνεται σὲ πολλὰ μέρη καὶ μὲ πολλοὺς τρόπους, τὸ Εὐαγγέλιο προσφέρει μὲ τὶς ἐντολὲς ἰδιαίτερη θεραπεία σὲ καθεμιὰ ἀπὸ τὶς ἀπαγορεύσεις.

Κι ἐπειδὴ ἕνα πρόχειρο καὶ συνηθισμένο ἁμάρτημα εἶναι ἡ ὀργὴ σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ βίου, ἀρχίζει τὴ θεραπεία ἀπ’ αὐτὸ ποὺ εἶναι τὸ πιὸ ἐπικρατέστερο, νομοθετώντας το νὰ μὴν ὀργίζεσαι. Διδάχθηκες, λέγει ὁ Κύριος, ἀπὸ τὸν παλαιότερο νόμο «νὰ μὴ φονεύσεις» (Ἐξοδ. 20, 15).

Τώρα μάθε νὰ διώξεις ἀπὸ τὴν ψυχή σου τὴν ὀργὴ ἐναντίον τῶν συνανθρώπων σου (Ματθ. 5, 22). Δὲν ἀπαγόρευσε ἐντελῶς τὴν ὀργή. Γιατί μπορεῖ κάποτε αὐτὴ ἡ τάση τῆς ψυχῆς νὰ χρησιμοποιηθεῖ καὶ πρὸς τὸ καλό.

Ἡ ἐντολὴ ἀπαγορεύει τελείως τὸ νὰ ἐξοργίζεσαι κάποτε ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ χωρὶς κανένα καλό. Γιατί λέγει: «Καθένας ποὺ ὀργίζεται κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ γιὰ τὸ τίποτε». Κι ἡ προσθήκη τῆς λέξης «εἰκῆ» δηλώνει πολλὲς φορὲς τὴν ἐπικαιρότητα τῆς χρήσης τοῦ θυμοῦ, ὅταν βράζει τὸ πάθος γιὰ τιμωρία τῆς ἁμαρτίας.

Αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς ὀργῆς ἐπικυρώνει ὁ λόγος τῆς Γραφῆς στὸ Φινεές, ποὺ μὲ τὴ σφαγὴ ἐκείνων ποὺ παρανομοῦσαν, ἐξιλέωσε τὸ Θεὸ γιὰ τὴν ἀπειλὴ ποὺ κίνησε κατὰ τοῦ λαοῦ. Μὲ ἄλλη πάλι ἐντολὴ προβαίνει στὴ θεραπεία τῶν ἁμαρτημάτων ποὺ διαπράττονται μὲ τὴν ἡδονὴ καὶ ξερριζώνει ἀπὸ τὴν καρδιὰ τὴν ἄπρεπη ἐπιθυμία τῆς μοιχείας (Ματθ. 5, 28).

Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο θὰ διαπιστώσεις ὅτι ὁ Κύριος διορθώνει στὴ συνέχεια καὶ τὸ καθένα ἀπὸ τὰ ἄλλα (ἁμαρτήματα), ἀφοῦ μὲ τὶς ἐντολὲς ἀναφέρεται στὴν καθεμιὰ ἀπὸ τὶς μορφὲς τῆς κακίας. Ἐμποδίζει τὸ ν’ ἀρχίζεις πρῶτος τὶς ἄδικες ἐνέργειες, μὲ τὸ νὰ μὴν συγχωρεῖ τὴν ἄμυνα (Ματθ. 5,39).

Διώχνει τὸ πάθος τῆς πλεονεξίας, ἐπιβάλλοντας νὰ δίνεις κι αὐτὸ πού σου ἀπόμεινε, μὲ τὸ νὰ ἀποβάλλεις τὸ ἔνδυμα γιὰ χάρη ἐκείνου πού σου τοῦ ἀφαιρεῖ (Ματθ. 5,40). Γιατρεύει τὴ δειλία, ὅταν προστάζει νὰ καταφρονεῖς τὸ θάνατο.

Καὶ γενικὰ θὰ διαπιστώσεις πὼς μὲ καθεμιὰ ἀπὸ τὶς ἐντολές, μὲ τὸν ἀροτρικὸ λόγο, σὰν μὲ ἄλλο ἀλέτρι, ὀργώνει καὶ ξερριζώνει τὶς κακὲς ρίζες τῶν ἁμαρτιῶν ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς. Μ’ αὐτὲς τὶς ἐντολὲς εἶναι δυνατό το ξεκαθάρισμα ἀπὸ τὴν καρποφορία τῶν ἀγκαθιῶν.

Συνεπῶς εὐεργετεῖ τὸν ἄνθρωπο καὶ μὲ τὰ δύο. Καὶ μ’ ὅσα ὑπόσχεται τὸ ἀγαθὸ καὶ μ’ ὅσα μᾶς προβάλλει τὴ διδασκαλία πάνω στὸ θέμα ποὺ ἐξετάζουμε. Ἂν θεωρεῖς κουραστικὴ τὴν ἐπιδίωξη τῶν ἀγαθῶν, σύγκρινε τὴν πρὸς τὸν ἀντίθετο τρόπο ζωῆς καὶ θὰ διαπιστώσεις πόσο πιὸ κουραστικὴ εἶναι ἡ κακία, ἂν δὲν ἀποβλέπεις πρὸς τὸ παρὸν ἀλλὰ πρὸς τὸ μέλλον.

Γιατί ὅποιος ἄκουσε γιὰ τὴ γέεννα τοῦ πυρός, δὲν θ’ ἀποχωρισθεῖ πιὰ ἀπὸ τὶς ἁμαρτωλὲς ἡδονὲς μὲ κόπο καὶ προθυμία, ἀλλὰ τοῦ εἶναι ἀρκετὸς ὁ φόβος ποὺ γεννιέται μὲ τὶς σκέψεις, γιὰ νὰ διώξει τὰ πάθη.

Μποροῦμε ὅμως νὰ καλλιεργήσουμε ἀπὸ δῶ μιὰ ἀκόμη πιὸ σφοδρὴ ἐπιθυμία, ἂν κατανοήσουμε μαζὶ μ’ αὐτὸ ποὺ παρασιωπᾶται κι ἐκεῖνο ποὺ ἐξυπακούεται. Ἂν δηλ. εἶναι μακάριοι ὅσοι ἔχουν καθαρὴ τὴν καρδιά, εἶναι δίχως ἄλλο δυστυχισμένοι ὅσοι ἔχουν ὑπερβολικὰ μολυσμένο τὸ νοῦ, γιατί προσβλέπουν στὸ πρόσωπο τοῦ ἐχθροῦ.

Κι ἂν τὰ ἴδια τὰ θεϊκὰ χαρακτηριστικὰ ἐγχαράσσονται στὸ βίο τῶν ἐνάρετων, εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ ζωὴ τῆς κακίας γίνεται μορφὴ καὶ πρόσωπο τοῦ ἐχθροῦ. Κι ἀκόμη, ἂν ὁ Θεὸς ὀνομάζεται μὲ διάφορες ὀνομασίες, καθεμιὰ ἀπὸ τὶς ὅποιες ἐννοεῖται γιὰ τὸ ἀγαθό, δηλ. φῶς καὶ ζωὴ κι ἀφθαρσία καὶ ὅσα ἀλλὰ εἶναι τῆς ἴδιας κατηγορίας, ἀσφαλῶς ἀπὸ τὴν ἀντίθετη πλευρά, καθετὶ ποὺ ἀντιβαίνει σ’ αὐτά, θὰ πάρει τὴν ὀνομασία του ἀπὸ τὸν ἐφευρέτη τῆς κακίας καὶ θὰ λέγεται σκότος καὶ θάνατος καὶ φθορὰ κι ὅσα ἀλλὰ εἶναι συγγενῆ καὶ τῆς ἴδιας μεταξύ τους φύσης.

Τώρα, λοιπόν, ποὺ ξέρουμε πῶς διαμορφώνεται κι ἡ κακία κι ὁ ἐνάρετος τρόπος ζωῆς, ἀφοῦ ἡ προαίρεσή μας στέκεται κυρίαρχη μπροστὰ στὸ καθένα ἀπ’ αὐτά, σύμφωνα μὲ τὴν ἐλευθερία ποὺ ἔχει, ἃς ἀποστραφοῦμε τὸ πρόσωπο τοῦ διαβόλου, ἃς ἀποβάλλουμε τὸ ἄσχημο προσωπεῖο, κι ἃς φορέσουμε πάνω μας καὶ πάλι τὴ θεία εἰκόνα.

Ἃς γίνουμε καθαροὶ στὴν καρδιά, γιὰ νὰ γίνουμε μακάριοι, ἀφοῦ θὰ ἔχει μορφωθεῖ μέσα μας μὲ τὸν καθαρὸ βίο ἡ θεία εἰκόνα ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίω ἠμῶν. Σ’ Αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

πηγή